FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2280/2006/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Ο καταγγέλλων είναι ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Ανατολικής Μεσογείου («ΟΝΕ»), ενός τουρκοκυπριακού εκπαιδευτικού ιδρύματος που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Κύπρου. Τον Οκτώβριο του 2004, η ΟΝΕ υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση για πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus («EUC»). Προϋπόθεση για τη λήψη EUC ήταν η «εθνική αρχή για την εκπαίδευση» να επιβεβαιώσει το καθεστώς της ΟΝΕ ως ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου αρνήθηκε να χορηγήσει στην ΟΝΕ το καθεστώς ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αίτηση της ΟΝΕ για το EUC εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και να παράσχει εξηγήσεις για αυτή την καθυστέρηση που θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έδωσε άμεση και επίσημη απάντηση στην αίτηση της ΟΝΕ ήταν η έλλειψη επιβεβαίωσης από την αρμόδια αρχή ότι η ΟΝΕ ήταν επιλέξιμο ίδρυμα. Στις 12 Μαΐου 2005, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στην ΟΝΕ επιβεβαιώνοντας επίσημα ότι η αίτησή της για EUC δεν είχε γίνει δεκτή διότι δεν είχε αναγνωριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή ως επιλέξιμη για συμμετοχή στο πρόγραμμα ΣΩΚΡΑΤΗΣ/Erasmus.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αίτησης της ΟΝΕ και της απάντησης της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 2005 δεν οφειλόταν σε καθυστερήσεις που θα μπορούσαν να αποδοθούν στην Επιτροπή, αλλά μάλλον φαινόταν να οφείλεται στο γεγονός ότι η ΟΝΕ αρνήθηκε να υποβάλει αίτηση στο Υπουργείο Παιδείας της Λευκωσίας για το καθεστώς ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το εν λόγω ζήτημα επιλεξιμότητας εγείρει ευαίσθητα ζητήματα λόγω της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για καθυστερήσεις που οφείλονταν άμεσα στην πολιτική αυτή κατάσταση. Επιπλέον, η Επιτροπή φαίνεται ότι ενημέρωσε τακτικά τον καταγγέλλοντα για τα σχετικά μέτρα που έλαβε για να επιβεβαιώσει την επιλεξιμότητα της αίτησης της ΟΝΕ. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε επίσης ότι δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να παράσχει λεπτομερείς εξηγήσεις όσον αφορά τη συμπεριφορά άλλων μερών εκτός της Επιτροπής.

Ο Διαμεσολαβητής επικρότησε επίσης το γεγονός ότι η Επιτροπή φάνηκε να έχει βρει μια εναλλακτική πρακτική λύση που θα βοηθούσε τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς στη Βόρεια Κύπρο, παρέχοντάς τους ευκαιρίες παρόμοιες με εκείνες που προκύπτουν από το EUC.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.


Στρασβούργο, 21 Νοεμβρίου 2007

Αξιότιμε κ. G.,

Στις 5 Ιουλίου 2006, ενεργώντας εξ ονόματος του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Μεσογείου (στο εξής: ΟΝΕ), υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Γενική Διεύθυνση «Εκπαίδευση και Πολιτισμός» και Γενική Διεύθυνση «Διεύρυνση») σχετικά με την αίτηση της ΟΝΕ για τον πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus.

Στις 7 και 11 Ιουλίου 2006, αποστείλατε περαιτέρω έγγραφα σχετικά με την καταγγελία σας.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Στις 11 Δεκεμβρίου 2006, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία μου αποστείλατε στις 24 Ιανουαρίου 2007.

Στις 28 Μαΐου 2007, αποστείλατε στις υπηρεσίες μου νέο ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με την καταγγελία σας. Οι υπηρεσίες μου σας απάντησαν με ηλεκτρονικό μήνυμα της 30ής Μαΐου 2007.

Στις 4 Οκτωβρίου 2007, ο κ. K.A. μου απέστειλε νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εξ ονόματός σας, στο οποίο απάντησα στις 19 Οκτωβρίου 2007.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία εξ ονόματος του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Μεσογείου («ΟΝΕ»), ενός τουρκοκυπριακού εκπαιδευτικού ιδρύματος που βρίσκεται στη Βόρεια Κύπρο. Ο καταγγέλλων είναι ο πρύτανης της ΟΝΕ.

