FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 948/2006/BU κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων

Μια ΜΚΟ υπέβαλε αίτηση στην ΕΤΕπ για πρόσβαση σε σύμβαση χρηματοδότησης σχετικά με έργο εκσυγχρονισμού των σιδηροδρόμων στη Σλοβακία. Απορρίπτοντας την προσφυγή, η ΕΤΕπ επικαλέστηκε μια εξαίρεση στους κανόνες της σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, η οποία μνημόνευε την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και την επαγγελματική δεοντολογία, τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Ωστόσο, η ΕΤΕπ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν θα είχε αντίρρηση για τη γνωστοποίηση της σύμβασης χρηματοδότησης από τον δανειολήπτη ή τη σλοβακική κυβέρνηση.

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι, αναθέτοντας την ευθύνη για τη γνωστοποίηση στις αρχές των κρατών μελών, η ΕΤΕπ εισάγει διακρίσεις εις βάρος των πολιτών που δεν ομιλούν τη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στη Σύμβαση του Aarhus, η οποία προβλέπει ατομικό δικαίωμα πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.

Στη γνωμοδότησή της επί της καταγγελίας, η ΕΤΕπ υποστήριξε ότι, ως τράπεζα, πρέπει να διασφαλίζει την αμοιβαία εμπιστοσύνη με τους ομολόγους της, οι οποίοι έχουν το νόμιμο δικαίωμα να αναμένουν ότι θα ενεργούν εντός του καθιερωμένου νομικού πλαισίου και δεν θα αποκαλύπτουν πληροφορίες που προστατεύονται από την υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ αναφέρθηκε στους κανόνες της σχετικά με την πρόσβαση του κοινού, οι οποίοι είχαν επικαιροποιηθεί από τις 28 Μαρτίου 2006 στο πλαίσιο της πολιτικής της για τη δημοσιοποίηση. Τόσο οι παλαιοί όσο και οι νέοι κανόνες προβλέπουν εξαίρεση για τις πληροφορίες που καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Οι νέοι κανόνες ενισχύουν τη θέση αναφέροντας ρητά τη μη δημοσιοποίηση των συμβάσεων χρηματοδότησης. Τέλος, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι δεσμεύεται να προωθήσει την πρόσβαση σε πληροφορίες και ότι, για έγγραφα που δεν είναι διαθέσιμα σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάφρασης κάθε φορά που ανακύπτει μεγάλο ενδιαφέρον για ένα συγκεκριμένο έγγραφο.

Η απόφαση του Διαμεσολαβητή αναγνώρισε τον διττό ρόλο της ΕΤΕπ τόσο ως τραπεζικού ιδρύματος που δραστηριοποιείται στις χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και ως κοινοτικού οργανισμού. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η ΕΤΕπ είχε το δικαίωμα να απορρίψει την πρόσβαση βάσει των παλαιών κανόνων της, οι οποίοι ίσχυαν τότε. Ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι, παραπέμποντας επίσης στους νέους κανόνες της, οι οποίοι αναφέρουν ρητά τη μη γνωστοποίηση των συμβάσεων χρηματοδότησης, η ΕΤΕπ ανέφερε ότι η καθιερωμένη πρακτική ήταν, υπό το πρίσμα της εμπιστευτικής τραπεζικής σχέσης μεταξύ της ίδιας και των επιχειρηματικών εταίρων της, να μην αποκαλύπτει συμβάσεις χρηματοδότησης σε καμία περίπτωση και, ως εκ τούτου, να μην αξιολογεί τη δυνατότητα μερικής γνωστοποίησης. Όσον αφορά τη σύμβαση του Aarhus, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο κανονισμός 1367/2006 [1] είναι δεσμευτικός για την ΕΤΕπ, αλλά ότι εφαρμόζεται μόνο από τις 28 Ιουνίου 2007. Ως εκ τούτου, δεν ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος του καταγγέλλοντος.

Όσον αφορά το ενδεχόμενο γλωσσικό πρόβλημα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι πολίτες κατά την υποβολή αιτήσεων στις εθνικές αρχές, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση παροτρύνοντας την ΕΤΕπ να εξετάσει το ενδεχόμενο επικοινωνίας με τις εθνικές αρχές στο μέλλον, προκειμένου να διαπιστωθεί η δυνατότητα πλήρους ή, τουλάχιστον, μερικής γνωστοποίησης των συμβάσεων χρηματοδότησης στις οποίες οι πολίτες ζητούν να τους παρασχεθεί πρόσβαση στο κοινό. Με τον τρόπο αυτό, η ΕΤΕπ θα μπορούσε να συμβάλει επωφελώς στον μετριασμό των γλωσσικών προβλημάτων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ορισμένοι πολίτες κατά την εξέταση των αντίστοιχων αιτημάτων πρόσβασης του κοινού στις αρχές του οικείου κράτους μέλους.


[1] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13).


Στρασβούργο, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Αξιότιμε κ. Z.,

Στις 27 Μαρτίου 2006 , ενεργώντας εξ ονόματος της Friends of the Earth-CEPA («ο καταγγέλλων»), υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων («ΕΤΕπ») σχετικά με τον χειρισμό της αίτησης του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα.

Στις 19 Ιουνίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο της ΕΤΕπ και ζήτησα από την ΕΤΕπ να υποβάλει γνωμοδότηση.

Η ΕΤΕπ διατύπωσε τη γνώμη της στις 28 Σεπτεμβρίου 2006. Σας διαβίβασα πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 29 Νοεμβρίου 2006.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 17ης Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») αντίγραφα της σύμβασης χρηματοδότησης FI αριθ. 20.175 «Σλοβακική Δημοκρατία - Σχέδιο εκσυγχρονισμού των σλοβακικών σιδηροδρόμων: Σύμβαση χρηματοδότησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Zeleznice Slovenskej Republiky (ZSR)", η οποία υπεγράφη στη Μπρατισλάβα στις 23 Ιουλίου 1999, συμπεριλαμβανομένων όλων των παραρτημάτων και των τροποποιήσεών της (η "χρηματοδοτική σύμβαση").

