Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 57/2008/(VIK)LP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 57/2008/(VIK)LP - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 19 Φεβρουαρίου 2008 - Απόφαση στις Τετάρτη | 04 Σεπτεμβρίου 2013
Το ιστορικό της καταγγελίας
Το νομικό πλαίσιο
1. Το 1955, το Συμβούλιο της Ευρώπης υιοθέτησε ένα έμβλημα που αντιπροσωπεύει έναν κύκλο 12 αστεριών (το «ευρωπαϊκό έμβλημα»). Με τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιεί αυτό το έμβλημα από το 1986. Το έμβλημα προστατεύεται δυνάμει της σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, της 20ής Μαρτίου 1883, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε (εφεξής «σύμβαση των Παρισίων»)[1] και του κανονισμού 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (εφεξής «κανονισμός 40/94»)[2].
2. Το άρθρο 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων έχει ως εξής:
α) «Οι χώρες της Ένωσης [3] συμφωνούν να αρνηθούν ή να ακυρώσουν την καταχώριση και να απαγορεύσουν με κατάλληλα μέτρα τη χρήση, χωρίς άδεια από τις αρμόδιες αρχές, είτε ως εμπορικών σημάτων είτε ως στοιχείων εμπορικών σημάτων, θυρεών, σημαιών και άλλων κρατικών εμβλημάτων, των χωρών της Ένωσης, επίσημων σημάτων και σφραγίδων που υποδεικνύουν τον έλεγχο και την εγγύηση που έχουν υιοθετήσει, καθώς και κάθε απομίμησης από εραλδική άποψη.
β) Οι διατάξεις του στοιχείου α) ανωτέρω εφαρμόζονται εξίσου σε θωράκιση, σημαίες, άλλα εμβλήματα, συντομογραφίες και ονόματα διεθνών διακυβερνητικών οργανισμών των οποίων μία ή περισσότερες χώρες της Ένωσης είναι μέλη (...)
γ) (...) Οι χώρες της Ένωσης δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις όταν η χρήση της καταχώρισης που αναφέρεται στο στοιχείο α) ανωτέρω δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να υποδηλώνει στο κοινό ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του οικείου οργανισμού και των θυρεών, των σημαιών, των εμβλημάτων, των συντομογραφιών και των ονομασιών ή εάν η εν λόγω χρήση ή καταχώριση δεν είναι πιθανώς τέτοιας φύσης ώστε να παραπλανά το κοινό ως προς την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ του χρήστη και του οργανισμού».
3. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94 ορίζει τα εξής:
«Απόλυτοι λόγοι άρνησης
1. Δεν καταχωρίζονται:
(...)
η) τα σήματα που δεν έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με το άρθρο 6β της σύμβασης των Παρισίων·»
Τα πραγματικά περιστατικά
4. Η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε από εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών (ΤΠ) και των επικοινωνιών (εφεξής «ο καταγγέλλων»).
5. Στις 7 Ιουνίου 2006, ένα δικηγορικό γραφείο («δικηγορικό γραφείο»), το οποίο ενεργούσε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (νυν Ευρωπαϊκής Ένωσης), εκπροσωπούμενης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή («Επιτροπή»), απηύθυνε επιστολή στον καταγγέλλοντα. Το δικηγορικό γραφείο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε εξουσιοδοτηθεί να χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό έμβλημα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, το οποίο είναι ο κάτοχος του εν λόγω εμβλήματος. Προσέθεσε ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης κοινοποίησε το εν λόγω έμβλημα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) το 1977 και ότι το Διεθνές Γραφείο του ΠΟΔΙ εξέδωσε απόφαση το 1979, με την οποία αναγνώρισε την προστασία του εμβλήματος αυτού βάσει του άρθρου 6β παράγραφος 1 της Σύμβασης των Παρισίων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε εξουσιοδοτηθεί να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και ενέργειες προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από τρίτους.
6. Η δικηγορική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο καταγγέλλων χρησιμοποιούσε λογότυπο που περιείχε το ευρωπαϊκό έμβλημα χωρίς άδεια. Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να παύσει τη χρήση του επίμαχου λογότυπου το αργότερο έως τις 12 Ιουλίου 2006 και να δεσμευτεί ότι δεν θα χρησιμοποιεί ποτέ το ευρωπαϊκό έμβλημα χωρίς προηγούμενη έγκριση.
7. Στις 4 Ιουλίου 2006, στην απάντησή του, ο καταγγέλλων απέρριψε το αίτημα του δικηγορικού γραφείου και έκρινε ότι η χρήση του λογοτύπου του δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων. Ο καταγγέλλων προέβαλε ορισμένα συγκεκριμένα επιχειρήματα στο πλαίσιο αυτό.
8. Στις 25 Ιουλίου 2006, υπάλληλος της Επιτροπής τηλεφώνησε στον καταγγέλλοντα για να συζητήσει τη δυνατότητα τροποποίησης του λογότυπου του τελευταίου κατά τρόπο ώστε να αποφευχθεί η παραβίαση του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο εν λόγω υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι, εάν δεν άλλαζε το λογότυπό του, η Επιτροπή θα κινούσε νομικές διαδικασίες εναντίον του, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του καταγγέλλοντος από τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών. Ο υπάλληλος φέρεται να παρατήρησε ότι, εάν η Επιτροπή θεωρούσε ότι μια συγκεκριμένη οργάνωση απειλούσε τα συμφέροντά της, θα μπορούσε να προστατευθεί αποκλείοντάς την από τους διαγωνισμούς. Την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων συνέταξε πρακτικά αυτής της τηλεφωνικής συνομιλίας και τα απέστειλε στην Επιτροπή.
9. Στις 25 Ιουλίου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε επίσης επιστολή στο Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, αντίγραφο της οποίας διαβιβάστηκε στο Γενικό Διευθυντή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF»). Στην επιστολή αυτή, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα τηλεφωνική συνομιλία και στο τελεσίγραφο της Επιτροπής να σταματήσει να χρησιμοποιεί το λογότυπό της. Ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής να παρέμβει και να διερευνήσει το θέμα.
10. Στις 26 Ιουλίου 2006, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα σχετικά με τα πρακτικά της προαναφερθείσας τηλεφωνικής συνομιλίας που συνέταξε ο τελευταίος. Η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε την πρόθεση να επιστήσει την προσοχή του καταγγέλλοντος σε πιθανά προβλήματα όσον αφορά τη συμμετοχή σε προσκλήσεις υποβολής προσφορών σε περίπτωση που εκκρεμούσαν διαφορές ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Τόνισε, ωστόσο, ότι δεν έγινε καμία αναφορά σε «αυτόματο αποκλεισμό» από τις διαδικασίες υποβολής προσφορών στο πλαίσιο αυτό. Η Επιτροπή αμφισβήτησε ότι ο υπάλληλός της είχε δηλώσει ότι, αν απειλούνταν τα συμφέροντά της, θα μπορούσε να προστατευθεί αποκλείοντας την οργάνωση αυτή από τους διαγωνισμούς. Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό που είχε πει ο αξιωματούχος της ήταν ότι στο παρελθόν, και σε παρόμοιες περιπτώσεις, οι εργολάβοι αντιμετώπιζαν προβλήματα λόγω της μη εξουσιοδοτημένης χρήσης του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι η καταγγέλλουσα παρέλειψε να αναφέρει στα πρακτικά ότι συζητήθηκε επίσης η απόρριψη της αίτησής της για σήμα στη [χώρα εγκατάστασής της].
11. Στις 26 Ιουλίου 2006, η καταγγέλλουσα απέστειλε άλλη επιστολή στην Επιτροπή, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους δεν επεδίωξε την καταχώριση του εμπορικού της σήματος στη [χώρα εγκατάστασής της]. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι σκόπευε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το λογότυπό του. Παρατήρησε ότι είχε χρησιμοποιήσει το λογότυπο αυτό σε πολλές περιπτώσεις κατά την υπογραφή συμβάσεων και την ανταλλαγή νομικά δεσμευτικών εγγράφων με την Επιτροπή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό συνεπαγόταν «εκ των πραγμάτων αναγνώριση» του δικαιώματός του να χρησιμοποιεί το λογότυπό του. Επιπλέον, το λογότυπο αυτό είχε αναγνωριστεί καλά λόγω της μακράς χρήσης του. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έθεσε το ζήτημα αφού συνεργάστηκε με τον καταγγέλλοντα επί 13 συναπτά έτη.
12. Στις 26 Ιουλίου 2006, το δικηγορικό γραφείο απέστειλε νέα επιστολή, στην οποία επανέλαβε το αίτημά του να μην χρησιμοποιήσει ο καταγγέλλων το λογότυπό του. Το δικηγορικό γραφείο σημείωσε ότι η άδεια για τη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς χορηγήθηκε κατά περίπτωση από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής. Η δικηγορική εταιρεία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα προβεί στις κατάλληλες νομικές ενέργειες εάν ο τελευταίος δεν συμμορφωθεί με το αίτημά του εντός της ταχθείσας προθεσμίας (23 Αυγούστου 2006).
13. Την 1η Αυγούστου 2006, με επιστολή που απηύθυνε στο δικηγορικό γραφείο, ο καταγγέλλων ενέμεινε στη θέση του. Επισήμανε ότι δεν ήταν έτοιμη να τροποποιήσει το λογότυπό της, δεδομένου ότι αυτό θα κατέστρεφε τη φήμη της και θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία στην εμπορική της δραστηριότητα. Ωστόσο, σε περίπτωση που η Επιτροπή επέμενε στη θέση της, η καταγγέλλουσα δήλωσε έτοιμη να εξετάσει το ενδεχόμενο κατάθεσης αίτησης καταχώρισης σήματος ενώπιον του Γραφείου Εναρμόνισης της Εσωτερικής Αγοράς («ΓΕΕΑ»), το οποίο ήταν η αρμόδια αρχή για να αποφασίσει σχετικά με την εγκυρότητα του σήματος στην ΕΕ. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι υπάρχουν πολλές εταιρείες στην ΕΕ, οι οποίες χρησιμοποιούν εμπορικό σήμα που περιλαμβάνει τη λέξη «ευρωπαϊκό» και λογότυπο που περιλαμβάνει αστέρια.
14. Στις 10 Αυγούστου 2006, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 25ης Ιουλίου 2006 (βλ. σημείο 9 ανωτέρω) και ανέφερε ότι θα εξέταζε το θέμα και θα έδινε λεπτομερή απάντηση κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου 2006.
15. Στις 23 Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στην Επιτροπή, η οποία απευθυνόταν στη Γενική Διεύθυνση («ΓΔ») «Κοινό Κέντρο Ερευνών» και στη ΓΔ «DIGIT». Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, εάν η Επιτροπή είχε προβλήματα με τον επίμαχο λογότυπο, θα έπρεπε να απευθυνθεί πρώτα στον καταγγέλλοντα και να προσπαθήσει να διευθετήσει το θέμα με φιλικό τρόπο αντί να τον απειλήσει με νομικές διαδικασίες. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η θέση της Επιτροπής δεν ήταν ούτε δικαιολογημένη ούτε εύλογη. Τέλος, ζήτησε συνάντηση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και την OLAF προκειμένου να συζητηθεί η κατάσταση.
16. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2006, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής απάντησε στις επιστολές του καταγγέλλοντος της 25ης Ιουλίου και της 11ης Αυγούστου 2006. Η Επιτροπή επισήμανε ότι όσον αφορά το ζήτημα της χρήσης του ευρωπαϊκού εμβλήματος από τον καταγγέλλοντα, «δεν έχει προβεί προς το παρόν σε καμία νομική ενέργεια». Η Επιτροπή πρόσθεσε την ακόλουθη περαιτέρω εξήγηση:
«Σύμφωνα με τις οδηγίες του εσωτερικού αρμόδιου φορέα για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας σε επίπεδο Επιτροπής, η [δικηγορική εταιρεία] σας είχε απλώς αποστείλει υπενθύμιση ότι δεν είστε εξουσιοδοτημένοι να χρησιμοποιείτε το έμβλημα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όπως απεικονίζεται στο λογότυπό σας χωρίς να έχετε λάβει προηγούμενη έγκριση από τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής (επιστολή που σας απηύθυνε η [δικηγορική εταιρεία] στις 26 Ιουλίου). Όπως συνέβη και με πολλές άλλες επιχειρήσεις και οργανισμούς στο παρελθόν, η Επιτροπή θα συμβούλευε απλώς [τον καταγγέλλοντα] να τροποποιήσει ελαφρώς την εταιρική εικόνα σας κατά τρόπο που, χωρίς να την τροποποιήσει ουσιαστικά, θα μπορούσε να την καταστήσει διακριτή από το ίδιο το ευρωπαϊκό έμβλημα. Οι υπηρεσίες μου στη Γενική Γραμματεία θα επικοινωνήσουν μαζί σας σχετικά σύντομα».
17. Στις 24 Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
18. Η παρούσα έρευνα καλύπτει τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:
Ισχυρισμός:
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραβιάζει το άρθρο 17 (εύλογες προθεσμίες για τη λήψη αποφάσεων) του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (εφεξής «ECGAB [4]»), δεδομένου ότι, στην επιστολή της της 29ης Σεπτεμβρίου 2006, δεσμεύτηκε να δώσει συνέχεια στο θέμα, αλλά δεν το έχει πράξει ακόμη.
Αιτήσεις:
(1) Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή παραβίασε τον ECGAB.
