FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1953/2008/MF κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος του Κοινοβουλίου με παιδί με αναπηρία. Λόγω της αναπηρίας του τέκνου του, ο καταγγέλλων έλαβε το ενωσιακό διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, καθώς και επίδομα σε εθνικό επίπεδο.

Το Κοινοβούλιο έκρινε ότι οι δύο αποζημιώσεις είναι της ίδιας φύσης και αφαίρεσε το ποσό του εθνικού επιδόματος από τη διπλή αποζημίωση της ΕΕ. Το Κοινοβούλιο το έπραξε παρά το γεγονός ότι ο καταγγέλλων του είχε ζητήσει να μην λάβει απόφαση προτού το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο περατώσει την εξέταση παρόμοιου θέματος σε εκκρεμή υπόθεση. Λίγους μήνες αργότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δύο επίμαχα επιδόματα δεν ήταν της ίδιας φύσεως. Βάσει της απόφασης αυτής, ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο να του καταβάλει αναδρομικά το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου. Το Κοινοβούλιο αρνήθηκε με την αιτιολογία ότι η απόφαση εφαρμόζεται μόνο στους διαδίκους.

Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν ενήργησε δίκαια και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Υποστήριξε ότι το Κοινοβούλιο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την προαναφερθείσα απόφαση όταν του αρνήθηκε την αναδρομική καταβολή του πλήρους διπλού επιδόματος συντηρούμενου τέκνου.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, ακόμη και αν το Κοινοβούλιο δεν ήταν νομικά υποχρεωμένο να εφαρμόσει την απόφαση σε σχέση με υπαλλήλους υπό παρόμοιες συνθήκες, αλλά οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στην υπόθεση, δεν εμποδίστηκε νομικά να εφαρμόσει την ερμηνεία του Ευρωπαϊκού δικαίου από το Δικαστήριο στους εν λόγω υπαλλήλους. Αυτό δεν ήταν μόνο απολύτως νόμιμο, αλλά και σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης στην άρνηση του Κοινοβουλίου να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα για την παράνομη παρακράτηση του ενωσιακού διπλού επιδόματος συντηρούμενου τέκνου. Η άρνηση του Κοινοβουλίου επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι ο καταγγέλλων του ζήτησε συγκεκριμένα να περιμένει την απόφαση του Δικαστηρίου πριν προβεί στην αφαίρεση, αλλά το Κοινοβούλιο δεν το έπραξε.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης «Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να καταβάλει αναδρομικά στον καταγγέλλοντα το διπλάσιο επίδομα συντηρούμενου τέκνου για την περίοδο από την 1η Μαρτίου 2004 έως την 1η Απριλίου 2005, δηλαδή το ποσό των 5 500 ευρώ.»

Το Κοινοβούλιο απορρίπτει το σχέδιο σύστασης.

Ο Διαμεσολαβητής τόνισε το κοινωνικό βάρος των επιδομάτων που καταβάλλονται στους γονείς παιδιών με αναπηρία και επιβεβαίωσε τη διαπίστωση κακοδιοίκησης. Έκλεισε την υπόθεση με μια επικριτική παρατήρηση. Ενημέρωσε επίσης την Επιτροπή Αναφορών του Κοινοβουλίου σχετικά με τη θέση των διοικητικών υπηρεσιών του σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών και των ατόμων με αναπηρία.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο γιος του καταγγέλλοντος γεννήθηκε το 1979. Είναι διανοητικά ανάπηρος.

2. Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [1], από το 1992 έως το 2004, το Κοινοβούλιο χορήγησε στον καταγγέλλοντα το διπλό μηνιαίο επίδομα συντηρούμενου τέκνου, ύψους 521 ευρώ. Επιπλέον, σύμφωνα με το νόμο του Λουξεμβούργου της 16ης Απριλίου 1979, το ταμείο αλληλοβοήθειας του Λουξεμβούργου κατέβαλε στον καταγγέλλοντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο του ανάπηρου τέκνου του, ειδικό επίδομα για ανάπηρα τέκνα (στο εξής: λουξεμβουργιανό επίδομα). Το ποσό αυτό ανερχόταν σε 553 ευρώ μηνιαίως.

3. Στις 25 Μαρτίου 2004, ο προϊστάμενος της μονάδας του Κοινοβουλίου για τα ατομικά δικαιώματα ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το άρθρο 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [2] δεν επέτρεπε την επικάλυψη των ευρωπαϊκών παροχών με τις παροχές από άλλες πηγές. Στη συνέχεια, ο προϊστάμενος της μονάδας «Ατομικά δικαιώματα» επισήμανε ότι, από την 1η Μαρτίου 2004, το λουξεμβουργιανό επίδομα για το ανάπηρο τέκνο του θα αφαιρείτο από το διπλάσιο επίδομα συντηρούμενου τέκνου, διότι τα δύο επιδόματα ήταν της ίδιας φύσεως. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν έλαβε καθόλου το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου, διότι ήταν χαμηλότερο από το λουξεμβουργιανό επίδομα.

