FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 3143/2007/(CD)(WP)VL - Εικαζόμενη παράλειψη διασφάλισης της ανεξαρτησίας επιστημονικών εμπειρογνωμόνων

Η ενδιαφερόμενη είναι μια γερμανική ένωση ασθενών οι οποίοι πάσχουν από προβλήματα υγείας τα οποία προκλήθηκαν, κατά τη γνώμη τους, από τον υδράργυρο που περιέχεται σε οδοντιατρικά αμαλγάματα. Η ένωση έμαθε ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει από την επιστημονική επιτροπή για την υγεία και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους (ΕΕΥΠΚ) να εκδώσει επιστημονική γνώμη σχετικά με τους κινδύνους που ενέχει ο υδράργυρος που περιέχεται σε οδοντιατρικά αμαλγάματα. Η ενδιαφερόμενη υποστήριξε ότι τα γερμανικά μέλη της ΕΕΥΠΚ ενεργούσαν προς όφελος των συμφερόντων της βιομηχανίας. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή την αντικατάστασή τους από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Για τον σκοπό αυτό, απέστειλε σχετικές παρατηρήσεις στην Επιτροπή και στην ΕΕΥΠΚ. Κατόπιν εξέτασης των πληροφοριών που παρασχέθηκαν, η Επιτροπή διαφώνησε με την άποψη της ενδιαφερόμενης. Στη συνέχεια, η ενδιαφερόμενη απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν αντέδρασε δεόντως στις ανησυχίες της για έλλειψη ανεξαρτησίας των εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε δώσει την δέουσα προσοχή στις παρατηρήσεις της σχετικά με τους κινδύνους του υδράργυρο που περιέχονται σε οδοντιατρικά αμαλγάματα, ιδιαιτέρως δε στην από 11 Αυγούστου 2007 επιστολή της. Η Επιτροπή, αποκρινόμενη στα ανωτέρω εξήγησε ότι οι ισχυρισμοί της ενδιαφερόμενης κατά των γερμανικών μελών της ΕΕΥΠΚ δεν βασίζονταν σε αντικειμενικά και επαληθεύσιμα στοιχεία. Υπογράμμισε, επίσης, ότι άλλη επιτροπή είχε επιφορτιστεί με την εκπόνηση επιστημονικής γνώμης επί των δυνητικών κινδύνων του υδράργυρου που περιέχεται στα οδοντιατρικά αμαλγάματα. Οι εργασίες της ΕΕΥΠΚ ήταν αποκλειστικά επικεντρωμένες στις επιπτώσεις του υδραργύρου στο περιβάλλον και, έμμεσα, στην υγεία. Η Επιτροπή αναγνώρισε πως ήταν σφάλμα της ότι δεν απάντησε στην από 11 Αυγούστου 2007 επιστολή που της είχε απευθύνει η ενδιαφερόμενη και ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό.

Ωστόσο, τόνισε ότι κατά το παρελθόν είχε λάβει ένα πανομοιότυπο έγγραφο από την ενδιαφερόμενη και ότι το είχε εξετάσει με την δέουσα προσοχή.

Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενδιαφερόμενη δεν είχε παράσχει αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις κατηγορίες σχετικά με α) την έλλειψη της απαιτούμενης επαγγελματικής ανεξαρτησίας από πλευράς των γερμανικών μελών της ΕΕΥΠΚ, και β) μη ενδεδειγμένη αντίδραση από πλευράς της Επιτροπής έναντι των επικρίσεων που διατύπωσε η ενδιαφερόμενη. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση ως προς τους κύριους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις.

Όσον αφορά το υπόλοιπο της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω έρευνας δεδομένου ότι α) η Επιτροπή υπέβαλε λεπτομερή επεξήγηση της προσέγγισης την οποία υιοθέτησε, β) η ενδιαφερόμενη δεν προέβη σε καμία παρατήρηση επί των σχολίων της Επιτροπής, και γ) η ενδιαφερόμενη δεν προσκόμισε στον Διαμεσολαβητή τα απαραίτητα στοιχεία, κυρίως αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, τα οποία θα του επέτρεπαν να διαμορφώσει γνώμη σχετικά με τον χειρισμό των από 11 Αυγούστου 2007 παρατηρήσεων της.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Η καταγγέλλουσα είναι γερμανική ένωση ασθενών που πάσχουν από βλάβη της υγείας η οποία, κατά την άποψή τους, προκλήθηκε από οδοντιατρικά αμαλγάματα. Κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας καταγγελίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλυε τις επιπτώσεις του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα. Η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη της επιστημονικής επιτροπής για την υγεία και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους (ΕΕΥΠΚ) και της επιστημονικής επιτροπής για τους ανακύπτοντες και τους πρόσφατα εντοπιζόμενους κινδύνους για την υγεία (ΕΕΑΝΚΥ). Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή ζήτησε από την ΕΕΥΠΚ γνωμοδότηση με θέμα «Οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι και οι έμμεσες επιπτώσεις του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα στην υγεία» και από την ΕΕΑΝΚΥ γνωμοδότηση με θέμα «Η ασφάλεια των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων και των εναλλακτικών υλικών οδοντικής αποκατάστασης για τους ασθενείς και τους χρήστες».

2. Στις 25 Μαΐου 2007, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στη Γενική Διεύθυνση Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών (ΓΔ SANCO) της Επιτροπής σχετικά με το αίτημα για την έκδοση επιστημονικής γνώμης που απευθυνόταν στην ΕΕΥΠΚ. Ο καταγγέλλων εξέφρασε σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ανεξαρτησία των Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ (καθηγητής D., ιατρός M. και, ειδικότερα, καθηγητής G.) και επισύναψε ογκώδη έγγραφα για να υποστηρίξει τη θέση του. Υποστήριξε ότι τα γερμανικά μέλη της επιτροπής αυτής ενήργησαν προς το συμφέρον των ενδιαφερόμενων βιομηχανιών και ήταν γνωστά για την έκδοση εσφαλμένων συμβουλευτικών γνωμών που υποβαθμίζουν τους κινδύνους για την υγεία από επικίνδυνες ουσίες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Deutsche Gesellschaft für klinische und experimentelle Pharmakologie und Toxikologie (στο εξής: DGPT), γερμανική ιατρική ένωση στην οποία ανήκαν οι ενδιαφερόμενοι εμπειρογνώμονες, είχε παραποιήσει επιστημονικά πορίσματα και ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις υπέρ της χημικής και της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε υπολογισμό των τιμών ημιζωής του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα που δημοσιεύθηκε σε άρθρο του ενημερωτικού δελτίου της DGPT το 1990. Υποστήριξε ότι τα επιστημονικά αποτελέσματα και οι μέθοδοι της DGPT ήταν αμφισβητήσιμης ποιότητας. Υποστήριξε επίσης ότι τα μέλη της ΕΕΥΠΚ από τη Γερμανία προσπάθησαν να αποκρύψουν τη συμμετοχή τους στην DGPT στα βιογραφικά τους σημειώματα. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι όλα τα γερμανικά μέλη θα πρέπει να αποκλειστούν από την ΕΕΥΠΚ.