(2) Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επιβεβαιώσει με οριστικό και αμετάκλητο τρόπο ότι ο καταγγέλλων έχει το δικαίωμα και την άδεια να χρησιμοποιεί ελεύθερα την επωνυμία και το λογότυπό του στην αγορά.
19. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή παραβίασε το άρθρο 5 (απουσία διακρίσεων) του ECGAB, καθώς αντιμετώπισε τον καταγγέλλοντα με τρόπο που εισήγαγε διακρίσεις, δεδομένου ότι άλλες εταιρείες και οργανισμοί είχαν καταχωρίσει και χρησιμοποιήσει εμπορικά σήματα και λογότυπα παρόμοια με το ευρωπαϊκό έμβλημα. Με βάση τα στοιχεία που παρασχέθηκαν, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι είχε υποστεί διακρίσεις από την Επιτροπή σε σχέση με άλλες εταιρείες. Ως εκ τούτου, αυτό το μέρος της καταγγελίας δεν συμπεριλήφθηκε αρχικά στην παρούσα έρευνα. Ωστόσο, στις 6 Ιουνίου 2008, ο καταγγέλλων διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο επιστολής που είχε απευθύνει στην Επιτροπή στις 2 Ιουνίου 2008. Στην επιστολή αυτή, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι υπήρχαν και άλλοι λογότυποι που έμοιαζαν με το ευρωπαϊκό έμβλημα και χρησιμοποιούνταν καθημερινά στην ΕΕ. Ο καταγγέλλων επισύναψε παραδείγματα τέτοιων λογοτύπων. Ως εκ τούτου, φάνηκε ότι με την υποβολή αυτών των νέων αποδεικτικών στοιχείων, επιθυμούσε να ανανεώσει τον εν λόγω ισχυρισμό περί διάκρισης. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει και αυτό το ζήτημα.
20. Στην αρχική της καταγγελία, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η Επιτροπή θα πρέπει να σταματήσει την «παρενόχληση και τον εκφοβισμό» προς αυτήν. Ωστόσο, ανέφερε επίσης ότι η Επιτροπή «έπαυσε τις απειλές της και ακύρωσε την εχθρική διαδικασία» μετά την επιστολή της της 29ης Σεπτεμβρίου 2006. Προέκυψε επίσης ότι ο καταγγέλλων χρησιμοποιούσε αδιατάρακτα το λογότυπό του από τις 29 Σεπτεμβρίου 2006. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ, ο Διαμεσολαβητής δεν έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να συμπεριληφθεί ο ισχυρισμός αυτός στην παρούσα έρευνα.
Η έρευνα
21. Με έγγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε την παρούσα έρευνα και ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει επί του ισχυρισμού και των ισχυρισμών που εκτίθενται στη σκέψη 18 ανωτέρω. Μετά τις περαιτέρω πληροφορίες που απέστειλε ο καταγγέλλων στις 6 Ιουνίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει επίσης τον ισχυρισμό περί διακριτικής μεταχείρισης. Η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της στις 16 Ιουνίου 2008. Η γνώμη αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία ο τελευταίος υπέβαλε στις 29 Ιουλίου 2008.
22. Στις 25 Νοεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά ορισμένες πτυχές της παρούσας καταγγελίας. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Η απάντηση αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 27 Απριλίου 2009.
23. Αφού εξέτασε τις γνώμες της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίο να προβεί σε επιθεώρηση των φακέλων της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω υπόθεση. Την 1η Φεβρουαρίου 2010 ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή.
24. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 21 Απριλίου 2010. Η έκθεση επιθεώρησης εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 4 Μαΐου 2010. Η τελευταία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 11 Ιουνίου 2010.
25. Στις 4 Οκτωβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει σε μία ακόμη ερώτηση προκειμένου να τον βοηθήσει να αποφανθεί επί της υπό κρίση υπόθεσης. Η Επιτροπή έδωσε την απάντησή της στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Η απάντηση αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις, τις οποίες ο τελευταίος υπέβαλε στις 14 Μαρτίου 2011.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
26. Ο καταγγέλλων υποστήριξε στην καταγγελία του ότι η παρούσα διαφορά σχετικά με το λογότυπό του ήταν μια «πρόσθετη προσπάθεια να τον βλάψει» και ότι φέρεται να υποβλήθηκε σε «ανήθικες και αντιεπαγγελματικές ενέργειες» και σε «μεροληπτική στάση» εκ μέρους της Επιτροπής.
27. Η Επιτροπή αρνήθηκε όλες τις ανωτέρω κατηγορίες και εξήγησε ότι ο καταγγέλλων ήταν σημαντικός πάροχος υπηρεσιών ΤΠ για την Επιτροπή, τόσο ως ανεξάρτητος ανάδοχος όσο και ως μέλος κοινοπραξίας. Η Επιτροπή προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι πληρωμές της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα είχαν αυξηθεί από έτος σε έτος, φθάνοντας σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα το 2007. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το υψηλό επίπεδο συνεχιζόμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ίδιας δεν υποστήριζε καμία πρόταση στοχευμένης και γενικευμένης αρνητικής στάσης της Επιτροπής απέναντί του.
28. Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων του προερχόταν από συμβάσεις με την Επιτροπή, οι οποίες είχαν ανατεθεί πριν από το 2006, και ότι η συμμετοχή του στις περισσότερες προσκλήσεις υποβολής προσφορών που προκήρυξε η Επιτροπή μετά το 2006 είχε συστηματικά απορριφθεί. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η παρούσα υπόθεση ήταν «μέρος ενός καλά ενορχηστρωμένου σχεδίου επίθεσης, παρενόχλησης, εκφοβισμού και δυσφήμισης του καταγγέλλοντος σε μια προσπάθεια να τον θέσει κυριολεκτικά εκτός λειτουργίας». Ο καταγγέλλων υποπτευόταν ότι ο πραγματικός λόγος της τρέχουσας διαφοράς ήταν το γεγονός ότι ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά του προσφεύγοντας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για υποθέσεις παρατυπιών.
29. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων έχει υποβάλει σειρά καταγγελιών κατά της Επιτροπής σχετικά με διάφορες αιτιάσεις. Η εξέταση των περισσότερων από αυτές τις υποθέσεις έχει ήδη ολοκληρωθεί. Όπως ενημέρωσε ο Διαμεσολαβητής τον καταγγέλλοντα στην επιστολή του της 25ης Νοεμβρίου 2008, είναι της άποψης ότι είναι καλύτερο να συνεχιστεί η εξέταση των σχετικών ζητημάτων κατά περίπτωση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί σκόπιμο ή αναγκαίο να εξετάσει τις προαναφερθείσες γενικές κατηγορίες στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.
Α. Όσον αφορά τον διαδικαστικό ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον σχετικό πρώτο ισχυρισμό του
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
30. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παραβίασε το άρθρο 17 του ECGAB, δεδομένου ότι, στην επιστολή του της 29ης Σεπτεμβρίου 2006, το θεσμικό όργανο δεσμεύτηκε να δώσει συνέχεια στο θέμα που αφορά το λογότυπο του καταγγέλλοντος, αλλά δεν το είχε πράξει ποτέ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι αυτή η παραβίαση του ECGAB εκ μέρους της Επιτροπής θα πρέπει να αναγνωριστεί από τον Διαμεσολαβητή.
31. Η Επιτροπή έκρινε ότι, στην επιστολή του της 29ης Σεπτεμβρίου 2006, ο Γενικός Γραμματέας υπενθύμισε ότι είχε δοθεί στον καταγγέλλοντα προειδοποίηση ότι δεν του επιτρεπόταν να χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό έμβλημα όπως απεικονίζεται στο λογότυπο του καταγγέλλοντος, χωρίς να έχει λάβει προηγούμενη έγκριση. Προσέθεσε ότι είχε επίσης ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι θα έπρεπε «να τροποποιήσει ελαφρώς την εταιρική εικόνα [του] κατά τρόπο που, χωρίς να την τροποποιήσει ουσιαστικά, θα μπορούσε να το διακρίνει από το ίδιο το ευρωπαϊκό έμβλημα». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε λάβει απόφαση και ότι ο καταγγέλλων την γνώριζε σαφώς.
32. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι σκόπευε να επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, κάθε τέτοια επαφή θα αποτελούσε εφαρμογή της προαναφερθείσας απόφασης που είχε ήδη ληφθεί. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, με επιστολή της 26ης Μαΐου 2008, είχε ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για το γεγονός ότι παρέλειψε να επικοινωνήσει μαζί του, όπως είχε ανακοινώσει στην επιστολή της της 29ης Σεπτεμβρίου 2006. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι από την αλληλογραφία της προέκυπτε σαφώς ότι ο καταγγέλλων όφειλε να ενεργήσει και ότι ο καταγγέλλων μπορούσε να κοινοποιήσει στο θεσμικό όργανο τις προτάσεις του για την τροποποίηση της εταιρικής εικόνας του. Η Επιτροπή κατέληξε καλώντας τον καταγγέλλοντα να υποβάλει σχετική πρόταση.
33. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε λάβει απόφαση εντός εύλογης προθεσμίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 του ECGAB.
34. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διαφώνησε με το σκεπτικό της Επιτροπής και θεώρησε ότι η δήλωση του θεσμικού οργάνου ότι επαφίεται σε αυτό να δραστηριοποιηθεί είναι «απολύτως παραπλανητική και ανειλικρινής». Ο καταγγέλλων ρώτησε γιατί η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη στην επιστολή της 26ης Μαΐου 2008 για την απουσία επαφής παρακολούθησης με τον καταγγέλλοντα σχετικά με το θέμα, εάν θεωρούσε ότι είχε συμπεριφερθεί σωστά. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, από την επιστολή της 29ης Σεπτεμβρίου 2006 προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα επικοινωνήσει σύντομα μαζί του.
35. Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης ότι η Επιτροπή δεν έλαβε καμία απόφαση, δεδομένου ότι η αλληλογραφία με την Επιτροπή συνιστούσε «απλώς υπενθύμιση», αλλά όχι απόφαση. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή έλαβε πράγματι απόφαση, θα πρέπει να αναρωτηθεί κανείς γιατί η απόφαση αυτή δεν είχε εκτελεστεί μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην άποψή της ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει απόφαση σχετικά με το αν θα της επέτρεπε ή όχι να χρησιμοποιεί τον εταιρικό της λογότυπο και ότι η παράλειψη αυτή συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 17 του ECGAB.
36. Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η πρόταση του καταγγέλλοντος ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να της πει πώς να τροποποιήσει το λογότυπό της το 2006 ήταν «εσφαλμένη». Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο ρόλος της είναι να εγκρίνει ή να απορρίπτει κάθε προτεινόμενη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος και ότι, όταν θεωρεί ότι ένα συγκεκριμένο λογότυπο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, δεν είναι ο ρόλος της να υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να τροποποιηθεί. Ως εκ τούτου, επανέλαβε την άποψή της ότι εναπόκειται στον καταγγέλλοντα να κοινοποιήσει την πρότασή του στην Επιτροπή.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
37. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα:
38. Το δικηγορικό γραφείο που ενεργεί για λογαριασμό της Επιτροπής ενημέρωσε δύο φορές εγγράφως τον καταγγέλλοντα ότι θα πρέπει να τροποποιήσει το λογότυπό του, το οποίο διαπιστώθηκε ότι περιέχει το ευρωπαϊκό έμβλημα. Στην επιστολή της με ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, κατά την άποψή της, ο λογότυπος του καταγγέλλοντος περιείχε το ευρωπαϊκό έμβλημα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί και έπρεπε να τροποποιηθεί. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι η Επιτροπή είχε λάβει αρνητική απόφαση σχετικά με το λογότυπο του καταγγέλλοντος.
39. Ωστόσο, ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορά το γεγονός ότι, ενώ η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, στην επιστολή της με ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2006, είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι θα επικοινωνούσε σύντομα μαζί της σχετικά με το θέμα αυτό, δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία τέτοια επαφή. Από το περιεχόμενο της παρούσας επιστολής προκύπτει ότι η προτεινόμενη συζήτηση αφορούσε την τροποποίηση του λογότυπου του καταγγέλλοντος. Λαμβανομένης υπόψη της διατύπωσης της εν λόγω επιστολής, φαίνεται σαφές ότι η Επιτροπή δεσμεύτηκε πράγματι να επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα για το θέμα αυτό. Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από ένα θεσμικό όργανο να δίνει τη δέουσα συνέχεια στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή υποσχέθηκε να έλθει σε επαφή με τον καταγγέλλοντα και στη συνέχεια δεν προέβη σε καμία σχετική ενέργεια.
40. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι στην επιστολή της 26ης Μαΐου 2008, δηλαδή μετά την έναρξη της παρούσας έρευνας, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για τη μη επικοινωνία μαζί του, όπως είχε υποσχεθεί στην επιστολή της 29ης Σεπτεμβρίου 2006. Ενόψει αυτής της συγγνώμης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν χρειάζονται πλέον περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον διαδικαστικό ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον σχετικό πρώτο ισχυρισμό του.
Β. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος
Τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
41. Ο δεύτερος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορά την ουσία της διαφοράς του με την Επιτροπή, δηλαδή το ζήτημα αν είχε το δικαίωμα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το λογότυπό του ή αν η απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να το τροποποιήσει ήταν δικαιολογημένη. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το αίτημα της Επιτροπής να σταματήσει να χρησιμοποιεί το λογότυπό του ή να το τροποποιήσει ήταν αβάσιμο. Ισχυρίστηκε ότι το θεσμικό όργανο θα πρέπει να επιβεβαιώσει με οριστικό και αμετάκλητο τρόπο ότι ο καταγγέλλων έχει το δικαίωμα και την άδεια να χρησιμοποιεί ελεύθερα την επωνυμία και το λογότυπό του.
