FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 2093/2012/EIS κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η υπόθεση αφορούσε τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγελίας επί παραβάσει σχετικά με τα δικαιώματα των επιβατών αεροπορικών μεταφορών. Η πτήση του καταγγέλλοντος από το Λονδίνο στη Σόφια ματαιώθηκε λόγω έντονης χιονόπτωσης και μεταφέρθηκε μέσω Μονάχου. Ωστόσο, η πτήση του καθυστέρησε να φτάσει στο Μόναχο και έχασε την πτήση ανταπόκρισης. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων έπρεπε να διανυκτερεύσει εκεί και δεν του προσφέρθηκε δωμάτιο ξενοδοχείου από τον μεταφορέα του. Κατόπιν επαφών με τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας, υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει στην Επιτροπή, ισχυριζόμενος ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ενήργησαν κατά παράβαση των σχετικών κανόνων της ΕΕ για τα δικαιώματα των επιβατών αεροπορικών μεταφορών.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα προβλήματα προκλήθηκαν από «έκτακτες περιστάσεις», γεγονός που σήμαινε ότι, σύμφωνα με τον σχετικό κανονισμό της ΕΕ, ο καταγγέλλων δεν δικαιούνταν αποζημίωση σε μετρητά. Στη συνέχεια διέκοψε επίσης την αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα.

Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε τη θέση της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη «έκτακτων περιστάσεων» σχετικά με τις χιονοπτώσεις. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν είχε δικαίωμα αποζημίωσης σε μετρητά. Ωστόσο, ο καταγγέλλων είχε «δικαίωμα φροντίδας» και θα έπρεπε να του έχει παρασχεθεί ξενοδοχειακή διαμονή από τον μεταφορέα. Δεδομένου ότι ο μεταφορέας δεν παρείχε ξενοδοχειακή διαμονή, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι υπήρξε παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας. Για τον λόγο αυτό, ο Διαμεσολαβητής έκρινε μη πειστική την άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπήρξε παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας.

Ο Διαμεσολαβητής συνέστησε στην Επιτροπή, κατά την εξέταση τέτοιων καταγγελιών παράβασης στο μέλλον, να λαμβάνει δεόντως υπόψη το καθήκον μέριμνας του αερομεταφορέα έναντι των επιβατών αεροπορικών μεταφορών. Όσον αφορά την απόφασή του να διακόψει την αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής δεν συμφώνησε με την άποψη της Επιτροπής ότι η αλληλογραφία του ήταν «ακατάλληλη» και διατύπωσε άλλη σχετική σύσταση προς την Επιτροπή.

Η Επιτροπή αποδέχθηκε καταρχήν τη δεύτερη σύσταση του Διαμεσολαβητή. Μολονότι η Επιτροπή δεν απέρριψε την πρώτη σύσταση του Διαμεσολαβητή, είναι σαφές από την απάντησή της ότι δεν συμμερίζεται την άποψη του Διαμεσολαβητή σχετικά με την έκταση του καθήκοντος επιμέλειας ενός μεταφορέα έναντι ενός επιβάτη. Κλείνοντας την έρευνά της , η Διαμεσολαβήτρια ασχολήθηκε με το θέμα αυτό με μια επικριτική παρατήρηση. Διαβίβασε επίσης την απόφασή της στις αρμόδιες επιτροπές του Κοινοβουλίου, καθώς και στους εθνικούς διαμεσολαβητές, προς ενημέρωση.

Ιστορικό

1. Τον Δεκέμβριο του 2010, ο καταγγέλλων μετέβη στο αεροδρόμιο Heathrow του Λονδίνου για να μεταβεί στη Σόφια (Βουλγαρία) με βρετανικό αερομεταφορέα. Ωστόσο, η πτήση του, μαζί με πολλές άλλες, ακυρώθηκε λόγω της έντονης χιονόπτωσης.

2. Η καταγγέλλουσα μεταφέρθηκε στη Σόφια μέσω Μονάχου (Γερμανία). Ωστόσο, το αεροπλάνο για το Μόναχο αναχώρησε αργά και έχασε την πτήση ανταπόκρισης. Τελικά, του έγινε κράτηση για άλλη πτήση με προορισμό τη Σόφια, η οποία επρόκειτο να αναχωρήσει το επόμενο πρωί. Στον καταγγέλλοντα προσφέρθηκαν ορισμένα τρόφιμα και αναψυκτικά, αλλά όχι δωρεάν διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο στο Μόναχο. Ως εκ τούτου, έπρεπε να κοιμηθεί στο πάτωμα του αεροδρομίου.