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 2ας Φεβρουαρίου 2005, η ΕΤΕπ απέρριψε το αίτημα βάσει του άρθρου 4.1.vii των «κανόνων της ΕΤΕπ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα»(οι «παλαιοί κανόνες»)(1) και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη προς την επαγγελματική δεοντολογία, τους κανόνες και τις πρακτικές του τραπεζικού τομέα. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε επίσης ότι η ΕΤΕπ δεν θα είχε αντίρρηση για τη γνωστοποίηση της σύμβασης χρηματοδότησης από τον δανειολήπτη ή τη σλοβακική κυβέρνηση.

Με επιστολή της 1ης Απριλίου 2005 προς τον Γενικό Γραμματέα της ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων προσέφυγε κατά της ανωτέρω απόρριψης. Στην προσφυγή, ο καταγγέλλων επισήμανε κυρίως ότι i) η τεκμηρίωση σχετικά με το έργο εκσυγχρονισμού δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του δανειολήπτη και ii) μια προηγούμενη έκδοση της σύμβασης χρηματοδότησης ήταν διαθέσιμη στο κοινό στον ιστότοπο της σλοβακικής κυβέρνησης, η οποία ανέφερε σαφώς ότι τα σλοβακικά μέρη δεν επιθυμούσαν να διατηρήσουν εμπιστευτική τη σύμβαση χρηματοδότησης.

Στην απάντησή του της 12ης Μαΐου 2005, ο Γενικός Γραμματέας της ΕΤΕπ επέμεινε στη δυνατότητα εφαρμογής της εξαίρεσης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο vii των παλαιών κανόνων και δήλωσε ότι οι παλαιοί κανόνες i) λαμβάνουν υπόψη τις αρχές και τα όρια που καθορίζονται στον κανονισμό 1049/2001 (2) και ii) αποτελούν τη μόνη νομική αναφορά για τη λήψη απόφασης σχετικά με τη γνωστοποίηση. Ο Γενικός Γραμματέας επανέλαβε επίσης ότι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της σύμβασης χρηματοδότησης απορρέει από τον τραπεζικό χαρακτήρα της συμβατικής σχέσης μεταξύ της ΕΤΕπ και των σλοβακικών μερών, τα οποία, ωστόσο, είναι ελεύθερα να παραιτηθούν από την προστασία αυτή.

Στις 27 Μαρτίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι η ΕΤΕπ εσφαλμένως απέρριψε το αίτημά της για πρόσβαση στα έγγραφα και παρέλειψε να εκτιμήσει τη δυνατότητα μερικής δημοσιοποιήσεως.

Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, υποστήριξε ότι i) η οδηγία 2003/4/ΕΚ (3) δεν περιέχει καμία γενική εξαίρεση για τις τραπεζικές δραστηριότητες και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο θα πρέπει να εφαρμόζονται διαφορετικές διατάξεις στις δραστηριότητες της ΕΤΕπ, και ii) αναθέτοντας την ευθύνη για τη γνωστοποίηση στις αρχές των κρατών μελών, η ΕΤΕπ εισάγει διακρίσεις εις βάρος των πολιτών της ΕΕ που δεν μιλούν τη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους. Επιπλέον, αναφέρθηκε στη Σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (4) («Σύμβαση του Aarhus»), η οποία προβλέπει ατομικό δικαίωμα των πολιτών να έχουν πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, στις απορριπτικές αποφάσεις της, η ΕΤΕπ δεν ανέφερε τις διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να του χορηγήσει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

Υποστήριξε επίσης ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στην επισήμανση των δυνατοτήτων προσφυγής που έχουν στη διάθεσή τους οι απορριφθέντες αιτούντες πρόσβαση σε έγγραφα.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της ΕΤΕπ

Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στην ΕΤΕπ. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε επίσης στο έγγραφο «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ: Αρχές, κανόνες και διαδικασίες» της 28ης Μαρτίου 2006 (οι «νέοι κανόνες»)(5), οι οποίοι, κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος του Διαμεσολαβητή, ήταν διαθέσιμοι μόνο στον δικτυακό τόπο της ΕΤΕπ. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την ΕΤΕπ να εξηγήσει τη σχέση μεταξύ των νέων κανόνων και των παλαιών κανόνων (οι οποίοι δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της 27ης Νοεμβρίου 2002).

Συνοπτικά, η γνώμη της ΕΤΕπ είχε ως εξής:

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με, κατ' ουσίαν, α) την εσφαλμένη απόρριψη της αίτησης πρόσβασης από την ΕΤΕπ και την αδυναμία της να αξιολογήσει τη δυνατότητα μερικής γνωστοποίησης, και β) το σχετικό αίτημα, η ΕΤΕπ αναφέρθηκε στους παλαιούς κανόνες καθώς και στους νέους κανόνες. Επισημαίνει ότι οι δύο αυτές δέσμες κανόνων προβλέπουν εξαίρεση από τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως το άρθρο 287 της συνθήκης ΕΚ.

Στη συνέχεια, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι, ως τράπεζα, πρέπει να διασφαλίζει την αμοιβαία εμπιστοσύνη με τους ομολόγους της, οι οποίοι έχουν το νόμιμο δικαίωμα να αναμένουν ότι θα ενεργούν εντός του καθιερωμένου νομικού πλαισίου και δεν θα αποκαλύπτουν πληροφορίες που προστατεύονται από την υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου.

Η ΕΤΕπ εξήγησε ότι για τους ανωτέρω λόγους η αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στη σύμβαση χρηματοδότησης απορρίφθηκε βάσει του άρθρου 4.1.vii των παλαιών κανόνων, όπως ίσχυαν τότε. Επέμεινε ότι, όπως σε κάθε τραπεζική σχέση, η σύμβαση χρηματοδότησης θεωρήθηκε εμπιστευτική προς το συμφέρον του πελάτη, ο οποίος συνήθως διατηρεί το δικαίωμα να παραιτηθεί από την προστασία αυτή. Η ΕΤΕπ πρόσθεσε ότι το σημείο 28 των νέων κανόνων ενισχύει τη θέση αυτή αναφέροντας ρητά τη μη δημοσιοποίηση των συμβάσεων χρηματοδότησης (6).