Την 1η Νοεμβρίου 2004, η ΟΝΕ υπέβαλε αίτηση για πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus («EUC») για τα ακαδημαϊκά έτη 2005/2006 και 2006/2007.

Η «δήλωση ευρωπαϊκής πολιτικής» της ΟΝΕ έγινε δεκτή από την Επιτροπή. Ωστόσο, προϋπόθεση για τη λήψη πανεπιστημιακού χάρτη Erasmus ήταν η «εθνική αρχή για την εκπαίδευση», δηλαδή (κατά την άποψη της Επιτροπής) το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου, να επιβεβαιώσει το καθεστώς της ΟΝΕ ως «ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου αρνήθηκε να χορηγήσει στην ΟΝΕ το καθεστώς του «ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» λόγω της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο.

Στο ανωτέρω πλαίσιο, η εφαρμογή του Χάρτη από την ΟΝΕ έπρεπε να ανασταλεί.

Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση της ΟΝΕ συνέταξε έγγραφο θέσης υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, η αρμόδια για εκπαιδευτικά θέματα αρχή ανατέθηκε χωριστά στην Τουρκοκυπριακή και την Ελληνοκυπριακή Κοινότητα στην Κύπρο.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δεν εξέτασε την αίτηση της ΟΝΕ επί της ουσίας και φαινόταν να βρίσκεται στα πρόθυρα της υιοθέτησης μιας πολιτικής που θα στερούσε τη συμμετοχή της ΟΝΕ στο πρόγραμμα Erasmus. Επισημαίνει ότι η ΟΝΕ αποκλείστηκε από τη διαδικασία της Μπολόνια και τα προγράμματα Erasmus/Σωκράτης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έλαβε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ούτε απάντηση από την Επιτροπή σχετικά με την αίτηση της ΟΝΕ για το EUC ούτε επαρκή εξήγηση για την καθυστέρηση της διαδικασίας.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στη Γενική Διεύθυνση («ΓΔ») Εκπαίδευσης και Πολιτισμού της Επιτροπής, στην οποία εξέφρασε την απογοήτευσή του για την απόφαση περί μη επιλεξιμότητας της αίτησης της ΟΝΕ για το EUC. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου αρνήθηκε να επιβεβαιώσει την επιλεξιμότητα της ΟΝΕ ως ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, διότι η ΟΝΕ βρισκόταν στη Βόρεια Κύπρο. Στην επιστολή του, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την αίτηση της ΟΝΕ επί της ουσίας.

Στις 30 Μαΐου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στη ΓΔ «Διεύρυνση» της Επιτροπής, με την οποία ζητούσε από την τελευταία να επανεξετάσει την αίτηση της ΟΝΕ προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για την εκπροσώπηση και τη συμμετοχή των τουρκοκυπριακών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στο πρόγραμμα Erasmus.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είχε απαντήσει στην αίτηση της ΟΝΕ για τον πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και δεν είχε δώσει εξηγήσεις για αυτή την καθυστέρηση που μπορούσε να αποφευχθεί. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την αίτηση της ΟΝΕ για τον πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus επί της ουσίας, προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για την εκπροσώπηση και τη συμμετοχή των τουρκοκυπριακών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στο πρόγραμμα Erasmus.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η γνώμη της Επιτροπής επί της καταγγελίας ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:

Επί των πραγματικών περιστατικών

Η Επιτροπή δήλωσε ότι, από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 2004, είχε λάβει αιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τις διαδικασίες και τις προοπτικές των πανεπιστημίων της Βόρειας Κύπρου που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Socrates/Erasmus. Η ΟΝΕ ήταν μεταξύ εκείνων που διεξήγαγαν έρευνες.

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Μαΐου 2004, στο πλαίσιο της απάντησής της σε αίτημα παροχής πληροφοριών από την ΟΝΕ, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η συμμετοχή ενός ιδρύματος στο πρόγραμμα Socrates/Erasmus απαιτούσε επιβεβαίωση από το «αρμόδιο υπουργείο» ότι το αιτούν ίδρυμα ήταν πράγματι επιλέξιμο να υποβάλει αίτηση, ως ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2004 διοργανώθηκε στις Βρυξέλλες «Ημέρα Πληροφόρησης για τον Χάρτη Erasmus» για την παροχή βοήθειας σε εκπροσώπους πανεπιστημίων που δεν είχαν υποβάλει προηγουμένως αίτηση για EUC. Τέσσερα πανεπιστήμια από τη Βόρεια Κύπρο, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, (εξ ονόματος της ΟΝΕ), εγγεγραμμένοι αντιπρόσωποι για να παραστούν στην ενημερωτική ημερίδα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, στην επιστολή του της 19ης Οκτωβρίου 2004 προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων αναγνώρισε στη συνέχεια τη θετική προσέγγιση και τις σταθερές προσπάθειες της τελευταίας.