Τα αρχικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος
42. Τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
43. Ο λογότυπος του καταγγέλλοντος περιέχει ορισμένα διακριτικά στοιχεία που αποτρέπουν κάθε πιθανή σύγχυση με το ευρωπαϊκό έμβλημα. Ειδικότερα, i) ο λογότυπος του καταγγέλλοντος έχει μόνο 11 αστέρια σε κύκλο και δεν υπάρχει σκούρο μπλε φόντο· ii) η λέξη «ευρωπαϊκός» εμφανίζεται πάντα δίπλα στη λέξη [εμπιστευτικό]. Επιπλέον, η λέξη «ευρωπαϊκή» δεν έχει καταχωριστεί από την Ένωση ως σήμα και υπάρχουν πολλές εταιρείες στην ΕΕ που χρησιμοποιούν τη λέξη «ευρωπαϊκή» ως σήμα και λογότυπο που περιλαμβάνει αστέρια· iii) τα αστέρια δεν χρησιμοποιούνται ποτέ μόνα τους, αλλά πάντα σε συνδυασμό με τις λέξεις και μια γραμμή που αναδεικνύει αυτές τις λέξεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο λογότυπός του δεν φέρει το ευρωπαϊκό έμβλημα.
44. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η χρήση του λογοτύπου του δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων. Το άρθρο 6β παράγραφος 1 στοιχείο γ) απαγορεύει τη χρήση εμβλήματος που υποδηλώνει στο κοινό «ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του οικείου οργανισμού και των ... εμβλημάτων ... ή ... παραπλανά το κοινό ως προς την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ του χρήστη και του οργανισμού». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου ήταν η προστασία του κοινού. Ωστόσο, οι υπηρεσίες της δεν απευθύνονται και δεν παρέχονται στο ευρύ κοινό, αλλά σε πελάτες που διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις στον κλάδο της πληροφορικής. Εν προκειμένω, ο καταγγέλλων παρέπεμψε στις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις T-91/01 [5] και T-323/00 [6], επισημαίνοντας ότι το Γενικό Δικαστήριο θεώρησε τους χρήστες υπολογιστών και διαδικτυακών υπηρεσιών ως καταναλωτές με εξειδικευμένες γνώσεις και ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελούνταν κυρίως από επαγγελματίες του τομέα των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών.
45. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι ουδέποτε παρείχε υπηρεσίες που ήταν «ίδιες ή παρόμοιες» με εκείνες που παρείχαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, δεδομένου ότι λειτουργούσε σαφώς μόνο στον τομέα της ΤΠ και των επικοινωνιών. Ως εκ τούτου, είναι αδιανόητο να συγχέεται αυτό το είδος επιχειρήσεων με τις πολιτικές και τις δραστηριότητες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι δεν είχε λάβει ποτέ καμία ερώτηση σχετικά με πιθανή σχέση μεταξύ των υπηρεσιών της και των υπηρεσιών των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και ότι δεν της είχε γνωστοποιηθεί ποτέ καμία σχετική σύγχυση.
46. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έθεσε το ζήτημα μετά από 14 έτη ύπαρξής του στην αγορά, χωρίς να έχει προβεί σε προηγούμενη ανακοίνωση ή παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό. Τόνισε ότι το λογότυπό της ήταν πλέον συνδεδεμένο με την ιστορία της εταιρείας και με εκατοντάδες ιστορίες επιτυχίας και αναφορές έργων. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, εάν τροποποιηθεί ο λογότυπος, θα υποστεί σοβαρή βλάβη.
Η θέση της Επιτροπής
47. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι ήταν δική της ευθύνη να διατηρήσει τη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος «υπό αυστηρή επιτήρηση». Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι περισσότερες εταιρείες με λογότυπο ικανό να προκαλέσει σύγχυση με τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το είχαν τροποποιήσει, ως θέμα ρουτίνας, αφού η Επιτροπή είχε έρθει σε επαφή μαζί τους. Ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από άλλες εταιρείες ως προς το θέμα αυτό.
48. Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να παράσχει την επιβεβαίωση που ζήτησε ο καταγγέλλων, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν είχε τροποποιήσει την εταιρική εικόνα του ούτε είχε ζητήσει την έγκριση της Επιτροπής. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι θα εξέταζε όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει την τήρηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος, εκτός εάν ο καταγγέλλων τροποποιήσει αναλόγως το λογότυπό του.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
49. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε τα επιχειρήματα που προαναφέρθηκαν και υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο να «αντικαταστήσει ή να τροποποιήσει [το λογότυπό του] καθόλου», δεδομένου ότι το εν λόγω λογότυπο ήταν σε πλήρη συμμόρφωση με την ισχύουσα νομοθεσία και δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων.
Περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή
50. Αφού ανέλυσε προσεκτικά τα ανωτέρω επιχειρήματα των μερών, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες σχετικά με το ζήτημα αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
(1) Στην καταγγελία της και στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα εξέθεσε ορισμένα επιχειρήματα για να στηρίξει την άποψή της ότι η Επιτροπή κακώς της ζήτησε να παύσει να χρησιμοποιεί τον λογότυπό της ή να τον τροποποιήσει. Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξετάσει τα επιχειρήματα αυτά;
(2) Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει ειδικότερα το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι το αίτημα της Επιτροπής να αλλάξει το λογότυπό του προήλθε μετά από πολλά χρόνια συνεργασίας με τον καταγγέλλοντα και μετά από 14 χρόνια ύπαρξης του καταγγέλλοντος στην αγορά;
(3) Θα μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις απαντήσεις της στις ερωτήσεις αριθ. 1 και 2, γιατί πιστεύει ότι είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να αλλάξει το λογότυπό του;
Απάντηση της Επιτροπής
51. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι ο καταγγέλλων δεν παρέχει τις ίδιες ή παρόμοιες υπηρεσίες με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, η Επιτροπή επισήμανε ότι ουδέποτε είχε υποστηρίξει ότι ο καταγγέλλων παρείχε παρόμοιες υπηρεσίες, αλλά ότι η χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από τον καταγγέλλοντα ήταν τέτοια ώστε να υποδηλώνει στο κοινό ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του τελευταίου και της ΕΕ. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η χρήση της λέξης «ευρωπαϊκό» και η απομίμηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος στο λογότυπο του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να ωθήσει το κοινό να πιστέψει ότι i) τα προϊόντα και οι υπηρεσίες του καταγγέλλοντος προέρχονται από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· ii) τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες είναι εγγυημένα από την Επιτροπή ή άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ· iii) ο λογότυπος ανήκει σε επίσημο οργανισμό ή οργανισμό εγκεκριμένο ή ελεγχόμενο από διοικητικές ή δημόσιες αρχές ή οργανισμούς των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Η Επιτροπή θεώρησε ότι ο κίνδυνος σύγχυσης ήταν ακόμη μεγαλύτερος, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ήταν ανάδοχος της Επιτροπής και το γεγονός αυτό αναφερόταν στον ιστότοπο του καταγγέλλοντος.
52. Το θεσμικό όργανο επισήμανε περαιτέρω ότι η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 6β παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης των Παρισίων είναι ανεξάρτητη από την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών (παρόμοιων ή μη), αλλά συνιστά γενική απαγόρευση της χρήσης ή της απομίμησης τέτοιων εμβλημάτων σε «όλες τις περιστάσεις».
53. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την ερμηνεία του άρθρου 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων, η Επιτροπή παρέπεμψε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-127/02 Concept κατά ΓΕΕΑ [7], με την οποία επιβεβαιώθηκε η άρνηση του ΓΕΕΑ να καταχωρίσει σήμα που περιέχει στοιχεία του ευρωπαϊκού εμβλήματος, στην οποία το Δικαστήριο δήλωσε τα εξής:
«Σκοπός του άρθρου 6β παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης των Παρισίων είναι να εμποδίσει την καταχώριση και τη χρήση σημάτων που είναι πανομοιότυπα με κρατικά εμβλήματα ή που είναι σε κάποιο βαθμό παρόμοια με αυτά. Μια τέτοια καταχώριση ή χρήση θα έθιγε το δικαίωμα του κράτους να ελέγχει τη χρήση των συμβόλων της κυριαρχίας του και θα μπορούσε, επιπλέον, να παραπλανήσει το κοινό ως προς την προέλευση των προϊόντων για τα οποία χρησιμοποιούνται τα σήματα αυτά. Δυνάμει του άρθρου 6β παράγραφος 1 στοιχείο β) της σύμβασης των Παρισίων, η προστασία αυτή καλύπτει επίσης τα θωράκιση, τις σημαίες, άλλα εμβλήματα, συντομογραφίες και ονόματα διεθνών διακυβερνητικών οργανισμών. Τα κρατικά εμβλήματα και τα εμβλήματα διεθνών διακυβερνητικών οργανισμών προστατεύονται όχι μόνο από την καταχώριση και τη χρήση σημάτων που είναι πανομοιότυπα με αυτά ή τα ενσωματώνουν, αλλά και από την προσθήκη στα σήματα αυτά οποιασδήποτε απομίμησης των εμβλημάτων αυτών από εραλδική άποψη».
54. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα διακριτικά στοιχεία που προσδιόρισε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι ο λογότυπος του καταγγέλλοντος ήταν παρόμοιος με το ευρωπαϊκό έμβλημα. Η χρήση 11 αστεριών, όχι μόνο δεν αναιρεί την ομοιότητα, αλλά επιβεβαιώνει την απομίμηση των 12 αστεριών που περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό έμβλημα. Το γεγονός ότι υπήρχαν ορισμένες διαφορές μεταξύ του λογότυπου του καταγγέλλοντος και του ευρωπαϊκού εμβλήματος δεν αντέκρουε, κατά την άποψη της Επιτροπής, την ομοιότητα αυτή. Η Επιτροπή εξήγησε ότι το άρθρο 6β παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης των Παρισίων δεν απαγορεύει μόνο τη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος, αλλά και την απομίμηση του εμβλήματος. Η Επιτροπή παρέπεμψε στη σκέψη 53 της προαναφερθείσας αποφάσεως στην υπόθεση T-127/02, στην οποία το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι «το γεγονός ότι το σήμα περιέχει επίσης λεκτικό στοιχείο δεν αποκλείει, αυτό καθαυτό, την εφαρμογή του άρθρου αυτού, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα. Το σημαντικό ζήτημα είναι αν, εν προκειμένω, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση περιέχει στοιχείο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ευρωπαϊκό έμβλημα ή απομίμησή του από εραλδική άποψη. Το στοιχείο αυτό δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι πανομοιότυπο με το επίμαχο έμβλημα. Το γεγονός ότι το εν λόγω έμβλημα είναι σχηματοποιημένο ή ότι χρησιμοποιείται μόνο ένα μέρος του εμβλήματος δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει απομίμηση από εραλδική άποψη».
55. Η Επιτροπή συμφώνησε ότι η λέξη «ευρωπαϊκό» δεν καταχωρίστηκε από την ΕΕ ως σήμα, αλλά επισήμανε ότι ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μια τέτοια καταχώριση θα ήταν δυνατή. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι είχε ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να μην χρησιμοποιήσει την απομίμηση του «ευρωπαϊκού λογότυπου αστεριών» και όχι τη χρήση της λέξης «ευρωπαϊκός».
56. Η Επιτροπή επισήμανε ότι το αίτημά της προς τον καταγγέλλοντα να τροποποιήσει το λογότυπό του δεν βασιζόταν στην απουσία καταχώρισης εμπορικού σήματος στο κράτος μέλος του καταγγέλλοντος. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι η αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου εθνικού γραφείου σημάτων με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του καταγγέλλοντος, με ημερομηνία 16 Μαΐου 2001, ελήφθη κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης της Σύμβασης των Παρισίων, η οποία υποχρέωνε [τη χώρα εγκατάστασής της] να αρνηθεί την καταχώριση του σήματος.
57. Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε ο καταγγέλλων ότι το όνομα και το λογότυπό του ήταν εξαιρετικά πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία και ότι η αλλαγή τους θα προκαλούσε σοβαρή ζημία στην εταιρεία, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η επιτυχία ή η αποτυχία του καταγγέλλοντος εξαρτιόταν από τα προϊόντα του και την αξία τους και όχι από την εταιρική εικόνα του. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή επισήμανε ότι ουδέποτε ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να αλλάξει την επωνυμία του. Το αίτημα της Επιτροπής περιοριζόταν στο να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να τροποποιήσει το λογότυπό του, χωρίς να το τροποποιήσει ουσιαστικά, ώστε να το διακρίνει από το ευρωπαϊκό έμβλημα.
