FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2954/2008/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Επιτροπής που πάσχει από ασθένεια γνωστή ως σύνδρομο χρόνιας κόπωσης («ΣΧΚ»). Τον Ιούλιο του 2003, ο καταγγέλλων πραγματοποίησε εξετάσεις αίματος για να αποδείξει ότι υπέφερε από CFS.

2. Πριν από την ημερομηνία των εξετάσεων, επικοινώνησε με τον ιατρό-σύμβουλο της Επιτροπής, με επιστολή της 11ης Ιουλίου 2003, για να ζητήσει προκαταρκτική έγκριση προκειμένου να του επιστραφούν τα έξοδα για τις αιματολογικές εξετάσεις που σχετίζονται με την ανωτέρω ασθένεια, οι οποίες είχαν συνταγογραφηθεί από κατονομαζόμενο ιατρό. Επισημαίνει ότι το CFS έχει αναγνωριστεί ως ασθένεια από το «INAMI»[1], το Βελγικό Εθνικό Ινστιτούτο Ασθένειας και Αναπηρίας και την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.

3. Στις 25 Ιουλίου 2003, κατόπιν γνωμοδότησης του ιατρού συμβούλου της Επιτροπής, το Γραφείο Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων εξέδωσε την απόφασή του υπό τον τίτλο "100% επιστροφή εξόδων", δηλώνοντας ότι οι αιματολογικές εξετάσεις του καταγγέλλοντος δεν μπορούσαν να καλυφθούν πλήρως από το Κοινό Σύστημα Υγειονομικής Ασφάλισης ("ΚΣΥΑ"), δεδομένου ότι το CFS δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για επιστροφή εξόδων κατά 100%. Δήλωσε επίσης ότι τα ιατρικά έξοδα του καταγγέλλοντος "θα επιστραφούν συνεπώς μόνο βάσει των κανόνων ασφάλισης ασθενείας (με την εφαρμογή ανώτατου ποσού για ορισμένες διατάξεις)."[2]

4. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επικοινώνησε ανεπίσημα με τον ιατρικό σύμβουλο της Επιτροπής για να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο ιατρός-σύμβουλος δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνάντησής του ότι το εργαστήριο που είχε διενεργήσει τις δοκιμές δεν ήταν επιστημονικά αναγνωρισμένο και ότι, ως εκ τούτου, οι δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί δεν μπορούσαν να επιστραφούν καθόλου.

5. Ο καταγγέλλων δεν άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης του γραφείου εκκαθάρισης της 25ης Ιουλίου 2003. Επιπλέον, αποφάσισε να μην υποβάλει τα τιμολόγια στο ΚΣΥΑ μέχρι το 2008, όταν έλαβε γνώση της αποφάσεως Patricia Botos κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [3]. Στην υπόθεση Botos, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να αρνηθεί την επιστροφή των εξόδων για τις αιματολογικές εξετάσεις CFS, σύμφωνα με την οποία τα ιατρικά έξοδα για τις εν λόγω αιματολογικές εξετάσεις δεν θα καλύπτονταν από το ΚΣΥΑ στο κανονικό ποσοστό. Οι επίμαχες στην υπόθεση Botos αιματολογικές εξετάσεις είχαν συνταγογραφηθεί από τον ίδιο ιατρό και είχαν διενεργηθεί από τα ίδια εργαστήρια, όπως και στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.

6. Ο καταγγέλλων γνώριζε επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 των κανόνων του ΚΣΥΑ, η προθεσμία επιστροφής των εξόδων ήταν ένα έτος μετά το εξάμηνο κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η θεραπεία. Οι εξετάσεις αίματος του καταγγέλλοντος για το CFS διενεργήθηκαν το 2003. Ως εκ τούτου, στις 18 Ιανουαρίου 2008, ο καταγγέλλων ζήτησε i) απαλλαγή από την προθεσμία υποβολής των σχετικών τιμολογίων, υπό το πρίσμα της απόφασης Botos, και ii) επιστροφή των εξόδων για τις αιματολογικές εξετάσεις του. Υπέβαλε τα σχετικά τιμολόγια που εκδόθηκαν το 2003.

7. Στις 25 Φεβρουαρίου 2008, το Γραφείο Εκκαθάρισης αποφάσισε να μην χορηγήσει την απαλλαγή ούτε να επιστρέψει τα έξοδα των αιματολογικών εξετάσεων. Ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι δεν είχε υποβάλει την αίτησή του για επιστροφή εντός της νόμιμης προθεσμίας και ότι η απόφαση Botos «δεν είχε εφαρμογή σε άλλες υποθέσεις».

8. Στις 31 Μαρτίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση κατά της ανωτέρω απόφασης στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

9. Σύμφωνα με το άρθρο 35 των κανόνων του ΚΣΥΑ, το θέμα παραπέμφθηκε στην επιτροπή για τη διαχείριση της ασφάλισης ασθενείας («Comité de Gestion assurance maladie»)(«CGAM») για γνωμοδότηση.