Η αίτηση για EUC υποβλήθηκε δεόντως από την ΟΝΕ και παρελήφθη πριν από τη σχετική προθεσμία της 1ης Νοεμβρίου 2004.

Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, σύμφωνα με την απαίτηση που αναφέρεται στις «Κατευθυντήριες γραμμές του προγράμματος ΣΩΚΡΑΤΗΣ για τους αιτούντες» του 2004, το Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας («ΓΤΒ») ζήτησε επιβεβαίωση (μέσω του κυπριακού εθνικού οργανισμού) ότι η ΟΝΕ συμμορφώνεται με την ακόλουθη διάταξη:

«Το ίδρυμα πρέπει να αναγνωρίζεται ως ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιλέξιμο για συμμετοχή στο πρόγραμμα ΣΩΚΡΑΤΗΣ από τις αρμόδιες αρχές της χώρας στην οποία βρίσκεται το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».

Η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε επίσης αποστείλει επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 2 Δεκεμβρίου 2004, ενημερώνοντάς τον ότι η αίτησή του εξεταζόταν και επισημαίνοντας εκ νέου την ανάγκη επιβεβαίωσης του ζητήματος της επιλεξιμότητας από τις αρμόδιες αρχές. Η Επιτροπή επανέλαβε επίσης τη συμβουλή της ότι θα ήταν χρήσιμο για τον καταγγέλλοντα να έρθει σε επαφή με τις αρμόδιες αρχές της Κύπρου.

Εκτός από το τυποποιημένο αίτημα επιβεβαίωσης που απεστάλη από το ΓΤΒ, η Επιτροπή, σε μια προσπάθεια να βοηθήσει στην εξεύρεση πιθανής λύσης των προβλημάτων των πανεπιστημίων της Βόρειας Κύπρου, απέστειλε επιστολή απευθείας στο Υπουργείο Παιδείας στη Λευκωσία στις 17 Δεκεμβρίου 2004 προκειμένου να ζητήσει απόφαση σχετικά με την επιλεξιμότητα των τεσσάρων πανεπιστημίων της Βόρειας Κύπρου που είχαν υποβάλει αίτηση για EUC.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι το αποτέλεσμα των διαφόρων επαφών μεταξύ της Επιτροπής και των κυπριακών αρχών έως τις 21 Φεβρουαρίου 2005 διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα τηλεφωνικώς από υπάλληλο της Επιτροπής.

Μετά από περαιτέρω τηλεφωνική επικοινωνία της ΓΔ Εκπαίδευσης και Πολιτισμού με αίτημα την έκδοση απόφασης, το κυπριακό Υπουργείο στη Λευκωσία απάντησε στις 26 Φεβρουαρίου 2005, δηλώνοντας ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να διατυπώσει απάντηση. Ελλείψει επιβεβαίωσης, η αίτηση της ΟΝΕ για ένα EUC δεν μπορούσε να προχωρήσει. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν φαίνεται να έχει ληφθεί περαιτέρω αλληλογραφία σχετικά με το θέμα από το κυπριακό Υπουργείο. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η διαδικασία αξιολόγησης είχε προγραμματιστεί να περατωθεί και ότι οι συστάσεις είχαν εκδοθεί έως την 1η Μαρτίου 2005.

Στις 12 Μαΐου 2005, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στην ΟΝΕ επιβεβαιώνοντας επίσημα ότι η αίτησή της για EUC δεν είχε γίνει δεκτή διότι δεν είχε αναγνωριστεί ως επιλέξιμη για συμμετοχή στο πρόγραμμα ΣΩΚΡΑΤΗΣ/Erasmus.

Επί της ουσίας της καταγγελίας

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο λόγος για την προβαλλόμενη παράλειψη έγκαιρης και επίσημης απαντήσεως στην αίτηση της ΟΝΕ για ΣΕΕΕ οφειλόταν στην έλλειψη επιβεβαιώσεως, εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, ότι η ΟΝΕ ήταν θεσμικό όργανο που μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την απονομή Χάρτη.