Η ΕΤΕπ αναφέρθηκε στο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η οδηγία 2003/4/ΕΚ (7) δεν περιέχει καμία γενική εξαίρεση για τις τραπεζικές δραστηριότητες και ότι δεν υπάρχει λόγος να ισχύουν διαφορετικές διατάξεις για τις δραστηριότητες της ΕΤΕπ. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ υπενθύμισε ότι η οδηγία 2003/4/ΕΚ i) ενσωματώνει σε εθνικό επίπεδο ορισμένες απαιτήσεις της σύμβασης του Aarhus (8) και ii) απευθύνεται στα κράτη μέλη και όχι στα κοινοτικά θεσμικά όργανα, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οδηγία δεν εφαρμόζεται άμεσα στην ΕΤΕπ. Ωστόσο, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι θα εφάρμοζε τις διατάξεις του προσφάτως εγκριθέντος κανονισμού 1367/2006 (9).

Η ΕΤΕπ απάντησε επίσης στο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι, αναθέτοντας την ευθύνη γνωστοποίησης στις αρχές των κρατών μελών, η ΕΤΕπ εισάγει διακρίσεις εις βάρος των πολιτών της ΕΕ που δεν ομιλούν τη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι, σύμφωνα με τους νέους κανόνες (10), δεσμεύεται να προωθήσει την πρόσβαση σε πληροφορίες και σε μια γλωσσική πολιτική που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινού. Σύμφωνα με τη δέσμευση αυτή, τα καταστατικά έγγραφα της ΕΤΕπ είναι διαθέσιμα σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, όπως και άλλα βασικά έγγραφα, όπως κώδικες δεοντολογίας, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για το κοινό. Άλλα έγγραφα είναι διαθέσιμα τουλάχιστον στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάφρασης σε άλλες γλώσσες κάθε φορά που ανακύπτει μεγάλο ενδιαφέρον για ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Ωστόσο, δεν μπορεί να είναι ο ρόλος της ΕΤΕπ να παρεμβαίνει σε γλωσσικά προβλήματα μεταξύ ορισμένων πολιτών της ΕΕ και ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Η ΕΤΕπ απάντησε στον ισχυρισμό ότι δεν είχε αναφέρει τις δυνατότητες προσφυγής που είχε στη διάθεσή της ο καταγγέλλων, καθώς και στον σχετικό ισχυρισμό. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι τόσο ο «Κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς για το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στις σχέσεις της με το κοινό» όσο και οι νέοι κανόνες περιέχουν ειδικές διατάξεις που αναφέρουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, τις διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής. Επιπλέον, πρόθεση της ΕΤΕπ είναι να παρέχει ακριβείς ενδείξεις στους απορριφθέντες αιτούντες στο μέλλον, όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα.

Τέλος, κατόπιν αιτήματος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε τη σχέση μεταξύ των νέων κανόνων (οι οποίοι, κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματός του, ήταν διαθέσιμοι μόνο στον δικτυακό τόπο της ΕΤΕπ) και των παλαιών κανόνων (οι οποίοι δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα). Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ διευκρίνισε ότι, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή των νέων κανόνων, οι νέοι κανόνες αντικαθιστούν τους παλαιούς κανόνες. Οι νέοι κανόνες μεταφράζονταν, κατά τη στιγμή της γνωμοδότησης της ΕΤΕπ, σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες και στη συνέχεια δημοσιεύονταν στην Επίσημη Εφημερίδα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διαφώνησε με τη γνώμη της ΕΤΕπ όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό σχετικά με την καταχρηστική απόρριψη της αίτησής του για πρόσβαση και ενέμεινε στον σχετικό ισχυρισμό του.

Πρώτον, ο καταγγέλλων τόνισε ότι το αίτημά του για πρόσβαση απορρίφθηκε το 2005, όταν ίσχυαν οι παλαιοί κανόνες. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί του αφορούν τη νομική κατάσταση που ίσχυε το 2005 και εξέφρασε την άποψη ότι οι αναφορές της ΕΤΕπ στους νέους κανόνες δεν είναι συναφείς στην παρούσα υπόθεση.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η αναφορά της ΕΤΕπ στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, όπως ορίζεται στο άρθρο 287 της συνθήκης ΕΚ, είναι μια πολύ γενική δήλωση που δεν εξηγεί τη νομική βάση για την άρνηση της ΕΤΕπ να χορηγήσει πρόσβαση.

Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ερμηνεύει το άρθρο 4.1.vii των παλαιών κανόνων υπό την έννοια ότι παρέχει νομική βάση για την άρνηση πρόσβασης σε πληροφορίες σε περιπτώσεις όπου η γνωστοποίηση θα έθιγε έννομο εμπορικό συμφέρον του πελάτη της ΕΤΕπ. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ΕΤΕπ δεν έλαβε υπόψη το επιχείρημα αυτό στη γνώμη της.

Ο καταγγέλλων συνέχισε λέγοντας ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη διαδικασία της μερικής γνωστοποίησης κάθε φορά που έχει νόμιμο λόγο να προστατεύσει ορισμένες πληροφορίες σε ένα έγγραφο για εμπορικούς λόγους, αλλά δεν θα πρέπει να αρνείται, καταρχήν, τη γνωστοποίηση του εν λόγω εγγράφου.

Ο καταγγέλλων συμφώνησε με το επιχείρημα της ΕΤΕπ ότι η οδηγία 2003/4/ΕΚ δεν εφαρμόζεται άμεσα στην ΕΤΕπ.

Ωστόσο, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, αναφέρθηκε επίσης στις αρχές που ορίζονται στη σύμβαση του Aarhus, η οποία κυρώθηκε όχι μόνο από τα κράτη μέλη υπό την ιδιότητά τους ως μετόχων της ΕΤΕπ, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο vii των παλαιών κανόνων από την ΕΤΕπ θα οδηγούσε ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι όλες οι τραπεζικές δραστηριότητες εξαιρούνται από τις διατάξεις της σύμβασης του Aarhus και της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι δεν θα λαμβανόταν υπόψη η μεμονωμένη περίπτωση.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις δηλώσεις της ΕΤΕπ σχετικά με τη δέσμευσή της να προωθήσει την πρόσβαση σε πληροφορίες και μια γλωσσική πολιτική που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινού, καθώς και την προθυμία της να δημοσιεύσει τα βασικά έγγραφά της σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Ωστόσο, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι ανωτέρω δηλώσεις δεν απαντούν στο επιχείρημά του ότι, αναθέτοντας την ευθύνη για τη γνωστοποίηση στις αρχές των κρατών μελών, η ΕΤΕπ εισάγει διακρίσεις εις βάρος των πολιτών της ΕΕ που δεν ομιλούν τη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους. Ο καταγγέλλων ενέμεινε στη θέση του ότι η ΕΤΕπ μεταθέτει την ευθύνη για τη γνωστοποίηση στον πελάτη της, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει, κατά τη γνώμη του, ότι δεν είναι ο ρόλος της να παρεμβαίνει σε γλωσσικά προβλήματα μεταξύ ορισμένων πολιτών της ΕΕ και ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό σημαίνει ότι i) οι πολίτες της ΕΕ στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία δυνατότητα να λάβουν πληροφορίες σχετικά με τους όρους της δανειοδότησης με δημόσιο χρήμα της ΕΤΕπ, εκτός εάν προέρχονται από τη δανειολήπτρια χώρα, και ii) σε αντίθεση με τις δηλώσεις της, η ΕΤΕπ δεν είναι υπόλογη σε όλους τους πολίτες της ΕΕ.