10. Στην επιστολή του με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2008, το CGAM παρέπεμψε στη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε ζητήσει επιστροφή εξόδων το 2003 διότι είχε επηρεαστεί από τον ιατρό σύμβουλο της Επιτροπής ο οποίος, «τον εμπόδισε να αποστείλει τα τιμολόγια … διότι δεν θα του επιστρεφόταν καθόλου»[4]. Το CGAM υπενθύμισε ότι, με την απόφαση Botos, το Δικαστήριο ΔΔ έκρινε ότι έπρεπε να επιστραφούν στον προσφεύγοντα τα ιατρικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο των αιματολογικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο του CFS. Υπό το πρίσμα αυτό, το CGAM κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει αν η απόφαση Botos συνιστά νέο γεγονός που θα επέτρεπε την επανέναρξη της προθεσμίας για την αίτηση επιστροφής.

11. Στις 23 Ιουλίου 2008, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο καταγγέλλων δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Δήλωσε ότι ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε υποβάλει καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 εντός της νόμιμης προθεσμίας το 2003, μετά την απόφαση του Γραφείου Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων της 25ης Ιουλίου 2003. Επιπλέον, ο ιατρός-σύμβουλος, ο οποίος, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το 2003 αρνήθηκε να «αναλάβει» τις δαπάνες του καταγγέλλοντος για τις εν λόγω εργαστηριακές δοκιμές, εξήγησε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ότι είχε πράγματι ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι οι δοκιμές δεν ήταν επιστημονικά αναγνωρισμένες από το ιατρικό συμβούλιο. Ωστόσο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έκρινε ότι, δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές δόθηκαν προφορικά στον καταγγέλλοντα, δεν συνιστούσαν την απόφαση του γραφείου εκκαθάρισης της 25ης Ιουλίου 2003, αλλά έπρεπε να θεωρηθούν ως «συμπληρωματική αιτιολόγηση» της εν λόγω απόφασης.

12. Η ΑΔΑ διευκρίνισε επίσης ότι η απόφαση Botos παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον κατ’ αντιμωλία. Κατ’ αναλογία, εφάρμοσε την απόφαση του ΔΕΚ της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση Επιτροπή κατά AssiDoman Kraft products [5]. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι i) η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να επανεξετάσει τις φερόμενες ως παράτυπες και πανομοιότυπες αποφάσεις που απευθύνονταν σε άλλα πρόσωπα εκτός του αναιρεσείοντος· και ii) απόφαση κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο από τον ενδιαφερόμενο εντός της νόμιμης προθεσμίας κατέστη απρόσβλητη. Ως εκ τούτου, η υπόθεση Botos δεν θα μπορούσε να συνιστά νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που θα επέτρεπαν στον καταγγέλλοντα να προσβάλει την απόφαση του Γραφείου Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων της 25ης Ιουλίου 2003. Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως και, ως εκ τούτου, κατέστη απρόσβλητη.

13. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

14. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή ενήργησε αδίκως μη λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 18ης Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση Patricia Botos κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την εξέταση της αίτησής του για επιστροφή των ιατρικών εξόδων του.

15. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να του επιστρέψει τα σχετικά ιατρικά έξοδα, δηλαδή 881 ευρώ.

Η έρευνα

16. Στις 22 Δεκεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον ανωτέρω ισχυρισμό. Λαμβανομένης υπόψη της απόφασης του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 18ης Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση Botos, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να εξετάσει, στη γνωμοδότησή της σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση, το ζήτημα του κατά πόσον έχει εν τω μεταξύ αλλάξει την προηγούμενη πολιτική της συστηματικής άρνησης επιστροφής εξόδων για το εν λόγω είδος εξετάσεων («πρόσθετη ερώτηση του Διαμεσολαβητή»).

17. Στις 4 Μαρτίου 2009, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλε στις 26 Μαρτίου 2009.

18. Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, στις 20 Απριλίου 2010, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε προσωρινή διαπίστωση κακοδιοίκησης και, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του, πρότεινε φιλική λύση στην Επιτροπή.

19. Στις 25 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την απάντηση αυτή στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 12 Ιουλίου 2010.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Εικαζόμενη αδικία και συναφής αξίωση

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

20. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή ενήργησε αδίκως μη λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 18ης Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση Patricia Botos κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την εξέταση της αίτησής του για επιστροφή των ιατρικών εξόδων του.

21. Ισχυρίστηκε ότι η υπόθεσή του αφορούσε τις ίδιες εργαστηριακές δοκιμές και αναλύσεις με εκείνες που είχαν αποτελέσει αντικείμενο της απόφασης στην υπόθεση Botos.

22. Επισήμανε επίσης ότι δεν ζήτησε, εντός της νόμιμης προθεσμίας, την επιστροφή των εξόδων για τις αιματολογικές εξετάσεις του το 2003, διότι είχε αποθαρρυνθεί να το πράξει κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον ιατρό-σύμβουλο το 2003. Οι πληροφορίες που έλαβε από τον ιατρό σύμβουλο τον έπεισαν ότι οι εξετάσεις του δεν μπορούσαν να επιστραφούν καθόλου και για τον λόγο αυτό δεν υπέβαλε τα σχετικά τιμολόγια στο γραφείο εκκαθάρισης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Μόνον όταν έλαβε γνώση της αποφάσεως στην υπόθεση Botos συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να επιτύχει την επιστροφή των εξόδων για τις εξετάσεις του.

23. Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι μπορούσε να επιβεβαιώσει μόνο την απάντηση που έδωσε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στις 23 Ιουλίου 2008 σε απάντηση της καταγγελίας βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Συνοπτικά, οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή ήταν οι ακόλουθοι. i) Στην απόφασή του της 25ης Ιουλίου 2003, το Γραφείο Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων απέρριψε, «τουλάχιστον σιωπηρώς», το αίτημα του καταγγέλλοντος για επιστροφή των εξόδων των εν λόγω εξετάσεων· ii) Ο καταγγέλλων δεν άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή κατέστη οριστική iii) Οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον καταγγέλλοντα από τον ιατρό-σύμβουλο το 2003 δεν συνιστούσαν διοικητική απόφαση· και iv) η απόφαση στην υπόθεση Botos δεν συνιστά νέο γεγονός που θα επέτρεπε στην Επιτροπή να εξαιρέσει τον καταγγέλλοντα από την προθεσμία που προβλέπεται για την υποβολή των ιατρικών τιμολογίων.

24. Η Επιτροπή επισήμανε, ειδικότερα, ότι ο ιατρός-σύμβουλος συναντήθηκε με τον καταγγέλλοντα επειδή ο τελευταίος είχε ζητήσει συνάντηση. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης, ο ιατρός-σύμβουλος δήλωσε στον καταγγέλλοντα ότι τα εργαστήρια που διενήργησαν τις ιατρικές εξετάσεις για τις οποίες απορρίφθηκε η επιστροφή των εξόδων δεν ήταν «επιστημονικά και ιατρικά» αναγνωρισμένα. Η Επιτροπή επισήμανε, ωστόσο, ότι οι ανωτέρω πληροφορίες ήταν απλώς μια εξήγηση που συμπλήρωνε την απόφαση του Γραφείου Εκκαθάρισης και δεν μπορούσαν να θεωρηθούν απόφαση του Γραφείου Εκκαθάρισης. Σε αντίθεση με τη δήλωση του καταγγέλλοντος στην καταγγελία του, ο ιατρός σύμβουλος δεν είχε την εξουσία να εμποδίσει τον καταγγέλλοντα να υποβάλει τα σχετικά τιμολόγια ή να αρνηθεί την πληρωμή τους. Ο καταγγέλλων ήταν απολύτως ελεύθερος να υποβάλει τα σχετικά τιμολόγια.

25. Όσον αφορά την πρόσθετη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με το Ιατρικό Συμβούλιο, οι εν λόγω εξετάσεις εξακολουθούσαν να θεωρούνται μη επιστημονικά αποδεδειγμένες. Το 2007, το Ιατρικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι αναλύσεις αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των αναλύσεων για τις οποίες δεν προβλέπεται επιστροφή εξόδων. Ο κατάλογος αυτός επικαιροποιούνταν τακτικά στον ιστότοπο της CGAM.

26. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό και τους ισχυρισμούς του.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης

27. Το άρθρο 72 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει ότι κάθε υπάλληλος (συμπεριλαμβανομένου του/της συζύγου του/της και κάθε συντηρούμενου προσώπου) είναι ασφαλισμένος κατά της ασθένειας για ποσοστό έως 80 % των πραγματοποιηθεισών δαπανών και έως 85 % για την επιστροφή, μεταξύ άλλων, των δαπανών για αναλύσεις [6]. Αυξάνεται στο 100 % σε περιπτώσεις ορισμένων ασθενειών (όπως ο καρκίνος ή η φυματίωση) ή ασθενειών που αναγνωρίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ως συγκρίσιμης σοβαρότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 13 των κανόνων του ΚΣΥΑ, η προθεσμία επιστροφής είναι ένα έτος μετά το εξάμηνο κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιείται η θεραπεία (δηλαδή 18 μήνες).

28. Πρώτον, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στις 11 Ιουλίου 2003, πριν από την υποβολή των τιμολογίων για τις αιματολογικές εξετάσεις του, ο καταγγέλλων ρώτησε τον ιατρό-σύμβουλο αν οι εξετάσεις του μπορούσαν να επιστραφούν. Δεν ρώτησε ποιο θα ήταν το συγκεκριμένο ποσοστό της εν λόγω επιστροφής. Στην απάντηση που περιείχε την απόφαση του Γραφείου Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων της 25ης Ιουλίου 2003, υπό τον τίτλο «επιστροφή κατά 100 %», αναφερόταν ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί επιστροφή κατά 100 %. Ωστόσο, αναφέρθηκε επίσης ότι «μόνο η κανονική επιστροφή θα χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα»(η παράθεση αυτή προέρχεται από τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία).

29. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω δήλωσης, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2003 δεν συνιστούσε αρνητική απόφαση, υπό την έννοια ότι οι εξετάσεις του καταγγέλλοντος δεν θα επιστρέφονταν στο κανονικό ποσοστό (85%, αλλά μάλλον ότι επρόκειτο για θετική απόφαση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή ήταν σαφώς εσφαλμένο να θεωρήσει ότι η απόφαση του Γραφείου Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων της 25ης Ιουλίου 2003 απέρριψε «τουλάχιστον εμμέσως» το αίτημα του καταγγέλλοντος για επιστροφή των εξόδων των εν λόγω εξετάσεων. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες που παρέσχε ο ιατρός-σύμβουλος δεν επηρέασαν την απόφαση αυτή, δεδομένου ότι, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η άποψη του ιατρού-σύμβουλου δεν συνιστά διοικητική απόφαση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, σε αντίθεση με την άποψη της Επιτροπής στη γνώμη της, δεν ελήφθη οριστική απόφαση ότι δεν θα επιστραφεί στον καταγγέλλοντα το 80 % των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για τις εξετάσεις αίματος.

30. Ως εκ τούτου, ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της «θετικής» απόφασης της 25ης Ιουλίου 2003, ο καταγγέλλων θα είχε υποβάλει τα τιμολόγιά του για να ζητήσει κανονική επιστροφή (80 %), εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η συνομιλία με τον ιατρό σύμβουλο. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο ιατρός σύμβουλος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι τα τιμολόγια δεν μπορούσαν να επιστραφούν καθόλου, δεδομένου ότι οι δοκιμές με τις οποίες συνδέονταν πραγματοποιήθηκαν από ορισμένα εργαστήρια που δεν ήταν επιστημονικά αναγνωρισμένα.

31. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι το είδος των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν για τον καταγγέλλοντα ήταν, εκείνη την περίοδο, καταχωρισμένο ως μη επιστρεπτέο. Ωστόσο, βάσει της θετικής απόφασης της 25ης Ιουλίου 2003, φαίνεται ότι ήταν επιστρεπτέες το 2003. Επομένως, η άποψη που εξέφρασε ο ιατρός σύμβουλος δεν ήταν απολύτως ορθή και οι συμβουλές του προς τον καταγγέλλοντα δεν μπορούν να θεωρηθούν απλώς συμπληρωματικές πληροφορίες, δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις του φαίνεται να αμφισβητούν την απόφαση του γραφείου εκκαθάρισης της 25ης Ιουλίου 2003. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο ιατρός σύμβουλος φαίνεται να έχει παραπλανήσει τον καταγγέλλοντα.

32. Επιπλέον, ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι η άποψη αυτή, την οποία εξέφρασε ένα πρόσωπο του οποίου τα καθήκοντα συνίσταντο στην έκδοση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τις αιτήσεις επιστροφής εξόδων, είχε τέτοιο αντίκτυπο στον καταγγέλλοντα ώστε εγκατέλειψε την αρχική του ιδέα να υποβάλει τα τιμολόγια επιστροφής εξόδων.

33. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε τα τιμολόγια μέχρι το 2008, οπότε έλαβε γνώση της αποφάσεως Botos. Τότε πληροφορήθηκε ότι τα στοιχεία που παρέσχε ο ιατρός-σύμβουλος δεν ήταν απολύτως ακριβή και ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η επιστροφή των εξόδων για το είδος των εξετάσεων που είχαν πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή του. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε σχετικά ότι, στην απόφασή του στην υπόθεση Botos [7], το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να απορρίψει την επιστροφή των εξόδων για τις αιματολογικές εξετάσεις CFS, οι οποίες διενεργήθηκαν από τα ίδια εργαστήρια όπως και στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, διότι τα ιατρικά έξοδα για τις εν λόγω αιματολογικές εξετάσεις δεν θα πρέπει να καλύπτονται από το ΚΣΥΑ στο κανονικό ποσοστό. Το Δικαστήριο ΔΔ έκρινε ότι η απόφαση της ΑΔΑ πάσχει πρόδηλη πλάνη, διότι, συνοπτικά, i) η άρνηση αιτιολογήθηκε με το επιχείρημα ότι τα εργαστήρια που διενήργησαν τις δοκιμές δεν ήταν επιστημονικώς αναγνωρισμένα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη απόφαση του Γραφείου Εκκαθάρισης, σύμφωνα με την οποία ο καταγγέλλων έπασχε από ασθένεια η οποία επιβεβαιώθηκε από τις εν λόγω εξετάσεις (παράγραφος 76), και ii) ο ιατρός-σύμβουλος που εξέδωσε τη σχετική απόφαση δεν ήταν εξουσιοδοτημένος προς τούτο (σκέψη 81 της αποφάσεως).

34. Τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν η απόφαση στην υπόθεση Botos, πέραν της θετικής σύστασης του CGAM, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο που θα αρκούσε για να δικαιολογήσει τη χορήγηση της εξαίρεσης από την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 13 των κανόνων ΚΣΥΑ. Ως προς αυτό, θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο εξαίρεσης από την εν λόγω προθεσμία, ακόμη και μετά από πέντε έτη. Επιπλέον, το CGAM έκρινε ότι μια τέτοια εξαίρεση θα ήταν απολύτως αποδεκτή στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.

35. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η απόφαση Botos ήταν συναφής στην παρούσα υπόθεση, όσον αφορά την εξαίρεση, στο μέτρο που γνωστοποίησε στον καταγγέλλοντα ότι, σε αντίθεση με τις συμβουλές που του έδωσε ο ιατρός-σύμβουλος το 2003, θα μπορούσε να υπάρχει η δυνατότητα να του επιστραφούν τα έξοδα για τις εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν από συγκεκριμένο εργαστήριο. Φαίνεται ότι η CGAM διατύπωσε τη θετική της σύσταση υπό την έννοια αυτή για τους ίδιους λόγους. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να εξετάσει το ενδεχόμενο να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα εξαίρεση από την προθεσμία υποβολής αίτησης επιστροφής εξόδων, διέπραξε εκ πρώτης όψεως περίπτωση κακοδιοίκησης.

36. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι, προκειμένου να διορθωθεί η κατάσταση που προέκυψε ως αποτέλεσμα των παραπλανητικών πληροφοριών που έδωσε ο ιατρός σύμβουλος στον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή μπορούσε πλέον να καταβάλει στον καταγγέλλοντα το 80% των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για τις εν λόγω εξετάσεις αίματος, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τη δήλωση και την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 2003, τα έξοδα αυτά επιστράφηκαν το 2003. Ως προς αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν αμφισβήτησε ποτέ ότι ο καταγγέλλων υπέφερε από CFS, ούτε το 2003, όταν ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε τιμολόγια, ούτε το 2008, όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε τα τιμολόγια που χρονολογούνται από το 2003.

37. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στα ακόλουθα προκαταρκτικά συμπεράσματα:

• Το 2003, η Επιτροπή δεν αρνήθηκε την κανονική επιστροφή του 80% των δαπανών για αυτό το είδος δοκιμής. Αρνήθηκε μόνο την έκτακτη επιστροφή στο 100 %.

• Οι πληροφορίες που έδωσε ο ιατρός-σύμβουλος στον καταγγέλλοντα ήταν εσφαλμένες και τον αποθάρρυναν να υποβάλει την αίτησή του για επιστροφή εξόδων το 2003.

• Ο καταγγέλλων υπέβαλε την αίτησή του για επιστροφή το 2008, αφού έλαβε γνώση της απόφασης στην υπόθεση Botos. Υπό το πρίσμα της υπόθεσης αυτής, ακόμη και αν ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος διατυπωνόταν σχεδόν πέντε έτη μετά τη διενέργεια των δοκιμών του, το CGAM διαπίστωσε ότι η εξαίρεση από την προθεσμία του ενός έτους που ορίζεται στο άρθρο 13 των κανόνων ΚΣΥΑ θα ήταν απολύτως αποδεκτή στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.

• Ως εκ τούτου, το Γραφείο Εκκαθάρισης θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο επιστροφής στον καταγγέλλοντα των ποσών που τιμολογήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες για τη συνήθη επιστροφή.

38. Για τους λόγους που συνοψίζονται ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε αντίστοιχη πρόταση για φιλική λύση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καταστατικού του:

"Η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει τα ιατρικά έξοδα του καταγγέλλοντος που πραγματοποιήθηκαν για εξετάσεις αίματος που πραγματοποιήθηκαν τον Ιούλιο του 2003, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για τη συνήθη επιστροφή των εξόδων."

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρότασή του για φιλική λύση

Απάντηση της Επιτροπής

39. Η καταγγελία ήταν αποτέλεσμα σύγχυσης που προέκυψε, αφενός, από την άτυπη ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του καταγγέλλοντος και του ιατρού-συμβούλου και, αφετέρου, από την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 23ης Ιουλίου 2008, η οποία βασίστηκε στις επίσημες συμβουλές του ιατρού-συμβούλου.

40. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι «ο ιατρός σύμβουλος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι τα τιμολόγια δεν μπορούσαν να επιστραφούν καθόλου». Ωστόσο, το θεσμικό όργανο δήλωσε ότι, κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με αιτήσεις επιστροφής εξόδων, μόνο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αμφισβητήσει ή να εγκρίνει τη συμβουλή του ιατρού συμβούλου.

41. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο καταγγέλλων για τις σχετικές εξετάσεις αίματος δεν επιστράφηκαν καθόλου το 2003. Πράγματι, έπαυσαν να είναι επιστρεπτέα από το 2001, δηλαδή δύο έτη πριν από την πραγματοποίηση των σχετικών δαπανών από τον καταγγέλλοντα.

42. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν ζήτησε επιστροφή των εξόδων εντός της προθεσμίας των 18 μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 13 των κανόνων του ΚΣΥΑ, η άτυπη ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του ιδίου και του ιατρού-συμβούλου δεν μπορεί να θεωρηθεί πράξη που τον επηρεάζει και θα μπορούσε να του παράσχει δικαίωμα προσφυγής.

