FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 3819/2006/DK κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού


Στρασβούργο, 6 Δεκεμβρίου 2007

Αξιότιμε κ. X,

Στις 15 Δεκεμβρίου 2006, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού («EPSO») σχετικά με τα αποτελέσματα των δοκιμασιών συμμετοχής σας στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/47/06 για διοικητικούς υπαλλήλους AD5.

Στις 2 Φεβρουαρίου 2007, διαβίβασα τη διοικητική ένσταση στον διευθυντή της EPSO. Η EPSO απέστειλε τη γνωμοδότησή της στη γαλλική γλώσσα στις 17 Απριλίου 2007 και τη μετάφρασή της στην αγγλική γλώσσα στις 7 Μαΐου 2007. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από εσάς.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων, ρουμάνος υπήκοος, συμμετείχε στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/47/06, ο οποίος διοργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού («EPSO») για την πρόσληψη διοικητικών υπαλλήλων (AD5) ρουμανικής ιθαγένειας. Ο καταγγέλλων δεν πέτυχε στις προκαταρκτικές δοκιμασίες, δεδομένου ότι η συνολική βαθμολογία που έλαβε δεν ήταν επαρκής για να συμπεριληφθεί μεταξύ των υποψηφίων με την καλύτερη βαθμολογία στις εν λόγω δοκιμασίες.

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 14ης Δεκεμβρίου 2006, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την EPSO να επαναξιολογήσει τις προκαταρκτικές δοκιμασίες συμμετοχής του και να του παράσχει πληροφορίες σχετικά με την πιθανή ακύρωση ορισμένων ερωτήσεων, καθώς και αντίγραφο των ερωτήσεων και των ορθών απαντήσεων.

Στην απάντησή της στις 15 Δεκεμβρίου 2006, η EPSO επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα των προκριματικών δοκιμασιών του καταγγέλλοντος και εξήγησε ότι εσφαλμένες ερωτήσεις είχαν ακυρωθεί για όλους τους υποψηφίους που έλαβαν τέτοιες ερωτήσεις, αλλά ότι ο καταγγέλλων δεν έλαβε καμία. Εξήγησε επίσης ότι δεν μπορούσε να παράσχει στον καταγγέλλοντα αντίγραφο των ερωτήσεων και των ορθών απαντήσεων, διότι οι ερωτήσεις αυτές αποτελούσαν μέρος μιας εκτεταμένης βάσης δεδομένων ερωτήσεων, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν επίσης σε άλλους διαγωνισμούς και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αποκαλύψει ερωτήσεις από την εν λόγω βάση δεδομένων χωρίς να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής.

Στις 21 Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι

  1. η EPSO δεν αιτιολόγησε βασίμως και επαρκώς την άρνησή της να του παράσχει αντίγραφο των ερωτήσεων και των ορθών απαντήσεων·
  2. πολλές ερωτήσεις στις προκαταρκτικές δοκιμασίες του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/47/06 ήταν λανθασμένες.

Με επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, διότι είχε υπερβολικά γενικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την EPSO να υποβάλει γνωμοδότηση μόνο για τον πρώτο ισχυρισμό. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την EPSO να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η βάση δεδομένων στην οποία είχε αναφερθεί στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 15ης Δεκεμβρίου 2006 προς τον καταγγέλλοντα και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται στο πλαίσιο των γενικών διαγωνισμών που διοργανώνει η ίδια.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη της EPSO

Στη γνώμη της, η EPSO υπενθύμισε καταρχάς το ιστορικό της υπόθεσης εξηγώντας ότι ο καταγγέλλων ήταν υποψήφιος στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/47/06, για τον οποίο η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύθηκε στις 21 Ιουνίου 2006 στην Επίσημη Εφημερίδα C 152 A.

Σύμφωνα με το τμήμα Β.1 της προκήρυξης του διαγωνισμού, πραγματοποιήθηκαν δύο προκαταρκτικές δοκιμασίες συμμετοχής, καθεμία από τις οποίες περιελάμβανε σειρά ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής: i) η δοκιμασία α) σχεδιάστηκε για την αξιολόγηση των γνώσεων σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα θεσμικά της όργανα και τις πολιτικές της και βαθμολογήθηκε σε κλίμακα από 0 έως 20 μονάδες, με βαθμό επιτυχίας 10, και ii) η δοκιμασία β) προοριζόταν για την αξιολόγηση των γενικών ικανοτήτων, ιδίως των λεκτικών δεξιοτήτων και των δεξιοτήτων κατανόησης, και βαθμολογήθηκε σε κλίμακα από 0 έως 40 μονάδες, με βαθμό επιτυχίας 20.