3. Σε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη ΓΔ SANCO της 4ης Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων επανέλαβε τους ισχυρισμούς του σχετικά με τα γερμανικά μέλη της ΕΕΥΠΚ και συμπεριέλαβε τρία συνημμένα σχετικά με τις επιπτώσεις του υδραργύρου.

4. Στις 27 Ιουλίου 2007, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στη ΓΔ SANCO, στην οποία επισήμανε ότι δεν είχε λάβει ακόμη απάντηση στην επιστολή του της 25ης Μαΐου 2007. Ο καταγγέλλων ρώτησε αν είχαν ληφθεί μέτρα για τον αποκλεισμό του ιατρού D. και του καθηγητή G. από την ΕΕΥΠΚ.

5. Στις 11 Αυγούστου 2007, ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του στη Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (ΓΔ ENTR) της Επιτροπής.

6. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Επιτροπής με επιστολή του ότι δεν είχε λάβει ακόμη απαντήσεις στις επιστολές του της 25ης Μαΐου και της 27ης Ιουλίου 2007. Ως εκ τούτου, του ζήτησε να παρέμβει.

7. Στις 8 Οκτωβρίου 2007, ο κ. B., προϊστάμενος μονάδας στη ΓΔ SANCO, απάντησε στον καταγγέλλοντα, παραπέμποντας στην επιστολή του της 27ης Ιουλίου 2007. Επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15 της απόφασης 2004/210/ΕΚ της Επιτροπής [1] («απόφαση 2004/210»), η Επιτροπή δίνει μεγάλη έμφαση σε θέματα ανεξαρτησίας και διαφάνειας. Τα μέλη των επιστημονικών επιτροπών ορίστηκαν κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και διορίστηκαν με την ατομική τους ιδιότητα. Έπρεπε να υπογράφουν δηλώσεις σχετικά με την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με κάθε σημείο της ημερήσιας διάταξης, καθώς και να υποβάλλουν σχετική ετήσια δήλωση. Οι δηλώσεις αυτές δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο της ΓΔ SANCO. Η ατομική συμμετοχή σε εθνικές επιστημονικές ενώσεις θεωρήθηκε ως μέρος της ατομικής επιλογής και του δικτύου των ενεργών επιστημόνων. Επιπλέον, η DGPT φαινόταν να είναι ένας καλά αναγνωρισμένος γερμανικός επιστημονικός οργανισμός. Στη συνέχεια, ο κ. B. δήλωσε ότι κάθε επιστημονική πληροφορία είναι ευπρόσδεκτη και θα εξεταστεί εάν αξιολογηθεί από ομοτίμους. Σημειώνει επίσης ότι διάφορες προκαταρκτικές γνωμοδοτήσεις των επιστημονικών επιτροπών τέθηκαν στη διάθεση του κοινού με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας του έργου τους. Επιπλέον, είχε δημοσιευθεί πρόσκληση υποβολής πληροφοριών «για τον υδράργυρο στα οδοντιατρικά αμαλγάματα και τις εναλλακτικές λύσεις»[2] και ο καταγγέλλων είχε παράσχει σχετική συμβολή. Τέλος, ο B. προσέθεσε ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες είχαν υποβληθεί στην SCENIHR.

8. Στις 31 Οκτωβρίου 2007, ο κ. B απέστειλε νέα απάντηση στον καταγγέλλοντα, υπό το πρίσμα της επιστολής του προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής. Ο κ. B. αναφέρθηκε στην απάντησή του της 8ης Οκτωβρίου 2007 και ανέφερε ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να θεωρήσει την επιστολή αυτή ως απάντηση στις επιστολές του της 27ης Ιουλίου και της 25ης Σεπτεμβρίου 2007.

9. Σε επιστολή που εστάλη στη ΓΔ SANCO στις 13 Νοεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΓΔPT ήταν γνωστή στη Γερμανία για τη μεροληψία της έναντι των χημικών και φαρμακευτικών βιομηχανιών. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι ο καθηγητής G. και ο Δρ D., ενεργώντας σε ηγετικές θέσεις εντός της ένωσης, συμμετείχαν στην υποτίμηση των τοξικολογικών κινδύνων για πολλά χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, επέστησε την προσοχή στο άρθρο της DGPT του 1990 (που επισυνάπτεται στο από 25 Μαΐου 2007 έγγραφό της), το οποίο περιέχει υπολογισμό των τιμών χρόνου υποδιπλασιασμού του υδραργύρου, τις οποίες θεωρούσε ότι είχαν χειραγωγηθεί. Ο καταγγέλλων κάλεσε την Επιτροπή να επικοινωνήσει με διάφορες γερμανικές πρωτοβουλίες και ενώσεις ασθενών για να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς της. Επιπλέον, έθεσε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την ανεξαρτησία διαφόρων Γερμανών μελών της DGPT και ενός άλλου ιατρικού συλλόγου που ήταν επίσης μέλη των επιστημονικών επιτροπών της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων επισύναψε ηχογράφηση μιας ραδιοφωνικής συνέντευξης με έναν πρώην Γερμανό εισαγγελέα σχετικά με μια γερμανική δικαστική υπόθεση για τα συντηρητικά ξυλείας, καθώς και έναν συμπαγή δίσκο που είχε αποστείλει στη ΓΔ ENTR στις 11 Αυγούστου 2007.