Παρά την υπόδειξη, που διατυπώθηκε τουλάχιστον τρεις φορές από την Επιτροπή, ότι μια επαφή της ΟΝΕ με τις αρμόδιες αρχές της Κύπρου θα μπορούσε κάλλιστα να βοηθήσει στην προώθηση της αίτησης, ο καταγγέλλων, στην επιστολή του της 22ας Φεβρουαρίου 2005 προς την Επιτροπή, επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε επαφή με τις αρμόδιες αρχές. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η ΟΝΕ δεν δέχθηκε ότι η «ελληνοκυπριακή διοίκηση» είχε την εξουσία να εκδώσει τέτοια επιστολή επιλεξιμότητας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεδομένης της θέσης του καταγγέλλοντος, αυτός, και όχι η Επιτροπή, μπορεί κάλλιστα να ήταν η αιτία της μη απόκτησης EUC.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να ενημερώνει την ΟΝΕ σχετικά με την πρόοδο της εφαρμογής της. Κατά την Επιτροπή, ήταν εσφαλμένο να υποστηριχθεί ότι δεν απάντησε στην ΟΝΕ μετά τον Νοέμβριο του 2004. Υπήρξαν σαφείς ενδείξεις επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και της ΟΝΕ τον Δεκέμβριο του 2004 και τον Μάιο του 2005 (με επιστολές) και εκ νέου τον Φεβρουάριο του 2005 (τηλεφωνικώς).

Δεν ήταν κατ’ ανάγκη προς το συμφέρον της ΟΝΕ να τους δοθεί επίσημη απόφαση στο τέλος της περιόδου αξιολόγησης τον Μάρτιο του 2005, δεδομένου ότι, στο στάδιο αυτό, η απόφαση δεν μπορούσε παρά να είναι αρνητική. Δεδομένου ότι η αίτηση είχε υποβληθεί νομότυπα και είχε παραληφθεί από τις διοικητικές αρχές, ήταν, κατ’ αρχήν, δυνατόν, εάν το ζήτημα της επιβεβαίωσης είχε διευθετηθεί εγκαίρως ώστε να καταστεί δυνατή η συμμετοχή της ΟΝΕ στο ακαδημαϊκό έτος 2005/2006, η ΟΝΕ να μπορούσε ακόμη να λάβει το EUC.

Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ΟΝΕ γνώριζε πολύ καλά τους λόγους της καθυστέρησης. Πράγματι, η ΟΝΕ επιβεβαίωσε, με τη δική της αλληλογραφία με την Επιτροπή, ότι της είχε εξηγηθεί η κατάσταση. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ΟΝΕ δεν ήταν διατεθειμένη να συμμετάσχει σε αυτό που γνώριζε ότι ήταν μία από τις αναγκαίες διαδικασίες, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε, λογικά, να ισχυριστεί ότι χρειαζόταν εξήγηση για την καθυστέρηση.

Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, δεδομένης της έλλειψης προόδου στην Κύπρο όσον αφορά τη συμμετοχή ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Βόρεια Κύπρο στην κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών Erasmus, δημιούργησε, στο πλαίσιο προγράμματος που αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της οικονομικής ανάπτυξης της τουρκοκυπριακής κοινότητας (1), ένα ειδικό πρόγραμμα με τίτλο «Κοινοτικές υποτροφίες που επιτρέπουν σε Τουρκοκύπριους φοιτητές και εκπαιδευτικούς να περάσουν έως ένα ακαδημαϊκό έτος σε πανεπιστήμιο ενός από τα κράτη μέλη». Κατά την άποψη της Επιτροπής, το πρόγραμμα αυτό αποτελούσε σαφή απόδειξη της καλής θέλησης της προς τα εμπλεκόμενα θεσμικά όργανα και των προσπαθειών που κατέβαλε η Επιτροπή για την άμβλυνση των δυσχερειών τους.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην άποψή του ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, η αρμόδια για εκπαιδευτικά θέματα αρχή ανατέθηκε χωριστά στην τουρκοκυπριακή και την ελληνοκυπριακή κοινότητα στην Κύπρο και ότι, συνταγματικά, δεν υπάρχει «εθνική εκπαιδευτική αρχή» στην Κύπρο. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή επέλεξε να αγνοήσει τις μοναδικές συνταγματικές συνθήκες της Κύπρου και να αντιμετωπίσει την ελληνοκυπριακή εκπαιδευτική αρχή ως αρμόδια για τις τουρκοκυπριακές εκπαιδευτικές υποθέσεις.

Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η ΟΝΕ ουδέποτε έλαβε την επιστολή της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 2005 με την οποία την ενημέρωνε ότι η αίτησή της ήταν ανεπιτυχής, διότι η επιστολή είχε αποσταλεί σε ταχυδρομική διεύθυνση στην Κύπρο και, όχι όπως είχε ζητήσει ρητά η ΟΝΕ στην αίτησή της, στη διεύθυνση στην Τουρκία. Ο ενδιαφερόμενος δήλωσε ότι είχε ενημερωθεί ότι η αίτηση της ΟΝΕ είχε απορριφθεί πέντε μήνες μετά την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή, δηλαδή τον Δεκέμβριο του 2006, όταν οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή του διαβίβασαν αντίγραφο της γνώμης της Επιτροπής με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις.

Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο γεγονός ότι, μετά από μακρά συζήτηση κατά τη διάρκεια του 2004 και του 2005, η Ένωση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (EUA) αποδέχθηκε την ΟΝΕ ως πλήρες θεσμικό μέλος με δικά της προσόντα, αλλά χωρίς καμία εθνική συμμετοχή, κατατάσσοντάς την στην κατηγορία «Άλλο». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Κύπρο εμπίπτει στη γκρίζα ζώνη.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως της Επιτροπής να απαντήσει, εντός εύλογης προθεσμίας, στην αίτηση της ΟΝΕ για τον πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus και να εξηγήσει την καθυστέρηση αυτή που θα μπορούσε να αποφευχθεί

1.1 Ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία εξ ονόματος του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Μεσογείου (στο εξής: ΟΝΕ), ενός τουρκοκυπριακού εκπαιδευτικού ιδρύματος που εδρεύει στη Βόρεια Κύπρο. Ο καταγγέλλων είναι ο πρύτανης της ΟΝΕ. Το 2004, η ΟΝΕ υπέβαλε στη Γενική Διεύθυνση «Εκπαίδευση και Πολιτισμός» της Επιτροπής αίτηση για πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus («EUC»). Ωστόσο, προϋπόθεση για τη λήψη του Χάρτη ήταν η «εθνική αρχή για την εκπαίδευση» να επιβεβαιώσει το καθεστώς της ΟΝΕ ως «ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου αρνήθηκε να χορηγήσει στην ΟΝΕ το καθεστώς του «ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» λόγω της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή του Χάρτη από την ΟΝΕ έπρεπε να ανασταλεί. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει στην αίτηση της ΟΝΕ για τον Χάρτη Erasmus εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και δεν είχε δώσει εξηγήσεις για αυτή την καθυστέρηση που μπορούσε να αποφευχθεί.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο λόγος για την εικαζόμενη παράλειψη της να παράσχει άμεση και επίσημη απάντηση στην αίτηση της ΟΝΕ για EUC ήταν η έλλειψη επιβεβαίωσης από την «αρμόδια» αρχή ότι η ΟΝΕ ήταν θεσμικό όργανο που μπορούσε να εξεταστεί για την απονομή Χάρτη. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων αρνήθηκε να δεχθεί τον διορισμό από τις «αρμόδιες» αρχές, μπορεί κάλλιστα να ήταν η αιτία της αποτυχίας που εσφαλμένα αποδόθηκε στην Επιτροπή. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι υπήρχαν σαφείς ενδείξεις επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών της και της ΟΝΕ τον Δεκέμβριο του 2004 και τον Μάιο του 2005 (με επιστολές) και εκ νέου τον Φεβρουάριο του 2005 (τηλεφωνικώς).

1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν υπάρχει συνταγματικά «εθνική εκπαιδευτική αρχή» στην Κύπρο και ότι η Επιτροπή επέλεξε να αγνοήσει τις μοναδικές συνταγματικές συνθήκες της Κύπρου και να αντιμετωπίσει την «ελληνοκυπριακή εκπαιδευτική αρχή» ως αρμόδια για τα τουρκοκυπριακά εκπαιδευτικά θέματα. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η ΟΝΕ ουδέποτε έλαβε την επιστολή της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 2005 με την οποία την ενημέρωνε ότι η αίτησή της ήταν ανεπιτυχής, διότι η επιστολή είχε αποσταλεί σε ταχυδρομική διεύθυνση στην Κύπρο και, όχι όπως είχε ζητήσει η ΟΝΕ στην αίτησή της, σε διεύθυνση στην Τουρκία.