Στις 10 Αυγούστου 2006, η EPSO ενημέρωσε τους υποψηφίους των οποίων οι αιτήσεις είχαν καταχωριστεί ορθά ότι είχε αποφασίσει ότι οι ανωτέρω δοκιμασίες θα ήταν δοκιμασίες με χρήση υπολογιστή («CBT»).

Ο ενδιαφερόμενος έλαβε την ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία και στις δύο δοκιμασίες, αλλά η συνολική βαθμολογία του δεν ήταν επαρκής ώστε να μπορέσει να καταταγεί μεταξύ των 410 υποψηφίων με την υψηλότερη βαθμολογία. Έλαβε 36 βαθμούς, ενώ η χαμηλότερη βαθμολογία μεταξύ των καλύτερων 410 υποψηφίων ήταν 42.666 βαθμοί.

Στις 14 Δεκεμβρίου 2006, η EPSO ενημέρωσε τον ενδιαφερόμενο για τα αποτελέσματά του και ότι δεν έγινε δεκτός στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού.

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την EPSO να του αποστείλει αντίγραφο των ερωτήσεων της δοκιμασίας και τον πίνακα ορθών απαντήσεων, επισημαίνοντας ότι είχε αμφιβολίες σχετικά με τα αποτελέσματά του, δεδομένου ότι ορισμένες ερωτήσεις περιείχαν σφάλματα και είχαν ακυρωθεί κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας.

Στις 15 Δεκεμβρίου 2006, η EPSO απάντησε στον ενδιαφερόμενο επιβεβαιώνοντας τα αποτελέσματα που είχαν δημοσιευθεί στον φάκελό του EPSO. Εξήγησε ότι ορισμένες ερωτήσεις δοκιμής έπρεπε να ακυρωθούν, αλλά ότι δεν είχε λάβει εσφαλμένες ερωτήσεις. Εξήγησε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να του διαβιβάσει τις ζητούμενες πληροφορίες, δεδομένου ότι οι ερωτήσεις στις οποίες είχε απαντήσει αποτελούσαν μέρος μιας εκτεταμένης βάσης δεδομένων ερωτήσεων και χρησιμοποιήθηκαν επίσης σε άλλους διαγωνισμούς. Ως εκ τούτου, η EPSO δεν μπορούσε να αποκαλύψει ερωτήσεις από την εν λόγω βάση δεδομένων χωρίς να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής. Επιπλέον, οποιαδήποτε γνωστοποίηση του περιεχομένου της βάσης δεδομένων θα μπορούσε να ωφελήσει ορισμένους υποψηφίους, παραβιάζοντας έτσι την ίση μεταχείριση των υποψηφίων και θέτοντας σε κίνδυνο μελλοντικές διαδικασίες επιλογής.

Επί της ουσίας της διοικητικής ενστάσεως, η EPSO διατύπωσε, συνοπτικώς, τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Όσον αφορά τη CBT, η EPSO εξήγησε ότι δημιουργήθηκε βάση δεδομένων σε συνεργασία με τα διάφορα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και με τη βοήθεια αναδόχου, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους υποψηφίους να συμμετάσχουν στις προκαταρκτικές δοκιμασίες συμμετοχής μέσω υπολογιστή. Αυτή η βάση δεδομένων περιέχει μια σειρά ερωτήσεων κατανόησης κειμένου και αριθμών και ερωτήσεις που αποσκοπούν στην αξιολόγηση των γνώσεων σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πλεονέκτημα αυτού του εργαλείου είναι ότι επιτρέπει στους υποψηφίους να συμμετάσχουν σε ατομική δοκιμασία βάσει τυχαίας επιλογής των ερωτήσεων στη βάση δεδομένων, κατά την ημερομηνία της επιλογής τους, εντός προθεσμίας που ορίζεται από την EPSO. Ως εκ τούτου, οι δοκιμασίες συμμετοχής πραγματοποιούνται αποκλειστικά ηλεκτρονικά και οι υποψήφιοι δεν μπορούν ούτε να πάρουν τα γραπτά τους ούτε να ζητήσουν εκτύπωση των ερωτήσεων ή των απαντήσεών τους. Δεδομένου ότι οι ερωτήσεις στη βάση δεδομένων χρησιμοποιούνται συνεχώς, τόσο για εν εξελίξει όσο και για μελλοντικούς διαγωνισμούς, οι πληροφορίες στη βάση δεδομένων δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν.