3. Ο καταγγέλλων ζήτησε συγγνώμη και κατάλληλη αποζημίωση από τον μεταφορέα του. Ωστόσο, δεν παρασχέθηκε καμία αποζημίωση. Οι προσπάθειες του καταγγέλλοντος να επιλύσει την υπόθεση με τους εθνικούς φορείς επιβολής του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας («ΕΦΕ») αποδείχθηκαν άκαρπες. Ως εκ τούτου, επικοινώνησε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ισχυριζόμενος ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραβίασε τον κανονισμό για τα δικαιώματα των επιβατών αεροπορικών μεταφορών [1] («κανονισμός 261/2004»).

4. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρξε παράβαση του κανονισμού 261/2004. Ο καταγγέλλων κάλεσε ανεπιτυχώς την Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή [2].

5. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και εντόπισε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:

1) Η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος.

2) Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει δεόντως την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος.

6. Ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να σχολιάσει τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι: i) δεν έλαβε υπόψη ότι οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν έκτακτες περιστάσεις· ii) δεν έλαβε υπόψη ότι δεν του παρασχέθηκε επαρκής βοήθεια όταν αποδείχθηκε ότι έπρεπε να διανυκτερεύσει στο αεροδρόμιο του Μονάχου και ότι, ειδικότερα, δεν του προσφέρθηκε δωμάτιο ξενοδοχείου για τη νύχτα αυτή· και iii) εσφαλμένα και με ασέβεια αποφάσισε να διακόψει την αλληλογραφία μαζί του επί του θέματος.

7. Εκτός από τον ισχυρισμό και τον ισχυρισμό που προσδιορίστηκαν ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να σχολιάσει κατά πόσον θεωρούσε ότι είχε παράσχει χρήσιμες συμβουλές στον καταγγέλλοντα όταν πρότεινε να απευθυνθεί στον αρμόδιο ΕΦΕ, δεδομένου ότι ο ΕΦΕ του Ηνωμένου Βασιλείου δεν ήταν χρήσιμος και ότι ο Γερμανός ομόλογός του δήλωσε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να χειριστεί το θέμα.

Εικαζόμενη μη ορθή αντιμετώπιση της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος

Οι συστάσεις του Διαμεσολαβητή

8. Στις 20 Ιουνίου 2014, αφού εξέτασε διεξοδικά τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η θέση της Επιτροπής δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

9. Στην ανάλυσή της για την υπόθεση, η Διαμεσολαβήτρια αποδέχθηκε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι υπήρχαν «έκτακτες περιστάσεις» σχετικά με τις χιονοπτώσεις και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού 261/2004, δεν οφειλόταν αποζημίωση βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού όσον αφορά τη ματαίωση ή την καθυστέρηση της πτήσης του καταγγέλλοντος. Συμφώνησε επίσης ότι εναπόκειται στους ΕΦΕ και, εν τέλει, στα εθνικά δικαστήρια να αποφασίζουν σχετικά με την ύπαρξη έκτακτων περιστάσεων σε μια μεμονωμένη περίπτωση. Ωστόσο, ο κανονισμός 261/2004 προβλέπει, τόσο σε περίπτωση ματαιώσεως πτήσεως όσο και σε περίπτωση σημαντικής καθυστερήσεως, ότι πρέπει να παρέχεται στους επιβάτες η βοήθεια που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, του κανονισμού. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στους επιβάτες «προσφέρεται δωρεάν» «ξενοδοχειακή διαμονή» όταν καθίσταται αναγκαία η διαμονή για μία ή περισσότερες διανυκτερεύσεις». Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η διατύπωση του άρθρου 9 παράγραφος 1 του κανονισμού δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο αερομεταφορέα να αναλάβει την πρωτοβουλία και να προσφέρει βοήθεια στον επιβάτη αεροπορικών μεταφορών που θίγεται από ματαίωση ή καθυστέρηση. Είναι αλήθεια ότι στον καταγγέλλοντα προσφέρθηκαν τρόφιμα και αναψυκτικά στο αεροδρόμιο του Μονάχου. Ωστόσο, δεν του προσφέρθηκε διαμονή σε ξενοδοχείο, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι κατέστη αναγκαία η διαμονή μιας νύχτας στο Μόναχο. Επομένως, η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπήρξε παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας δεν ήταν πειστική.

10. Ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε ότι η ίδια η Επιτροπή δεν μπορεί να ασχοληθεί με αξιώσεις μεμονωμένων πολιτών που βασίζονται στον κανονισμό 261/2004. Επίσης, δεν μπορεί να αναμένεται από την Επιτροπή να αναλαμβάνει δράση σε κάθε περίπτωση στην οποία οι πολίτες ισχυρίζονται ότι δεν έχουν λάβει επαρκή βοήθεια από τους ΕΦΕ. Ωστόσο, στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, η Επιτροπή πρέπει να προσπαθήσει να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη και οι αρχές τους εφαρμόζουν ορθά το δίκαιο της ΕΕ. Στην υπόθεση αυτή, φάνηκε ότι η Επιτροπή βάσισε την απόφασή της να περατώσει την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος σε ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ που δεν ήταν εύλογη. Αυτό ισοδυναμούσε με περίπτωση κακοδιοίκησης.

11. Ενώ η υπόθεση του καταγγέλλοντος αφορούσε περιστατικό το 2010, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι η θέση της Επιτροπής σχετικά με το δικαίωμα φροντίδας του καταγγέλλοντος ήταν προφανώς αντίθετη με τον κανονισμό 261/2004 και ότι ήταν πιθανό η Επιτροπή να υιοθετήσει την ίδια άποψη σε παρόμοιες υποθέσεις στο μέλλον.

12. Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να διακόψει την αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν πρέπει να ληφθεί ελαφρά τη καρδία και μπορεί να ληφθεί μόνο εάν ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας της σχετικής αλληλογραφίας είναι προφανής. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε σαφές ότι η διακοπή της αλληλογραφίας με πολίτη είναι σύμφωνη με τους κανόνες χρηστής διοίκησης μόνο εάν το οικείο θεσμικό όργανο έχει ήδη παράσχει στον πολίτη επαρκή απάντηση στα αιτήματα ή τις ερωτήσεις του. Ωστόσο, όσον αφορά την υπόθεση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι η ουσιαστική αξιολόγηση της Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος ήταν ανεπαρκής.

13. Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια προέβη στις ακόλουθες συστάσεις προς την Επιτροπή:

«Η Επιτροπή θα πρέπει, σε μελλοντικές περιπτώσεις, όταν εξετάζει καταγγελίες παράβασης σχετικά με τον κανονισμό 261/2004, να λαμβάνει δεόντως υπόψη την υποχρέωση των αερομεταφορέων να παρέχουν βοήθεια στους επιβάτες αεροπορικών μεταφορών σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού.

Η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίσει να διακόψει την αλληλογραφία με πολίτη, λόγω του κατά τη γνώμη της επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα της αλληλογραφίας του, μόνο i) εάν ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας της σχετικής αλληλογραφίας είναι πράγματι προφανής και ii) εάν έχει ήδη παράσχει στον πολίτη επαρκή απάντηση στα αιτήματα ή τις ερωτήσεις του.»

14. Στις 16 Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή απάντησε στις συστάσεις. Υποστήριξε, όσον αφορά τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των επιβατών αεροπορικών μεταφορών, ότι δεν διαθέτει εξουσίες προσφυγής ή έρευνας και δεν μπορεί να αξιολογήσει την ουσία μιας μεμονωμένης υπόθεσης. Εάν επρόκειτο να εμπλακεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό θα συνιστούσε μη τήρηση της κατανομής καθηκόντων (μεταξύ της ίδιας της Επιτροπής, των ΕΦΕ και των εθνικών δικαστηρίων), όπως προβλέπεται στον κανονισμό 261/2004 σε σχέση με ιδιωτικές διαφορές μεταξύ επιβάτη και του μεταφορέα του.

15. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι οι ΕΦΕ λαμβάνουν θέση για κάθε υπόθεση που τους υποβάλλεται, λαμβάνοντας διορθωτικά μέτρα κατά του αερομεταφορέα, όταν είναι αναγκαίο, ενώ τα εθνικά δικαστήρια, όταν αποφαίνονται επί των υποθέσεων που τους υποβάλλονται, λαμβάνουν υπόψη τη θέση των ΕΦΕ. Αυτό συνεπάγεται επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ανατρέψει απόφαση που έλαβε ο ΕΦΕ ή να υποχρεώσει τον ΕΦΕ να επιβάλει κυρώσεις σε αεροπορική εταιρεία. Σε αυτή τη ρύθμιση επανόρθωσης που θεσπίστηκε από τον νομοθέτη, η Επιτροπή απλώς παρακολουθεί την εφαρμογή του κανονισμού κινώντας διαδικασίες επί παραβάσει κατά κράτους μέλους όταν ο ΕΦΕ του δεν εφαρμόζει ορθά τον κανονισμό.

16. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, αν ο αερομεταφορέας δεν τήρησε την υποχρέωσή του να παράσχει περίθαλψη επιτόπου, ο επιβάτης δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση ζητώντας την επιστροφή των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για την παροχή περιθάλψεως. Προσέθεσε ότι η υποχρέωση παροχής φροντίδας ισχύει και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων και υπογράμμισε ότι ουδέποτε δήλωσε το αντίθετο. Συμφώνησε επίσης με την ερμηνεία του άρθρου 9 του κανονισμού 261/2004 από τον Διαμεσολαβητή ότι η πρωτοβουλία για την παροχή φροντίδας και βοήθειας πρέπει να προέρχεται από τον μεταφορέα. Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε ότι υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες ο αερομεταφορέας δεν προσέφερε στους επιβάτες τέτοια βοήθεια, ιδίως όταν σημειώθηκαν πολλές διαταραχές εντός της ίδιας χρονικής περιόδου. Πρόσθεσε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, «τα δωμάτια του ξενοδοχείου μπορεί να μην είναι διαθέσιμα». Η Επιτροπή παρατήρησε ότι τόσο η ίδια όσο και ο ΕΦΕ του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν καλέσει τον καταγγέλλοντα να προσκομίσει αποδείξεις πληρωμής στον ΕΦΕ ή στον μεταφορέα, σε περίπτωση που είχε επιβαρυνθεί με τυχόν έξοδα σε σχέση με το δικαίωμα περίθαλψης βάσει του κανονισμού 261/2004. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ»)[3]. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, καλώντας τον καταγγέλλοντα να προσκομίσει αποδείξεις πληρωμής για τις δαπάνες που πραγματοποίησε ενώ ήταν καθηλωμένος στον αερολιμένα του Μονάχου, οι αρμόδιες αρχές είχαν χειριστεί ορθά την υπόθεση του καταγγέλλοντος και δεν μπορούσαν να ληφθούν μέτρα κατά του Ηνωμένου Βασιλείου για εικαζόμενη παραβίαση του κανονισμού.

17. Όσον αφορά την επικοινωνία της με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δήλωσε ότι του είχε ήδη δώσει ουσιαστικές απαντήσεις. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία για πιθανή παραβίαση του δικαίου της ΕΕ, τα περαιτέρω ηλεκτρονικά μηνύματα του καταγγέλλοντος θα μπορούσαν πράγματι να θεωρηθούν επαναλαμβανόμενα. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι «το ύφος της διακοπής [της αλληλογραφίας] θα μπορούσε να είναι λιγότερο απλό».

18. Η Επιτροπή πρόσθεσε, ωστόσο, ότι αποδέχεται τη σύσταση του Διαμεσολαβητή ότι θα πρέπει να αποφασίσει να διακόψει την αλληλογραφία με πολίτη, λόγω αυτού που θεωρεί ότι είναι ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας της αλληλογραφίας του, μόνο i) εάν ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας της σχετικής αλληλογραφίας είναι πράγματι προφανής και ii) εάν έχει ήδη παράσχει στον πολίτη επαρκή απάντηση στα αιτήματα ή τις ερωτήσεις του.

19. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή αγνόησε τον νόμο και, ως εκ τούτου, δεν συμμορφώθηκε με τον καταστατικό της ρόλο ως θεματοφύλακα των Συνθηκών.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά τις συστάσεις

20. Διατυπώνοντας τις συστάσεις της, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι είναι σαφές ότι η ίδια η Επιτροπή δεν μπορεί να χειριστεί αξιώσεις μεμονωμένων πολιτών κατά των μεταφορέων τους βάσει του κανονισμού 261/2004. Επίσης, δεν μπορεί να αναμένεται από την Επιτροπή να αναλαμβάνει δράση σε κάθε περίπτωση στην οποία οι πολίτες ισχυρίζονται ότι δεν έχουν λάβει επαρκή βοήθεια από τους ΕΦΕ. Ωστόσο, στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, η Επιτροπή πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη και οι αρχές τους, όπως οι ΕΦΕ, εφαρμόζουν ορθά το δίκαιο της ΕΕ.

21. Ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 261/2004 προβλέπει ότι «[ό]ταν γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, στους επιβάτες προσφέρεται δωρεάν [...] ξενοδοχειακή διαμονή σε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η διαμονή για μία ή περισσότερες διανυκτερεύσεις ή όταν καθίσταται αναγκαία διαμονή επιπλέον της προβλεπόμενης από τον επιβάτη»(η υπογράμμιση δική μου). Απαντώντας στις συστάσεις της, η Επιτροπή συμφώνησε με την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης από τον Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με την οποία η πρωτοβουλία για την παροχή φροντίδας στους επιβάτες πρέπει να προέρχεται από τον μεταφορέα.

22. Ο Συνήγορος του Πολίτη συμφωνεί ότι σε περιπτώσεις όπου ο μεταφορέας δεν συμμορφώνεται με το καθήκον του να προσφέρει την αναγκαία βοήθεια, ο ίδιος ο επιβάτης μπορεί να προβεί στην απόκτηση της τροφής, του καταλύματος ή άλλης βοήθειας που απαιτείται και στη συνέχεια να ζητήσει από τον μεταφορέα να επιστρέψει τα εν λόγω έξοδα, βάσει των σχετικών αποδείξεων πληρωμής. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του ΔΕΕ στην οποία παρέπεμψε η Επιτροπή.

23. Ωστόσο, η Επιτροπή φαίνεται να αγνοεί το γεγονός ότι αυτή δεν ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο καταγγέλλων. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται, χωρίς να αντικρούεται από την Επιτροπή, ότι δεν του προσφέρθηκε κατάλυμα από τον μεταφορέα και ότι δεν ήταν σε θέση να βρει ο ίδιος κατάλυμα. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων φαίνεται να κοιμήθηκε στο αεροδρόμιο την εν λόγω νύχτα, προφανώς δεν ήταν σε θέση να υποβάλει αποδείξεις πληρωμής σχετικά με την εν λόγω «διαμονή» στον μεταφορέα του και να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων. Ως εκ τούτου, ήταν εντελώς άχρηστο και ανειλικρινές να προταθεί στον καταγγέλλοντα να υποβάλει τις αποδείξεις του σε περιπτώσεις όπου ήταν γνωστό ότι δεν είχε αποδείξεις να υποβάλει.

24. Εν ολίγοις, η θέση που υποστηρίζει η Επιτροπή σημαίνει ότι οι επιβάτες που είναι οι ίδιοι σε θέση να βρουν κατάλυμα θα αποζημιώνονται, ενώ οι επιβάτες που δεν είναι σε θέση να το πράξουν θα πρέπει να διανυκτερεύσουν στον όροφο του αεροδρομίου (ή, εάν είναι τυχεροί, σε οποιαδήποτε θέση βρουν στο αεροδρόμιο). Ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύεται να πιστέψει ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να επιτρέψει αποζημίωση στην πρώτη, αλλά όχι στη δεύτερη περίπτωση. Ούτε μπορεί να πιστεύει ότι το συμπέρασμα που υποστηρίζει η Επιτροπή αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ. Σε αμφότερες τις αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε η Επιτροπή, οι ενδιαφερόμενοι επιβάτες είχαν κατορθώσει να λάβουν τη βοήθεια που χρειάζονταν και είχαν ζητήσει την επιστροφή των εξόδων στα οποία είχαν υποβληθεί. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να οφείλεται αποζημίωση και σε περίπτωση που ο επιβάτης δεν είναι σε θέση να λάβει τέτοια βοήθεια.

25. Στην απάντησή της στις συστάσεις του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή υποστήριξε περαιτέρω ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή στην οποία βρέθηκε ο καταγγέλλων, «τα δωμάτια του ξενοδοχείου ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμα». Αυτή είναι μια απροσδόκητη σκέψη. Είναι καθήκον του αερομεταφορέα να παρέχει στους επιβάτες αεροπορικών μεταφορών τη βοήθεια που χρειάζονται σε περίπτωση ματαίωσης ή σοβαρής καθυστέρησης της πτήσης τους. Αυτό περιλαμβάνει την παροχή καταλύματος, όπου χρειάζεται. Σε περίπτωση που, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δωμάτια ξενοδοχείου, εναπόκειται στον μεταφορέα να προσπαθήσει να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις που είναι όσο το δυνατόν πιο άνετες σε τέτοιες περιστάσεις. Από την αλληλογραφία του καταγγέλλοντος με τους οικείους ΕΦΕ και την Επιτροπή προκύπτει σαφώς ότι ουδέποτε εξετάστηκε κατά πόσον ήταν πράγματι αδύνατο για τον μεταφορέα να του παράσχει ξενοδοχειακή διαμονή. Δεν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι, σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση, ο μεταφορέας δεν θα ήταν σε θέση να βρει κατάλυμα σε ξενοδοχείο για τον καταγγέλλοντα, εάν είχε προσπαθήσει να βρει τέτοιο κατάλυμα. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο, υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του κανονισμού.

26. Κατά την άποψη της Επιτροπής, όταν ένας αερομεταφορέας δεν προσφέρει κατάλυμα σε ξενοδοχείο (ή άλλη κατάλληλη φροντίδα) και όταν ο επιβάτης δεν μπορεί να βρει κατάλυμα σε ξενοδοχείο, ο κανονισμός 261/2004 δεν απαιτεί την καταβολή αποζημίωσης στον επιβάτη. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτή είναι εντελώς απαράδεκτη. Συνέπεια της προσέγγισης της Επιτροπής είναι ότι υπάρχει κίνητρο για τους μεταφορείς να αποφεύγουν την εξεύρεση καταλύματος σε ξενοδοχείο σε τέτοιες περιπτώσεις με την ελπίδα ότι ο επιβάτης μπορεί να μην είναι σε θέση να βρει το κατάλυμα του – και σε τέτοιες περιπτώσεις ο μεταφορέας αποφεύγει να επιβαρυνθεί με οποιαδήποτε έξοδα. Δεν μπορεί να ήταν πρόθεση του νομοθέτη να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του μεταφορέα η δικαίωση του δικαιώματος φροντίδας του επιβάτη, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού.

27. Η Επιτροπή δεν έχει απορρίψει άμεσα τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τον χειρισμό τέτοιων καταγγελιών επί παραβάσει στο μέλλον. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την προσέγγιση στην οποία βασίζεται η σύσταση του Διαμεσολαβητή. Πιθανώς, σε περίπτωση που υποβληθεί τώρα παρόμοια καταγγελία λόγω παραβάσεως στην Επιτροπή, η Επιτροπή θα εμμείνει στην άποψή της ότι ο μεταφορέας δεν υπέχει ευθύνη σε περίπτωση που δεν προσφέρει κατάλυμα και ο επιβάτης δεν μπόρεσε, για οποιονδήποτε λόγο, να βρει κατάλυμα. Ο Διαμεσολαβητής ασχολείται με το θέμα αυτό στη συνέχεια με μια επικριτική παρατήρηση. Δεδομένου ότι το θέμα έχει γενική σημασία για τους ευρωπαίους πολίτες και μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις άλλων ΕΦΕ σε παρόμοιες υποθέσεις, η Διαμεσολαβήτρια θα διαβιβάσει την απόφασή της στις επιτροπές Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και Μεταφορών και Τουρισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και στους συναδέλφους της από τον Εθνικό Διαμεσολαβητή, προς ενημέρωση.

28. Όσον αφορά τη δεύτερη σύσταση του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή την αποδέχθηκε κατ' αρχήν, μολονότι εξακολουθεί να πιστεύει ότι ενήργησε ορθά στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Μολονότι το τελευταίο συμπέρασμα είναι σαφώς εσφαλμένο υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται να ληφθούν περαιτέρω μέτρα όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Συμπέρασμα

Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 261/2004, οι αερομεταφορείς πρέπει να προσφέρουν δωρεάν στους επιβάτες πτήσεων των οποίων η πτήση ματαιώθηκε ή των οποίων η πτήση καθυστέρησε σημαντικά γεύματα και αναψυκτικά ή/και διαμονή σε ξενοδοχείο. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή έκρινε ότι η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται αποζημίωση για τον ενδιαφερόμενο επιβάτη μόνον εάν ο ίδιος κατορθώσει πράγματι να βρει κατάλυμα. Αυτή η ερμηνεία είναι αδικαιολόγητα περιοριστική, δεν είναι φιλική προς τον πολίτη και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμη. Αυτό ισοδυναμεί με κακοδιοίκηση.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Emily O'Reilly
Στρασβούργο, 09/07/2015

 

[1] Κανονισμός (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 295/91 (ΕΕ 2004, L 46, σ. 1).

[2] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό της καταγγελίας, τα επιχειρήματα των μερών και την έρευνα του Διαμεσολαβητή, ανατρέξτε στο πλήρες κείμενο του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή που διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/draftrecommendation.faces/en/54553/html.bookmark.

[3] Υποθέσεις C-83/10 Sousa Rodríguez κ.λπ. [2011] Συλλογή I-9469, σκέψη 44 και C-12/11 McDonagh κατά Ryanair, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2013, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 21.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!