1.4 Λαμβανομένου υπόψη του πολιτικού χαρακτήρα ορισμένων ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει, ως προκαταρκτική παρατήρηση, ότι ο ρόλος του συνίσταται στη διερεύνηση καταγγελιών σχετικά με εικαζόμενες περιπτώσεις κακοδιοίκησης στις δραστηριότητες των θεσμικών και λοιπών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εντολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή δεν του επιτρέπει να διερευνά τη συμπεριφορά οποιουδήποτε εθνικού θεσμικού οργάνου ή οργανισμού. Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει μόνον αν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής κατά την εξέταση της αίτησης της ΟΝΕ για EUC.

1.5 Όσον αφορά την προβαλλόμενη παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην αίτηση της ΟΝΕ για το EUC εντός εύλογης προθεσμίας, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στις 29 Οκτωβρίου 2004, η ΟΝΕ απέστειλε την αίτησή της στην Επιτροπή για το EUC. Η αίτηση της ΟΝΕ περιήλθε στην Επιτροπή την 1η Νοεμβρίου 2004. Προβλεπόταν ότι η διαδικασία αξιολόγησης θα ολοκληρωνόταν την 1η Μαρτίου 2005.

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η αίτηση της ΟΝΕ για το EUC βρισκόταν υπό επεξεργασία. Στην εν λόγω επιστολή, ο προϊστάμενος μονάδας της ΓΔ «Εκπαίδευση και πολιτισμός» της Επιτροπής ενημέρωσε περαιτέρω τον καταγγέλλοντα ότι ήταν «απαραίτητο να επιβεβαιωθεί η επιλεξιμότητα για συμμετοχή στο πρόγραμμα Erasmus από τις αρμόδιες αρχές». Στην επιστολή αυτή, ο προϊστάμενος μονάδας ανέφερε περαιτέρω τα εξής:

«Όπως πρότεινα κατά τη διάρκεια της συνάντησης που επικεντρώθηκε στον Πανεπιστημιακό Χάρτη Erasmus στις 27 Σεπτεμβρίου 2004, η καθιέρωση επαφής με τις αρμόδιες αρχές της Κύπρου για την επιβεβαίωση της επιλεξιμότητας του Πανεπιστημίου σας για συμμετοχή στο πρόγραμμα ΣΩΚΡΑΤΗΣ θα μπορούσε να είναι χρήσιμη. Η επαφή με τον γενικό διευθυντή των πανεπιστημίων θα μπορούσε ενδεχομένως να διευκολύνει περαιτέρω εξελίξεις».

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, στις 17 Δεκεμβρίου 2004, ο προϊστάμενος μονάδας της ΓΔ «Εκπαίδευση και Πολιτισμός» της Επιτροπής απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Παιδείας στη Λευκωσία προκειμένου να ζητήσει απόφαση σχετικά με την επιλεξιμότητα των τεσσάρων πανεπιστημίων της Βόρειας Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της ΟΝΕ, τα οποία είχαν υποβάλει αίτηση για το EUC. Στις 26 Φεβρουαρίου 2005, το Υπουργείο Παιδείας στη Λευκωσία απάντησε ότι το θέμα είχε συζητηθεί με άλλα υπουργεία της Δημοκρατίας και ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να διατυπώσει απάντηση. Ο Μόνιμος Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας ζήτησε επίσης συγγνώμη για την καθυστέρηση στην παροχή απάντησης και δήλωσε ότι ελπίζει ότι έχει «κατανόηση από την Επιτροπή για τις επιπλοκές και τις ευαισθησίες του ζητήματος».