Η EPSO επισήμανε ότι, εάν το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα εξεταστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (1) («κανονισμός 1049/2001»), θα ήταν σαφές ότι υπάρχουν περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης, ιδίως για λόγους δημόσιου συμφέροντος, προκειμένου να διασφαλιστεί ο στόχος της επιλογής του καλύτερου προσωπικού για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Συναφώς, η EPSO παρέπεμψε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου (2). Στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι:

  1. «σκοπός του κανονισμού είναι να διασφαλίσει την πρόσβαση όλων στα δημόσια έγγραφα και όχι μόνο την πρόσβαση του αιτούντος μέρους στα έγγραφα που τον αφορούν»·
  2. «οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση στα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001 διατυπώνονται με υποχρεωτικούς όρους»· και
  3. «το ιδιαίτερο συμφέρον που μπορεί να επικαλεσθεί ο αιτών για να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφο που τον αφορά προσωπικά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των υποχρεωτικών εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001.»(3)

Η EPSO υποστήριξε ότι το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα περιορίζεται ή αποκλείεται, σύμφωνα με την αρχή lex specialis derogat legi generali, δηλαδή ότι ένας ειδικός κανόνας παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα, όταν υπάρχουν ειδικοί κανόνες που διέπουν ειδικά θέματα. Συναφώς, η EPSO παρέπεμψε στην υπόθεση T-371/03, Le Voci κατά Συμβουλίου (4), και υποστήριξε περαιτέρω ότι, εν προκειμένω, ο ΚΥΚ επιδιώκει ειδικό σκοπό, ο οποίος δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος.

Επιπλέον, η EPSO παρέπεμψε στην υπόθεση T-376/03, Hendrickx κατά Συμβουλίου (5) και στην εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και ιδίως στην υπόθεση T-53/00, Angioli κατά Επιτροπής (6). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 255, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ ή τον κανονισμό 1049/2001 για να αμφισβητήσει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής.

Ως εκ τούτου, η EPSO έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν να παράσχει στον καταγγέλλοντα αντίγραφο των ερωτήσεων που δημιουργήθηκαν με υπολογιστή και των απαντήσεών του. Η EPSO επανέλαβε ότι δεν μπορεί να δημοσιοποιήσει τις ερωτήσεις που υποβάλλονται σε έναν υποψήφιο μέσω υπολογιστή χωρίς να υπονομεύσει τη διαδικασία επιλογής, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα ωφελούσε τους μελλοντικούς υποψηφίους, θα μπορούσε να επηρεάσει τις διαδικασίες μελλοντικών διαγωνισμών, να υπονομεύσει την ίση μεταχείριση των υποψηφίων και να έχει επιζήμιες επιπτώσεις στις διαδικασίες των διαγωνισμών.

Η EPSO επισήμανε επίσης ότι το άρθρο 43 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι η πρόσβαση σε ένα έγγραφο θα απορρίπτεται «εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση». Το συμφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ήταν σαφώς ιδιωτικό και ήταν αδιαμφισβήτητα προς το δημόσιο συμφέρον να διασφαλιστούν πλήρως η αντικειμενικότητα της διαδικασίας επιλογής των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και η ίση μεταχείριση των υποψηφίων.

Ως εκ τούτου, η EPSO έκρινε ότι η άρνηση παροχής στον καταγγέλλοντα πρόσβασης στις ερωτήσεις και στις απαντήσεις του ήταν πλήρως δικαιολογημένη. Η EPSO υποστήριξε ότι η «γενική συστημική και επίσημη» πρόσβαση στις ερωτήσεις της βάσης δεδομένων για κάθε υποψήφιο που το ζήτησε θα έβλαπτε σοβαρά τη νέα αυτή μέθοδο και ότι η ad hoc πρόσβαση στις δοκιμασίες, στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας υποβολής ενστάσεων, θα είχε εξίσου αρνητικές επιπτώσεις στο σύστημα αξιολόγησης.

Επιπλέον, όσον αφορά τους λόγους για τα αποτελέσματα του καταγγέλλοντος, η EPSO τόνισε ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η κοινοποίηση της βαθμολογίας που έλαβε υποψήφιος ο οποίος δεν πέτυχε αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τα αποτελέσματά του και για ποιο λόγο δεν έγινε δεκτός στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Πρόσβαση στις ερωτήσεις και τις απαντήσεις μιας δοκιμασίας με χρήση υπολογιστή («CBT»)

1.1 Ο καταγγέλλων, ο οποίος συμμετείχε σε δοκιμασία με χρήση υπολογιστή («CBT») στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/47/06 ,, ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού («EPSO») δεν παρείχε βάσιμους και επαρκείς λόγους για την άρνησή της να του δώσει αντίγραφο των ερωτήσεων και των ορθών απαντήσεων.