43. Επιπλέον, δεδομένου ότι η υπόθεση «Botos» δεν έχει αποτέλεσμα erga omnes, δεν μπορεί να υπάρξει εξαίρεση από την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 13 των κανόνων ΚΣΥΑ. Η εξαίρεση από την προθεσμία ισχύει μόνο σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, πράγμα που δεν ίσχυε στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, η απόφαση αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, αλλά μόνο κατ' αντιμωλία. Ως εκ τούτου, δεν συνιστά νέο γεγονός που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επανεξέταση της απόφασης να μην επιστραφεί στον καταγγέλλοντα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στην απάντησή της στην έρευνα ιδίας πρωτοβουλίας του Διαμεσολαβητή OI/4/2010/ELB [8].

44. Η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι ο καταγγέλλων i) δεν υπέβαλε αίτηση επιστροφής των εξόδων για εξετάσεις αίματος εντός της «προθεσμίας των 18 μηνών» και ii) δεν άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας κατά της απόφασης της 25ης Ιουλίου 2003, με την οποία το Γραφείο Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων απέρριψε την αίτησή του για επιστροφή των εν λόγω εξετάσεων.

45. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέφερε ότι η διοίκηση απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος με την απόφαση του προϊσταμένου του γραφείου εκκαθάρισης της 25ης Ιουλίου 2003, με την οποία τον πληροφόρησε ότι η ασθένειά του δεν πληρούσε τα κριτήρια της σοβαρής ασθένειας και ότι, κατά συνέπεια, θα ήταν δυνατή μόνο η επιστροφή του "80%" των ιατρικών δαπανών που πραγματοποιήθηκαν, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας"[9]. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε επίσης ότι, σύμφωνα με τη γνώμη του ιατρού συμβούλου, η ιατρική πάθηση που είναι γνωστή ως CFS δεν πληρούσε τα κριτήρια επιστροφής εξόδων σε ποσοστό 100 %.

46. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η απόφαση του γραφείου εκκαθάρισης της 25ης Ιουλίου 2003 αφορούσε μόνο την άρνηση αναγνώρισης του CFS ως σοβαρής ασθένειας που δικαιολογούσε επιστροφή κατά 100 %. Η Επιτροπή έγραψε τα εξής: «Όσον αφορά την αναφορά σε επιστροφή του 85 %, αυτό δεν σήμαινε ότι ο καταγγέλλων θα αποζημιωνόταν πράγματι με αυτό το ποσοστό, δεδομένου ότι η επιστροφή συνεπαγόταν ότι οι ιατρικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν είναι επιλέξιμες σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφάλισης»(«ΚΣΥΑ»)[10]

47. Η Επιτροπή διευκρίνισε περαιτέρω ότι, όπως επισήμανε ο ιατρός-σύμβουλος, τα εργαστήρια που διενήργησαν τις ιατρικές εξετάσεις, των οποίων η επιστροφή απορρίφθηκε, δεν ήταν επιστημονικώς αναγνωρισμένα. Τον Δεκέμβριο του 2007, το Ιατρικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι εν λόγω αιματολογικές εξετάσεις θα εξακολουθήσουν να περιλαμβάνονται στον κατάλογο των ιατρικών δαπανών που δεν καλύπτονται από το ΚΣΥΑ. Ο κατάλογος με τις εν λόγω δαπάνες επικαιροποιείται τακτικά στον ιστότοπο του ενδοδικτύου του ΚΣΥΑ.

48. Τέλος, όσον αφορά τη θετική σύσταση της CGAM ότι η εξαίρεση από την προθεσμία του ενός έτους που ορίζεται στο άρθρο 13 των κανόνων του ΚΣΥΑ θα ήταν απολύτως αποδεκτή στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι συμβουλές του εν λόγω οργάνου προορίζονται μόνο για σκοπούς διαβούλευσης και έχουν ως στόχο να βοηθήσουν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να διεκπεραιώνει αιτήσεις και προσφυγές στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

49. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην αίτησή του για επιστροφή. Υπογράμμισε ότι η από 11 Ιουλίου 2003 αίτησή του, στην οποία παραπέμπει η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2003, δεν αφορούσε επιστροφή κατά 100 %. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει στο ενδοδίκτυο της Επιτροπής το ποσό της πιθανής επιστροφής για τις εν λόγω αναλύσεις.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

50. Στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, σχετικά με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 2003, η Επιτροπή παρουσίασε αποκλίνουσες απόψεις. Αφενός, ανέφερε ότι, στην απόφασή του της 25ης Ιουλίου 2003, το Γραφείο Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων δήλωσε ότι «μόνο η κανονική επιστροφή θα χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα» και όχι η επιστροφή του 100%. Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την αναφορά στην επιστροφή του 85 %, η Επιτροπή δήλωσε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι ο καταγγέλλων θα αποζημιωθεί πραγματικά με αυτό το ποσοστό, δεδομένου ότι η επιστροφή συνεπάγεται ότι οι ιατρικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν είναι επιλέξιμες σύμφωνα με τις διατάξεις του «ΚΣΥΑ».