4. Στις 2 Φεβρουαρίου 2004, ένας άλλος υπάλληλος του Κοινοβουλίου (ο κ. W.), του οποίου το τέκνο είναι επίσης διανοητικά ανάπηρο, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της απόφασης του Κοινοβουλίου να αφαιρέσει το λουξεμβουργιανό επίδομα από το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που καταβάλλει το Κοινοβούλιο (W. κατά Κοινοβουλίου)[3].

5. Στις 16 Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της απόφασης του Κοινοβουλίου της 25ης Μαρτίου 2004. Με την ένσταση αυτή, αμφισβήτησε την αφαίρεση του λουξεμβουργιανού επιδόματος από το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που του οφείλεται βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ζήτησε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αναβάλει την απόφασή της επί της ένστασής του υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας εκκρεμούς υπόθεσης.

6. Με επιστολή της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, το Κοινοβούλιο απέρριψε την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 με την αιτιολογία ότι τα δύο επιδόματα ήταν της ίδιας φύσης. Το Κοινοβούλιο αρνήθηκε επίσης να αναβάλει την απόφασή του ενόψει της εκκρεμούς υπόθεσης, αλλά δεν αιτιολόγησε την άρνησή του.

7. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση του W. Στη συνέχεια, ο W. άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Στην απόφασή του της 18ης Δεκεμβρίου 2007 [4] («η απόφαση»), το ΔΕΚ έκρινε ότι, λόγω του αντικειμένου και του σκοπού του, το λουξεμβουργιανό επίδομα ανάπηρου τέκνου δεν ήταν της ίδιας φύσης με το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που χορηγεί το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Κοινοβούλιο υποχρεώθηκε αναδρομικά να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το σχετικό διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου, καθώς και τους δεδουλευμένους τόκους.

8. Στις 21 Ιανουαρίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση στο Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Με βάση την απόφαση, ζήτησε από το Κοινοβούλιο να του καταβάλει το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου, καθώς και τα δεδουλευμένα για την περίοδο από την 1η Μαρτίου 2004 έως την 1η Απριλίου 2005.

9. Στις 7 Φεβρουαρίου 2008, η καταγγέλλουσα υπέβαλε αίτηση για το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου χωρίς την αφαίρεση του λουξεμβουργιανού επιδόματος. Με απόφαση της 4ης Μαρτίου 2008, αυτό χορηγήθηκε στον καταγγέλλοντα, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2008.

10. Ο καταγγέλλων υπέβαλε νέο αίτημα για την καταβολή των ποσών που παρακρατήθηκαν από το Κοινοβούλιο πριν από την έκδοση της απόφασης, μεταξύ της 1ης Μαρτίου 2004 και της 1ης Απριλίου 2005. Οι κρατήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν από το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου βάσει του άρθρου 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

11. Στις 15 Φεβρουαρίου 2008, ο προϊστάμενος της μονάδας του Κοινοβουλίου για τα ατομικά δικαιώματα απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος με την αιτιολογία ότι η απόφαση σχετικά με την αναδρομική πληρωμή εφαρμοζόταν μόνο μεταξύ των διαδίκων και δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Το Κοινοβούλιο δήλωσε επίσης ότι, στις 4 Μαρτίου 2008, ο προϊστάμενος της μονάδας για τα ατομικά δικαιώματα ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι «δικαιούτο το διπλάσιο επίδομα συντηρούμενου τέκνου από την 1η Ιανουαρίου 2008».

12. Στις 5 Μαρτίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε στο Κοινοβούλιο δεύτερη ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ο καταγγέλλων επικαλέστηκε την εφαρμογή erga omnes της απόφασης.

13. Με επιστολή της 16ης Ιουνίου 2008, το Κοινοβούλιο απέρριψε την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 με την αιτιολογία ότι η απόφαση δεν μπορούσε να θεωρηθεί νέο ουσιαστικό γεγονός. Ως εκ τούτου, οι προθεσμίες για τα εσωτερικά ένδικα μέσα στην περίπτωση του καταγγέλλοντος δεν μπόρεσαν να ανοίξουν εκ νέου.

14. Στις 9 Ιουλίου 2008, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

15. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν ενήργησε δίκαια και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το Κοινοβούλιο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την απόφαση όταν αρνήθηκε αναδρομικά να του καταβάλει το πλήρες διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου για την περίοδο κατά την οποία είχε μειωθεί.

16. Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο να του καταβάλει τα ποσά που παρακράτησε μεταξύ 1ης Μαρτίου 2004 και 1ης Απριλίου 2005 από το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που χορήγησε το Κοινοβούλιο λόγω του λουξεμβουργιανού επιδόματος που λάμβανε για το ανάπηρο τέκνο του.

Η έρευνα

17. Στις 30 Ιουλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση του καταγγέλλοντος.

18. Στις 11 Νοεμβρίου 2008, το Κοινοβούλιο διατύπωσε τη γνώμη του. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλε στις 25 Νοεμβρίου 2008.

19. Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, στις 7 Σεπτεμβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καταστατικού του.

20. Στις 18 Ιανουαρίου 2010, το Κοινοβούλιο απέστειλε την αιτιολογημένη γνώμη του. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την απάντηση αυτή στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του την 1η Μαρτίου 2010.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Εικαζόμενη άδικη μεταχείριση

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

21. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν ενήργησε δίκαια και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Προς στήριξη αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την απόφαση όταν αρνήθηκε αναδρομικά να του καταβάλει το πλήρες διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου για την περίοδο κατά την οποία είχε μειωθεί.

22. Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο να του καταβάλει το ποσό το οποίο, από την 1η Μαρτίου 2004 έως την 1η Απριλίου 2005, αφαίρεσε από το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που είχε χορηγήσει στον καταγγέλλοντα, λόγω του λουξεμβουργιανού επιδόματος που λάμβανε για το ανάπηρο τέκνο του.

23. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι απέρριψε εν μέρει [5] την καταγγελία του άρθρου 90 παράγραφος 2 της 27ης Σεπτεμβρίου 2004. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία που ίσχυε τότε, η εφαρμογή του κανόνα της μη σώρευσης παροχών, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ήταν δικαιολογημένη [6], διότι τα δύο επιδόματα ήταν συγκρίσιμου χαρακτήρα και είχαν τον ίδιο στόχο: "τόσο η νόμιμη αποζημίωση όσο και η "αποζημίωση Λουξεμβούργου" αποσκοπούσαν σαφώς στην παροχή βοήθειας για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται η βοήθεια και η φροντίδα που απαιτούνται για τη φροντίδα ενός ατόμου με σοβαρή αναπηρία." Ωστόσο, το 2004, ο καταγγέλλων δεν έκανε χρήση των διαδικασιών δικαστικής προσφυγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 91 παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [7], τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να προσβάλει την απόφαση του Κοινοβουλίου. Ως εκ τούτου, η απόφαση σχετικά με την κατάστασή του κατέστη οριστική.

24. Στην υπόθεση W. κατά Κοινοβουλίου, το ΔΕΚ έκρινε ότι το λουξεμβουργιανό επίδομα δεν ήταν της ίδιας φύσης με το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που προβλέπεται στο άρθρο 67 παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Κοινοβούλιο υποχρεώθηκε να καταβάλει τα καθυστερούμενα ποσά του επιδόματος τέκνου, τα οποία ο προσφεύγων, W., όφειλε να λάβει από την 1η Ιουλίου 2003. Υπό το πρίσμα της απόφασης, η οποία ακύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου [8], το Κοινοβούλιο αποφάσισε να αλλάξει τη διοικητική πρακτική του.

25. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί αναδρομικά η καταβολή των εν λόγω αποζημιώσεων στον καταγγέλλοντα. Η απόφαση δεν είχε εφαρμογή σε τρίτους στην υπόθεση, σε σχέση με τους οποίους η απόφαση δεν μπορεί να έχει αναδρομική νομική ισχύ. Η απόφαση είχε εφαρμογή μόνο στους διαδίκους.

26. Το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε στην εφαρμοστέα νομολογία [9], σύμφωνα με την οποία, εκτός από τους ίδιους τους διαδίκους στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, τα έννομα αποτελέσματα μιας ακυρωτικής απόφασης του Δικαστηρίου αφορούν μόνο τα πρόσωπα που θίγονται άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη. Μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί παρά να αποτελεί νέο στοιχείο όσον αφορά τα πρόσωπα αυτά.

27. Ο καταγγέλλων δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση W. κατά Κοινοβουλίου. Ως εκ τούτου, τα μέτρα που ακυρώθηκαν από το ΔΕΚ δεν τον αφορούσαν άμεσα. Κατά συνέπεια, η απόφαση δεν αποτελεί νέο στοιχείο. Επιπλέον, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της απόρριψης της καταγγελίας του το 2004 είχε λήξει. Ως εκ τούτου, η διοικητική απόφαση του Κοινοβουλίου της 25ης Μαρτίου 2004 κατέστη οριστική και δεν μπορεί να τροποποιηθεί. Ο καταγγέλλων δεν μπορεί να επικαλεστεί, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, την αναδρομική εφαρμογή της απόφασης στην προσωπική του κατάσταση και να ζητήσει την επιστροφή των ποσών που αφαιρέθηκαν από το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης

28. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Κοινοβουλίου στην υπόθεση του W. και διατάχθηκε η αναδρομική καταβολή ήταν νομικά δεσμευτική μόνο για τους διαδίκους. Ως εκ τούτου, η πάγια νομολογία περιορίζεται από τα προσωπικά, υλικά και χρονικά όρια του επίμαχου ζητήματος.

29. Ωστόσο, ακόμη και αν η απόφαση δεν έχει απλό αποτέλεσμα erga omnes de jure, δεν αποκλείεται η απόφαση να έχει αποτέλεσμα erga omnes de facto. Ακόμη και αν το Κοινοβούλιο δεν είναι νομικά υποχρεωμένο να εφαρμόσει την απόφαση σε σχέση με υπαλλήλους που βρίσκονται σε παρόμοιες συνθήκες, αλλά δεν είναι διάδικοι στην υπόθεση, το Κοινοβούλιο σίγουρα δεν εμποδίζεται νομικά να εφαρμόσει την ερμηνεία του Ευρωπαϊκού δικαίου από το Δικαστήριο σε τέτοιους υπαλλήλους. Αυτό όχι μόνο θα ήταν απολύτως νόμιμο, αλλά θα ήταν επίσης σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης [10].