10. Στις 7 Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

11. Στις 8 Ιανουαρίου 2008, ο κ. B απάντησε στον καταγγέλλοντα, παραπέμποντας στις επιστολές του της 25ης Μαΐου, της 25ης Σεπτεμβρίου και της 13ης Νοεμβρίου 2007. Δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να σχολιάσει τις επικρίσεις της σχετικά με τα προσόντα και τις επιστημονικές γνώμες του καθηγητή G. και άλλων Γερμανών μελών της SCHER. Ωστόσο, επισήμανε ότι η SCHER, της οποίας πρόεδρος ήταν ο καθηγητής G., αποτελούνταν από 19 μέλη υψηλής ειδίκευσης από εννέα χώρες. Εξετάζουν κάθε λεπτομέρεια πριν από την έκδοση γνώμης και επιτρέπουν την πιθανή έκδοση απόψεων μειοψηφίας. Τέτοιες μειοψηφικές απόψεις δεν εκφράστηκαν υπό την προεδρία του καθηγητή G. και κανένας από τους συναδέλφους του δεν παραπονέθηκε για την ικανότητά του ή το έργο του ούτε εξέφρασε σχετικές επικρίσεις. Οι δηλώσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τον καθηγητή G. και άλλα μέλη της ΕΕΥΠΚ από τη Γερμανία δεν βασίζονταν σε επαληθεύσιμα αποδεικτικά στοιχεία και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Επιπλέον, οι επιπτώσεις του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα στην υγεία, οι οποίες φαίνεται να αποτελούν το κύριο μέλημα του καταγγέλλοντος, εξετάστηκαν από την SCENIHR, υπό την προεδρία Βρετανού τοξικολόγου, στον Δρ. B. SCHER ανατέθηκε η ευθύνη για την εξέταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων, ενώ επικεφαλής της ομάδας εργασίας της που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό ήταν ο καθηγητής T, Ισπανός τοξικολόγος, και όχι ο καθηγητής G. ή οποιοσδήποτε άλλος από τους Γερμανούς επιστήμονες που ανέφερε ο καταγγέλλων. Ως εκ τούτου, οι επιφυλάξεις και οι υποψίες του καταγγέλλοντος σχετικά με την πιθανή μεροληψία των προσώπων που συμμετείχαν στη διαδικασία αξιολόγησης ήταν σαφώς αβάσιμες.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

12. Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα προέβαλε ουσιαστικά τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

  1. Η Επιτροπή δεν αντέδρασε δεόντως στις ανησυχίες του καταγγέλλοντος όσον αφορά την ανεξαρτησία των Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ.
  2. Η Επιτροπή παρέλειψε να εμπλέξει δεόντως τον καταγγέλλοντα στην έρευνά της σχετικά με τους κινδύνους του υδραργύρου. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο (α) προς τη δική της δήλωση περί συμμετοχής των ενδιαφερομένων και (β) προς το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2006 σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο.
  3. Η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος της 25ης Μαΐου, της 4ης Ιουνίου, της 11ης Αυγούστου και της 13ης Νοεμβρίου 2007.

13. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:

  1. τα σημερινά μέλη της ΕΕΥΠΚ από τη Γερμανία θα πρέπει να αντικατασταθούν από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες· και
  2. η Επιτροπή πρέπει να δώσει στο υπόμνημα του καταγγέλλοντος της 11ης Αυγούστου 2007 τη δέουσα βαρύτητα. Ειδικότερα, το κεντρικό έγγραφο της εν λόγω υποβολής θα πρέπει τουλάχιστον να μεταφραστεί στα αγγλικά και τα γαλλικά, ώστε να μπορούν οι αρμόδιοι να το λάβουν υπόψη.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

14. Στις 7 Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Προσκόμισε συμπληρωματικά στοιχεία με επιστολές της 8ης και της 19ης Ιανουαρίου 2008.

15. Στις 4 Φεβρουαρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα για την υπό κρίση υπόθεση.

16. Στις 21 Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην οποία ανέφερε τις νέες εξελίξεις.

17. Στις 18 Μαρτίου 2008, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Φεβρουαρίου 2008 στην Επιτροπή για να της επιτρέψει να την λάβει υπόψη στη γνώμη της.

18. Στις 23 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή διαβίβασε το αγγλικό πρωτότυπο της γνώμης της σχετικά με την παρούσα καταγγελία. Ωστόσο, λόγω προβλήματος πληροφορικής, η μετάφραση της γνωμοδότησης στα γερμανικά εστάλη στον Διαμεσολαβητή μόλις στις 10 Σεπτεμβρίου 2008. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη στον καταγγέλλοντα για τις παρατηρήσεις του.

19. Ο καταγγέλλων δεν απέστειλε παρατηρήσεις.

20. Στις 2 Δεκεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις. Στις 7 Απριλίου 2009, η Επιτροπή έδωσε την απάντησή της.

21. Στις 18 Μαΐου 2009, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την απάντηση της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα για τις παρατηρήσεις του.

22. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να αντιδράσει δεόντως στις ανησυχίες του καταγγέλλοντος όσον αφορά την ανεξαρτησία των Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ και τον σχετικό πρώτο ισχυρισμό

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

23. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν αντέδρασε δεόντως στις παρατηρήσεις της σχετικά με την ανεξαρτησία των Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ. Στην επιστολή του της 25ης Μαΐου 2007, ο καταγγέλλων είχε επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι, κατά την άποψή του, οι εν λόγω εμπειρογνώμονες είχαν προσπαθήσει να αποκρύψουν τη συμμετοχή τους στην DGPT, γεγονός που κατέδειξε έλλειψη ακεραιότητας. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εξέτασε την ουσία της εν λόγω επιστολής. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ούτε την επιστολή του της 4ης Ιουνίου 2007, στην οποία προέβαλε σοβαρούς ισχυρισμούς σχετικά με τη σύνθεση της ΕΕΥΠΚ, ούτε την επιστολή του της 13ης Νοεμβρίου 2007.

24. Η καταγγέλλουσα επισύναψε άρθρο εφημερίδας, που δημοσιεύθηκε στη γερμανική ημερήσια εφημερίδα die tageszeitung στις 6 Αυγούστου 2004, το οποίο ισχυρίστηκε ότι απέστειλε στην Επιτροπή. Σε αυτό το άρθρο, ο επικεφαλής του Τμήματος Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου του Κιέλου εξέφρασε την έκπληξή του για τον διορισμό του καθηγητή G. στην SCHER και δήλωσε ότι ο τελευταίος είχε μια «συντηρητική άποψη της μόλυνσης» και «δεν είχε ευαισθησία για μόλυνση χαμηλού επιπέδου». Στο ίδιο άρθρο, ένας ανώτερος εισαγγελέας αναφέρθηκε ότι περιγράφει τον καθηγητή G. ως «υποβρύχιο» ο οποίος, σε μια διάσημη δικαστική υπόθεση σχετικά με τα συντηρητικά ξυλείας, είχε δηλώσει ότι μια συγκεκριμένη χημική ουσία ήταν αβλαβής, ενώ θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι προκαλεί καρκίνο. Επιπλέον, ο πρόεδρος της γερμανικής ένωσης για την περιβαλλοντική ιατρική δήλωσε ότι ο καθηγητής G. «υποβάθμισε τον κίνδυνο της διοξίνης» στο πλαίσιο των διαδικασιών που αφορούν την αδειοδότηση των μονάδων αποτέφρωσης αποβλήτων.