58. Απαντώντας στην παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι το αίτημα της Επιτροπής υποβλήθηκε μετά από πολλά έτη επιχειρηματικής δραστηριότητας με αυτόν και μετά από 14 έτη παρουσίας του στην αγορά, η Επιτροπή συμφώνησε ότι είχε πράγματι επιχειρηματική δραστηριότητα με τον καταγγέλλοντα επί σειρά ετών. Παρατήρησε, ωστόσο, ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει πόσο καιρό η τελευταία ήταν στην αγορά ή για πόσο καιρό χρησιμοποιούσε τον σημερινό της λογότυπο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν το λογότυπο είχε χρησιμοποιηθεί επί 14 έτη, αυτό δεν θα παρείχε κανένα δικαίωμα χρήσης του. Ο μόνος τρόπος προστασίας του λογοτύπου ήταν η καταχώρισή του ως σήματος. Η Επιτροπή επανέλαβε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος για καταχώριση εμπορικού σήματος στη [χώρα εγκατάστασής του] απορρίφθηκε το 2002, γεγονός που ενδέχεται να έχει ήδη προειδοποιήσει τον καταγγέλλοντα ότι είναι ευάλωτος ο ισχυρισμός του ότι χρησιμοποιεί τον εν λόγω λογότυπο. Υπενθύμισε επίσης ότι η χρήση της περιουσίας άλλου προσώπου απαιτεί προηγούμενη άδεια από τον κάτοχο των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και ότι ο μόνος τρόπος χρήσης του ευρωπαϊκού εμβλήματος ήταν με την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής. Ωστόσο, ο καταγγέλλων αρνήθηκε επανειλημμένα στην αλληλογραφία του με την Επιτροπή να ζητήσει την έγκρισή της για να χρησιμοποιήσει το ευρωπαϊκό έμβλημα ή να τροποποιήσει το λογότυπό της. Κατά την άποψη της Επιτροπής, θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι ο καταγγέλλων σκόπευε να «προσαρμόσει το ευρωπαϊκό έμβλημα συμπεριλαμβάνοντας την απομίμησή του στο λογότυπο της εταιρείας».
59. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να αλλάξει το λογότυπό του.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
60. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο άρθρο 6β παράγραφος 1 στοιχείο γ) και επισήμανε ότι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, επιτρέπεται η χρήση συγκεκριμένου σήματος, εάν το τελευταίο δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να υποδηλώνει στο κοινό ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του οικείου οργανισμού και των σχετικών θυρεών, σημαιών, εμβλημάτων, συντομογραφιών και ονομάτων ή εάν η χρήση αυτή δεν είναι πιθανώς τέτοιας φύσης ώστε να παραπλανά το κοινό ως προς την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ του χρήστη και του οργανισμού. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την εξαίρεση αυτή.
61. Ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι, ακόμη και αν ο λογότυπός του ήταν πανομοιότυπος με το ευρωπαϊκό έμβλημα, η χρήση του δεν θα ήταν ικανή να δημιουργήσει στο ενδιαφερόμενο κοινό την εντύπωση ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ αυτού και του Συμβουλίου της Ευρώπης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τόνισε ότι παρείχε τις υπηρεσίες της πάντα μέσω προσκλήσεων υποβολής προσφορών. Για να συμμετάσχει σε αυτές τις προσκλήσεις, ο καταγγέλλων έπρεπε να υποβάλει σημαντικό αριθμό εγγράφων και κανένα από αυτά τα έγγραφα δεν ανέφερε ούτε καν υπονοούσε ότι υπήρχε σχέση μεταξύ αυτού και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Ο ιστότοπος του καταγγέλλοντος δεν αναφέρει, ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, ότι υπήρξε τέτοια σύνδεση. Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι οι υπηρεσίες του απευθύνονται κυρίως στον δημόσιο τομέα και ότι δεν υπάρχει πιθανότητα σύγχυσης, δεδομένου ότι ούτε το Συμβούλιο της Ευρώπης ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχουν υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής σε οποιονδήποτε αποδέκτη. Επιπλέον, οι πελάτες του καταγγέλλοντος γνώριζαν πολύ καλά το γεγονός αυτό και το καθεστώς του καταγγέλλοντος, το οποίο είχε καθοριστεί δεόντως βάσει της εθνικής νομοθεσίας και το οποίο δεν ήταν επίσημος οργανισμός συνδεδεμένος με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Το νομικό καθεστώς του καταγγέλλοντος προέκυπτε από το καταστατικό του, το οποίο επισυνάπτονταν πάντοτε στα τεύχη δημοπράτησης. Το γεγονός ότι ο καταγγέλλων ήταν ανάδοχος της Επιτροπής δεν σήμαινε ότι υπήρχε οποιαδήποτε σχέση μεταξύ του λογοτύπου του και του ευρωπαϊκού εμβλήματος.
62. Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι το 95 % των εσόδων του προερχόταν από τις υπηρεσίες που παρείχε και ότι, ως εκ τούτου, το σήμα που χρησιμοποιούσε έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «σήμα υπηρεσιών». Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού 40/94 παρέπεμπε απλώς στο άρθρο 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν είχε εφαρμογή στα σήματα υπηρεσιών, αλλά αφορούσε μόνο τα σήματα προϊόντων. Επομένως, ο λογότυπος του καταγγέλλοντος δεν μπορούσε να απορριφθεί βάσει της διατάξεως αυτής και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να καλύπτεται από τον απόλυτο λόγο απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94. Εν προκειμένω, η καταγγέλλουσα παρέπεμψε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-215/06 American Clothing Associates κατά ΓΕΕΑ [8] και επανέλαβε ότι χρησιμοποιούσε το «σήμα υπηρεσιών» της επί σειρά ετών χωρίς κανείς να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τον εικαζόμενο παραπλανητικό χαρακτήρα του.
63. Ο καταγγέλλων επέμεινε στη θέση του ότι οι διαφορές μεταξύ του υπηρεσιακού του σήματος και του ευρωπαϊκού εμβλήματος ήταν προφανείς. Διαφωνεί επίσης με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής ότι ένα σήμα υπηρεσιών δεν αποτελεί πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο για τον χρήστη του. Οι υπηρεσίες του καταγγέλλοντος συνδέονταν στενά με το λογότυπό του, το οποίο όριζε την προέλευσή τους. Κατά συνέπεια, ακόμη και η παραμικρή τροποποίηση του σήματος υπηρεσιών θα παραπλανούσε το κοινό στο οποίο απευθύνεται η καταγγέλλουσα. Κατά την άποψή της, το κόστος που αναλαμβάνουν οι εταιρείες που εισάγουν νέο λογότυπο ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ. Ακόμη και αν ο ισχυρισμός της Επιτροπής θεωρηθεί δικαιολογημένος, το γεγονός και μόνο ότι δέχθηκε να συναλλάσσεται με τον καταγγέλλοντα επί 13 έτη και αποφάσισε να συναλλάσσεται μετά την καταγγελία αυτή επί 3 ακόμη έτη, έδειξε ότι το θεσμικό όργανο θα έπρεπε να επωμιστεί όλες τις αναγκαίες δαπάνες για την τροποποίηση του λογότυπου του καταγγέλλοντος και τον αντίκτυπο που αυτό θα είχε στην εταιρική του ταυτότητα, σε όλες τις χώρες στις οποίες ο καταγγέλλων δραστηριοποιείται άμεσα ή έμμεσα.
64. Τέλος, ο καταγγέλλων θεώρησε την απάντηση της Επιτροπής ότι το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει πόσο καιρό ήταν ενεργό στην αγορά «εντελώς υποκριτική». Προς επίρρωση της άποψής της, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 30 Μαρτίου 1995 και τιμολόγιο με το λογότυπο της καταγγέλλουσας που εστάλη στις 25 Νοεμβρίου 1997. Τέλος, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι αρνήθηκε να ζητήσει την έγκρισή της για τη χρήση του εν λόγω λογότυπου ήταν «εντελώς αναληθής», δεδομένου ότι είχε ήδη ζητήσει από την Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ελεύθερα.
Η δεύτερη περαιτέρω έρευνα του Διαμεσολαβητή
65. Αφού ανέλυσε τη θέση των μερών, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, προκειμένου να ασχοληθεί με την υπόθεση, η Επιτροπή θα πρέπει να απαντήσει στο ακόλουθο περαιτέρω ερώτημα:
«Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής στο πρώτο μου αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το σήμα της ήταν σήμα υπηρεσιών και ότι, ως εκ τούτου, το άρθρο 6β παράγραφος 1 της Σύμβασης των Παρισίων δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωσή της. Ο καταγγέλλων παρέπεμψε εν προκειμένω στην υπόθεση T-215/06 American Clothing Associates κατά ΓΕΕΑ [9]. Με την απόφαση αυτή ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην απόφασή του στην εν λόγω αναιρετική υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Σύμβαση των Παρισίων δεν εφαρμόζεται στα σήματα υπηρεσιών, αλλά ότι τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν «παρόλα αυτά ελεύθερα να προβλέψουν μονομερώς μια τέτοια εφαρμογή»[10]. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι πρέπει να δημιουργηθεί νομική βάση για την εφαρμογή του άρθρου 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων στα σήματα υπηρεσιών. Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει με ποιον τρόπο, υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας νομολογίας, το αίτημά της προς τον καταγγέλλοντα να τροποποιήσει την εταιρική εικόνα του θα μπορούσε να βασιστεί αποκλειστικά στο άρθρο 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων;
Η απάντηση της Επιτροπής στις ανωτέρω περαιτέρω έρευνες
66. Σε απάντηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι στην προαναφερθείσα υπόθεση T-215/06 ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του ΔΕΚ, το οποίο αναίρεσε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου. Όσον αφορά τα σήματα υπηρεσιών, το ΔΕΚ δήλωσε τα εξής:
«Δεδομένου ότι η διάκριση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο μεταξύ σημάτων προϊόντων και σημάτων υπηρεσιών δεν ήταν βάσιμη, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 39 έως 61 της παρούσας αποφάσεως σχετικά με τα προϊόντα των κλάσεων 18 και 25 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, το ΓΕΕΑ μπορούσε επίσης να αρνηθεί την καταχώριση σήματος για υπηρεσίες της κλάσεως 40 της εν λόγω συμφωνίας [11].
Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 104 και 107 των προτάσεών του, η Σύμβαση των Παρισίων προβλέπει ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας για τα στοιχεία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, αφήνοντας παράλληλα στα κράτη μέλη που είναι συμβαλλόμενα μέρη της τη δυνατότητα να διευρύνουν το πεδίο της προστασίας. Κατά συνέπεια, μολονότι, όπως υποστηρίζει η American Clothing, η Σύμβαση των Παρισίων δεν υποχρέωνε τα συμβαλλόμενα σε αυτήν κράτη να καταχωρίζουν σήματα υπηρεσιών και οι διατάξεις της Συμβάσεως αυτής δεν είχαν εφαρμογή στα εν λόγω σήματα υπηρεσιών, εντούτοις τα κράτη αυτά είναι ελεύθερα να προβλέπουν μονομερώς μια τέτοια εφαρμογή. Όπως προκύπτει από το έγγραφο του ΠΟΔΙ στο οποίο αναφέρεται το Πρωτοδικείο στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 6β δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση των Παρισίων κράτη να αρνηθούν ή να ακυρώσουν την καταχώριση και να απαγορεύσουν τη χρήση κρατικών εμβλημάτων ή άλλων επίσημων σημείων ως σήματος υπηρεσιών ή ως στοιχείου σήματος υπηρεσιών. Ωστόσο, τα κράτη είναι ελεύθερα να το πράττουν [...]»[12].
Κατά συνέπεια, το άρθρο 6β αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των συμβαλλομένων στη Σύμβαση κρατών την επέκταση της προστασίας που διασφαλίζεται στα σήματα προϊόντων και στα σήματα υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό, η Σύμβαση των Παρισίων δεν απαιτεί από τα εν λόγω κράτη να διακρίνουν μεταξύ των δύο ειδών σημάτων [13].»
67. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου στην εν λόγω υπόθεση εκδόθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2008 (υπόθεση T-215/06) και η απόφαση του Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου 2009 (υπόθεση C-202/08), ενώ η Επιτροπή απέστειλε την πρώτη της προειδοποίηση στον καταγγέλλοντα στις 7 Ιουνίου 2006. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε -κατά τον χρόνο που είχε θέσει το ζήτημα στον καταγγέλλοντα- να γνωρίζει την ανωτέρω ερμηνεία του Δικαστηρίου.
68. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία της είχε προταθεί ότι η προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος δεν εκτείνεται στα σήματα υπηρεσιών. Σημαντικό μέρος των σημάτων που εξετάζονται στο πλαίσιο της προστασίας του ευρωπαϊκού εμβλήματος είναι σήματα υπηρεσιών. Η εξέταση των 16 παραδειγμάτων σημάτων που υποβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα επιβεβαίωσε ότι καθένα από αυτά ήταν σήμα υπηρεσιών. Εννέα από τα σήματα που υποβλήθηκαν ως παραδείγματα από τον καταγγέλλοντα ήταν αποκλειστικά σήματα υπηρεσιών, ενώ τα υπόλοιπα επτά σήματα κατατέθηκαν τόσο στις κλάσεις προϊόντων όσο και στις κλάσεις υπηρεσιών. Κατά την άποψη της Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη νομικής βάσης για την εφαρμογή του άρθρου 6β της Σύμβασης των Παρισίων στα σήματα υπηρεσιών.
69. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι ο καταγγέλλων δεν διαθέτει καταχωρισμένο σήμα, δεδομένου ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος για σήμα απορρίφθηκε αμετάκλητα από το αρμόδιο εθνικό γραφείο σημάτων βάσει του άρθρου 6β παράγραφος 1 στοιχείο γ) της σύμβασης των Παρισίων.