Τέλος, όσον αφορά την απάντηση της ΕΤΕπ στον δεύτερο ισχυρισμό σχετικά με τη μη αναφορά των δυνατοτήτων προσφυγής που διαθέτει ο καταγγέλλων, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πρόθεση της ΕΤΕπ να παράσχει, στο μέλλον, ακριβείς ενδείξεις στους απορριφθέντες αιτούντες πρόσβαση σε έγγραφα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό θα πρέπει να αποτελεί μέρος του ενεργού ρόλου της ΕΤΕπ στην προώθηση προτύπων χρηστής διοίκησης προς μεγαλύτερη διαφάνεια και την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του κοινού στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμούς.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη παράνομη απόρριψη της αίτησης πρόσβασης στη σύμβαση χρηματοδότησης και της σχετικής απαίτησης

1.1 Στις 17 Ιανουαρίου 2005, οι Φίλοι της Γης-CEPA («ο καταγγέλλων») ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») αντίγραφα της σύμβασης χρηματοδότησης FI αριθ. 20.175 «Σλοβακική Δημοκρατία - Σχέδιο εκσυγχρονισμού των σλοβακικών σιδηροδρόμων: Σύμβαση χρηματοδότησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Zeleznice Slovenskej Republiky (ZSR)", η οποία υπεγράφη στη Μπρατισλάβα στις 23 Ιουλίου 1999, συμπεριλαμβανομένων όλων των παραρτημάτων και των τροποποιήσεών της (η "χρηματοδοτική σύμβαση").

Στις 2 Φεβρουαρίου 2005, η ΕΤΕπ απέρριψε το αίτημα αυτό βάσει του άρθρου 4.1.vii των «Κανόνων της ΕΤΕπ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα»(«παλαιοί κανόνες»).

Η ΕΤΕπ ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι i) η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη με την επαγγελματική δεοντολογία, τους κανόνες και τις πρακτικές του τραπεζικού τομέα. Στην απάντησή της της 12ης Μαΐου 2005 στην προσφυγή του καταγγέλλοντος, η ΕΤΕπ τόνισε ότι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της σύμβασης χρηματοδότησης απορρέει από τον τραπεζικό χαρακτήρα της συμβατικής σχέσης μεταξύ της ΕΤΕπ και των σλοβακικών μερών. Η ΕΤΕπ δήλωσε επίσης ότι (ii) δεν θα είχε καμία αντίρρηση για τη γνωστοποίηση της σύμβασης χρηματοδότησης από τον δανειολήπτη ή τη σλοβακική κυβέρνηση, επισημαίνοντας ότι είναι ελεύθερα να παραιτηθούν από την ανωτέρω προστασία.

Στην καταγγελία της προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε, κατ’ ουσίαν, ότι η ΕΤΕπ εσφαλμένως απέρριψε το αίτημά της για πρόσβαση σε έγγραφα και παρέλειψε να αξιολογήσει τη δυνατότητα μερικής γνωστοποίησης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να του χορηγήσει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

Προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η οδηγία 2003/4/ΕΚ (11) δεν περιέχει καμία γενική εξαίρεση για τις τραπεζικές δραστηριότητες. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόζονται διαφορετικές διατάξεις στις δραστηριότητες της ΕΤΕπ και ότι, αναθέτοντας την ευθύνη για τη γνωστοποίηση στις αρχές των κρατών μελών, η ΕΤΕπ εισάγει διακρίσεις εις βάρος των πολιτών της ΕΕ που δεν ομιλούν τη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στη Σύμβαση του Aarhus, η οποία προβλέπει ατομικό δικαίωμα των πολιτών να έχουν πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.

1.2 Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ επεσήμανε ότι, ως τράπεζα, πρέπει να διασφαλίζει την αμοιβαία εμπιστοσύνη με τους ομολόγους της, οι οποίοι έχουν το νόμιμο δικαίωμα να αναμένουν ότι θα ενεργούν εντός του καθιερωμένου νομικού πλαισίου και δεν θα αποκαλύπτουν πληροφορίες που προστατεύονται από την υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ σημείωσε ότι τόσο οι παλαιοί κανόνες όσο και η « ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ: Οι αρχές, οι κανόνες και οι διαδικασίες «της 28ης Μαρτίου 2006 (οι «νέοι κανόνες») προβλέπουν εξαίρεση από την αποκάλυψη πληροφοριών που καλύπτονται από την υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου.

Η ΕΤΕπ ενέμεινε στη θέση της ότι η αίτηση πρόσβασης του καταγγέλλοντος ορθώς απορρίφθηκε βάσει του άρθρου 4.1.vii των παλαιών κανόνων (12), όπως ίσχυαν τότε. Επιπλέον, επέμεινε ότι η σύμβαση χρηματοδότησης στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και σε κάθε τραπεζική σχέση, είναι εμπιστευτική, προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του πελάτη ο οποίος συνήθως διατηρεί το δικαίωμα να παραιτηθεί από την προστασία αυτή. Η ΕΤΕπ πρόσθεσε ότι το σημείο 28 των νέων κανόνων ενισχύει τη θέση αυτή αναφέροντας ρητά τη μη δημοσιοποίηση των συμβάσεων χρηματοδότησης (13).

Η ΕΤΕπ δήλωσε επίσης ότι η οδηγία 2003/4/ΕΚ (14) απευθύνεται στα κράτη μέλη και όχι στα κοινοτικά θεσμικά όργανα, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οδηγία δεν εφαρμόζεται σε αυτήν, αλλά πρόσθεσε ότι θα εφαρμόσει τις διατάξεις του κανονισμού 1367/2006 (15).

