Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 3732/2005/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 3732/2005/JMA - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 19 Δεκεμβρίου 2005 - Απόφαση στις Τρίτη | 12 Δεκεμβρίου 2006
Στρασβούργο, 12 Δεκεμβρίου 2006
Αξιότιμε κ. O.,
Στις 5 Δεκεμβρίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της ισπανικής περιβαλλοντικής οργάνωσης «WWF/Adena», κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία αφορούσε αίτηση πρόσβασης στην αιτιολογημένη γνώμη που απηύθυνε η Επιτροπή στις ισπανικές αρχές τον Σεπτέμβριο του 2004, στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει που προέκυψε από καταγγελία που είχατε υποβάλει στην Επιτροπή (αριθ. αναφοράς 2002/4677, SG (2002) A/5976 2001/2263).
Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, ενημέρωσα τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καταγγελία σας και του ζήτησα να υποβάλει σχετική γνωμοδότηση έως τις 28 Φεβρουαρίου 2006. Στις 4 Ιανουαρίου 2006, μου αποστείλατε συμπληρωματικές πληροφορίες τις οποίες διαβίβασα στην Επιτροπή στις 19 Ιανουαρίου 2006.
Στις 2 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στην αγγλική γλώσσα. Στις 10 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή απέστειλε μετάφραση της γνωμοδότησής της στα ισπανικά, η οποία σας διαβιβάστηκε στις 21 Μαρτίου 2006, με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, εφόσον το επιθυμείτε.
Στις 29 Μαρτίου 2006, μου υποβάλατε τις παρατηρήσεις σας. Στις 9 Ιουνίου 2006, μου αποστείλατε συμπληρωματικές πληροφορίες.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Το 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή εξ ονόματος της ισπανικής περιβαλλοντικής οργάνωσης «WWF/Adena». Ο καταγγέλλων κατήγγειλε την ανάπτυξη ορισμένων έργων κοντά σε διάφορες παράκτιες περιοχές της Ισπανίας (Βαλένθια και Βαλεαρίδες Νήσοι), τα οποία, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, είχαν πολύ αρνητικό αντίκτυπο στο τοπικό περιβάλλον. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι πριν από τα έργα αυτά δεν είχε διενεργηθεί η αναγκαία εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κατά παράβαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ για την προστασία των οικοτόπων και της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Η Επιτροπή καταχώρισε την καταγγελία με αριθμό αναφοράς 2002/4677, SG (2002) A/5976 2001/2263, και άρχισε τη διερεύνηση του προβλήματος. Κατόπιν των ερευνών της, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ισπανίας δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Επιτροπή εξέδωσε τον Σεπτέμβριο του 2004 αιτιολογημένη γνώμη απευθυνόμενη στις ισπανικές αρχές.
Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στο κείμενο της αιτιολογημένης γνώμης στις 19 Ιανουαρίου 2005. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στο πρώτο του αίτημα, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέο αίτημα στις 29 Απριλίου 2005, το οποίο επίσης δεν έλαβε απάντηση. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή, υπενθυμίζοντας τις προηγούμενες επιστολές του και ζητώντας γραπτή απάντηση στα αιτήματά του για πρόσβαση.
Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση σε καμία από τις επιστολές του, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στις 4 και 23 Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες στις οποίες εξηγούσε ότι η κατασκευή των έργων κατά των οποίων είχε υποβάλει καταγγελία δεν είχε διακοπεί και ότι η ανάπτυξή τους είχε αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον των επηρεαζόμενων παράκτιων περιοχών.
Ο ισχυρισμός για τον οποίο ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη ήταν ο ακόλουθος:
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απάντησε σε τρεις επιστολές της 19ης Ιανουαρίου, της 29ης Απριλίου και της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, με τις οποίες ζήτησε πρόσβαση στην αιτιολογημένη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει σχετικά με την υπόθεση 2002/4677, SG(2002) A/5976 2001/2263.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή περιέγραψε καταρχάς το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης. Εξηγεί ότι, αφού, μέσω γραπτής κοινοβουλευτικής ερώτησης (E 3431/01) που υπέβαλε ο κ. Pere Esteve i Abad, βουλευτής του ΕΚ, έλαβε πληροφορίες σχετικά με την εσφαλμένη εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ από τις ισπανικές αρχές σε σχέση με διάφορα έργα εξόρυξης άμμου και ανάπλασης παραλιών, οι υπηρεσίες της αποφάσισαν να ξεκινήσουν αυτεπάγγελτη έρευνα (αριθ. αναφ.: 2001/2263).
Σε μεταγενέστερη ημερομηνία, η Επιτροπή έλαβε ορισμένες καταγγελίες πολιτών σχετικά με την ίδια κατάσταση, οι οποίες εξετάστηκαν από κοινού με την αυτεπάγγελτη έρευνά της. Ο καταγγέλλων είχε υποβάλει μία από αυτές τις καταγγελίες στις 26 Μαΐου 2002.