30. Στη σκέψη 99 της απόφασης [11], το ΔΕΚ αποφάσισε ότι το λουξεμβουργιανό επίδομα για άτομα με αναπηρία και το ευρωπαϊκό διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου που καταβάλλεται στους γονείς παιδιών με αναπηρία δεν είναι της ίδιας φύσης. Ως εκ τούτου, η απόφαση του Κοινοβουλίου της 25ης Μαρτίου 2004 ήταν παράνομη όταν ανέφερε ότι το λουξεμβουργιανό επίδομα, το οποίο χορηγήθηκε στο ανάπηρο τέκνο του καταγγέλλοντος, καθώς και το ευρωπαϊκό επίδομα, το οποίο χορηγήθηκε στον καταγγέλλοντα ως πατέρα του εν λόγω τέκνου, ήταν της ίδιας φύσης. Στην απάντησή του προς τον καταγγέλλοντα της 16ης Ιουνίου 2008, το Κοινοβούλιο ορθώς αναφέρθηκε στη νομολογία Centeno Mediavilla [12], επιβεβαιώνοντας ότι η νομιμότητα ενός ευρωπαϊκού μέτρου πρέπει να εκτιμάται με βάση τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά την ημερομηνία έκδοσής του. Το 2004, ωστόσο, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα ίδια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή ο υιός του καταγγέλλοντος ήταν ανάπηρος και δικαιούνταν το λουξεμβουργιανό επίδομα. Ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει καμία νομολογία πριν από την έκδοση της απόφασης με την οποία συγκρίθηκαν το ευρωπαϊκό διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου και το λουξεμβουργιανό επίδομα κατά την έννοια του άρθρου 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

31. Κατά πάγια νομολογία, οι παράνομες διοικητικές αναγνωριστικές πράξεις μπορούν να ανακληθούν με αναδρομική ισχύ. Υπό το πρίσμα του Hoogovens [13], ο κανόνας ότι η ανάκληση επιτρέπεται μόνο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος δεν φαίνεται κατ’ ανάγκη να εφαρμόζεται σε τέτοιες αναγνωριστικές παράνομες πράξεις [14].

32. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το Κοινοβούλιο άλλαξε δεόντως τη διοικητική πρακτική του από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ωστόσο, ενώ το Κοινοβούλιο ανακάλεσε το παράνομο μέτρο του με άμεση ισχύ, αρνήθηκε να το πράξει αναδρομικά και να καταβάλει στον καταγγέλλοντα τα ποσά που αφαιρέθηκαν παράνομα στην περίπτωσή του. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, θα ήταν εύλογο η ανάκληση να έχει αναδρομική ισχύ προκειμένου να επιτευχθεί ο δικός του σκοπός.

33. Πρώτον, φαίνεται ότι μόνον ο καταγγέλλων και ο W. έχουν τέκνα στα οποία χορηγείται το λουξεμβουργιανό επίδομα. Ως εκ τούτου, ήταν οι μόνοι υπάλληλοι του Κοινοβουλίου που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ανάκληση εκείνη την εποχή και στο μέλλον. Η κατάσταση του W. έχει ήδη διορθωθεί. Προκειμένου να αποκαταστήσει τις παράνομες ενέργειές του έναντι του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ανακαλέσει την απόφασή του, με αναδρομική ισχύ, όπως έπραξε στην περίπτωση του κ. W. μετά την έκδοση της απόφασης.

34. Δεύτερον, ενώ σκοπός του ευρωπαϊκού διπλού επιδόματος συντηρούμενου τέκνου είναι να βοηθήσει τους υπαλλήλους να αντεπεξέλθουν στις υψηλές δαπάνες που απαιτούνται για τη φροντίδα τέκνου με αναπηρία, το λουξεμβουργιανό επίδομα προορίζεται να καλύψει τις δαπάνες που επιτρέπουν στο άτομο με αναπηρία να λειτουργεί στην κοινωνία. Και τα δύο οφέλη έχουν ισχυρό κοινωνικό στόχο. Με τις παράνομες ενέργειές του στην παρούσα υπόθεση, το Κοινοβούλιο αρνήθηκε αυτόν τον στόχο και έθεσε σε κίνδυνο τις θεμιτές προσδοκίες του ατόμου με αναπηρία για μια καλύτερη ζωή. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε το άρθρο 26 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ορίζει ότι η Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να επωφελούνται μέτρων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας, της κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης και της συμμετοχής τους στον κοινοτικό βίο.

35. Τέλος, στην απάντησή του της 26ης Ιουνίου 2008, το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε στην αρχή της ασφάλειας δικαίου για να δικαιολογήσει την άρνησή του να ανακαλέσει, με αναδρομική ισχύ, την επίμαχη παράνομη απόφαση. Ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι η μη τήρηση από τον καταγγέλλοντα προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογούσε τη θυσία των ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου και, τελικά, του ανάπηρου παιδιού του. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην «κλασική» απόφασή του SNUPAT, σχετικά με την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης, «η αρχή του σεβασμού της ασφάλειας δικαίου, όσο σημαντική και αν είναι, δεν μπορεί να εφαρμόζεται με απόλυτο τρόπο, αλλά η εφαρμογή της πρέπει να συνδυάζεται με την αρχή της νομιμότητας· το ζήτημα ποια από αυτές τις αρχές θα επικρατούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εξαρτάται από τη σύγκριση του δημόσιου συμφέροντος με τα ιδιωτικά συμφέροντα".[15] Ομοίως, το ΔΕΚ κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα στην απόφαση: «Όσον αφορά τον καθορισμό των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας, η απόφαση περί εκπτώσεως που κοινοποιήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2000 κατέστη απρόσβλητη με όλες τις οικονομικές επιπτώσεις της, δεδομένου ότι δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως. Ωστόσο, το παρόν δικαστήριο αποφασίζει ότι το Κοινοβούλιο οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσείοντα τα ποσά που κακώς αφαιρέθηκαν από τις αποδοχές του από την 1η Ιουλίου 2003, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει η απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, εντόκως.»

36. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η άρνηση αποζημίωσης του καταγγέλλοντος για την παράνομη παρακράτηση του ευρωπαϊκού επιδόματος, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται οικονομική βοήθεια στον ήδη βαριά επιβαρυμένο γονέα παιδιού με αναπηρία, δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Αυτό επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι, στην πρώτη καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, ο καταγγέλλων ζήτησε συγκεκριμένα από το Κοινοβούλιο να περιμένει το αποτέλεσμα της υπόθεσης του κ. W. πριν προβεί στην αφαίρεση, αλλά το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να το πράξει.

37. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.

"Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να καταβάλει αναδρομικά στον καταγγέλλοντα το διπλό επίδομα συντηρούμενου τέκνου για την περίοδο από την 1η Μαρτίου 2004 έως την 1η Απριλίου 2005, δηλαδή το ποσό των 5 500 ευρώ."

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

Αιτιολογημένη γνώμη του Κοινοβουλίου

38. Πρώτον, το Κοινοβούλιο υπογράμμισε τον μέγιστο σεβασμό του για τις παρατηρήσεις του Διαμεσολαβητή, ιδίως επειδή η παρούσα υπόθεση θίγει τα συμφέροντα ενός ατόμου. Ωστόσο, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το σχέδιο σύστασης.

39. Το Κοινοβούλιο δηλώνει ότι η σύσταση του Διαμεσολαβητή να επιστραφούν τα ποσά που αφαιρέθηκαν από το ποσό του διπλασιασμένου επιδόματος συντηρούμενου τέκνου είναι πιθανό να αφορά περισσότερους από δύο υπαλλήλους.

40. Η διοικητική και νομική κατάσταση του καταγγέλλοντος κατέστη τελεσίδικη επειδή δεν την προσέβαλε εντός της προθεσμίας που ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης. Σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι προθεσμίες υποβολής ενστάσεων και προσφυγών που προβλέπονται στο άρθρο 90 παράγραφος 2 [16] και στο άρθρο 91 παράγραφος 3 [17] του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αποτελούν ζήτημα δημόσιας τάξης. Έχουν θεσπιστεί για τη διασφάλιση της σαφήνειας και της βεβαιότητας σε δικαστικές καταστάσεις.

41. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία αποτελεί γενική αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου, θα πρέπει να νοείται υπό την έννοια ότι η διοικητική αρχή πρέπει να διασφαλίζει τη νομική σταθερότητα των επιμέρους δικαστικών καταστάσεων με την πάροδο του χρόνου και να διασφαλίζει ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες είναι σαφείς.

42. Οι ακυρωτικές αποφάσεις μιας ατομικής διοικητικής πράξης δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωση προσώπων που δεν ήταν διάδικοι. Ο καταγγέλλων δεν ήταν διάδικος στην απόφαση και το μέτρο που ακυρώθηκε από το ΔΕΚ δεν τον αφορούσε άμεσα.

43. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της αρχής της ασφάλειας δικαίου και, ειδικότερα, της απαίτησης για ασφάλεια δικαίου σε δικαστικές καταστάσεις, το Κοινοβούλιο δηλώνει ότι δεν τάσσεται υπέρ της εφαρμογής της απόφασης στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.

44. Η κατάσταση του καταγγέλλοντος αφορά ατομικό δικαίωμα βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το 2007, τα κοινοτικά δικαστήρια εξέδωσαν άλλες αποφάσεις που οδήγησαν το Κοινοβούλιο να αλλάξει τη διοικητική πρακτική του με ισχύ από την ημερομηνία των αποφάσεων. Εάν το Κοινοβούλιο αποφάσιζε υπέρ του καταγγέλλοντος, αυτό θα δημιουργούσε πιθανώς προηγούμενο εντός του θεσμικού οργάνου.

45. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης [18], εάν η απόφαση εφαρμοζόταν σε υπαλλήλους σε παρόμοιες καταστάσεις, θα ανοίγονταν εκ νέου οι προθεσμίες για την προσβολή παρόμοιων αποφάσεων, όχι μόνο εκείνων που ελήφθησαν μετά την έκδοση της απόφασης, αλλά και εκείνων που ελήφθησαν πριν από την ημερομηνία της απόφασης.

46. Επιπλέον, μια αυθαίρετη προθεσμία επί των αποτελεσμάτων δικαστικής αποφάσεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ή να αμφισβητηθεί αν η αναδρομική εφαρμογή της παραβίαζε τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής και διοικητικής διαχειρίσεως.

47. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι θα μπορούσαν επίσης να υπάρξουν πολύ σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις σε άλλους τομείς όπου τα ευρωπαϊκά δικαστήρια έχουν υποχρεώσει μια αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αλλάξει την ερμηνεία του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Κοινοβούλιο παρέπεμψε στην απόφαση Cristina Asturias Cuerno κατά Επιτροπής [19], με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να μην χορηγήσει αποζημίωση αποδημίας στους υπαλλήλους που είχαν εργαστεί ως κοινοβουλευτικοί βοηθοί κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου. Εάν το Κοινοβούλιο εφαρμόσει αναδρομικά την απόφαση στην κατάσταση του καταγγέλλοντος, οι υπάλληλοι τους οποίους αφορά η προαναφερθείσα υπόθεση θα μπορούσαν επίσης να ζητήσουν από το Κοινοβούλιο την αναδρομική καταβολή των επιδομάτων αποδημίας τους.

48. Η νομολογία SNUPAT στην οποία αναφέρθηκε ο Διαμεσολαβητής στο σχέδιο συστάσεώς του προβλέπει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν είναι απόλυτη και ότι η εφαρμογή της πρέπει να συνδυάζεται με την αρχή της νομιμότητας. Ωστόσο, στην ίδια απόφαση, το ΔΕΚ έκρινε ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου μπορεί να παρακαμφθεί εάν η εκτίμηση της αντίστοιχης σημασίας των εν λόγω συμφερόντων «ανατίθεται σε πρώτο βαθμό στον συντάκτη της εν λόγω απόφασης». Επιπλέον, η νομολογία SNUPAT βασίστηκε σε διαφορετικές πραγματικές και νομικές περιστάσεις από εκείνες του καταγγέλλοντος.

49. Ωστόσο, εν προκειμένω, η στάθμιση των συμφερόντων πραγματοποιείται προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, ώστε να μην υφίσταται ο κίνδυνος να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να ανακαλέσει διοικητική πράξη και να καταβάλει αναδρομικώς τα οφειλόμενα ποσά σε περίπτωση ακυρώσεως από τον δικαστή της Ένωσης αποφάσεως θίγουσας τα προσωπικά συμφέροντα υπαλλήλου.

50. Το Κοινοβούλιο δεν δεσμεύτηκε έναντι του καταγγέλλοντος να αναβάλει την απόφασή του λόγω εκκρεμούς υπόθεσης ενώπιον των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

51. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη βαθιά του λύπη για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο υιοθέτησε νομικίστικη προσέγγιση σε καταγγελία που υπέβαλε ο γονέας παιδιού με αναπηρία, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι δεν είναι όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ίδια.

52. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί χρήσιμο να προβεί σε περαιτέρω ανταλλαγές νομικών επιχειρημάτων με το Κοινοβούλιο. Όπως αναφέρεται στο σχέδιο σύστασής του, ακόμη και αν το Κοινοβούλιο δεν είναι νομικά υποχρεωμένο να εφαρμόσει την απόφαση σε σχέση με υπαλλήλους που βρίσκονται σε παρόμοιες περιστάσεις, αλλά δεν ήταν διάδικοι στην υπόθεση, το Κοινοβούλιο δεν εμποδίζεται νομικά να εφαρμόσει την ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ από το Δικαστήριο στους εν λόγω υπαλλήλους.

53. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να διατυπώσει δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, υπενθυμίζει την πάγια νομολογία [20], την οποία ασφαλώς γνωρίζει το Κοινοβούλιο, η οποία προβλέπει ότι η ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ από το Δικαστήριο έχει αναδρομική ισχύ, εκτός εάν το Δικαστήριο ορίσει προθεσμία σε σχέση με τα αποτελέσματα της απόφασής του στη σχετική ερμηνεία [21]. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην απόφαση, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί ενός τέτοιου ορίου όσον αφορά την εκ μέρους του ερμηνεία των σχετικών άρθρων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

54. Δεύτερον, επισημαίνει ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου επί ατομικών αιτήσεων σχετικά με οικογενειακά επιδόματα που προορίζονται για υπαλλήλους με παιδιά με αναπηρία έχουν ιδιαίτερη σημασία, ακόμη και αν δεν έχουν αποτέλεσμα erga omnes. Τα θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών [22] και των ατόμων με αναπηρία [23] εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση. Αυτά κωδικοποιούνται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελούν δεσμευτικό δίκαιο της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι το κοινωνικό βάρος του επιδόματος αποδημίας που καταβάλλεται σε υπάλληλο επειδή ζει στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και όχι στη χώρα του είναι το ίδιο με εκείνο του διπλού επιδόματος συντηρούμενου τέκνου που καταβάλλεται στους υπαλλήλους που πρέπει να φροντίζουν τα ανάπηρα τέκνα τους. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει εν προκειμένω ότι, στην απόφαση, το ανώτατο δικαστήριο της ΕΕ αποφάσισε να μην ακολουθήσει την άποψη του γενικού εισαγγελέα του, αλλά να αποφασίσει υπέρ του γονέα παιδιού με αναπηρία.