Τέλος, η ΕΤΕπ απέρριψε το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι, αναθέτοντας την ευθύνη για τη γνωστοποίηση στις αρχές των κρατών μελών, εισήγαγε διακρίσεις εις βάρος των πολιτών της ΕΕ που δεν ομιλούν τη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι δεσμεύεται να προωθήσει την πρόσβαση σε πληροφορίες και σε μια γλωσσική πολιτική που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινού και σημείωσε ότι, για έγγραφα που δεν είναι διαθέσιμα σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάφρασης κάθε φορά που προκύπτει ευρύ ενδιαφέρον για ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Ωστόσο, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι δεν μπορεί να είναι ο ρόλος της να παρεμβαίνει σε γλωσσικά προβλήματα μεταξύ ορισμένων πολιτών της ΕΕ και ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους.

1.3 Κατ' αρχάς, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι παρατηρήσεις των διαδίκων στην υπό κρίση υπόθεση τον υποχρεώνουν να εξετάσει την επάρκεια των λόγων που προέβαλε η ΕΤΕπ με τις από 2 Φεβρουαρίου και 12 Μαΐου 2005 ανακοινώσεις της προς τον καταγγέλλοντα, καθώς και με τη γνωμοδότησή της επί της καταγγελίας, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη γνωστοποίηση της επίμαχης σύμβασης χρηματοδότησης, και ιδίως τον λόγο του επαγγελματικού απορρήτου που ισχύει στον τραπεζικό τομέα.

1.4 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει καταρχάς τον διττό ρόλο που επιτελεί η ΕΤΕπ, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία: αφενός, ως τυποποιημένο τραπεζικό ίδρυμα, ενεργεί με πλήρη ανεξαρτησία στις χρηματοπιστωτικές αγορές (16), ενώ, αφετέρου, είναι κοινοτικός οργανισμός (17).

1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στο πλαίσιο του (τραπεζικού) επαγγελματικού απορρήτου της, η ΕΤΕπ επικαλέστηκε το άρθρο 287 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι:

"Τα μέλη των οργάνων της Κοινότητας, τα μέλη των επιτροπών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Κοινότητας υποχρεούνται, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, ιδίως πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις, τις εμπορικές τους σχέσεις ή τα κοστολογικά τους στοιχεία."

Μολονότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται άμεσα στην ΕΤΕπ, η οποία δεν είναι κοινοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 7 της συνθήκης ΕΚ, αλλά κοινοτικός οργανισμός, φαίνεται ότι, επικαλούμενη την εν λόγω διάταξη, η ΕΤΕπ τόνισε τον ρόλο της ως κοινοτικού οργανισμού όσον αφορά την έννοια του επαγγελματικού απορρήτου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αναφορά της ΕΤΕπ στην ανωτέρω διάταξη είναι συναφής και εύλογη.

1.6 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι στην υπόθεση T-198/03, Bank Austria Creditanstalt AG κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει ότι ο νομοθέτης έχει ήδη προβεί σε στάθμιση και ότι η απαγόρευση της δημοσιοποιήσεως πληροφοριών «που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο» δεν αποτελεί εμπόδιο στη δημοσίευση πληροφοριών με τις οποίες το κοινό έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση μέσω του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα (18).

Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «[ε]πομένως, στο μέτρο που τέτοιες διατάξεις του παραγώγου δικαίου απαγορεύουν τη δημοσιοποίηση πληροφοριών ή αποκλείουν την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που τις περιέχουν, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Αντιστρόφως, στο μέτρο που το κοινό έχει δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα που περιέχουν ορισμένες πληροφορίες, οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλυπτόμενες από το επαγγελματικό απόρρητο» (η υπογράμμιση δική μου).

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απόφαση σχετικά με το αν, στην προκειμένη περίπτωση, η ΕΤΕπ ορθώς αρνήθηκε την πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα των τότε εφαρμοστέων κανόνων της ΕΤΕπ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα.

1.7 Όπως ορθώς επισήμανε ο καταγγέλλων, δεδομένου ότι η αίτησή του για πρόσβαση απορρίφθηκε το 2005, όταν ίσχυαν οι παλαιοί κανόνες, οι ισχυρισμοί του πρέπει να νοηθούν ως αναφερόμενοι στη νομική κατάσταση που ίσχυε το 2005. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου και της 12ης Μαΐου 2005, η ΕΤΕπ ορθώς επικαλέστηκε τους παλαιούς κανόνες ως βάση για τις εν λόγω αποφάσεις.

1.8 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 4.1.vii των παλαιών κανόνων ορίζει ότι:

«Η πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος ενός εγγράφου δεν επιτρέπεται όταν η γνωστοποίησή του θα έθιγε την προστασία της υποχρέωσης τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, εφόσον η γνωστοποίησή του θα ήταν αντίθετη προς την επαγγελματική δεοντολογία, τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα»(η υπογράμμιση δική μου).

Συγκριτικά, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το σημείο 28 των νέων κανόνων ορίζει ότι: «[i]οι πληροφορίες που συνήθως αποτελούν μέρος της εμπιστευτικής σχέσης της Τράπεζας με τους επιχειρηματικούς εταίρους της περιλαμβάνουν το αίτημα χρηματοδότησης από φορέα υλοποίησης έργου, πληροφορίες σχετικά με την τιμολόγηση των δανείων και τη σύμβαση χρηματοδότησης. Η Τράπεζα δεν αντιτίθεται στη διάθεση πληροφοριών από τους φορείς υλοποίησης έργων, τους δανειολήπτες ή άλλα αρμόδια μέρη σχετικά με τη σχέση και τις ρυθμίσεις τους με την ΕΤΕπ.»(η υπογράμμιση δική μου).

1.9 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, παραπέμποντας στη γνωμοδότησή του σχετικά με την καταγγελία στους νέους κανόνες, η ΕΤΕπ αποσαφήνισε καλύτερα και κατέστησε δυνατή την καλύτερη κατανόηση της πρακτικής που ακολουθούσε βάσει των παλαιών κανόνων. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται υπό την έννοια αυτή ότι, αναφέροντας ρητά τη μη δημοσιοποίηση των συμβάσεων χρηματοδότησης στο σημείο 28 των νέων κανόνων, η ΕΤΕπ ενισχύει τη θέση της όσον αφορά την ερμηνεία που δίδει στο άρθρο 4.1.vii των παλαιών κανόνων στην απάντηση στην αίτηση πρόσβασης του καταγγέλλοντος.

Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, παραπέμποντας στο σημείο 28 των νέων κανόνων, η ΕΤΕπ ανέφερε ότι η πρακτική που υιοθέτησε ήταν ότι, υπό το πρίσμα της εμπιστευτικής τραπεζικής σχέσης μεταξύ της ίδιας και των επιχειρηματικών εταίρων της, οι συμβάσεις χρηματοδότησης δεν θα δημοσιοποιούνταν σε καμία περίπτωση, δηλαδή δεν θα αξιολογούνταν η δυνατότητα μερικής γνωστοποίησης. Έτσι, η θέση της ΕΤΕπ έναντι της αίτησης πρόσβασης του καταγγέλλοντος, όπως εκφράστηκε στις αποφάσεις της ΕΤΕπ της 2ας Φεβρουαρίου και της 12ης Μαΐου 2005, αντανακλούσε την πρακτική της όσον αφορά την πολιτική για την πρόσβαση του κοινού, η οποία έχει πλέον κωδικοποιηθεί στους νέους κανόνες.

1.10 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, για να δικαιολογήσει τη μη γνωστοποίηση της σύμβασης χρηματοδότησης στον καταγγέλλοντα, η ΕΤΕπ παρέπεμψε στο άρθρο 4.1.vii των παλαιών κανόνων, ιδίως στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που ισχύει στον τραπεζικό τομέα, όταν η γνωστοποίηση αυτή αντίκειται στην επαγγελματική δεοντολογία, τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Συναφώς, η Τράπεζα, αναφερόμενη στους νέους κανόνες, υπαινίχθηκε επίσης ότι οι συμβάσεις χρηματοδότησης καλύπτονται καταρχήν από το επαγγελματικό απόρρητο. Η ΕΤΕπ διευκρίνισε περαιτέρω ότι, για τους λόγους αυτούς, οι αντισυμβαλλόμενοί της στις τραπεζικές σχέσεις τους με την ΕΤΕπ έχουν το νόμιμο δικαίωμα να αναμένουν ότι, ως τράπεζα, θα ενεργεί εντός του καθιερωμένου νομικού πλαισίου και δεν θα αποκαλύπτει πληροφορίες που προστατεύονται από την υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου.

1.11 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογο να δεχθεί ότι, για τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, η ΕΤΕπ, ενεργώντας στο πλαίσιο του ρόλου της ως τυποποιημένου τραπεζικού ιδρύματος, υποχρεούται να τηρεί το τραπεζικό επαγγελματικό απόρρητο και ότι είναι προνόμιό της να αποφασίζει αν ένα έγγραφο περιέχει ή όχι εμπιστευτικές πληροφορίες (19).

1.12 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τις αναφορές του καταγγέλλοντος στη Σύμβαση του Aarhus , καθώς και τη δήλωσή του ότι η ερμηνεία του άρθρου 4.1.vii των παλαιών κανόνων από την ΕΤΕπ θα σήμαινε ουσιαστικά ότι όλες οι τραπεζικές δραστηριότητες εξαιρούνται από τη Σύμβαση του Aarhus και την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, δεδομένου ότι δεν θα λαμβανόταν υπόψη η μεμονωμένη περίπτωση. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ δήλωσε, στη γνώμη της, ότι θα εφάρμοζε τις διατάξεις του κανονισμού 1367/2006 για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Aarhus (20).

Όσον αφορά τη Σύμβαση του Aarhus, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι κυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου (21). Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, σύμφωνα με τη δήλωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 19 της σύμβασης του Aarhus, η οποία αποτελεί παράρτημα της απόφασης 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, «(...) η Κοινότητα επαναλαμβάνει τη δήλωσή της κατά την υπογραφή της σύμβασης ότι τα κοινοτικά θεσμικά όργανα θα εφαρμόσουν τη σύμβαση στο πλαίσιο των υφιστάμενων και μελλοντικών κανόνων τους για την πρόσβαση στα έγγραφα και άλλων σχετικών κανόνων του κοινοτικού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη σύμβαση.»(η υπογράμμιση δική μου). Ως εκ τούτου, κατά την έγκριση της σύμβασης του Aarhus, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα προσδιόρισε σαφώς τη δέσμευσή της να εφαρμόσει τη σύμβαση του Aarhus, μέσω των θεσμικών οργάνων της, ώστε να περιοριστεί από το πλαίσιο των κανόνων των θεσμικών οργάνων σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα.

Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει ότι ο κανονισμός 1367/2006 (22), ο οποίος είναι δεσμευτικός για την ΕΤΕπ και τον οποίο, όπως αναφέρεται στη γνωμοδότησή της, δεσμεύεται να εφαρμόσει, αφορά την πρόσβαση σε «περιβαλλοντικές πληροφορίες», όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του εν λόγω κανονισμού. Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού Aarhus. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο κανονισμός 1367/2006 εφαρμόζεται μόνο από τις 28 Ιουνίου 2007 και, ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται στο αίτημα του καταγγέλλοντος της 17ης Ιανουαρίου 2005 για πρόσβαση στη σύμβαση χρηματοδότησης.

Παρά τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει επίσης την παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι οι πολίτες της ΕΕ στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία δυνατότητα να λάβουν πληροφορίες «σχετικά με τους όρους δανεισμού της Τράπεζας με δημόσιους πόρους», εκτός εάν προέρχονται από τη δανειολήπτρια χώρα . Οι πληροφορίες «σχετικά με τους όρους δανεισμού της [Τράπεζας] με δημόσιους πόρους» δεν φαίνεται να εμπίπτουν σε κανέναν από τους ορισμούς των «περιβαλλοντικών πληροφοριών» κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού 1367/2006. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η παρατήρηση αυτή του καταγγέλλοντος θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι υπονομεύει την επίκληση της Σύμβασης του Aarhus προς στήριξη των επιχειρημάτων του στην παρούσα υπόθεση.