Η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ισπανίας στις 23 Οκτωβρίου 2002, στο πλαίσιο της οποίας απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στις ισπανικές αρχές στις 3 Σεπτεμβρίου 2004. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε δεόντως για τις εξελίξεις αυτές.
Στις 19 Ιανουαρίου, 29 Απριλίου και 20 Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή, ζητώντας αντίγραφο της αιτιολογημένης γνώμης που εστάλη στις ισπανικές αρχές. Στην απάντησή της της 16ης Ιανουαρίου 2006, η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν μπορούσε να επιτρέψει την πρόσβαση στην αίτηση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, το οποίο ορίζει ότι τα θεσμικά όργανα πρέπει να αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η θέση της ακολουθεί τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα που αφορούν έρευνα σχετικά με ενδεχόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, η οποία μπορεί να καταλήξει στην κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εμπίπτουν στην εξαίρεση που αντλείται από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να μην θιγεί η ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, ιδίως δε ο σκοπός της, ο οποίος συνίσταται στο να παρασχεθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί οικειοθελώς προς τις επιταγές της Συνθήκης ή να δικαιολογήσει τη θέση του. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, βάσει των αποφάσεων αυτών, η υπεράσπιση του σκοπού αυτού δικαιολογεί το ότι, χάριν της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, τα θεσμικά όργανα μπορούν να αρνηθούν την πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με έρευνες που διεξάγονται στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ.
Αφού εξέτασε προσεκτικά το αίτημα του καταγγέλλοντος υπό το πρίσμα του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, καθώς και της σχετικής νομολογίας, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη δημοσιοποίηση του ζητούμενου εγγράφου. Η Επιτροπή έκρινε ότι η πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα θα μπορούσε να βλάψει τυχόν μέτρα που έπρεπε να ληφθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επί παραβάσει.
Όσον αφορά τον χειρισμό της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος κατά της Ισπανίας, η Επιτροπή εξήγησε ότι ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί δεόντως για όλες τις σχετικές αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της έρευνας σχετικά με την καταγγελία του. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, πριν από την επιστολή της 16ης Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων είχε ήδη ενημερωθεί ανεπίσημα για την αδυναμία αποδοχής της αίτησής του για πρόσβαση. Ωστόσο, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση που σημειώθηκε όσον αφορά την επίσημη απάντηση στα αιτήματα που υπέβαλε ο καταγγέλλων και επισήμανε ότι είχε θέσει σε εφαρμογή μηχανισμούς για τη διασφάλιση έγκαιρης απάντησης σε όλα τα αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι οι μηχανισμοί αυτοί δεν λειτούργησαν σωστά με την ευκαιρία αυτή, αν και έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη παρόμοιων προβλημάτων στο μέλλον.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε τους ισχυρισμούς που διατύπωσε στην καταγγελία του. Αμφισβήτησε το σκεπτικό της Επιτροπής για τη μη παροχή πρόσβασης, με το σκεπτικό ότι η αρχή της υπερβάσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, όπως ορίζεται στα άρθρα 1, 2 και 4, είναι η αρχή της προσβασιμότητας του κοινού, όπως υποστηρίζεται από την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων (1).
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αρχή της προσβασιμότητας του κοινού σε οποιοδήποτε έγγραφο της ΕΕ έχει επίσης ενσωματωθεί στη νομοθεσία της ΕΕ, ιδίως στην οδηγία 4/2003/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και στην οδηγία 35/2005/ΕΚ, η οποία προβλέπει τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση του κοινού1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει σε τρεις επιστολές της 19ης Ιανουαρίου, της 29ης Απριλίου και της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, με τις οποίες ζήτησε πρόσβαση στην αιτιολογημένη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει σχετικά με την υπόθεση 2002/4677, SG(2002) A/5976 2001/2263.
1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι απάντησε στα αιτήματα του καταγγέλλοντος στις 16 Ιανουαρίου 2006 και εξηγεί ότι δεν μπορούσε να επιτρέψει την πρόσβαση στην αίτηση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, το οποίο ορίζει ότι το θεσμικό όργανο πρέπει να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η θέση της ήταν σύμφωνη με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν ήταν δυνατός ο προσδιορισμός υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη γνωστοποίηση του ζητηθέντος εγγράφου.
Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την καθυστέρηση που σημειώθηκε όσον αφορά την επίσημη απάντηση στα αιτήματα του καταγγέλλοντος και σημειώνει ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί για τη διασφάλιση έγκαιρης απάντησης σε όλα τα αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα δεν λειτούργησαν σωστά με την ευκαιρία αυτή, αν και έχουν θεσπιστεί κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη παρόμοιων προβλημάτων στο μέλλον.