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε στις 12 Μαΐου 2005 ότι η αίτηση της ΟΝΕ ήταν απαράδεκτη. Ωστόσο, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αίτησης της ΟΝΕ, στις 29 Οκτωβρίου 2004, και της απάντησης της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 2005, δεν οφειλόταν σε καθυστερήσεις που μπορούν να αποδοθούν στην Επιτροπή, αλλά μάλλον φαίνεται να οφείλεται στο γεγονός ότι η επιλεξιμότητα της ΟΝΕ εκκρεμούσε ενώπιον του Υπουργείου Παιδείας στη Λευκωσία και ότι το εν λόγω ζήτημα επιλεξιμότητας δημιουργούσε ευαίσθητα ερωτήματα λόγω της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο. Η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για καθυστερήσεις που οφείλονται άμεσα στην πολιτική αυτή κατάσταση. Επιπλέον, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή ενημέρωσε τακτικά τον καταγγέλλοντα για τα σχετικά μέτρα που έλαβε για να επιβεβαιώσει την επιλεξιμότητα της αίτησης της ΟΝΕ, και συγκεκριμένα με επιστολές της 2ας Δεκεμβρίου 2004 και του Μαΐου 2005. Με την ευκαιρία τηλεφωνικών συνομιλιών με υπάλληλο της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε επίσης για τις σχετικές επαφές μεταξύ της Επιτροπής και των κυπριακών αρχών έως τις 21 Φεβρουαρίου 2005. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά αυτή την πτυχή του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος.

1.7 Όσον αφορά την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει εξηγήσεις για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην ενημέρωση της ΟΝΕ σχετικά με τη μη επιλεξιμότητα της αίτησής της, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή ενημέρωσε επανειλημμένα τον καταγγέλλοντα, τόσο με επιστολές όσο και τηλεφωνικά, ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν στην ανάγκη να διαπιστωθεί κατά πόσον η ΟΝΕ πληρούσε τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για ένα EUC. Δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή να παράσχει λεπτομερείς εξηγήσεις όσον αφορά τη συμπεριφορά άλλων μερών πλην της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά αυτή την περαιτέρω πτυχή του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος.

1.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η ΟΝΕ ουδέποτε έλαβε την επιστολή της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 2005, επειδή η επιστολή είχε αποσταλεί σε ταχυδρομική διεύθυνση στην Κύπρο και όχι, όπως ζήτησε η ΟΝΕ στην αίτησή της, σε διεύθυνση στην Τουρκία. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το επιχείρημα αυτό αφορά ζήτημα που δεν είχε τεθεί ως ισχυρισμός στην αρχική καταγγελία. Επομένως, δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας έρευνας.

2 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την αίτηση της ΟΝΕ για τον πανεπιστημιακό χάρτη Erasmus επί της ουσίας, προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για την εκπροσώπηση και τη συμμετοχή των τουρκοκυπριακών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στο πρόγραμμα Erasmus.

2.2 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει καταρχάς ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι, δεδομένης της έλλειψης προόδου όσον αφορά τη συμμετοχή ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Βόρεια Κύπρο στο πρόγραμμα κινητικότητας φοιτητών και εκπαιδευτικών Erasmus, είχε λάβει έκτακτα μέτρα για τη δημιουργία ενός ειδικού προγράμματος, και συγκεκριμένα των «κοινοτικών υποτροφιών που επιτρέπουν σε Τουρκοκύπριους φοιτητές και εκπαιδευτικούς να περάσουν έως και ένα ακαδημαϊκό έτος σε πανεπιστήμιο ενός από τα κράτη μέλη». Κατά την άποψη της Επιτροπής, το πρόγραμμα αυτό αποτελούσε σαφή απόδειξη της καλής της θέλησης έναντι των εμπλεκόμενων θεσμικών οργάνων και των προσπαθειών που κατέβαλε για την άμβλυνση των δυσχερειών τους. Ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί ότι φαίνεται ότι σκοπός αυτού του ειδικού προγράμματος είναι να προσφέρει στους τελικούς δικαιούχους, δηλαδή στους σπουδαστές και τους εκπαιδευτικούς, ευκαιρίες παρόμοιες με τις ευκαιρίες που προσφέρονται στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ο Διαμεσολαβητής επικροτεί την πρωτοβουλία και την ευελιξία της Επιτροπής για την εξεύρεση αυτής της εναλλακτικής πρακτικής λύσης, ανακουφίζοντας έτσι, για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε από την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο.

2.3 Υπό το πρίσμα της ανωτέρω παρατήρησης και του συμπεράσματός του ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στο σημείο 1.7 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος για περαιτέρω έρευνες.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 389/2006 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2006.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!