1.13 Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αποδέχθηκε το επιχείρημα της ΕΤΕπ ότι η οδηγία 2003/4/ΕΚ δεν εφαρμόζεται άμεσα στην ΕΤΕπ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει λεπτομερέστερα το ζήτημα αυτό.

1.14 Βάσει των εκτιμήσεων στα σημεία 1.4 έως 1.13 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ΕΤΕπ βασίστηκε επαρκώς στο άρθρο 4.1vii των παλαιών κανόνων της και αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πρόσβαση και, ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

1.15 Στο πλαίσιο αυτό, και ακόμη και αν δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι, ως κοινοτικό όργανο, η ΕΤΕπ θα πρέπει να ενεργεί με διαφάνεια και να βρίσκεται στην υπηρεσία των πολιτών. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τη δήλωση της ΕΤΕπ, η οποία περιλαμβάνεται στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 2ας Φεβρουαρίου 2005 προς τον καταγγέλλοντα (το οποίο αντικατοπτρίζει την πρακτική που έχει πλέον κωδικοποιηθεί στο σημείο 28 των νέων κανόνων)(23) και στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, ότι δεν θα είχε αντίρρηση για τη γνωστοποίηση της σύμβασης χρηματοδότησης από τον δανειολήπτη ή τη σλοβακική κυβέρνηση. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει εν προκειμένω το επιχείρημα του καταγγέλλοντος σχετικά με πιθανά γλωσσικά προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα μέλος του ευρέος κοινού όταν απευθύνεται σε δανειολήπτη (ή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους) στο πλαίσιο της προαναφερθείσας πολιτικής της ΕΤΕπ. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί στη συνέχεια σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

2 Εικαζόμενη παράλειψη αναφοράς των δυνατοτήτων προσφυγής που έχει στη διάθεσή του ο καταγγέλλων και της σχετικής αξίωσης

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, στις αποφάσεις της με τις οποίες αρνήθηκε να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα, η ΕΤΕπ δεν ανέφερε τις διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στην αναφορά των δυνατοτήτων προσφυγής που έχουν στη διάθεσή τους οι απορριφθέντες αιτούντες πρόσβαση σε έγγραφα.

2.2 Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ επεσήμανε ότι τόσο ο «Κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς για το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στις σχέσεις της με το κοινό»(ο «Κώδικας ΕΤΕπ»)(24) όσο και οι νέοι κανόνες περιέχουν ειδικές διατάξεις που αναφέρουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, τις διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής. Η ΕΤΕπ προσέθεσε ότι σκόπευε να παράσχει, στο μέλλον, ακριβείς ενδείξεις στους απορριφθέντες αιτούντες πρόσβαση σε έγγραφα.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για την ανωτέρω δέσμευση της ΕΤΕπ.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (25), «[η] απόφαση του θεσμικού οργάνου που ενδέχεται να θίξει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιώτη πρέπει να περιέχει ένδειξη των δυνατοτήτων προσφυγής που είναι διαθέσιμες για την προσβολή της απόφασης. Αναφέρει ιδίως τη φύση των ενδίκων βοηθημάτων, τα όργανα ενώπιον των οποίων μπορούν να ασκηθούν, καθώς και τις προθεσμίες άσκησής τους.»

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, ούτε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 2ας Φεβρουαρίου 2005 με το οποίο απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος, ούτε στην απάντησή του της 12ης Μαΐου 2005 στην προσφυγή του καταγγέλλοντος, η ΕΤΕπ ανέφερε τις δυνατότητες προσφυγής που είχε στη διάθεσή του ο καταγγέλλων.

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει την αναφορά της ΕΤΕπ, που περιέχεται στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ότι τόσο ο κώδικας της ΕΤΕπ (26) όσο και οι νέοι κανόνες (27) περιέχουν ειδικές διατάξεις που αναφέρουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, τις διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός ότι ο κώδικας της ΕΤΕπ και οι νέοι κανόνες περιέχουν διατάξεις σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να αντισταθμίσει την απουσία αναφοράς τέτοιων δυνατοτήτων προσφυγής στο ηλεκτρονικό μήνυμα της ΕΤΕπ της 2ας Φεβρουαρίου 2005 και στην επιστολή της της 12ης Μαΐου 2005 προς τον καταγγέλλοντα.

2.5 Ωστόσο, δεδομένου ότι i) στη γνώμη της, η ΕΤΕπ δήλωσε επίσης ότι σκόπευε να παράσχει ακριβείς ενδείξεις, στο μέλλον, στους απορριφθέντες αιτούντες πρόσβαση σε έγγραφα και ii) ο καταγγέλλων εξέφρασε, στις παρατηρήσεις του, την ικανοποίησή του για την ανωτέρω δέσμευση της ΕΤΕπ, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

3 Συμπέρασμα

Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από την έρευνά του σχετικά με την παρούσα καταγγελία δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση

Στην προσπάθειά της να είναι φιλική προς τον πολίτη, η ΕΤΕπ θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο επικοινωνίας με τις εθνικές αρχές στο μέλλον, προκειμένου να εξακριβώσει τη δυνατότητα πλήρους ή, τουλάχιστον, μερικής γνωστοποίησης των συμβάσεων χρηματοδότησης στις οποίες οι πολίτες ζητούν να τους επιτραπεί η πρόσβαση του κοινού. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η ΕΤΕπ θα μπορούσε, με τον τρόπο αυτό, να συμβάλει επωφελώς στον μετριασμό των γλωσσικών προβλημάτων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ορισμένοι πολίτες κατά την εξέταση των αντίστοιχων αιτήσεων πρόσβασης του κοινού στις αρχές του οικείου κράτους μέλους.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) ΕΕ 2002, C 292, σ. 10. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο vii των παλαιών κανόνων, «[η] πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος ενός εγγράφου απορρίπτεται όταν η γνωστοποίησή του θα έθιγε την προστασία της υποχρέωσης τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, εάν η γνωστοποίησή του ήταν αντίθετη προς την επαγγελματική δεοντολογία, τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα».

(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

(3) Οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 41, σ. 26).

(4) Σύμβαση ΟΕΕ/ΗΕ (Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη) για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, η οποία υπογράφηκε στο Aarhus της Δανίας στις 25 Ιουνίου 1998 και δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 2005, L 124, σ. 4. Η Σύμβαση του Aarhus εγκρίθηκε, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2005, L 124, σ. 1).