1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αμφισβητεί τη συλλογιστική της Επιτροπής και επισημαίνει ότι η αρχή που υπερισχύει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, όπως ορίζεται στα άρθρα 1, 2 και 4, είναι η αρχή της προσβασιμότητας του κοινού, όπως υποστηρίζεται από την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων και από τη νομοθεσία της ΕΕ.
1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος στην αρχική καταγγελία αφορούσε μόνο την παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στις αιτήσεις του για πρόσβαση. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η Επιτροπή εξήγησε επίσης στη γνώμη της τους ουσιαστικούς λόγους που δικαιολόγησαν την απόφασή της, τους οποίους ο καταγγέλλων σχολίασε στις παρατηρήσεις του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει και τις δύο πτυχές της υπόθεσης στην παρούσα απόφαση.
Εικαζόμενη παράλειψη απάντησης στις αιτήσεις πρόσβασης του καταγγέλλοντος1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το νομικό πλαίσιο που διέπει την πρόσβαση στα έγγραφα της Επιτροπής παρέχεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής [«ο κανονισμός»](2).
Η διαδικασία διεκπεραίωσης των αιτήσεων πρόσβασης προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού, το οποίο, στην παράγραφο 1, ορίζει ότι:
«Η αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο διεκπεραιώνεται αμέσως. Στον αιτούντα αποστέλλεται αποδεικτικό παραλαβής. Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της αίτησης, το θεσμικό όργανο είτε χορηγεί πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο και παρέχει πρόσβαση σύμφωνα με το άρθρο 10 εντός της εν λόγω προθεσμίας είτε, με γραπτή απάντηση, εκθέτει τους λόγους της ολικής ή μερικής άρνησης και ενημερώνει τον αιτούντα για το δικαίωμά του να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση [...]»
1.6 Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε τρεις διαδοχικές αιτήσεις πρόσβασης στις 19 Ιανουαρίου, 29 Απριλίου και 20 Σεπτεμβρίου 2005, στις οποίες η Επιτροπή απάντησε μόλις στις 16 Ιανουαρίου 2006, αφού ο Διαμεσολαβητής ξεκίνησε την έρευνά του. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η Επιτροπή εξέτασε τις αιτήσεις πρόσβασης του καταγγέλλοντος μόνο αρκετούς μήνες μετά την υποβολή τους και, ως εκ τούτου, πολύ πέραν της προθεσμίας που ορίζεται στον κανονισμό. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή αναγνώρισε την καθυστέρηση, ζήτησε συγγνώμη και δεσμεύτηκε επίσης να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη παρόμοιων προβλημάτων στο μέλλον. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
Απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση σε αιτιολογημένη γνώμη1.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι:
«Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία:
[...]
- ο σκοπός των επιθεωρήσεων, ερευνών και λογιστικών ελέγχων,
εκτός εάν για τη γνωστοποίηση υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»
1.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν επικυρώσει την εφαρμογή της ανωτέρω εξαίρεσης σε έγγραφα που αφορούν έρευνα για πιθανή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ (,), εξαιρώντας, ως εκ τούτου, τις προειδοποιητικές επιστολές και τις αιτιολογημένες γνώμες από την πρόσβαση του κοινού (3). Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι, σε απόφαση σχετικά με την απόφαση 94/90 της Επιτροπής (την οποία αντικατέστησε ο κανονισμός 1049/2001), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η διατήρηση του στόχου της φιλικής επίλυσης της διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους δικαιολογούσε την απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση σε αιτιολογημένες γνώμες που συντάχθηκαν σε σχέση με διαδικασίες του άρθρου 226 (4).
1.9 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας νομολογίας, η Επιτροπή μπορούσε εύλογα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν δικαιολογημένη η άρνηση πρόσβασης του κοινού στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πληροφορίες και τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του δεν παρέχουν επαρκείς λόγους για περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
1.10 Μολονότι, στο παρόν στάδιο του δικαίου της ΕΕ, η Επιτροπή φαίνεται να έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πρόσβαση στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να επισημάνει ότι ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να απευθύνει το αίτημά του στις ισπανικές αρχές, οι οποίες θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να του χορηγήσουν πρόσβαση στο έγγραφο, εάν η ενέργεια αυτή είναι συμβατή με τους σχετικούς εθνικούς κανόνες.
2 ΣυμπέρασμαΓια τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με την παρούσα καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Υπόθεση T-14/98 και υπόθεση T-191/99.
(2) ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43-48.
(3) Υπόθεση T-191/99 Petrie και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-3677, σ. 64-71· c ase T-105/95 WWF UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-313, σκέψη 63.
(4) Βλ. ανωτέρω υπόθεση T-191/99 Petrie, σκέψη 68.