1.2 Στη γνώμη της, η EPSO ανέφερε, συνοπτικά, ότι δεν μπορούσε να του διαβιβάσει τις πληροφορίες που ζητούσε, δεδομένου ότι οι ερωτήσεις στις οποίες είχε απαντήσει αποτελούσαν μέρος μιας εκτεταμένης βάσης δεδομένων ερωτήσεων που χρησιμοποιούνταν και σε άλλους διαγωνισμούς και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αποκαλύψει ερωτήσεις από την εν λόγω βάση δεδομένων χωρίς να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής.

Η EPSO έκρινε ότι οι αιτήσεις πρόσβασης σε ερωτήσεις και απαντήσεις σε ΓΣΘ, δηλαδή οι απαντήσεις των ίδιων των υποψηφίων και οι σωστές απαντήσεις, θα πρέπει να απορρίπτονται σε κάθε περίπτωση. Η EPSO στήριξε την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση αυτή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (7) («κανονισμός 1049/2001»). Υποστήριξε, ειδικότερα, ότι οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις των CBT δεν μπορούσαν να γνωστοποιηθούν στους υποψηφίους, διότι αυτό θα υπονόμευε τη διαδικασία επιλογής.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο των ερευνών του σχετικά με τις καταγγελίες 2626/2006/MHZ, 3746/2006/MHZ και 370/2007/MHZ, οι οποίες αφορούσαν παρόμοιες υποθέσεις, η EPSO, κατ’ ουσίαν, επικαλέστηκε τα ίδια επιχειρήματα προς στήριξη των προσβαλλόμενων αρνήσεών της να χορηγήσει πρόσβαση. Στις αποφάσεις του σχετικά με τις εν λόγω καταγγελίες (8), ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η EPSO δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς την προσβαλλόμενη άρνησή της και ότι αυτό συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Η διαπίστωση αυτή ισχύει και στην υπό κρίση υπόθεση, τηρουμένων των αναλογιών.

1.4 Στις προαναφερθείσες αποφάσεις του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε επίσης ότι είχε ήδη εξετάσει σημαντικό αριθμό παρόμοιων καταγγελιών σε σχέση με τις οποίες η EPSO είχε υιοθετήσει, κατ' ουσίαν, την ίδια θέση και υποστηρικτική επιχειρηματολογία. Υπό τις συνθήκες αυτές, έκρινε σκόπιμο να ξεκινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με τη συνολική δομή των ΓΣΘ που χρησιμοποιούνται στους διαγωνισμούς που διοργανώνει η EPSO. Η αυτεπάγγελτη έρευνα θα δώσει στην EPSO την ευκαιρία να επανεξετάσει τις πολιτικές της επί του θέματος και να αναζητήσει τρόπους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντόπισε ο Διαμεσολαβητής και, γενικότερα, για την εξεύρεση δίκαιης λύσης.

1.5 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θα περατώσει την παρούσα υπόθεση και όλες τις άλλες εν εξελίξει υποθέσεις που ασχολούνται με το ίδιο ζήτημα παραπέμποντας στην επικριτική παρατήρησή του στην υπόθεση 370/2007/MHZ (9). Ο Διαμεσολαβητής θα ενημερώσει επίσης τους ενδιαφερόμενους καταγγέλλοντες για το αποτέλεσμα της αυτεπάγγελτης έρευνάς του.

2 Συμπέρασμα

Για τους λόγους που εξηγούνται στο σημείο 1.4 της παρούσας απόφασης ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες στην παρούσα καταγγελία. Ο Διαμεσολαβητής παραπέμπει, ωστόσο, στην επικριτική του παρατήρηση στην υπόθεση 370/2007/MHZ, επισημαίνοντας ότι η EPSO δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις ερωτήσεις/απαντήσεις της CBT και ότι αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο διευθυντής της EPSO θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) ΕΕ L 145, σ. 43.

(2) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2005, σ. II-1429.

(3) Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, σκέψεις 50-52.

(4) Υπόθεση T-371/03, Le Voci κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-209 και II-957, σκέψη 122.

(5) Υπόθεση T-376/03 Hendrickx κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-83 και II-379.

(6) Υπόθεση T-53/00, Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψη 84.

(7) ΕΕ L 145, σ. 43.

(8) Οι αποφάσεις αυτές διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(9) «Η EPSO δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις ερωτήσεις/απαντήσεις της CBT. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!