(5) Οι νέοι κανόνες διατίθενται στον δικτυακό τόπο της ΕΤΕπ (http://www.eib.org/Attachments/strategies/public_disclosure_policy_en.pdf).

(6) Στο σημείο 28, υπό τον τίτλο «Περιορισμοί», οι νέοι κανόνες περιλαμβάνουν την ακόλουθη εξαίρεση από την αρχή της γνωστοποίησης: «Οι πληροφορίες που συνήθως αποτελούν μέρος της εμπιστευτικής σχέσης της Τράπεζας με τους επιχειρηματικούς εταίρους της περιλαμβάνουν το αίτημα χρηματοδότησης από φορέα υλοποίησης έργου, πληροφορίες τιμολόγησης δανείων και τη Σύμβαση Χρηματοδότησης. Η Τράπεζα δεν αντιτίθεται στη διάθεση πληροφοριών από τους φορείς υλοποίησης έργων, τους δανειολήπτες ή άλλα αρμόδια μέρη σχετικά με τη σχέση και τις ρυθμίσεις τους με την ΕΤΕπ.»

(7) Βλ. σημείωση 3.

(8) Βλ. σημείωση 4.

(9) Κανονισμός (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Aarhus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13).

(10) Βλ. σημείο 24 των νέων κανόνων.

(11) Οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ σ. 26).

(12) Το άρθρο 4.1.vii των παλαιών κανόνων έχει ως εξής: «Η πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος εγγράφου δεν επιτρέπεται εάν η γνωστοποίησή του θα έθιγε την προστασία της υποχρέωσης τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, εάν η γνωστοποίησή του θα ήταν αντίθετη προς την επαγγελματική δεοντολογία, τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα·»

(13) Στο σημείο 28, υπό τον τίτλο «Περιορισμοί», οι νέοι κανόνες περιλαμβάνουν την ακόλουθη εξαίρεση από την αρχή της γνωστοποίησης: «Οι πληροφορίες που συνήθως αποτελούν μέρος της εμπιστευτικής σχέσης της Τράπεζας με τους επιχειρηματικούς εταίρους της περιλαμβάνουν το αίτημα χρηματοδότησης από φορέα υλοποίησης έργου, πληροφορίες τιμολόγησης δανείων και τη Σύμβαση Χρηματοδότησης. Η Τράπεζα δεν αντιτίθεται στη διάθεση πληροφοριών από τους φορείς υλοποίησης έργων, τους δανειολήπτες ή άλλα αρμόδια μέρη σχετικά με τη σχέση και τις ρυθμίσεις τους με την ΕΤΕπ.»

(14) Βλ. σημείωση 11.

(15) Βλ. σημείωση 9.

(16) Υπόθεση 85/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου των Διοικητών της ΕΤΕπ, Συλλογή 1988, σ. 1281, σκέψη 28.

(17) Προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου των Διοικητών της ΕΤΕπ, σκέψη 24.

(18) Υπόθεση T-198/03 Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1429, σκέψεις 72, 74 και 75 της απόφασης.

(19) Υπόθεση 53/85 Akzo Chemie κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψη 29.

(20) Βλέπε σημείωση 9.

(21) Βλέπε σημείωση 4.

(22) Βλέπε σημείωση 9.

(23) "(...) Η Τράπεζα δεν αντιτίθεται στη διάθεση πληροφοριών από τους φορείς υλοποίησης έργων, τους δανειολήπτες ή άλλα αρμόδια μέρη σχετικά με τη σχέση και τις ρυθμίσεις τους με την ΕΤΕπ."

(24) ΕΕ 2001, C 17, σ. 26.

(25) Ο κώδικας είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).

(26) Βλ. άρθρο 16 του κώδικα της ΕΤΕπ, το οποίο ορίζει τα εξής:

"1. Τα μέλη του προσωπικού ενεργούν με σεβασμό των δικαιωμάτων του κοινού. Ωστόσο, εάν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι απαντήσεις που δόθηκαν παραβιάζουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, το εν λόγω πρόσωπο δικαιούται να υποβάλει καταγγελία.

2. Όλες οι καταγγελίες πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της αλληλογραφίας που αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας, στον Γενικό Γραμματέα της Τράπεζας.

3. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, κάθε πολίτης της Ένωσης ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος δικαιούται να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.»

(27) Βλ. σημεία 104 έως 108 των νέων κανόνων, τα οποία ορίζουν τα εξής:

Σημείο 104: «Σε περίπτωση ολικής ή μερικής απόρριψης κατόπιν επιβεβαιωτικής αίτησης, η Τράπεζα ενημερώνει τον αιτούντα για τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του, δηλαδή την υποβολή καταγγελίας όπως περιγράφεται κατωτέρω στο κεφάλαιο «Διατάξεις προσφυγής».»

Σημείο 105: «Οι διατάξεις για την άσκηση προσφυγής εφαρμόζονται επίσης εάν η Τράπεζα δεν απαντήσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας ή εάν ένα πρόσωπο κρίνει ότι η απάντηση δεν είναι ικανοποιητική.»

Σημείο 106: «Τα μέλη του κοινού που θεωρούν ότι μια αίτηση παροχής πληροφοριών δεν αντιμετωπίστηκε από το προσωπικό της ΕΤΕπ σύμφωνα με τα πρότυπα και τις διαδικασίες που έχουν εγκριθεί επίσημα από την Τράπεζα μπορούν να υποβάλουν επίσημη προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της ΕΤΕπ. Οι προσφυγές πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς, εντός 20 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της αλληλογραφίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της καταγγελίας. Η Τράπεζα θα επιβεβαιώσει την παραλαβή της προσφυγής χωρίς καθυστέρηση και η απάντηση του Γενικού Γραμματέα θα παρασχεθεί το αργότερο εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της προσφυγής.»

Σημείο 107: «Σύμφωνα με το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ, οι πολίτες της ΕΕ ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος της ΕΕ μπορούν επίσης να προσφύγουν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (...)».

Σημείο 108: «Για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πολίτες ή κάτοικοι τρίτων χωρών επιθυμούν να προσφύγουν κατά της μη δημοσιοποίησης πληροφοριών της ΕΤΕπ και των οποίων οι υποθέσεις δεν διεκπεραιώνονται από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, μπορούν να προσφύγουν στον Γενικό Επιθεωρητή της Τράπεζας (...)».

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!