25. Στην επιστολή του της 21ης Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν είχε επιχειρήσει να επικοινωνήσει με τις οργανώσεις ασθενών που αναφέρονται στην επιστολή του της 13ης Νοεμβρίου 2007. Υποστήριξε επίσης ότι η δημοσίευση της DGPT του 1990 σχετικά με τον υδράργυρο στα οδοντιατρικά αμαλγάματα ήταν προσβλητική για τα άτομα που πάσχουν από ασθένειες που προκαλούνται από χημικές ουσίες και ότι η ένωση είχε χειραγωγήσει ακαδημαϊκά βιβλία για την τοξικολογία. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θεώρησε σκόπιμο να σχολιάσει τα ζητήματα αυτά. Στο πλαίσιο αυτό, πρόσθεσε ότι η έλλειψη εμπειρογνωμοσύνης του καθηγητή G. είχε σχολιαστεί σε απόφαση γερμανικού δικαστηρίου στην οποία θα είχε εύκολη πρόσβαση η Επιτροπή. Υποστήριξε επίσης ότι, σε αντίθεση με τη δήλωση του B., είχε πράγματι προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία των Γερμανών μελών της SCHER. Τέλος, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή έλαβε τρεις άλλες καταγγελίες σχετικά με το ίδιο θέμα. Αυτές προέρχονταν από i) την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Περιβαλλοντικής Ιατρικής, ii) μια ομάδα επιστημόνων και iii) οργανώσεις ασθενών.

26. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, από τις 25 Μαΐου 2007, η καταγγέλλουσα της είχε αποστείλει διάφορες επιστολές με τις οποίες κατηγορούσε τον καθηγητή G., πρόεδρο της ΕΕΥΠΚ, για παραποίηση επιστημονικών πορισμάτων. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στον Δρ M. και στον καθηγητή D, μέλη της SCHER, ως παραποιητές της επιστήμης λόγω της συμμετοχής τους στην DGPT, την οποία ο καταγγέλλων θεώρησε ότι είχε παραποιήσει την επιστήμη σε θέματα σχετικά με τα αμαλγάματα.

27. Η Επιτροπή τόνισε ότι εξέτασε προσεκτικά τις επιστολές και τα έγγραφα που απέστειλε ο καταγγέλλων στις 25 Μαΐου, στις 4 Ιουνίου και στις 13 Νοεμβρίου 2007. Σε αντίθεση με ό,τι φαίνεται να υπονοεί ο καταγγέλλων, οι επιστολές αυτές είχαν μεταφραστεί στα αγγλικά προκειμένου να διευκολυνθεί η εξέταση από την αρμόδια υπηρεσία. Η μονάδα της Επιτροπής που ασχολείται με τις επιστημονικές επιτροπές απάντησε στις επιστολές αυτές στις 8 και 31 Οκτωβρίου 2007 και στις 8 Ιανουαρίου 2008.

28. Η Επιτροπή τόνισε ότι είχε εξετάσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος σχετικά με την ανεξαρτησία των Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ. Ωστόσο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κρίσιμα άρθρα και οι εκφράσεις απόψεων σχετικά με τις επιστημονικές θέσεις του καθηγητή G που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων, καθώς και η συμμετοχή των εν λόγω εμπειρογνωμόνων στην DGPT, δεν αποτελούσαν απόδειξη ειδικού συμφέροντος που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θίγει την ανεξαρτησία των εν λόγω εμπειρογνωμόνων σε σχέση με την εκτίμηση κινδύνου των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων που διενήργησε η ΕΕΥΠΚ. Ειδικότερα, η ιδιότητα του μέλους της DGPT, επιστημονικής ένωσης αποτελούμενης από εμπειρογνώμονες της ακαδημαϊκής κοινότητας, της βιομηχανίας, των ιατρικών επαγγελμάτων και άλλων κύκλων στους τομείς της τοξικολογίας και της φαρμακολογίας, η οποία προωθεί τις επιστημονικές γνώσεις στους εν λόγω κλάδους, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ειδικό συμφέρον που θίγει την ανεξαρτησία των εμπειρογνωμόνων, η οποία θα έπρεπε να δηλωθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 της απόφασης 2004/210. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος κατά της DGPT δεν τεκμηριώθηκαν από γεγονότα και ο ισχυρισμός ότι ο καθηγητής G. και οι άλλοι επιστήμονες που αναφέρθηκαν αντιπροσώπευαν τα συμφέροντα της βιομηχανίας στην DGPT βασίστηκε σε απλές δηλώσεις, όπως «έχουν υποβαθμίσει πιστά όλους τους κινδύνους που ταιριάζουν στη βιομηχανία» και «παραποιημένα επιστημονικά γεγονότα» σχετικά με τα σφραγίσματα δοντιών αμαλγάματος. Ειδικότερα, οι επικρίσεις σχετικά με τον υπολογισμό των τιμών χρόνου υποδιπλασιασμού του υδραργύρου φαίνεται ότι βασίστηκαν σε παρανόηση της επιστημονικής προσέγγισης που χρησιμοποίησε η DGPT για την αξιολόγηση της τοξικότητας των σφραγισμάτων αμαλγαμάτων.

29. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η εκτίμηση κινδύνου της ΕΕΥΠΚ για τον υδράργυρο στα οδοντιατρικά αμαλγάματα θα μπορούσε να είναι μεροληπτική λόγω της επιρροής των Γερμανών μελών και ότι, ως εκ τούτου, η υγεία των ασθενών ενδέχεται να υποφέρει. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η ΕΕΥΠΚ δεν αξιολογούσε τους δυνητικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία που προκαλούνται από οδοντιατρικά αμαλγάματα, αλλά μάλλον τις περιβαλλοντικές πτυχές. Οι πτυχές της ανθρώπινης υγείας εξετάζονται από την ΕΕΑΝΚΥ. Ως εκ τούτου, η ανησυχία ότι η θέση των Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμπεράσματα σχετικά με την ανθρώπινη υγεία της εν εξελίξει αξιολόγησης κινδύνου των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων δεν ήταν συναφής. Επιπλέον, η ΕΕΥΠΚ αποτελείται από 17 μέλη από 9 χώρες και οι αποφάσεις της λαμβάνονται με πλειοψηφία. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι εργασίες σχετικά με τις περιβαλλοντικές πτυχές των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων ανατέθηκαν σε μια ad hoc ομάδα εργασίας της ΕΕΥΠΚ με επικεφαλής έναν Βέλγο επιστήμονα, τον καθηγητή J. Ως εκ τούτου, υπάρχουν όλες οι εγγυήσεις για να διασφαλιστεί ότι η γνώμη της ΕΕΥΠΚ σχετικά με τις περιβαλλοντικές πτυχές των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων θα είναι σε κάθε περίπτωση ισορροπημένη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος δεν παρείχαν αποδεκτούς, αντικειμενικούς και επαληθεύσιμους λόγους και αιτιολογήσεις για το αίτημα αντικατάστασης των Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ.

30. Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για να ασχοληθεί με το θέμα. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αξιολόγησε τις δηλώσεις που αναφέρονται στο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην tageszeitung.

31. Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι είχε εξετάσει προσεκτικά το εν λόγω άρθρο, το οποίο περιείχε επικρίσεις για τις επιστημονικές θέσεις που εξέφρασε ο καθηγητής G. σε σχέση με ορισμένες αμφιλεγόμενες δικαστικές υποθέσεις στη Γερμανία. Η Επιτροπή επισήμανε, ωστόσο, ότι το άρθρο αυτό δεν περιείχε κανένα επιστημονικό επιχείρημα ή οποιοδήποτε πιθανό αποδεικτικό στοιχείο όσον αφορά τα συμφέροντα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση του καθηγητή G. Ειδικότερα, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξη αδήλωτου συμφέροντος το οποίο θα μπορούσε να θίξει την ανεξαρτησία του καθηγητή G στο πλαίσιο της ιδιότητάς του ως μέλους της SCHER.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

32. Στην αλληλογραφία της με την Επιτροπή και στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα διατύπωσε σοβαρούς ισχυρισμούς σχετικά με την ανεξαρτησία ορισμένων μελών της ΕΕΥΠΚ και ζήτησε την αντικατάστασή τους από άλλους, ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε δεόντως στις ανησυχίες του. Επομένως, το κεντρικό ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω είναι κατά πόσον η Επιτροπή απάντησε επαρκώς στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

33. Αφού αξιολόγησε προσεκτικά το υλικό που υπέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι περιέχει ισχυρισμούς ή επικρίσεις κατά του καθηγητή G. και άλλων Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ. Ωστόσο, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, τα στοιχεία αυτά δεν παρέχουν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία των οικείων εμπειρογνωμόνων. Το μόνο απτό γεγονός που προέβαλε ο καταγγέλλων αφορά τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων στην DGPT. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι το γεγονός και μόνο ότι κάποιος είναι μέλος ενός επιστημονικού οργανισμού –ή ότι δεν αναφέρει αυτή τη συμμετοχή στο βιογραφικό του σημείωμα– θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με την ανεξαρτησία ενός εμπειρογνώμονα. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά εάν ο ίδιος ο σχετικός οργανισμός εξυπηρετούσε σαφώς τα συμφέροντα ενός συγκεκριμένου κλάδου. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι αυτό ίσχυε στην περίπτωση της DGPT. Στο πλαίσιο αυτό, οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την DGPT φαίνεται να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε υποκειμενική ερμηνεία των ενεργειών και των δημοσιεύσεων της ένωσης. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε τη δήλωση της Επιτροπής ότι τα άλλα μέλη της SCHER δεν εξέφρασαν ποτέ αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία του καθηγητή G. ούτε έκριναν αναγκαίο να δημοσιεύσουν αντίθετη γνώμη υπό την ηγεσία του στην επιτροπή. Μολονότι δεν είναι από μόνο του πειστικό, το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω την άποψη της Επιτροπής ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του κατά του καθηγητή G. και των άλλων Γερμανών μελών της ΕΕΥΠΚ.

34. Όπως προαναφέρθηκε, ο καταγγέλλων είναι μια οργάνωση ασθενών που πάσχουν από βλάβη της υγείας που θεωρούν ότι προκλήθηκε από υδράργυρο στα οδοντιατρικά αμαλγάματα. Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα δήλωσε ρητά ότι δεν αμφισβήτησε τη σύνθεση της SCENIHR. Στο πλαίσιο αυτό, φαίνεται χρήσιμο να σημειωθεί ότι, όπως εξήγησε η Επιτροπή, η ΕΕΥΠΚ ασχολήθηκε με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τις έμμεσες επιπτώσεις στην υγεία από τη χρήση υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα, ενώ η ΕΕΑΝΚΥ ασχολήθηκε με τις επιπτώσεις που έχει στους ασθενείς και τους χρήστες [3]. Ακόμη και αν κάποιο από τα μέλη της SCHER ήταν μεροληπτικό, δεν είναι σαφές πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τα συμπεράσματα της SCENIHR.

35. Με βάση τις ανωτέρω εκτιμήσεις και τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή αντέδρασε επαρκώς στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος σχετικά με τα γερμανικά μέλη της ΕΕΥΠΚ. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον πρώτο ισχυρισμό.

Β. Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εμπλέξει δεόντως τον καταγγέλλοντα στην έρευνά της σχετικά με τους κινδύνους του υδραργύρου

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

36. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τη δέσμευσή της για τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών και με το σημείο 41 του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο της 14ης Μαρτίου 2006, το οποίο εννοεί ότι καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει ενώσεις ασθενών, όπως η ίδια, σε διαδικασίες διαβούλευσης σχετικά με τους κινδύνους του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα.

37. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2008, δρομολόγησε δημόσια διαβούλευση όσον αφορά τις γνώμες που επρόκειτο να εκδοθούν από την ΕΕΑΝΚΥ και την ΕΕΥΠΚ. Ο καταγγέλλων απέστειλε παρατηρήσεις που περιελάμβαναν δύο επιστημονικά άρθρα και αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 23 Ιανουαρίου 1997 του ιατρού Α. και του κ. Β. προς τον ιατρό W. Το κύριο μέρος του μηνύματος και η επιστολή είχαν μεταφραστεί από τα γερμανικά και διαβιβαστεί στα μέλη της ομάδας εργασίας της ΕΕΥΠΚ προς εξέταση.

38. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι διαδικασίες που αφορούν τις επιστημονικές επιτροπές δεν προέβλεπαν τη συμμετοχή εκπροσώπων των ενδιαφερόμενων μερών. Μόνον επιστήμονες και εμπειρογνώμονες, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, οι οποίοι επελέγησαν βάσει της επιστημονικής τους εμπειρογνωμοσύνης, είναι μέλη των επιτροπών και των ομάδων εργασίας τους. Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ανέφερε ο καταγγέλλων παρέπεμψε στην ομάδα εμπειρογνωμόνων για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα (MDEG), μια ομάδα εμπειρογνωμόνων που επικουρεί την Επιτροπή όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 90/385/ΕΟΚ του Συμβουλίου [4]. Πρόκειται για χωριστή οντότητα, η οποία ενεργούσε υπό την ευθύνη της ΓΔ ENTR και είχε ρόλο, σύνθεση και διαδικασίες εργασίας διαφορετικές από τις επιστημονικές επιτροπές που εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Ιουνίου 2007, το οποίο αποτελούσε απάντηση σε δημόσια πρόσκληση για παροχή πληροφοριών, η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε εξεταστεί σύμφωνα με την εφαρμοστέα διαδικασία. Σύμφωνα με το σημείο 4 των εφαρμοστέων διαδικασιών πιλοτικού διαλόγου της Επιτροπής [5], δεν προβλεπόταν μεμονωμένη απάντηση σε τέτοιες περιπτώσεις.