70. Η Επιτροπή έκρινε ότι, δεδομένου ότι μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 6β ανεξάρτητα από τον τομέα δραστηριότητας της εν λόγω εταιρείας και λαμβάνει υπόψη μόνο την εραλδική απομίμηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος και τη σύνδεση - κατά την αντίληψη του κοινού - μεταξύ του σήματος για το οποίο ζητείται η καταχώριση και του εμβλήματος, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, «αυτή ήταν η καταλληλότερη νομική βάση για τη στήριξη των επιχειρημάτων κατά της χρήσης του λογοτύπου από την εταιρεία».
71. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, εν τω μεταξύ, στις 3 Μαρτίου 2009, κατέθεσε το ευρωπαϊκό έμβλημα ως σήμα στη Γαλλία και επέκτεινε την προστασία στην ΕΕ και στην Αλβανία, την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, το Μονακό, την ΠΓΔΜ, τον Άγιο Μαρίνο, τη Γεωργία, την Ισλανδία, τη Νορβηγία και την Ανδόρα. Το σήμα κατατίθεται σε όλες τις κατηγορίες υπηρεσιών (35 έως 45), ενισχύοντας τη θέση της Επιτροπής όσον αφορά τα νόμιμα δικαιώματα που έχει να εμποδίζει τη μη εξουσιοδοτημένη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος.
72. Εν κατακλείδι, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι το ευρωπαϊκό έμβλημα προστατεύεται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού 40/94, καθώς και βάσει του άρθρου 6β της σύμβασης των Παρισίων. Υποστήριξε ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι «το σύνολο των σχετικών νομοθετικών διατάξεων δεν διακρίνει, κατ' αρχήν, μεταξύ σημάτων προϊόντων και σημάτων υπηρεσιών και ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο θ ́, του κανονισμού 40/94 εφαρμόζεται αδιακρίτως». Η προστασία του εμβλήματος επιδιώκεται από την Επιτροπή και τα εθνικά γραφεία διανοητικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών.
Συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
73. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η προσπάθεια της Επιτροπής να την υποχρεώσει να αλλάξει την εταιρική της ταυτότητα αποτελούσε μέρος της γενικής εχθρικής στάσης πολλών υπηρεσιών της Επιτροπής απέναντί της.
74. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ εθνικού εμβλήματος κράτους και σήματος. Ενώ τα εθνικά κρατικά εμβλήματα έχουν τις ρίζες τους στην ιστορία, τον πολιτισμό, τις παραδόσεις και τη διεθνή ανάπτυξη, τα εμπορικά σήματα αποτελούν ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος, οι επιχειρήσεις πρέπει να προσελκύουν πελάτες λόγω της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, προσδιορίζοντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους μέσω διακριτικών σημείων.
75. Η νομολογία έχει ήδη καθορίσει κατευθυντήριες γραμμές για την προστασία των καταχωρισμένων σημείων. Βάσει της δέκατης αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ [14], η οποία αντιστοιχεί στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 40/94, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η προστασία που παρέχει το καταχωρισμένο σήμα έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι το σήμα αποτελεί ένδειξη προέλευσης και ότι, σε περίπτωση ομοιότητας μεταξύ του σήματος και άλλου ιδεογράμματος ή μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών, ο κίνδυνος σύγχυσης αποτελεί την ειδική προϋπόθεση για την προστασία.
76. Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, επίκληση του δικαιώματος του δικαιούχου καταχωρισμένου σημείου μπορεί να γίνει μόνον αν το ταυτόσημο ή η ομοιότητα τόσο των σημάτων όσο και των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν προκαλεί σύγχυση στον καταναλωτή. Στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, της οδηγίας 89/104, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του κανονισμού 40/94, ως κίνδυνος συγχύσεως νοείται ο κίνδυνος να πιστέψει το κοινό ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Τέλος, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων παραγόντων, ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων ή του τρόπου με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται το σήμα στο σύνολό του, χωρίς να εξετάζεται κάθε λεπτομέρειά του. Για να εκτιμηθεί ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των σημάτων, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί ο βαθμός οπτικής, ακουστικής ή εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ τους και να σταθμιστούν τα στοιχεία αυτά, λαμβάνοντας υπόψη την κατηγορία των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών και τις συνθήκες εμπορίας τους [15].
77. Όσον αφορά το γεγονός ότι το αρμόδιο εθνικό Γραφείο Σημάτων απέρριψε την καταχώριση του σήματός του, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, αφού αποφάσισε να μην υποβάλει αίτηση για αρχική δημόσια προσφορά στο Χρηματιστήριο Αθηνών, αποφάσισε να μην «ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά του στην υπόθεση αυτή».
78. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η προστασία των εμβλημάτων βάσει του άρθρου 6β παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης των Παρισίων δεν αφορά μόνο την καταχώριση ή τη χρήση σημάτων που είναι εν όλω ή εν μέρει πανομοιότυπα με τα εν λόγω εμβλήματα, αλλά και σημάτων που εμπίπτουν σε μια συγκεκριμένη σφαίρα ομοιότητας, δηλαδή την απομίμηση «από εραλδική άποψη». Ο χαρακτηρισμός αυτός περιορίζει ουσιαστικά το πεδίο εφαρμογής αυτού που κανονικά θα θεωρούνταν απαράδεκτη απομίμηση στο δίκαιο των εμπορικών σημάτων. Δεδομένου ότι τα εμβλήματα αυτά περιλαμβάνουν συχνά κοινά σύμβολα, όπως ένα ζώο, ένα φυτό, αστέρια ή άλλα παρόμοια σύμβολα, οι απομιμήσεις απαγορεύονται μόνον εάν αναπαράγουν το εραλδικό χαρακτηριστικό του οικείου σημείου. Ως εκ τούτου, το σύμβολο αυτό καθαυτό μπορεί να χρησιμοποιείται ελεύθερα στη σύνθεση εμπορικών σημάτων ή λογοτύπων.
79. Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι η προαναφερθείσα προσέγγιση όσον αφορά την καταχώριση εμβλημάτων και σημείων ως σημάτων και όχι τη χρήση τους είναι αυτή που μπορεί να βλάψει ανεπανόρθωτα τα μακροπρόθεσμα δικαιώματα μιας εταιρείας μέσω καθυστερημένης εντολής αρμόδιας αρχής με την οποία της ζητείται να παύσει τη χρήση των επίμαχων σημείων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής ήταν «εξαιρετικά περιοριστική και επιζήμια για τα εμπορικά συμφέροντα της εταιρείας, καθώς [βασιζόταν] σε καταχρηστική ερμηνεία της αντίστοιχης νομικής διαδικασίας που υπερβαίνει το πραγματικό πεδίο εφαρμογής της».
80. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι η Επιτροπή δεν θα πρέπει να προσπαθήσει να μονοπωλήσει τα κοινά στοιχεία που αποτελούν το έμβλημά της, μεταξύ των οποίων ένας κύκλος κίτρινων αστεριών, ιδίως όταν ο καταγγέλλων έχει προσθέσει στοιχεία που κάνουν μεγάλη διαφορά στην εραλδική, όπως οι λέξεις. Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων απέρριψε τον ισχυρισμό ότι, «από εραλδική άποψη», το λογότυπό του ήταν απομίμηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Η χρήση τέτοιων κοινών συμβόλων θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, ειδικά όταν, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, έχουν οδηγήσει στη δημιουργία κάτι νέου.
81. Ο καταγγέλλων έκρινε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστης, δεδομένου ότι η τελευταία θεώρησε καταχρηστικά ότι το ευρύ κοινό μπορεί να παραπλανηθεί όσον αφορά την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι ο καταγγέλλων απολάμβανε εμπορικά οφέλη από μια τέτοια εικαζόμενη σύνδεση ή ότι το ευρύ κοινό συγχέεται με οποιονδήποτε τρόπο. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε κινήσει τις αντίστοιχες διαδικασίες για να εμποδίσει τη χρήση του εν λόγω σήματος πριν από 17 χρόνια, ιδίως δεδομένου ότι όλα αυτά τα χρόνια ο καταγγέλλων ήταν σημαντικός ανάδοχος της Επιτροπής.
82. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο διακριτικός χαρακτήρας του σήματος πρέπει να εξετάζεται στο σύνολό του και ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική εντύπωση που προκαλεί. Η απεικόνιση της εταιρικής επωνυμίας του καταγγέλλοντος, η οποία αναχαιτίζει τον κύκλο των κίτρινων αστεριών, καθιστά εμφανές σε ποιον σχετίζεται το σήμα και δεν αφήνει περιθώρια για παραπλανητικές υποθέσεις στο ευρύ κοινό. Σχεδόν το 99 % των υπηρεσιών του καταγγέλλοντος παρέχονται στον δημόσιο τομέα της ΕΕ και όχι στο ευρύ κοινό.
83. Ο καταγγέλλων υπενθύμισε ότι χρησιμοποιεί το λογότυπό του τα τελευταία 17 χρόνια και ότι η Επιτροπή γνώριζε πολύ καλά το γεγονός αυτό. Παρόλο που υπάρχουν πολλά καταχωρισμένα εμπορικά σήματα εταιρειών, τα οποία από εραλδική άποψη είναι παρόμοια με το ευρωπαϊκό έμβλημα, η Επιτροπή επέλεξε να επιτεθεί στον καταγγέλλοντα και το έπραξε μετά από 10 χρόνια επιχειρηματικής δραστηριότητας μαζί του.
84. Η Επιτροπή επέτρεψε μάλιστα στον καταγγέλλοντα να χρησιμοποιήσει το λογότυπό του για 5 επιπλέον έτη μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στην υποβολή της παρούσας καταγγελίας. Στις 8 Φεβρουαρίου 2011, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής με την οποία ρωτούσε γιατί, εάν το λογότυπό του συνιστούσε τόσο σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων, η Επιτροπή υποβάθμισε την υπόθεση αυτή στην επιστολή της 29ης Σεπτεμβρίου 2006 και στη συνέχεια απέσυρε τις απειλές της και ανέστειλε τη λήψη μέτρων κατά του καταγγέλλοντος τόσο εκείνη τη χρονική στιγμή όσο και στη συνέχεια. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή αυτή.
85. Τέλος, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, εάν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώσει ότι η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να επιβάλει στον καταγγέλλοντα να αλλάξει το λογότυπό του, τότε πρέπει να λάβει υπόψη τον αντίκτυπο που θα έχει μια τέτοια αλλαγή στο τελευταίο και, ως εκ τούτου, να ζητήσει από την Επιτροπή να χρηματοδοτήσει μια νέα στρατηγική μάρκετινγκ και επικοινωνίας, η οποία θα επιτρέψει στον καταγγέλλοντα να κοινοποιήσει το λογότυπό του σε ολόκληρη την ΕΕ, στις αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων θα ήταν πρόθυμος να υποβάλει προσφορά από διαφημιστική εταιρεία για μια τέτοια εκστρατεία.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
86. Το κύριο ζήτημα που έθεσε ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση είναι αν ο καταγγέλλων είχε το δικαίωμα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το λογότυπό του ή αν η απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει την τροποποίησή του ήταν δικαιολογημένη (δεύτερος ισχυρισμός).
87. Προς στήριξη της άποψής της, η καταγγέλλουσα προέβαλε κατ’ ουσίαν τα ακόλουθα δύο επιχειρήματα: i) ο λογότυπος του καταγγέλλοντος δεν είναι παρόμοιος με το ευρωπαϊκό έμβλημα και δεν υπήρχε κίνδυνος σύγχυσης· ii) Το άρθρο 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων δεν έχει εφαρμογή, δεδομένου ότι αφορά μόνο εμπορικά σήματα προϊόντων, ενώ ο λογότυπος του καταγγέλλοντος είναι σήμα υπηρεσιών. Εξάλλου, ούτε οι λόγοι απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94 έχουν εφαρμογή. Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή αρχικά αντιτάχθηκε στη χρήση του λογότυπου του καταγγέλλοντος από τον καταγγέλλοντα με αναφορά στο άρθρο 6β παράγραφος 1 της Σύμβασης των Παρισίων. Ωστόσο, στην αλληλογραφία που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων, καθώς και στις παρατηρήσεις και τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, οι διάδικοι παρέπεμψαν πάντοτε στο άρθρο 6β παράγραφος 1 της Σύμβασης των Παρισίων, ιδίως στα στοιχεία α), β) και γ), και στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού 40/94, για να τεκμηριώσουν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι και οι δύο διατάξεις πρέπει να εξεταστούν στην παρούσα υπόθεση.