55. Το Κοινοβούλιο φαίνεται να θεωρεί ότι, εάν αποδεχθεί τη σύσταση του Διαμεσολαβητή, οι πολυάριθμοι υπάλληλοι τους οποίους αφορά η απόφαση ή άλλες αποφάσεις σε υποθέσεις στις οποίες δεν ήταν κόμμα και στις οποίες το Κοινοβούλιο καταδικάστηκε για τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεών του, θα ζητήσουν την ίδια μεταχείριση. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αποδοχή του σχεδίου σύστασής του από το Κοινοβούλιο θα αποτελούσε προηγούμενο μόνο για παρόμοιες περιστάσεις. Ακόμη και αν το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι υπάρχουν περισσότερες από δύο παρόμοιες υποθέσεις μεταξύ των υπαλλήλων του, ο Διαμεσολαβητής είναι πεπεισμένος ότι εξακολουθούν να είναι πολύ λίγες σε αριθμό.

56. Το Κοινοβούλιο επέλεξε να μην αποδεχθεί το σχέδιο σύστασης που διατύπωσε ο Διαμεσολαβητής υπέρ του γονέα παιδιού με αναπηρία. Το Κοινοβούλιο εκπροσωπεί τους ευρωπαίους πολίτες και θα πρέπει να κατανοεί και να σέβεται την κατάσταση των γονέων αυτών καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο θεσμικό όργανο. Ωστόσο, δεν το έπραξε. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο προφανώς ενήργησε άδικα επειδή δεν ακολούθησε το αίτημα του καταγγέλλοντος να αναστείλει την απόφασή του πριν από την έκδοση της απόφασης. Ο Διαμεσολαβητής δεν έχει άλλη επιλογή από το να θέσει την υπόθεση στο αρχείο και να διατυπώσει επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.

57. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κρίνει επίσης σκόπιμο να ενημερώσει την Επιτροπή Αναφορών του Κοινοβουλίου σχετικά με τη θέση των διοικητικών υπηρεσιών της όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών και των ατόμων με αναπηρία.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Η άρνηση του Κοινοβουλίου να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα για την παράνομη παρακράτηση του ευρωπαϊκού επιδόματος, αρνούμενο έτσι την οικονομική βοήθεια στον ήδη βαριά επιβαρυμένο γονέα ενός παιδιού με αναπηρία, δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Αυτό επιδεινώνεται από το γεγονός ότι, στην πρώτη καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, ο καταγγέλλων ζήτησε συγκεκριμένα από το Κοινοβούλιο να περιμένει το αποτέλεσμα της υπόθεσης του κ. W. πριν προβεί στην αφαίρεση, αλλά το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να το πράξει.

Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο καταγγέλλων και το Κοινοβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 18 Οκτωβρίου 2010


[1] Το άρθρο 67, παράγραφος 3, του ΚΥΚ έχει ως εξής: «Το επίδομα συντηρούμενου τέκνου μπορεί να διπλασιαστεί με ειδική αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, η οποία βασίζεται σε ιατρικά έγγραφα που αποδεικνύουν ότι το εν λόγω τέκνο πάσχει από διανοητική ή σωματική αναπηρία που συνεπάγεται υψηλές δαπάνες για τον υπάλληλο.»

[2] Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ έχει ως εξής: «Οι υπάλληλοι που λαμβάνουν τα οικογενειακά επιδόματα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο δηλώνουν τα επιδόματα της ίδιας φύσης που καταβάλλονται από άλλες πηγές· τα τελευταία αυτά επιδόματα αφαιρούνται από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του παραρτήματος VII.»

[3] Υπόθεση T-33/04 Weißenfels κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-2-1.

[4] Υπόθεση C-135/06 P Weißenfels κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [2007] Συλλογή I-12041.

[5] Στην απάντησή του στην καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι ακύρωσε την απόφαση να μειωθεί το λουξεμβουργιανό επίδομα στο απλό νόμιμο επίδομα τέκνων όταν τα τέκνα του καταγγέλλοντος συμπλήρωσαν την ηλικία των 26 ετών με το αιτιολογικό ότι τα δύο αυτά επιδόματα δεν ήταν της ίδιας φύσης.

[6] Υπόθεση T-147/95 Pavan κατά Κοινοβουλίου [1996] Συλλογή SC I-A-291.

[7] Το άρθρο 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ έχει ως εξής: «Οι προσφυγές δυνάμει της παραγράφου 2 ασκούνται εντός τριών μηνών. Η προθεσμία αρχίζει:

– κατά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως που ελήφθη σε απάντηση της διοικητικής ενστάσεως·

– κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, όταν η προσφυγή στρέφεται κατά σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί ενστάσεως υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, ωστόσο, εάν η ένσταση απορριφθεί με ρητή απόφαση μετά την απόρριψή της με σιωπηρή απόφαση, αλλά πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει εκ νέου.»

[8] Βλ. υποσημείωση 4 ανωτέρω.

[9] Διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1997: Υπόθεση T-16/97, Chauvin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-681, σκέψη 43.

[10] Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, στο παρελθόν, το Κοινοβούλιο έχει εφαρμόσει erga omnes στους υπαλλήλους του τη νομική ερμηνεία ενός δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια συγκεκριμένη υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του. Αυτό συνέβη σε σχέση με τα μεταβατικά μέτρα που προβλέπονται στο παράρτημα XIII του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι ενέργειες αυτές επιβεβαιώνουν ότι, σε αντίθεση με ό,τι θεωρεί τώρα το Κοινοβούλιο, είναι απολύτως νόμιμο για ένα θεσμικό όργανο να εφαρμόζει τη νομική ερμηνεία ενός ή περισσότερων ευρωπαϊκών δικαστηρίων.

[11] Υπόθεση C-135/06 P Weißenfels κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [2007] Συλλογή I-12041, ιδίως σκέψη 99:

«Ως εκ τούτου, το επίδομα βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το λουξεμβουργιανό επίδομα δεν είναι της ίδιας φύσης κατά την έννοια του άρθρου 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»

[12] Υπόθεση C-443/07 P Isabel Clara Centeno Mediavilla και λοιποί κατά Επιτροπής, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.

[13] Υπόθεση 14/61 Koninklijke Nederlandsche Hoogovens en Staalfabrieken N.V. κατά Ανωτάτης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα [1962] Συλλογή 253.

[14] Βλ. την προαναφερθείσα νομολογία, παράγραφος 6:

«Επιπλέον, πρέπει να γίνει διάκριση, διότι ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η ανάκληση πρέπει να πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ποικίλλει ως προς την ουσία και την έκτασή του ανάλογα με τις περιστάσεις. Στην πραγματικότητα, ο κανόνας αυτός, ο οποίος μπορεί να έχει μεγάλη σημασία όταν πρόκειται για αποφάσεις που δημιουργούν ατομικά δικαιώματα, έχει μικρότερη σημασία όταν πρόκειται για αμιγώς αναγνωριστικές αποφάσεις …, το ζήτημα της «εύλογης προθεσμίας δεν θα μπορούσε να έχει αποφασιστική σημασία εν προκειμένω, αλλά αποτελούσε μόνο ένα στοιχείο του ειδικού συμφέροντος του προσφεύγοντος για την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, αρχή την οποία η ανώτατη αρχή όφειλε και πράγματι έλαβε υπόψη».

[15] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 42 και 49/59 SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής [1961] Συλλογή 1953, σκέψη 78.

[16] Το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ έχει ως εξής: «Κάθε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ένσταση κατά βλαπτικής γι’ αυτό πράξης, είτε όταν η εν λόγω αρχή έχει λάβει απόφαση είτε όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο προβλεπόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Η καταγγελία πρέπει να υποβληθεί εντός τριών μηνών. Η προθεσμία αρχίζει:

– κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της πράξης, εάν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα·

– κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον ενδιαφερόμενο

– κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, όταν η ένσταση αφορά σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά την έννοια της παραγράφου 1.»

[17] Βλ. υποσημείωση 7 ανωτέρω.

[18] Υπόθεση C-389/98 P Gevaert κατά Επιτροπής [2001] Συλλογή I-65, σκέψεις 49, 55, 56 και υπόθεση T-242/94 Sergio del Plato κατά Επιτροπής [1994] Συλλογή II-961 σκέψεις 18 και 20: «Απόφαση που αφορά έναν ή περισσότερους συναδέλφους του αιτούντος μπορεί να αποτελεί το … νέο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό που δικαιολογεί την επανεξέταση της υπόθεσής του, όταν οι σχετικές καταστάσεις είναι παρόμοιες και ιδίως όταν οι λόγοι που δικαιολογούν την απόφαση που μπορεί να ληφθεί μετά την επανεξέταση δεν διαφέρουν από τους λόγους που δικαιολόγησαν την έκδοση της απόφασης την οποία επικαλείται ο αιτών ως νέο πραγματικό περιστατικό.»

[19] Βλέπε υπόθεση T-473/04 Cristina Asturias Cuerno κατά Επιτροπής, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2007 που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή. Η υπόθεση αυτή αφορούσε τη χορήγηση επιδόματος αποδημίας στους υπαλλήλους ή το λοιπό προσωπικό που είχαν εργαστεί ως κοινοβουλευτικοί βοηθοί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

[20] Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, κατά τις νομικές συζητήσεις, οι παραπομπές στη νομολογία σχετικά με τις αρχές του δικαίου της ΕΕ γίνονται κατ’ αναλογία και όχι επειδή οι περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης είναι οι ίδιες με εκείνες της υπό εξέταση υπόθεσης.

Υπόθεση C-24/86, Blaizot κατά University of Liege κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. Ι-379, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

[22] Βλ. άρθρο 24 (Τα δικαιώματα του παιδιού) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (http://www.europarl.europa.eu/charter/default_en.htm).

"1. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Οι απόψεις αυτές λαμβάνονται υπόψη για θέματα που τους αφορούν ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά τους.

2. Σε όλες τις ενέργειες που αφορούν τα παιδιά, είτε πραγματοποιούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

3. Κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και άμεσες επαφές και με τους δύο γονείς του, εκτός εάν αυτό αντίκειται στα συμφέροντά του.»

[23] Βλ. άρθρο 26 (Ένταξη των ατόμων με αναπηρία) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

«Η Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να επωφελούνται από μέτρα που έχουν σχεδιαστεί για να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία τους, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στον κοινοτικό βίο.»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!