39. Δεδομένου ότι η γνώμη της Επιτροπής επικεντρώθηκε στον ρόλο της ΓΔ SANCO, ενώ ο καταγγέλλων είχε επίσης αναφερθεί στη συμμετοχή της ΓΔ ENTR, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πρόσθετες εξηγήσεις σχετικά με τη συμμετοχή της τελευταίας. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΓΔ SANCO και της ΓΔ ENTR στην έρευνα σχετικά με τους κινδύνους του υδραργύρου και τον ρόλο, τη σύνθεση και τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της MDEG.

40. Στην απάντησή της, η Επιτροπή εξήγησε ότι η ΓΔ ENTR ήταν υπεύθυνη για την ανάπτυξη και την εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου σχετικά με τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα και για τον έλεγχο της εφαρμογής του. Σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 93/42/ΕΟΚ [6], τα οδοντιατρικά αμαλγάματα είναι ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η ΓΔ ENTR επικουρήθηκε από την MDEG.

41. Η MDEG είναι συμβουλευτικό όργανο που απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών και των ενδιαφερόμενων μερών. Ζητείται η γνώμη της για θέματα που αφορούν την εφαρμογή των οδηγιών που ρυθμίζουν τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Η Επιτροπή ζήτησε από την MDEG να εξετάσει τη χρήση υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα, με σκοπό να σχηματίσει γνώμη σχετικά με το κατά πόσον ήταν κατάλληλα πρόσθετα ρυθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της δράσης 6 της ανακοίνωσής της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο [7]. Μετά τη διαβούλευση αυτή, και σε συμφωνία με την MDEG, η ΓΔ ENTR ζήτησε, τον Ιανουάριο του 2007, γνωμοδότηση της ΕΕΑΝΚΥ σχετικά με την ασφάλεια των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων και των εναλλακτικών υλικών οδοντικής αποκατάστασης για ασθενείς και χρήστες. Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε από την ΕΕΥΠΚ να γνωμοδοτήσει σχετικά με τους περιβαλλοντικούς κινδύνους και τις έμμεσες επιπτώσεις του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα στην υγεία.

42. Η ΕΕΑΝΚΥ και η ΕΕΥΠΚ είναι δύο από τις τρεις ανεξάρτητες επιστημονικές επιτροπές της Επιτροπής για τα μη εδώδιμα προϊόντα. Η Επιτροπή επεσήμανε ότι οι επιστημονικές επιτροπές της παρέχουν έγκυρες επιστημονικές συμβουλές που είναι απαραίτητες για την προετοιμασία της πολιτικής και των προτάσεων σχετικά με την ασφάλεια των καταναλωτών, τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Οι επιτροπές εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τις αρχές της αριστείας, της ανεξαρτησίας και της διαφάνειας, οι οποίες διασφαλίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό των επιστημονικών επιτροπών [8]. Όσον αφορά την κατανομή καθηκόντων μεταξύ της ΓΔ ENTR, της ΓΔ SANCO και των επιστημονικών επιτροπών, η Επιτροπή εξήγησε ότι η ΓΔ ENTR είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση του κινδύνου των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και ότι, όταν εντοπίζει δυνητικό κίνδυνο, θα μπορούσε να αποφασίσει να ζητήσει εκτίμηση κινδύνου. Η ΓΔ ENTR το έπραξε συνήθως με την αναζήτηση της εμπειρογνωμοσύνης των επιστημονικών επιτροπών.

43. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, με σκοπό την προετοιμασία των γνωμοδοτήσεων και ενεργώντας από κοινού με την ΕΕΑΝΚΥ και την ΕΕΥΠΚ, είχε προκηρύξει προσκλήσεις για ενημέρωση και δημόσιες διαβουλεύσεις. Οι προσκλήσεις αυτές δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο της ΓΔ SANCO. Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και/ή τυχόν περαιτέρω σχετικές πληροφορίες. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με τη γνώμη της ΕΕΑΝΚΥ, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 14 Ιανουαρίου έως τις 22 Φεβρουαρίου 2008. Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα μέλη του καταγγέλλοντος υπέβαλαν παρατηρήσεις σε ατομική βάση, οι οποίες στη συνέχεια εξετάστηκαν από την SCENIHR σύμφωνα με την εφαρμοστέα διαδικασία. Ομοίως, οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν από τον καταγγέλλοντα κατά την παράλληλη δημόσια διαβούλευση σχετικά με τη γνώμη της ΕΕΥΠΚ αξιολογήθηκαν από την εν λόγω επιτροπή. Ως εκ τούτου, η ΓΔ ENTR και η ΓΔ SANCO εξέτασαν επαρκώς τις ανησυχίες που εξέφρασε ο καταγγέλλων και διασφάλισαν την ορθή αξιολόγηση όλων των πληροφοριών που είχε υποβάλει. Μετά την έκδοση και τη δημοσίευση της γνωμοδότησης της ΕΕΑΝΚΥ της 6ης Μαΐου 2008, το ζήτημα ενέπιπτε εκ νέου στην αρμοδιότητα της ΓΔ ENTR στο πλαίσιο του ρόλου της όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνων. Ενώ είχε πλήρη επίγνωση των παρατηρήσεων που ζητούσαν την απαγόρευση των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων, συμπεριλαμβανομένου του οδοντιατρικού αμαλγάματος του καταγγέλλοντος, η ΓΔ ENTR έκρινε ότι, υπό το πρίσμα των επιστημονικών γνωμών που εξέδωσαν η ΕΕΥΠΚ και η ΕΕΑΝΚΥ, δεν υπήρχε νόμιμη βάση για μια τέτοια απαγόρευση.