Όσον αφορά το σημείο i) ανωτέρω
88. Προκαταρκτικώς, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η Σύμβαση των Παρισίων έχει ως στόχο να αποκλείσει την καταχώριση και τη χρήση εμπορικών σημάτων που είναι πανομοιότυπα με κρατικά εμβλήματα ή που είναι σε κάποιο βαθμό παρόμοια με αυτά. Είναι ευθύνη της Επιτροπής να διατηρήσει τη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος «υπό αυστηρή επιτήρηση». Ειδικότερα, όπως έχουν κρίνει τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια, σκοπός του άρθρου 6β παράγραφος 1 στοιχείο α) της Σύμβασης των Παρισίων είναι να αποκλειστεί όχι μόνο η καταχώριση, αλλά και η χρήση σημάτων που είναι πανομοιότυπα με κρατικά εμβλήματα ή που είναι σε κάποιο βαθμό παρόμοια με αυτά. Μια τέτοια χρήση θα έθιγε το δικαίωμα του κράτους να ελέγχει τη χρήση των συμβόλων της κυριαρχίας του και θα μπορούσε, επιπλέον, να παραπλανήσει το κοινό ως προς την προέλευση των προϊόντων για τα οποία χρησιμοποιούνται τέτοια σήματα. Δυνάμει του άρθρου 6β παράγραφος 1 στοιχείο β) της σύμβασης των Παρισίων, η προστασία αυτή καλύπτει επίσης τα θωράκιση, τις σημαίες, άλλα εμβλήματα, συντομογραφίες και ονόματα διεθνών διακυβερνητικών οργανισμών. Επομένως, τα κρατικά εμβλήματα και τα εμβλήματα διεθνών διακυβερνητικών οργανισμών, όπως η Ένωση, προστατεύονται όχι μόνο από την καταχώριση και τη χρήση σημάτων που είναι πανομοιότυπα με αυτά ή τα ενσωματώνουν, αλλά και από την προσθήκη στα σήματα αυτά οποιασδήποτε απομίμησης των εμβλημάτων αυτών από εραλδική άποψη. Τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια έχουν επίσης αναγνωρίσει ότι αρκεί ένα σήμα να περιέχει στοιχεία καταχωρισμένου εμβλήματος, χωρίς καν να είναι αναγκαίο τα στοιχεία αυτά να είναι πανομοιότυπα με εκείνα που αφορούν καταχωρισμένο έμβλημα, για την εφαρμογή του άρθρου 6β παράγραφος 1 [16].
89. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η δράση που πρέπει να αναλάβει η Επιτροπή για την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος εξαρτάται από το αν ζητείται ή όχι η καταχώριση ενός συγκεκριμένου λογότυπου ως σήματος. Οι καταχωρίσεις αυτές είναι δυνατές είτε σε εθνικό επίπεδο είτε σε επίπεδο ΕΕ. Στην τελευταία περίπτωση, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Γραφείου Εναρμόνισης της Εσωτερικής Αγοράς («ΓΕΕΑ»). Η Επιτροπή μπορεί να παρέμβει σε διαδικασίες ενώπιον του ΓΕΕΑ για την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ υπόκεινται σε αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Στην πρώτη περίπτωση, οι καταχωρίσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των γραφείων σημάτων των κρατών μελών και, τελικά, η τελική απόφαση εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι το αρμόδιο εθνικό γραφείο σημάτων απέρριψε, το 2001, την αίτησή του για καταχώριση του επίμαχου λογοτύπου του σήματος στη [χώρα εγκατάστασής του]. Εάν το ευρωπαϊκό έμβλημα χρησιμοποιείται από ιδιώτη για τον λογότυπό του χωρίς να ζητείται η καταχώριση σήματος είτε σε εθνικό είτε σε ενωσιακό επίπεδο, η Επιτροπή θα πρέπει να προσφύγει στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, εκτός εάν η εταιρεία που χρησιμοποιεί τον λογότυπο αποδεχθεί να παύσει να τον χρησιμοποιεί ή να τον τροποποιήσει. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι η τελική απόφαση σχετικά με το αν το λογότυπο του καταγγέλλοντος χρησιμοποίησε καταχρηστικά το ευρωπαϊκό έμβλημα εμπίπτει στις αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων και των δικαστηρίων της ΕΕ.
90. Ως εκ τούτου, η εξέταση του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να περιορίζεται στο κατά πόσον είναι εύλογη η διαπίστωση της Επιτροπής ότι το λογότυπο του καταγγέλλοντος μιμείται το ευρωπαϊκό έμβλημα και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν τροποποιηθεί.
91. Η σύγκριση μεταξύ των γραφικών εικόνων του ευρωπαϊκού εμβλήματος και του λογότυπου του καταγγέλλοντος δείχνει ότι υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που απαντώνται και στα δύο, και συγκεκριμένα: i) τον κύκλο των αστεριών· και ii) τη χρήση του σκούρου μπλε και κίτρινου χρώματος. Θα μπορούσε να συζητηθεί αν το γεγονός ότι το λογότυπο του καταγγέλλοντος έχει 11 και όχι 12 αστέρια, ότι ο κύκλος των αστεριών δεν καλύπτεται πλήρως με σκούρο μπλε φόντο και ότι εμφανίζεται πάντα με δύο λέξεις, εμποδίζει το συμπέρασμα ότι αποτελεί απομίμηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από εραλδική άποψη. Τα ζητήματα αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από αρμόδιους φορείς που ειδικεύονται σε διαφορές σημάτων και/ή δικαστήρια. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι ειδικός στο να αποφασίζει αν, από εραλδική άποψη, το λογότυπο που χρησιμοποιεί ο καταγγέλλων παραβιάζει πράγματι τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης των Παρισίων. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το κεντρικό και το μόνο στοιχείο που υπάρχει στο ευρωπαϊκό έμβλημα (δηλαδή ο κύκλος των κίτρινων αστεριών) μπορεί να βρεθεί στο σύνολό του - ακόμη και αν δεν είναι εντελώς πανομοιότυπο - στον αμφισβητούμενο λογότυπο του καταγγέλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι ο λογότυπος του καταγγέλλοντος είναι παρόμοιος με το ευρωπαϊκό έμβλημα δεν φαίνεται παράλογο.
92. Η καταγγέλλουσα υποστήριξε επίσης ότι δεν υπήρχε κίνδυνος πιθανής συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6β, παράγραφος 1, στοιχείο γ ́, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, της οδηγίας 89/104 και του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του κανονισμού 40/94, δεδομένου ότι οι δραστηριότητές της ήταν εντελώς διαφορετικές από εκείνες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και ότι, εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματική της δραστηριότητα δεν απευθυνόταν στο ευρύ κοινό, αλλά κυρίως στον δημόσιο τομέα, μέσω της τακτικής συμμετοχής σε διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Επομένως, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν υπήρχε κίνδυνος σύγχυσης όσον αφορά την πιθανή συσχέτιση του εταιρικού λογότυπου του με το ευρωπαϊκό έμβλημα, ούτε κίνδυνος σύγχυσης του κοινού σχετικά με την ταυτότητα του κατόχου του λογοτύπου του.
93. Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο δικτυακός τόπος του καταγγέλλοντος αναφέρει ότι ο τελευταίος παρέχει ευρύ φάσμα υπηρεσιών στον τομέα των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) «στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, σε 27 χώρες παγκοσμίως». Όσον αφορά το πεδίο εργασιών της ΕΕ, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι, εκτός από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, η ΕΕ διαθέτει σημαντικό αριθμό φορέων, υπηρεσιών και οργανισμών που δραστηριοποιούνται σε ευρύ φάσμα τομέων, μεταξύ άλλων στον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών. Δύο τέτοια παραδείγματα είναι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη Λειτουργική Διαχείριση Συστημάτων ΤΠ Μεγάλης Κλίμακας στον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Οργανισμός ΤΠ) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA). Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δραστηριοποιείται στον τομέα της ΤΠ δεν αρκεί από μόνο του για να αποφευχθεί ο κίνδυνος η χρήση του λογοτύπου του να ωθήσει τρίτους να πιστέψουν ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ΕΕ.
94. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι οι υπηρεσίες του παρέχονται σε επαγγελματίες ειδικευμένους στην ΤΠ, οι οποίοι δεν θα παραπλανηθούν υποθέτοντας ότι υπάρχει σχέση μεταξύ του ιδίου και της ΕΕ, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να παραπέμψει στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-413/11 [17]. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την άρνηση του ΓΕΕΑ να καταχωρίσει σήμα που ενσωμάτωνε στοιχεία του ευρωπαϊκού εμβλήματος, με την αιτιολογία ότι αυτό θα μπορούσε να υποδηλώνει στο κοινό την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της προσφεύγουσας και της Ένωσης. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν το κοινό δεν μπορεί να παραπλανηθεί όσον αφορά την ταυτότητα του δικαιούχου του απορριφθέντος σήματος, αρκεί το κοινό να θεωρήσει ότι οι υπηρεσίες που παρέχει ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος καλύπτονται από την εγγύηση ή την έγκριση των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε το ΓΕΕΑ να απορρίψει την καταχώριση βάσει του άρθρου 6β παράγραφος 1 στοιχείο γ) της Σύμβασης των Παρισίων. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι το επίμαχο σήμα αναφέρεται σε υπηρεσίες που προσφέρονται σε εξειδικευμένο και επαγγελματικό κοινό, δηλαδή σε πρόσωπα τα οποία, εν γένει, γνωρίζουν την ταυτότητα του παρόχου υπηρεσιών (όπως επίσης υποστήριξε εν προκειμένω ο καταγγέλλων), δεν αρκεί για να αποκλειστεί ο κίνδυνος σύγχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 6β παράγραφος 1 στοιχείο γ) της Σύμβασης των Παρισίων. Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη την άποψη της Επιτροπής ότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6β, παράγραφος 1, στοιχείο γ ́, της Συμβάσεως των Παρισίων και του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του κανονισμού 40/94, μεταξύ του εταιρικού λογότυπου του καταγγέλλοντος και του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Εν τέλει, όπως προαναφέρθηκε, το ζήτημα αυτό θα πρέπει να διευθετηθεί από αρμόδια αρχή ή δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση τέτοιων αξιώσεων.
95. Παρά τα ανωτέρω, η Επιτροπή ήταν σε θέση να λάβει μέτρα κατά του καταγγέλλοντος με σκοπό την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος μόνον εάν διέθετε σχετική νομική βάση. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί στο επόμενο τμήμα.
Όσον αφορά το σημείο ii) ανωτέρω
96. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή επικαλέστηκε αρχικά το άρθρο 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων ως νομική βάση για το αίτημά της να τροποποιήσει ο καταγγέλλων τον εταιρικό του λογότυπο. Κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94, διευκρινίζοντας ότι το ευρωπαϊκό έμβλημα προστατεύεται επίσης δυνάμει του κανονισμού αυτού.
97. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωσή του, δεδομένου ότι αφορούσε μόνο εμπορικά σήματα προϊόντων, ενώ ο εταιρικός του λογότυπος ήταν σήμα υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-215/06.[18] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι στην εν λόγω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε πράγματι στο συμπέρασμα ότι η Σύμβαση των Παρισίων καθιέρωσε διάκριση μεταξύ, αφενός, των «εμπορικών σημάτων» και, αφετέρου, των «σημάτων υπηρεσιών» και ότι η απαγόρευση καταχώρισης και χρήσης που προβλέπεται στο άρθρο 6β της Σύμβασης των Παρισίων δεν επηρέασε τα σήματα υπηρεσιών.
98. Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-202/08 P και C-208/08 P [19], το Δικαστήριο αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και έκρινε ότι, σε αντίθεση με την άποψη του Γενικού Δικαστηρίου, όσον αφορά την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού 40/94, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αδιακρίτως στα σήματα προϊόντων και υπηρεσιών. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ενώ «η Σύμβαση των Παρισίων δεν υποχρέωνε τα συμβαλλόμενα κράτη να καταχωρίζουν σήματα υπηρεσιών και οι διατάξεις της Σύμβασης δεν εφαρμόζονταν στα εν λόγω σήματα υπηρεσιών, τα κράτη αυτά είναι ωστόσο ελεύθερα να προβλέπουν μονομερώς μια τέτοια εφαρμογή»[20].
99. Από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου μπορούν να συναχθούν δύο συμπεράσματα που είναι κρίσιμα για την υπό κρίση υπόθεση.
100. Πρώτον, η Σύμβαση των Παρισίων αυτή καθαυτή δεν εφαρμόζεται στα σήματα υπηρεσιών. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να αντέκρουσε το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι προσφέρει κυρίως υπηρεσίες και ότι το λογότυπό του χρησιμοποιείται σε σχέση με αυτές τις υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη Σύμβαση των Παρισίων για να αντιταχθεί στον καταγγέλλοντα χρησιμοποιώντας αυτό που είναι ουσιαστικά εμπορικό σήμα υπηρεσιών.
101. Δεύτερον, το άρθρο 6β της Σύμβασης των Παρισίων δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να επεκτείνουν την προστασία που προβλέπεται εκεί στα σήματα υπηρεσιών (ή, κατά περίπτωση, στα λογότυπα που χρησιμοποιούνται κατά τρόπο παρόμοιο με τα σήματα υπηρεσιών). Από την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο νομοθέτης της ΕΕ έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας με την έκδοση του κανονισμού 40/94, ο οποίος εφαρμόζεται όχι μόνο στα εμπορικά σήματα προϊόντων, αλλά και υπηρεσιών. Επομένως, στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 6β, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Παρισίων, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94, προκειμένου να λάβει μέτρα για την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος, χωρίς να προβεί σε διάκριση ως προς το αν πρόκειται για σήμα ή για σήμα υπηρεσιών.
102. Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο επέλεξε αρχικά να στηριχθεί μόνο στο άρθρο 6β παράγραφος 1 της Σύμβασης των Παρισίων ήταν επειδή η απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-200/08 P και C-208/08 P εκδόθηκε το 2009, ενώ είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα την πρώτη του προειδοποίηση τον Ιούνιο του 2006. Στην απάντησή της σε ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την κατάλληλη νομική βάση για την προσφυγή της, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το ευρωπαϊκό έμβλημα προστατεύεται επίσης βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού 40/94 και ότι, ως εκ τούτου, το αίτημά της να τροποποιήσει ο καταγγέλλων το λογότυπό του ήταν σύμφωνο με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου.
103. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, πρώτον, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94 φέρει τον τίτλο «Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου». Επομένως, είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνον όταν ζητείται η καταχώριση σήματος. Ωστόσο, δεν πρόκειται για την κατάσταση την οποία αντιμετώπισε η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση. Μολονότι ο καταγγέλλων προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταχωρίσει το λογότυπό του ως εμπορικό σήμα στη [χώρα εγκατάστασής του], το 2006 δεν εκκρεμούσε καμία αίτηση καταχώρισης του εν λόγω λογότυπου ως εμπορικού σήματος, όταν η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να τροποποιήσει το λογότυπό του.
104. Το άρθρο 9 του κανονισμού 40/94, με τίτλο «Δικαιώματα που παρέχει το κοινοτικό σήμα», και ιδίως το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, στο οποίο ο καταγγέλλων αναφέρθηκε ρητώς στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ορίζει ότι «το κοινοτικό σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του: β) σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ του σημείου και του σήματος». Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό έμβλημα είχε καταχωριστεί ως κοινοτικό σήμα το 2006. Επομένως, ούτε το άρθρο 9 του κανονισμού 40/94 θα αποτελούσε κατάλληλη νομική βάση για τη δράση της Επιτροπής.
105. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρχουν άλλες νομικές διατάξεις στις οποίες θα μπορούσε να βασιστεί η προσέγγιση της Επιτροπής. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμιστεί ότι, απαντώντας σε ειδικό σχετικό ερώτημα του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή περιορίστηκε να επικαλεστεί το άρθρο 6β, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Παρισίων και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94 ως νομικές βάσεις του αιτήματός της προς τον καταγγέλλοντα.
106. Με βάση τα ανωτέρω, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η Επιτροπή είχε πράγματι το δικαίωμα να υποβάλει το εν λόγω αίτημα.
Άλλα θέματα
107. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι χρησιμοποιούσε το λογότυπό του για περισσότερα από 17 έτη, περίοδο κατά την οποία συνήψε επίσης επιχειρηματικές σχέσεις με την Επιτροπή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να της ζητήσει να τροποποιήσει το λογότυπό της υπό αυτές τις συνθήκες.
108. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, αν και θα περίμενε κανείς ότι η Επιτροπή θα ήταν αρκετά προσεκτική ώστε να αντιταχθεί σε πρώιμο στάδιο σε οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος, δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει ότι η Επιτροπή, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είχε αναγνωρίσει σιωπηρά το δικαίωμα ή είχε συναινέσει στη χρήση του επίμαχου λογότυπου από τον καταγγέλλοντα. Το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε ανταλλάξει αλληλογραφία και άλλα νομικώς δεσμευτικά έγγραφα με την Επιτροπή στο παρελθόν δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος περί «de facto αναγνώρισης» από την Επιτροπή του δικαιώματός του να χρησιμοποιεί τον επίμαχο λογότυπο.
Περαιτέρω εξελίξεις
109. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, όπως επισήμανε η ίδια η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, στις 3 Μαρτίου 2009 υποβλήθηκε στη Γαλλία αίτηση καταχωρίσεως του ευρωπαϊκού εμβλήματος ως κοινοτικού σήματος. Επιπλέον, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων του ΓΕΕΑ, το ευρωπαϊκό έμβλημα προστατεύεται επίσης, από τις 25 Αυγούστου 2009, ως κοινοτικό σήμα για υπηρεσίες (εμπορικό σήμα αριθ. 008507667).
110. Επομένως, από την εν λόγω ημερομηνία καταχωρίσεως, η Επιτροπή μπορεί να στηριχθεί στον κανονισμό 40/94 προκειμένου να προστατεύσει το ευρωπαϊκό έμβλημα ως σήμα υπηρεσιών.
111. Ούτε ο καταγγέλλων ούτε η Επιτροπή εξέτασαν τις πιθανές συνέπειες αυτής της εξέλιξης στις παρατηρήσεις τους στην παρούσα έρευνα. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η καταχώριση του εν λόγω σήματος μεταβάλλει ριζικά τη νομική θέση της Επιτροπής. Έτσι, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, από τη στιγμή που το ευρωπαϊκό λογότυπο καταχωρίστηκε ως κοινοτικό σήμα για υπηρεσίες το 2009, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τρίτους, συμπεριλαμβανομένου στην παρούσα υπόθεση του καταγγέλλοντος, να τροποποιήσουν στο βαθμό που ήταν αναγκαίο το λογότυπό τους προκειμένου να προστατευθεί το ευρωπαϊκό έμβλημα.
112. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες στην παρούσα υπόθεση.
113. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης χρήσιμο να σημειωθεί ότι, τον Σεπτέμβριο του 2012, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Διοικητική συμφωνία με το Συμβούλιο της Ευρώπης σχετικά με τη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από τρίτους»[21]. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τα εξής:
"1. Γενική αρχή
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο («χρήστης») μπορεί να χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό έμβλημα ή οποιοδήποτε από τα στοιχεία του, υπό τους ακόλουθους όρους χρήσης.
2. Όροι χρήσης
Η χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος και/ή οποιουδήποτε από τα στοιχεία του επιτρέπεται, ανεξάρτητα από το αν η χρήση είναι μη κερδοσκοπικού ή εμπορικού χαρακτήρα, εκτός εάν:
α) η χρήση δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ή υπόθεση ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του χρήστη και οποιουδήποτε από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Συμβουλίου της Ευρώπης·
β) η χρήση οδηγεί το κοινό να πιστεύει εσφαλμένα ότι ο χρήστης επωφελείται από την υποστήριξη, τη χορηγία, την έγκριση ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Συμβουλίου της Ευρώπης·
γ) η χρήση συνδέεται με σκοπό ή δραστηριότητα που δεν συνάδει με τους σκοπούς και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Συμβουλίου της Ευρώπης ή που θα ήταν άλλως παράνομη.
3. Εμπορικό σήμα και συναφή ζητήματα
Η χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος σύμφωνα με τους όρους της προηγούμενης ενότητας δεν σημαίνει συγκατάθεση για την καταχώριση του εμβλήματος ή απομίμησή του ως σήματος ή οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρώπης θα συνεχίσουν να παρακολουθούν τις αιτήσεις καταχώρισης του ευρωπαϊκού εμβλήματος ή μέρους αυτού ως (μέρους) δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις.
4. Νομική ευθύνη
Κάθε χρήστης που προτίθεται να χρησιμοποιήσει το ευρωπαϊκό έμβλημα ή στοιχεία του μπορεί να το πράξει με δική του νομική ευθύνη. Οι χρήστες θα είναι υπεύθυνοι για κάθε καταχρηστική χρήση και πιθανή ζημία που απορρέει από την εν λόγω χρήση σύμφωνα με τη νομοθεσία των κρατών μελών ή οποιασδήποτε τρίτης χώρας που εφαρμόζεται σε αυτούς.
5. Δικαίωμα δίωξης οποιασδήποτε κατάχρησης
Η Επιτροπή επιφυλάσσεται του δικαιώματος να επιδιώξει με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρώπης:
— κάθε χρήση που δεν πληροί τους όρους του παρόντος, ή
— κάθε χρήση την οποία η Επιτροπή ή το Συμβούλιο της Ευρώπης θεωρεί καταχρηστική ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών ή οποιασδήποτε τρίτης χώρας.»
114. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ανωτέρω συμφωνία μπορεί να είναι χρήσιμη για τις περαιτέρω συζητήσεις μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής. Εναπόκειται, βεβαίως, στα μέρη της παρούσας διαφοράς να συναγάγουν τα δέοντα συμπεράσματα από την ανωτέρω συμφωνία.
Γ. Επί της προβαλλόμενης δυσμενούς διακρίσεως
115. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπέστη διακρίσεις από την Επιτροπή, δεδομένου ότι ορισμένοι άλλοι οργανισμοί και οντότητες χρησιμοποιούσαν ελεύθερα λογότυπα παρόμοια με το ευρωπαϊκό έμβλημα. Ο καταγγέλλων παρείχε παραδείγματα τέτοιων λογότυπων. Ισχυρίστηκε ότι ορισμένοι από αυτούς τους λογότυπους είχαν μάλιστα καταχωριστεί από το ΓΕΕΑ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ήταν παρόμοιοι με το ευρωπαϊκό έμβλημα. Ο καταγγέλλων κάλεσε την Επιτροπή να παράσχει στον Διαμεσολαβητή αντίγραφα των επιστολών συγκατάθεσης που απηύθυνε στις εν λόγω οντότητες, οι οποίες τους επέτρεψαν να χρησιμοποιήσουν τα σχετικά λογότυπα.
116. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι από το 2003 λαμβάνει εβδομαδιαία «έκθεση παρακολούθησης» σχετικά με τη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε ζητήσει από περισσότερες από 240 εταιρείες να εγκαταλείψουν την παράνομη χρήση του ευρωπαϊκού εμβλήματος και ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη περίπου 100 υποθέσεις. Αποφασίζει εάν θα λάβει μέτρα κατά του παραβιάζοντος λογότυπου βάσει των συμβουλών εξειδικευμένων δικηγόρων, οι οποίοι βασίζουν την ανάλυσή τους στη σχετική νομολογία.
117. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το ΓΕΕΑ προβαίνει σε δική του ανάλυση της νομολογίας όταν αποφασίζει αν θα δεχθεί ή όχι αίτηση καταχωρίσεως σήματος. Οι εθνικές αρχές διανοητικής ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη διαθέτουν επίσης τα δικά τους πρότυπα για την εφαρμογή του άρθρου 6β παράγραφος 1 της σύμβασης των Παρισίων. Επομένως, είναι δυνατόν να βρεθούν σήματα που μοιάζουν περισσότερο με το ευρωπαϊκό έμβλημα απ’ ό,τι άλλα. Η προσφυγή που μπορούσε να ασκήσει η Επιτροπή κατά ενός σήματος εξαρτιόταν από το αν αυτό ήταν ήδη καταχωρισμένο ή όχι. Επομένως, αν ένα σήμα έχει ήδη κατατεθεί, αλλά δεν έχει ακόμη καταχωριστεί, οι δικηγόροι της Επιτροπής θα μπορούσαν μόνο να υποβάλουν παρατηρήσεις. Εάν, ωστόσο, το σήμα έχει καταχωριστεί, μπορούν να ασκήσουν αγωγή ακύρωσης.
118. Όσον αφορά τις 16 αιτήσεις καταχώρισης σήματος που ανέφερε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή επισήμανε ότι 4 από αυτές τις αιτήσεις δεν ήταν παρόμοιες με το ευρωπαϊκό έμβλημα. Οι υπόλοιπες αιτήσεις αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν ή αποτέλεσαν αντικείμενο ενεργειών ακύρωσης. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι, για να καταλήξει σε αυτά τα παραδείγματα, ο καταγγέλλων είχε πραγματοποιήσει δύο αναζητήσεις, από τις οποίες προέκυψαν στην πρώτη περίπτωση 200 αποτελέσματα και στη δεύτερη 179 αποτελέσματα. Παρατήρησε ότι, ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων επέκρινε λιγότερο από το 10 % των λογοτύπων που παράγονται από τις αναζητήσεις του για εμπορικά σήματα που περιέχουν αστέρια και τη λέξη «ευρωπαϊκό».
119. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εξέταση των λογοτύπων που προσδιόρισε ο καταγγέλλων απέδειξε ότι δεν υπήρξε περίπτωση διάκρισης, δεδομένου ότι σε καμία από τις εν λόγω περιπτώσεις η Επιτροπή δεν παρέλειψε να ενεργήσει κατά λογότυπου που θεωρούσε παρόμοιο με το ευρωπαϊκό έμβλημα.
120. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στις «εκθέσεις παρακολούθησης» που έλαβε η Επιτροπή και θεώρησε εκπληκτικό το γεγονός ότι το λογότυπό του δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ σε μια τέτοια έκθεση.
121. Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με τους 16 λογότυπους που υπέβαλε, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι οι εν λόγω λογότυποι ήταν μόνο παραδείγματα. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε, ωστόσο, ότι είχε πραγματοποιήσει νέα αναζήτηση στον ιστότοπο και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν ακυρώσεις όσον αφορά κανένα από τα ανωτέρω λογότυπα εκτός από ένα. Επισήμανε ότι δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει αν η Επιτροπή όντως υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με οποιονδήποτε από αυτούς τους λογότυπους. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στα τέσσερα λογότυπα, τα οποία η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν είναι παρόμοια με το ευρωπαϊκό έμβλημα, και επισήμανε ότι, εάν τα λογότυπα αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, τότε το δικό του λογότυπο ήταν απολύτως νόμιμο. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης τρία επιπλέον σήματα, διερωτώμενος αν η Επιτροπή είχε ασκήσει αγωγή ακύρωσης εναντίον τους.
Επί της εξετάσεως του φακέλου της Επιτροπής
122. Αφού εξέτασε τις γνώμες της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε σημαντικό να επιθεωρήσει τους φακέλους της Επιτροπής προκειμένου να αναλύσει i) τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή κατά την εποπτεία του ευρωπαϊκού εμβλήματος, γενικά, και ii) το χρονοδιάγραμμα της απόφασής της να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να τροποποιήσει τον λογότυπό του.