51. Ως εκ τούτου, δεν είναι σαφές αν η διοικητική απόφαση της 25ης Ιουλίου 2003 ήταν θετική, υπό την έννοια ότι ο καταγγέλλων δικαιούνταν επιστροφή κατά 85 % βάσει των σχετικών εσόδων (αξίζει να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων δεν ζήτησε επιστροφή κατά 100 %), ή αρνητική, οπότε ο καταγγέλλων είχε στη διάθεσή του τρεις μήνες για να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτή η «διοικητική απόφαση» δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Κατά την Επιτροπή, ανεξαρτήτως της εννοίας της αποφάσεως της 25ης Ιουλίου 2003, αυτή δεν ασκούσε επιρροή, διότι η επιστροφή θα γινόταν μόνον αν το επέτρεπαν οι διατάξεις των κανόνων του ΚΣΥΑ, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει συνεκτική εξήγηση για τη συμπεριφορά της όσον αφορά το αίτημα επιστροφής εξόδων του καταγγέλλοντος, είτε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών είτε στην απάντησή της στην πρόταση για φιλική λύση, συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

52. Ο Διαμεσολαβητής υποστηρίζει ότι, βάσει της απόφασης της 25ης Ιουλίου 2003, θα ήταν εύλογο για τον καταγγέλλοντα να πιστεύει ότι είχε δικαίωμα επιστροφής του 85 %, εάν το Ιατρικό Γραφείο δεν τον είχε ενημερώσει ότι δεν μπορούσε να καλυφθεί καθόλου. Όταν ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε την απόφαση Botos, θεώρησε ότι ο ιατρός-σύμβουλος τον είχε παραπληροφορήσει και ότι θα μπορούσε, στην πραγματικότητα, να έχει δικαίωμα επιστροφής των εξόδων. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε εξαίρεση από την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 13 των κανόνων του ΚΣΥΑ, προκειμένου να μπορέσει να υποβάλει αίτηση επιστροφής. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, εν προκειμένω, ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την εφαρμογή erga omnes και το ex tunc αποτέλεσμα της απόφασης στην υπόθεση Botos, αλλά τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα το 2003, οι οποίες, υπό το πρίσμα της απόφασης Botos το 2007, φαίνονταν εσφαλμένες. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, στις παρατηρήσεις του, ότι δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει το ποσό που θα μπορούσε να επιστραφεί για τις εν λόγω αναλύσεις συμβουλευόμενος το ενδοδίκτυο της Επιτροπής, δεδομένου ότι, σε αντίθεση με τη δήλωση της Επιτροπής στην απάντησή της στη φιλική λύση, οι πληροφορίες αυτές δεν ήταν εύκολα προσβάσιμες.

53. Ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να συμφωνήσει ότι η αίτηση επιστροφής ιατρικών εξόδων πέντε έτη μετά την πραγματοποίησή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποβολή αίτησης εντός εύλογης προθεσμίας [11], εκτός εάν κάποιος εμποδίστηκε να το πράξει εντός της νόμιμης προθεσμίας λόγω της παροχής εσφαλμένων πληροφοριών. Από την άλλη πλευρά, το CGAM, στην επιστολή του της 16ης Ιουλίου 2008, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η απόφαση Botos συνιστά νέο γεγονός που θα επέτρεπε την επανέναρξη της προθεσμίας για την αίτηση επιστροφής. Ακόμη και αν το CGAM είναι απλώς ένα συμβουλευτικό όργανο, έχει σίγουρα μεγάλη εμπειρία στην αντιμετώπιση θεμάτων που αφορούν το ΚΣΥΑ, γεγονός που αναγνώρισε ο Διαμεσολαβητής στην πρότασή του για φιλική λύση.

54. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 13 των κανόνων ΚΣΥΑ είναι εσωτερική διοικητική προθεσμία και όχι νόμιμη προθεσμία, όπως αυτές που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και στις δικαστικές διαδικασίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια δεν κατανοεί γιατί η Επιτροπή παρέπεμψε στην απάντησή της στην έρευνα ιδίας πρωτοβουλίας OI/4/2010/ELB της Διαμεσολαβήτριας όταν απάντησε στην πρόταση της Διαμεσολαβήτριας για φιλική λύση σχετικά με την ύπαρξη ή μη νόμιμων προθεσμιών.

55. Παρέκκλιση από τις εσωτερικές διοικητικές προθεσμίες είναι δυνατή όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να παράσχει συνεκτική εξήγηση για το περιεχόμενο της απόφασής της της 25ης Ιουλίου 2003, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά σοβαρό λόγο για τη χορήγηση στον καταγγέλλοντα εξαίρεσης από την προθεσμία που του επιτρέπει να υποβάλει την αίτησή του για επιστροφή εξόδων.

56. Από την άλλη πλευρά, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, όσο καθυστερημένα και αν είναι, η Επιτροπή, στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, διευκρίνισε ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον ιατρό σύμβουλο ήταν, στην πραγματικότητα, ορθές (και, εμμέσως, ότι η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2003 ήταν εσφαλμένη), διότι, σύμφωνα με τους κανόνες του ΚΣΥΑ, οι εν λόγω αναλύσεις δεν ήταν καθόλου επιστρεπτέες το 2003 και εξακολουθούν να μην είναι επιστρεπτέες. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή χρειάστηκε τόσο χρόνο για να αποσαφηνίσει αυτή την πτυχή της υπόθεσης και, αν και εμμέσως, να παραδεχθεί ότι η απόφασή της της 25ης Ιουλίου 2003 ήταν, στην πραγματικότητα, εσφαλμένη. Ωστόσο, θεωρεί ότι, για τον λόγο αυτό, επί του παρόντος δεν υπάρχει λόγος να καταρτιστεί σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή θα πρέπει να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα απαλλαγή από την προθεσμία υποβολής της αίτησής του για επιστροφή. Τελικά, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να του επιστρέψει τα σχετικά ιατρικά έξοδα, δηλαδή το ποσό των 881 ευρώ. Σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, αυτό, όπως εξήγησε η Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει.

57. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θα περατώσει την υπόθεση με μια επικριτική παρατήρηση κατωτέρω, βάσει της διαπίστωσής του περί κακοδιοίκησης που διατυπώνεται στην παράγραφο 51 ανωτέρω.

Γ. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτική εξήγηση σχετικά με την απόφασή της της 25ης Ιουλίου 2003, έως ότου τελικά παραδέχθηκε εμμέσως ότι η εν λόγω απόφαση ήταν εσφαλμένη. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2010


[1] "INAMI" σημαίνει "Institut national d'assurance maladie-invalidité"που βρίσκεται στο Βέλγιο.

[2] Μετάφραση των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή από τα ολλανδικά.

[3] Υπόθεση F-10/07, "Patricia Botos κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων" Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 18ης Σεπτεμβρίου 2007 - δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.

[4] Πρωτότυπο στη γαλλική γλώσσα: "… le Médecin-Conseil, qui, aux dires du plaignant lui aurait "interdit l'envoi de factures … car elles ne seront en aucun cas prises en charge."

[5] Υπόθεση C-310/97 Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products και άλλων [1999] Συλλογή I-5363 σκέψεις 55-57.

[6] Το άρθρο 72 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει τα εξής: «Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε 85% για τις ακόλουθες υπηρεσίες: επισκέψεις και επισκέψεις, χειρουργικές επεμβάσεις, νοσηλεία, φαρμακευτικά προϊόντα, ακτινολογία, αναλύσεις, εργαστηριακές εξετάσεις και προσθετικές εργασίες με ιατρική συνταγή, με εξαίρεση τις οδοντικές προσθετικές εργασίες.»(Η υπογράμμιση δική μου)

[7] Βλ. υποσημείωση 3.

[8] Στις 22 Μαρτίου 2010, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κίνησε αυτεπάγγελτη έρευνα, απευθυνόμενη στην Επιτροπή, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διεκπεραιώνουν τις αιτήσεις που υποβάλλουν οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ για την αντικατάσταση αποφάσεων, για το μέλλον, υπό το πρίσμα της εξελισσόμενης νομολογίας.

Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα: Θεωρεί η Επιτροπή ότι, ως γενική αρχή, μπορεί να αντικαταστήσει διοικητικές πράξεις που έχει εκδώσει προηγουμένως, με σκοπό να διασφαλίσει ότι συμμορφώνεται με την εξελισσόμενη νομολογία που ερμηνεύει τους υφιστάμενους κανόνες και κανονισμούς; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συμφωνεί η Επιτροπή ότι ο υπάλληλος ή το λοιπό προσωπικό δικαιούται να υποβάλει αίτηση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, ζητώντας από την Επιτροπή να εκδώσει νέα απόφαση η οποία αντικαθιστά προγενέστερη απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της νομολογίας μετά την έκδοση της αρχικής αποφάσεως;»

Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε συνοπτικά ότι «Εάν οι «διοικητικές πράξεις» νοούνται ως ατομικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου, η γενική αρχή είναι ότι, εάν οι ενδιαφερόμενοι δεν κάνουν χρήση των προσφυγών που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή δεν θα αντικαταστήσει τις εν λόγω πράξεις, χορηγώντας τους αναδρομική ισχύ». Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι «αίτημα δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 1 υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού με το οποίο ζητείται από την Επιτροπή να εκδώσει νέα απόφαση που αντικαθιστά προηγούμενη απόφαση η οποία κατέστη οριστική, λόγω της εξέλιξης της νομολογίας, δεν θα ήταν παραδεκτό. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η νόμιμη προθεσμία του άρθρου 90 παράγραφος 2 δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την υποβολή αίτησης βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 1».

[9] Βλ. το γαλλικό πρωτότυπο της γνώμης της Επιτροπής: "(...) par conséquent, seul un remboursement normal des frais encourus au titre de cette maladie, sur base de la réglementation en vigueur, pouvait lui être accordé".

[10] Βλ. το γαλλικό πρωτότυπο της γνώμης της Επιτροπής: "Quant à la mention d'un éventuel remboursement dit normal (85%), elle ne préjuge pas que ce remboursement aura lieu pour les dits frais, car un remboursement est possible seulement si les frais exposés de l'affilié sont éligibles selon les dispositions prévues dans le cadre réglementaire du RCAM".

[11] Υπόθεση T-45/01, Stephen G. Sanders κ.λπ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. II-1183, σκέψεις 59-60 και 67.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!