44. Αν και αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της έρευνας, η Επιτροπή θεώρησε ωστόσο χρήσιμο να εξηγήσει τους λόγους για την ανωτέρω θέση. Σύμφωνα με την SCENIHR, δεν υπήρχαν επιστημονικά στοιχεία ότι ο υδράργυρος στα οδοντιατρικά αμαλγάματα ήταν αιτία ασθενειών εκτός από περιστασιακές τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες (όπως αλλεργικές αντιδράσεις). Επιπλέον, παρέμεινε το υλικό επιλογής για ορισμένες οδοντικές αποκαταστάσεις στα οπίσθια δόντια. Ως εκ τούτου, η απαγόρευση του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα θα στερούσε από τους ασθενείς μια σχετική θεραπευτική επιλογή για ορισμένες αποκαταστάσεις δοντιών. Η ΓΔ ENTR μοιράστηκε τις απόψεις της με τα ενδιαφερόμενα μέρη με την ευκαιρία της συνεδρίασης της MDEG στις 6 Ιουνίου 2008. Η Επιτροπή σημείωσε ότι αρκετές ομάδες ζήτησαν έντονα την απαγόρευση των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων. Ωστόσο, κανένας από τους εμπειρογνώμονες δεν είχε αντιταχθεί στην προσέγγιση διαχείρισης κινδύνου που πρότεινε η ΓΔ ENTR.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

45. Ο δεύτερος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αποτελείται από δύο πτυχές. Το πρώτο αφορά το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2006 σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο, και ιδίως το σημείο 41, το οποίο ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν έχει παρατηρήσει. Φαίνεται χρήσιμο να σημειωθεί ότι, στο σχετικό χωρίο του ψηφίσματος, το Κοινοβούλιο καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει ένα ευρύτερο φάσμα ενδιαφερόμενων μερών στη σύνθεση της MDEG. Ωστόσο, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην Επιτροπή και όχι στην MDEG όσον αφορά τη σύνθεση της ΕΕΥΠΚ. Επιπλέον, στην καταγγελία του και στην αλληλογραφία του με την Επιτροπή, ο καταγγέλλων δεν προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς όσον αφορά τον MDEG. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

46. Η δεύτερη πτυχή αφορά τις δεσμεύσεις της Επιτροπής για διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τους κινδύνους του υδραργύρου. Στο πλαίσιο αυτό, ωστόσο, η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε διεξαγάγει δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις γνώμες που επρόκειτο να εκδοθούν τόσο από την ΕΕΥΠΚ όσο και από την ΕΕΑΝΚΥ. Η καταγγέλλουσα αντέδρασε στις προσκλήσεις αυτές υποβάλλοντας παρατηρήσεις, οι οποίες, μαζί με τις εισηγήσεις των μελών της, εξετάστηκαν σύμφωνα με τις διαδικασίες που δημοσιεύθηκαν και ισχύουν για τις προσκλήσεις ενημέρωσης και δημόσιας διαβούλευσης. Ο καταγγέλλων δεν διευκρίνισε με ποιον ακριβώς τρόπο θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις δεσμεύσεις της στον τομέα αυτό. Υπό το πρίσμα των πληροφοριών που παρασχέθηκαν στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή φαίνεται πράγματι να έχει συμμορφωθεί με τις γενικές δεσμεύσεις της. Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση ούτε όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του δεύτερου ισχυρισμού.

Γ. Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει δεόντως τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος και ο σχετικός δεύτερος ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

47. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 25 Μαΐου, 4 Ιουνίου, 11 Αυγούστου και 13 Νοεμβρίου 2007. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η κύρια ανησυχία της περιστρεφόταν γύρω από το υπόμνημα 600 σελίδων της 11ης Αυγούστου 2007, το βασικό έγγραφο του οποίου περιελάμβανε 70 σελίδες. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τις υπηρεσίες της Επιτροπής δύο μήνες μετά την αποστολή του εν λόγω υπομνήματος και διαπίστωσε ότι κανείς δεν το είχε διαβάσει μέχρι τότε. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι κάποιος που είναι σε θέση να κατανοήσει τα γερμανικά μπορεί τελικά να διαβάσει το έγγραφο των 70 σελίδων, αλλά η υποβολή δεν θα μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες. Εκφράζει την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έδωσε στη συμβολή της τη δέουσα προσοχή που της άξιζε. Ειδικότερα, το κεντρικό μέρος της συμβολής της έπρεπε, κατά την άποψή της, να μεταφραστεί στα γαλλικά ή στα αγγλικά.

48. Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε στις εξηγήσεις που παρέσχε απαντώντας στον πρώτο ισχυρισμό. Υπενθύμισε επίσης ότι είχε εξετάσει προσεκτικά τις επιστολές και τα έγγραφα που απέστειλε ο καταγγέλλων στις 25 Μαΐου, στις 4 Ιουνίου και στις 13 Νοεμβρίου 2007, τα οποία, σε αντίθεση με ό,τι φαίνεται να υπονοεί ο καταγγέλλων, είχαν μεταφραστεί στα αγγλικά προκειμένου να διευκολυνθεί η εξέταση από την αρμόδια υπηρεσία. Η μονάδα της Επιτροπής που ασχολείται με τις επιστημονικές επιτροπές απάντησε στις επιστολές αυτές στις 8 και 31 Οκτωβρίου 2007 και στις 8 Ιανουαρίου 2008. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι ο καταγγέλλων απέστειλε επίσης επιστολή στη ΓΔ ENTR στις 11 Αυγούστου 2007. Δεδομένου ότι τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στη ΓΔ ENTR στην εν λόγω αλληλογραφία ήταν πανομοιότυπα με εκείνα για τα οποία ο καταγγέλλων είχε ήδη λάβει τις προαναφερθείσες απαντήσεις από τη ΓΔ SANCO, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν απάντησαν επισήμως σε αυτήν. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι επρόκειτο για σφάλμα και ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την παράλειψη αυτή.

49. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή δήλωσε ότι εξέτασε προσεκτικά τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος της 11ης Αυγούστου 2007, μετέφρασε τα έγγραφα αναφοράς στην αγγλική γλώσσα, εξήγησε τη θέση της και κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια γνωμοδοτήσεων που πρόκειται να εγκριθούν από την ΕΕΥΠΚ και την ΕΕΑΝΚΥ στο πλαίσιο των δημόσιων διαβουλεύσεων.

50. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε χρήσιμο να ζητήσει από την Επιτροπή πρόσθετες παρατηρήσεις σχετικά με τον ρόλο της ΓΔ ENTR όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό. Στην απάντησή της, η Επιτροπή επανέλαβε ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος της 11ης Αυγούστου 2007, οι οποίες επικεντρώνονταν στους κινδύνους του υδραργύρου και των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων, ήταν πανομοιότυπες με το υλικό που έλαβε η ΓΔ SANCO σε προγενέστερο στάδιο. Ωστόσο, η ΓΔ ENTR διαβίβασε την υποβολή στη ΓΔ SANCO προς ενημέρωση. Υπογράμμισε ότι όλες οι πληροφορίες που ελήφθησαν από τον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια των προαναφερόμενων προσκλήσεων υποβολής πληροφοριών αξιολογήθηκαν από την SCENIHR και την SCHER, σύμφωνα με την εφαρμοστέα διαδικασία για τις προσκλήσεις υποβολής πληροφοριών [9]. Σε αντίθεση με ό,τι φαίνεται να υπονοεί ο καταγγέλλων, προσκομίστηκε μετάφραση στα αγγλικά, ώστε να διευκολυνθεί η εξέταση των εν λόγω παρατηρήσεων από την αρμόδια υπηρεσία και από τις επιστημονικές επιτροπές. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι αρκετά μέλη της SCENIHR και της SCHER, καθώς και μέλη των δύο σχετικών ομάδων εργασίας που εκπόνησαν τα σχέδια γνωμοδοτήσεων, μίλησαν γερμανικά.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

51. Ο τρίτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορά τον χειρισμό από την Επιτροπή των παρατηρήσεων που υπέβαλε στις 25 Μαΐου, 4 Ιουνίου, 11 Αυγούστου και 13 Νοεμβρίου 2007.

52. Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος της 4ης Ιουνίου 2007 απεστάλησαν ως απάντηση στην πρόσκληση για παροχή πληροφοριών σχετικά με τη γνώμη που θα εκδώσει η ΕΕΥΠΚ [10]. Πράγματι, οι σχετικές διαδικασίες δεν προβλέπουν μεμονωμένη απάντηση. Η Επιτροπή επισήμανε, χωρίς να αντικρουστεί από τον καταγγέλλοντα, ότι οι υπηρεσίες της έλαβαν υπόψη την επιστολή της 4ης Ιουνίου 2007. Δεδομένου ότι σκοπός της διαδικασίας αυτής ήταν η συγκέντρωση των σχετικών επιστημονικών πληροφοριών προς εξέταση από τις επιστημονικές επιτροπές, η προσέγγιση της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογη.

53. Όσον αφορά τις επιστολές του καταγγέλλοντος της 25ης Μαΐου και της 13ης Νοεμβρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή απάντησε σε αυτές με επιστολές της 8ης Οκτωβρίου 2007 και της 8ης Ιανουαρίου 2008. Ο καταγγέλλων ορθώς επισήμανε ότι η επιστολή της 8ης Οκτωβρίου 2007 παρέπεμπε μόνο στην επιστολή του της 27ης Ιουλίου 2007. Ωστόσο, το έγγραφο της 27ης Ιουλίου 2007 αποτελούσε, κατ’ ουσίαν, υπενθύμιση με την οποία ζητήθηκε απάντηση στο έγγραφο της 25ης Μαΐου 2007. Ο βαθμός στον οποίο η Επιτροπή έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών και απάντησε σε αυτές έχει ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο της εξέτασης του πρώτου ισχυρισμού του καταγγέλλοντος ανωτέρω. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο χειρισμός από την Επιτροπή των επιστολών του καταγγέλλοντος της 25ης Μαΐου και της 13ης Νοεμβρίου 2007 ήταν επαρκής.

54. Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της 11ης Αυγούστου 2007, τις οποίες ο καταγγέλλων θεωρεί ως τις σημαντικότερες, η Επιτροπή υπέβαλε λεπτομερή έκθεση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τις εν λόγω παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων δεν διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο της επιστολής του της 11ης Αυγούστου 2007, ούτε των εγγράφων που είχε αποστείλει προηγουμένως στη ΓΔ SANCO. Ούτε διατύπωσε παρατηρήσεις επί των εξηγήσεων της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές, και βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

55. Με τον δεύτερο ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το κεντρικό έγγραφο που υπέβαλε στις 11 Αυγούστου 2007 έπρεπε να μεταφραστεί στην αγγλική ή τη γαλλική γλώσσα. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι i) τα στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων στις 11 Αυγούστου 2007 ήταν πανομοιότυπα με τα στοιχεία που είχε ήδη αποστείλει ο καταγγέλλων στη ΓΔ SANCO ως απάντηση σε πρόσκληση υποβολής πληροφοριών και ii) είχε ήδη μεταφράσει το εν λόγω υλικό στα αγγλικά. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι ορισμένα μέλη της SCHER και της SCENIHR μιλούσαν γερμανικά. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με τις εξηγήσεις αυτές. Δεδομένων των περιστάσεων αυτών, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Δ. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, όσον αφορά την επιστολή της 11ης Αυγούστου 2007, και τον δεύτερο ισχυρισμό του. Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 4 Μαΐου 2010


[1] Απόφαση 2004/210/ΕΚ της Επιτροπής για τη σύσταση επιστημονικών επιτροπών στον τομέα της ασφάλειας των καταναλωτών, της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος (ΕΕ 2004, L 66, σ. 45).

[2] Φαίνεται ότι ο B. αναφερόταν στην πρόσκληση της SCENIHR για παροχή πληροφοριών (βλ. σκέψη 52 κατωτέρω).

[3] Όσον αφορά τη χρήση υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα και τις επιπτώσεις του στους ασθενείς και τους χρήστες, η ΕΕΑΝΚΥ δημοσίευσε τη γνώμη της στις 6 Μαΐου 2008. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επιστημονικά στοιχεία που να καταδεικνύουν κινδύνους δυσμενών συστημικών επιδράσεων και ότι η τρέχουσα χρήση οδοντιατρικών αμαλγαμάτων δεν ενέχει κίνδυνο συστημικής νόσου. Η γνωμοδότηση διατίθεται στη διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/health/ph_risk/committees/04_scenihr/docs/scenihr_o_016.pdf

Η γνώμη της ΕΕΥΠΚ της 6ης Μαΐου 2008 σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του υδραργύρου διατίθεται στη διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/health/ph_risk/committees/04_scher/docs/scher_o_089.pdf

[4] Οδηγία 90/385/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα ενεργά εμφυτεύσιμα ιατρικά βοηθήματα (ΕΕ L 189, σ. 17).

[5] http://ec.europa.eu/health/ph_risk/documents/stakeholder_procedure_en.pdf (στα αγγλικά).

[6] Οδηγία 93/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (ΕΕ L 169, σ. 1).

[7] COM(2005)20 τελικό.

[8] Ο εσωτερικός κανονισμός των επιστημονικών επιτροπών στις οποίες παραπέμπει η Επιτροπή είναι διαθέσιμος στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/health/ph_risk/documents/ev_20040907_rd01_en.pdf

[9] Βλ. υποσημείωση 5 ανωτέρω.

[10] Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων φαίνεται να απέστειλε δύο ανακοινώσεις στην Επιτροπή στις 4 Ιουνίου 2007, μία στην ΕΕΥΠΚ και μία στην ΕΕΑΝΚΥ. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή μόνο αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος που εστάλη στην ΕΕΥΠΚ, υποθέτει ότι αυτή είναι η κοινοποίηση για την οποία επιθυμούσε να υποβάλει καταγγελία.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!