θ) Όσον αφορά την επιτήρηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από την Επιτροπή εν γένει
123. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή εξέτασαν ένα εσωτερικό σημείωμα, το οποίο αντιμετωπίστηκε ως εμπιστευτικό, με τίτλο «Υποθέσεις απάτης που αφορούν την κατάχρηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος, την υπεξαίρεση της ταυτότητας της Επιτροπής ή των υπαλλήλων της ή την υπεξαίρεση του διαδικτυακού περιεχομένου της Επιτροπής - Κατευθυντήριες γραμμές για την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής». Το σημείωμα περιείχε πληροφορίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Γενικής Γραμματείας της Επιτροπής («ΓΓ») και του Κοινού Κέντρου Ερευνών («ΚΚΕρ») όσον αφορά την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος, καθώς και τον ρόλο των άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής στη διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάστηκε επίσης σημείωμα του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 2008, σχετικά με την αυξημένη αύξηση της δόλιας χρήσης των λογοτύπων της Επιτροπής και την ανάγκη συντονισμένης προσέγγισης από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.
124. Οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή εξέτασαν επίσης τον φάκελο της Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος και ορισμένους φακέλους που αφορούν άλλες οντότητες σχετικά με την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Από τους 450 περίπου φακέλους αυτού του είδους, οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν τους 26 φακέλους σχετικά με τις υποθέσεις που επισημάνθηκαν από τον καταγγέλλοντα, καθώς και άλλους 8 φακέλους τους οποίους επέλεξαν τυχαία. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι οι δικηγόροι της Επιτροπής χρησιμοποιούσαν τυποποιημένες επιστολές προκειμένου να ζητήσουν από τις ενδιαφερόμενες οντότητες να παύσουν να χρησιμοποιούν το ευρωπαϊκό έμβλημα στους αντίστοιχους λογότυπούς τους.
125. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι εκπρόσωποι της Διαμεσολαβήτριας ζήτησαν να τους δοθούν παραδείγματα φακέλων που αφορούσαν περιπτώσεις στις οποίες είχε αναληφθεί δράση όχι βάσει των «εκθέσεων παρακολούθησης», αλλά βάσει πληροφοριών που παρασχέθηκαν από άλλες πηγές, όπως οι υπηρεσίες ή οι οργανισμοί της Επιτροπής. Τέσσερις τέτοιες περιπτώσεις εντοπίστηκαν από τους εκπροσώπους της Επιτροπής και οι σχετικοί φάκελοι διαβιβάστηκαν για έλεγχο.
126. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση ελέγχου, ο καταγγέλλων υπενθύμισε ότι παρέχει υπηρεσίες στην Επιτροπή από το 1994 και ότι του έχουν ανατεθεί διάφορες συμβάσεις από το ίδιο το ΚΚΕρ, χωρίς το τελευταίο να έχει εγείρει ποτέ κανένα ζήτημα σχετικά με τη χρήση του λογοτύπου του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν αντιλήφθηκε πώς το ΚΚΕρ, το οποίο ήταν η οντότητα που ήταν υπεύθυνη για την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος, θα μπορούσε να παραμείνει αδιάφορο για τόσα πολλά χρόνια σε μια εικαζόμενη σοβαρή προσβολή σήματος. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ελήφθησαν μέτρα στο παρελθόν ήταν απλώς και μόνο επειδή δεν υπήρξε ποτέ παραβίαση της ισχύουσας νομοθεσίας.
ii) Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα του αιτήματος της Επιτροπής
127. Κατά την εξέταση του φακέλου της Επιτροπής, διαπιστώθηκε ότι ο φάκελος του καταγγέλλοντος περιείχε σημείωμα της ΓΔ «DIGIT» της 24ης Απριλίου 2006, σχετικά με την πιθανή κατάχρηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή ανέφερε ότι το σημείωμα αυτό ήταν εμπιστευτικό.
128. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η Επιτροπή κατά τη διάρκεια του ελέγχου είχαν χαρακτηριστεί εμπιστευτικά και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να εκφράσει τις απόψεις της επ’ αυτών. Ο καταγγέλλων, ωστόσο, θεώρησε ότι τουλάχιστον το προαναφερθέν έγγραφο της ΓΔ «DIGIT» της 24ης Απριλίου 2006, σχετικά με την πιθανή κατάχρηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος από μόνη της, θα πρέπει να του γνωστοποιηθεί, δεδομένου ότι αυτό ήταν το έγγραφο που, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, χρησίμευσε ως βάση για την έναρξη της όλης διαδικασίας εναντίον του.
129. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το χρονοδιάγραμμα της πρωτοβουλίας από τη ΓΔ «DIGIT» συνέπεσε με την έναρξη πολυάριθμων ενεργειών από τον καταγγέλλοντα για την αναφορά παρατυπιών που ισχυρίστηκε ότι παρατήρησε στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης του με την Επιτροπή. Επιπλέον, συνέπεσε με περιστατικά σε υπόθεση που ήταν τότε υπό εξέταση από τον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της καταγγελίας 438/2007/TN. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, ως εκ τούτου, η ΓΔ «DIGIT» έλαβε μέτρα για να τον παρενοχλήσει και να τον βλάψει για ζητήματα που δεν είχαν καμία σχέση με το λογότυπό του, αλλά προφανώς μόνο με τα μέτρα που έλαβε ο καταγγέλλων για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και να αναφέρει παρατυπίες στον Διαμεσολαβητή. Προσέθεσε ότι ενέμεινε στην άποψή της ότι η Επιτροπή είχε ως στόχο να βλάψει τον καταγγέλλοντα επειδή είχε επιλέξει να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
130. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ίσης μεταχείρισης αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά.
131. Στην παρούσα υπόθεση, από τον έλεγχο που διενήργησαν οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή προέκυψε ότι η Επιτροπή εξέτασε μεγάλο αριθμό φακέλων (450) σχετικά με την παραβίαση του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Το γεγονός αυτό είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με την άποψη του καταγγέλλοντος ότι υπήρξε στοχευμένη προσέγγιση σε βάρος του. Από τον έλεγχο προέκυψε επίσης ότι, στην αλληλογραφία τους με τις ενδιαφερόμενες οντότητες, οι δικηγόροι της Επιτροπής χρησιμοποιούσαν πάντοτε τυποποιημένα γράμματα και γλώσσα, χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ εταιρειών των οποίων ο λογότυπος θεωρήθηκε ότι παραβίαζε το ευρωπαϊκό προστατευόμενο έμβλημα. Οι εν λόγω τυποποιημένες επιστολές απευθύνονταν επίσης στον καταγγέλλοντα. Επομένως, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς ο καταγγέλλων έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης από όλες τις άλλες ενδιαφερόμενες εταιρείες.
132. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ωστόσο, ότι οι περισσότερες από τις υποθέσεις που αφορούν την παραβίαση του ευρωπαϊκού εμβλήματος κινήθηκαν βάσει των λεγόμενων «εκθέσεων παρακολούθησης». Η υπόθεση του καταγγέλλοντος ήταν διαφορετική, δεδομένου ότι κινήθηκε με επιστολή της ΓΔ DIGIT της 24ης Απριλίου 2006 προς το ΚΚΕρ. Η επιστολή αυτή, η οποία επιθεωρήθηκε από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή, αναφερόταν σε «πιθανή κατάχρηση» του ευρωπαϊκού εμβλήματος από τον καταγγέλλοντα και ζητούσε από το ΚΚΕρ να εξετάσει το θέμα και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, «εφόσον χρειαστεί». Η ΓΔ DIGIT προέβαλε ορισμένα επιχειρήματα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο λογότυπος του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να συνιστά κατάχρηση του ευρωπαϊκού εμβλήματος. Ο Διαμεσολαβητής δεν εντόπισε στοιχεία στην εν λόγω επιστολή ή στον φάκελο της Επιτροπής στο σύνολό του που να στηρίζουν την άποψη του καταγγέλλοντος ότι υπήρχε σκόπιμη ή στοχευμένη προσέγγιση εκ μέρους της Επιτροπής για να βλάψει τον καταγγέλλοντα. Το γεγονός ότι ένας μικρός αριθμός υποθέσεων κινήθηκε βάσει πληροφοριών από τις ίδιες τις υπηρεσίες της Επιτροπής, και όχι από τις «εκθέσεις παρακολούθησης», δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τη διαπίστωση διακριτικής μεταχείρισης, δεδομένου ότι, όπως κατέδειξε σαφώς ο έλεγχος, όλες οι περιπτώσεις πιθανής παραβίασης του ευρωπαϊκού εμβλήματος αντιμετωπίστηκαν από την Επιτροπή και τους δικηγόρους της βάσει κοινής προσέγγισης, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η διαδικασία.
133. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να σχολιάσει τις αναφορές του καταγγέλλοντος σε άλλους εταιρικούς λογότυπους που ο τελευταίος θεωρεί παρόμοιους με το ευρωπαϊκό έμβλημα και χρησιμοποιούνται νόμιμα από τους κατόχους τους. Κατά την άποψή του, και βάσει του ελέγχου που διενεργήθηκε, η Επιτροπή κατόρθωσε να αποδείξει ότι, όταν έκρινε ότι έπρεπε να ληφθούν μέτρα για την προστασία του ευρωπαϊκού εμβλήματος, έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα προς τούτο.
134. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος περί διακριτικής μεταχείρισης δεν έχει τεκμηριωθεί. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνει καμία περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής ως προς το θέμα αυτό.
135. Όσον αφορά τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι τουλάχιστον η επιστολή της ΓΔ DIGIT της 24ης Απριλίου 2006 προς το ΚΚΕρ θα πρέπει να τεθεί στη διάθεσή του, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, όταν οι υπηρεσίες του έλαβαν αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου, η Επιτροπή κατέστησε σαφές ότι το έγγραφο αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί εμπιστευτικό. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 και το άρθρο 13 παράγραφος 3 των κανόνων εφαρμογής του [22], ο Διαμεσολαβητής δεν είναι ελεύθερος να διαβιβάσει το παρόν έγγραφο στον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να υποβάλει αίτηση πρόσβασης στο εν λόγω έγγραφο στην Επιτροπή.
136. Τέλος, όσον αφορά τις άλλες παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την έκθεση ελέγχου, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή είχε ως στόχο να βλάψει τον καταγγέλλοντα επειδή είχε επιλέξει να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, όπως εξηγείται ανωτέρω (βλ. παραγράφους 28 και 29), οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας έρευνας.
Δ. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 4 Σεπτεμβρίου 2013
[1] Σύμβαση των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας Σειρά Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, τόμος 828, αριθ. 11847, σ. 108. Διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.wipo.int/treaties/en/ip/paris
[2] Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1).
[3] Το άρθρο 1 της Συμβάσεως των Παρισίων έχει ως εξής: «Οι χώρες στις οποίες εφαρμόζεται η παρούσα σύμβαση συνιστούν Ένωση για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας».
[4] Διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, www.ombudsman.europa.eu
[5] Υπόθεση T-91/01 BioID AG κατά ΓΕΕΑ [2002] Συλλογή II-5159.
[6] Υπόθεση T-323/00 SAT.1 SatellitenFernsehen GmbH κατά ΓΕΕΑ [2002] Συλλογή II-2839.
[7] Υπόθεση T-127/02 Concept κατά ΓΕΕΑ [2004] Συλλογή, II-1113.
[8] Υπόθεση T-215/06 American Clothing Associates κατά OHMI [2008] Συλλογή II-303.
[9] Υπόθεση T-215/06, American Clothing Associates κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2008, σ. II-303.
[10] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-202/08 P και C-208/08 P American Clothing Associates κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2009, σ. I-6933, σκέψη 72.
[11] Βλ. παράγραφο 85, ό.π.
[12] Βλ. παράγραφο 72, ό.π.
[13] Βλ. παράγραφο 73, ό.π.
[14] Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).
[15] Υπόθεση C-361/04 P Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ [2006] I-643, σκέψη 37.
[16] Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση T-127/02 Concept κατά ΓΕΕΑ [2004] Συλλογή II-1113.
[17] Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2013, Welte - Wenu GmbH κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
[18] Βλ. υποσημείωση 8 ανωτέρω.
[19] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-202/08 P και C-208/08 P American Clothing Associates κατά ΓΕΕΑ [2009] Συλλογή, I-6933.
[20] Σύμφωνα με το Δικαστήριο «το άρθρο 6β αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών που είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης την επέκταση της προστασίας που διασφαλίζεται στα σήματα προϊόντων και στα σήματα υπηρεσιών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Σύμβαση των Παρισίων δεν επιβάλλει στα κράτη αυτά την υποχρέωση να διακρίνουν μεταξύ των δύο ειδών σημάτων. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να ασκήσει αυτή την εξουσία εκτιμήσεως και να επεκτείνει στα σήματα υπηρεσιών την προστασία που παρέχει η Σύμβαση των Παρισίων στα σήματα προϊόντων. Συναφώς, [...], το σύνολο των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου δεν διακρίνει, κατ’ αρχήν, μεταξύ σημάτων προϊόντων και σημάτων υπηρεσιών. [...] Η διαπίστωση αυτή πρέπει να ισχύει και για το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού 40/94, το οποίο δεν περιέχει ρητό περιορισμό των σημάτων τα οποία αφορά. Η ερμηνεία αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός και μόνον ότι η επίμαχη διάταξη παραπέμπει στη Σύμβαση των Παρισίων. Η παραπομπή αυτή αποσκοπεί αποκλειστικά στον καθορισμό του είδους των σημείων των οποίων η καταχώριση πρέπει να απορριφθεί και όχι στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως», Ibidem, σκέψεις 72-85.
[21] ΕΕ C 271/5 της 8ης Σεπτεμβρίου 2012, διατίθεται στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:C:2012:271:0005:0005:EN:PDF
[22] Διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή.