FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 3372/2005/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 21 Απριλίου 2008

Αξιότιμε κ. V.,

Στις 20 Οκτωβρίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την εικαζόμενη παράλειψή της να εξετάσει την καταγγελία σας σχετικά με τη μη κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ) «Δημοσιογράφοι χωρίς σύνορα»(RSF), την οποία υποβάλατε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 14 Μαρτίου 2005.

Στις 2 Δεκεμβρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Στις 7 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τις υπηρεσίες μου ότι δεν ήταν σε θέση να διαβιβάσει τη γνώμη της εντός της αρχικά προβλεπόμενης προθεσμίας της 28ης Φεβρουαρίου 2006.

Στις 12 Δεκεμβρίου 2005, οι υπηρεσίες της Επιτροπής μου απέστειλαν νέο ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με την καταγγελία σας, με το οποίο ζητούσαν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις επιχορηγήσεις στις οποίες αναφερθήκατε στην καταγγελία σας.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2005, ενημέρωσα τον Πρόεδρο της Επιτροπής ότι η προθεσμία για τη διατύπωση γνώμης είχε παραταθεί έως τις 31 Μαρτίου 2006. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή της ίδιας ημέρας.

Στις 11 Ιανουαρίου 2006, σας ζήτησα να μου διαβιβάσετε τις πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή. Μου αποστείλατε την απάντησή σας με ηλεκτρονικό μήνυμα της 17ης Ιανουαρίου 2006. Στις 23 Ιανουαρίου 2006, μου αποστείλατε ένα ακόμη έγγραφο.

Στις 8 Μαρτίου 2006, διαβίβασα την απάντησή σας στην Επιτροπή και της ζήτησα να υποβάλει τη γνώμη της επί της καταγγελίας έως τις 30 Απριλίου 2006. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή της ίδιας ημέρας.

Στις 29 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή μου απέστειλε νέα επιστολή στην οποία εξηγούσε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στην καταγγελία σας.

Στις 10 Μαΐου 2006, απέστειλα νέα επιστολή στην Επιτροπή. Την ίδια ημέρα σας διαβίβασα την απάντηση της Επιτροπής με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία μου αποστείλατε στις 30 Ιουνίου 2006.

Στις 18 Ιουλίου 2007, ζήτησα από την Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας και της ζήτησα να υποβάλει την απάντησή της έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2007.

Με επιστολή της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της γνώμης της έως τις 31 Οκτωβρίου 2007.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2007, ενημέρωσα την Επιτροπή ότι είχα αποφασίσει να κάνω δεκτό το αίτημά της. Σας ενημέρωσα σχετικά με επιστολή της ίδιας ημέρας.

Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 28 Νοεμβρίου 2007. Στις 29 Νοεμβρίου 2007, σας διαβιβάστηκε η απάντηση της Επιτροπής, με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007. Δεν λάβατε παρατηρήσεις από εσάς εντός της σχετικής προθεσμίας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Ιστορικό: καταγγελία 489/2005/DK

Στις 8 Φεβρουαρίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε μια πρώτη καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (αριθ. αναφ.: 489/2005/DK), στην οποία ισχυρίστηκε ότι η γαλλική ΜΚΟ «Reporters sans Frontières»(«RSF») είχε επανειλημμένα ενεργήσει εκτός της εντολής της. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Διαμεσολαβήτρια θα πρέπει να κινήσει έρευνα όσον αφορά τη χρήση των κονδυλίων που χορηγούνται από την ΕΕ στους RSF.

Με επιστολή της 9ης Μαρτίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η καταγγελία ήταν απαράδεκτη βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 1 του καταστατικού του, δεδομένου ότι δεν είχε υποβληθεί κατά θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ. Ο καταγγέλλων κλήθηκε να επικοινωνήσει με το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («AIDCO»).

Παρούσα καταγγελία 3372/2005/MF

Στις 14 Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην AIDCO δηλώνοντας ότι θεωρούσε ότι οι RSF δεν είχαν χρησιμοποιήσει σωστά τις ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις και επισημαίνοντας ότι θεωρούσε ότι επρόκειτο για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στην Επιτροπή, με το οποίο ρωτούσε αν η Επιτροπή είχε λάβει το ηλεκτρονικό μήνυμά του της 14ης Μαρτίου 2005. Στις 17 Οκτωβρίου 2005, απέστειλε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα στην Επιτροπή, με το οποίο ζήτησε να του αποσταλεί απάντηση στα δύο ηλεκτρονικά μηνύματά του της 14ης Μαρτίου και της 16ης Σεπτεμβρίου 2005.

Στις 20 Οκτωβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο του ηλεκτρονικού του μηνύματος της 17ης Οκτωβρίου 2005 προς την Επιτροπή.

Την ίδια ημέρα, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι, εάν θεωρεί ότι το θέμα αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης από ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο ή οργανισμό, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο συμπλήρωσης του εντύπου καταγγελίας του Διαμεσολαβητή, κάτι που ο καταγγέλλων έπραξε την ίδια ημέρα. Η καταγγελία καταχωρίστηκε από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ως νέα καταγγελία με αριθμό αναφοράς 3372/2005/MF.

Από την καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή προέκυψε ότι ο κύριος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει την καταγγελία του ότι οι RSF δεν είχαν χρησιμοποιήσει σωστά τις ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Απάντηση της Επιτροπής

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 12ης Δεκεμβρίου 2005, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η αρμόδια για την καταγγελία υπηρεσία δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τις επιχορηγήσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του, δεδομένου ότι η RSF είχε λάβει αρκετές επιχορηγήσεις από την Επιτροπή και κανένα από τα χορηγούμενα ποσά δεν αντιστοιχούσε στα ποσά που ανέφερε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του. Σε αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα, η Επιτροπή ενημέρωσε περαιτέρω τον Διαμεσολαβητή ότι ο αριθμός αναφοράς της σύμβασης ή ο τίτλος του σχετικού έργου θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος.

Η προσέγγιση του Διαμεσολαβητή

Λαμβάνοντας υπόψη το προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής, με επιστολή της 11ης Ιανουαρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να του παράσχει τις πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή με το ηλεκτρονικό μήνυμά της της 12ης Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή τον αριθμό αναφοράς της σύμβασης ή τον τίτλο του σχετικού σχεδίου.

Απάντηση του καταγγέλλοντος στο αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών

Στις 17 Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων απάντησε δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να παράσχει τον αριθμό αναφοράς των συμβάσεων ή τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν στην RSF. Κάλεσε τον Διαμεσολαβητή να συμβουλευτεί τον ιστότοπο των RSF. Επισημαίνει ότι η ΕΕ κατέβαλε στο RSF 779 304 EUR το 2003 και 513 999 EUR το 2004.

Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων έθεσε επίσης επτά ερωτήματα που συνδέονται στενά με τον ισχυρισμό του και αφορούν τις επιχορηγήσεις που καταβλήθηκαν στους RSF από την ΕΕ. Ρωτά αν είναι δυνατόν να ενημερωθεί για τον τρόπο με τον οποίο καταβλήθηκαν περισσότερα από 300 000 ευρώ στην RSF και να έχει πρόσβαση στις σχετικές συμβάσεις.

Απάντηση του Διαμεσολαβητή

Με επιστολή της 8ης Μαρτίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, όσον αφορά τις περαιτέρω ερωτήσεις του, είχε αποφασίσει να θεωρήσει αυτές τις πτυχές της υπόθεσης απαράδεκτες βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος, διότι ο καταγγέλλων δεν είχε προβεί στις κατάλληλες προηγούμενες διοικητικές ενέργειες προς την Επιτροπή σε σχέση με αυτές τις περαιτέρω ερωτήσεις.

Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι, όσον αφορά το αίτημά του για πρόσβαση σε συμβάσεις που έχουν υπογραφεί μεταξύ της ΕΕ και των RSF, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο χρήσης της διαδικασίας που προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001 (1). Αντίγραφο του εν λόγω κανονισμού επισυνάφθηκε στην απάντηση του Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε περαιτέρω ότι θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής νέας καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις πτυχές αυτές σε περίπτωση που δεν ήταν ικανοποιημένος με την απάντηση της Επιτροπής ή δεν έλαβε καμία απάντηση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Την ίδια ημέρα, η επιστολή του καταγγέλλοντος της 17ης Ιανουαρίου 2006 διαβιβάστηκε στην Επιτροπή από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.

Η γνώμη της Επιτροπής

Στις 29 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή απάντησε ότι η παρούσα καταγγελία αφορούσε τη χρήση επιχορηγήσεων που χορηγήθηκαν στους RSF στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα («ΕΜΔΔΑ»). Η Επιτροπή δήλωσε ότι η καταγγελία αυτή είχε αναλυθεί διεξοδικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε προσδιορίσει την εν λόγω σύμβαση, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τις επιχορηγήσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο καταγγέλλων. Κατά συνέπεια, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 12ης Δεκεμβρίου 2005, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν περαιτέρω λεπτομέρειες, και συγκεκριμένα τα στοιχεία αναφοράς της σύμβασης και/ή τον τίτλο του σχετικού έργου.

Ωστόσο, κατά την άποψη της Επιτροπής, τα στοιχεία που είχε παράσχει ο καταγγέλλων στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 17ης Ιανουαρίου 2006 δεν αντιστοιχούσαν στην υποβληθείσα αίτηση ούτε διευκόλυναν τον προσδιορισμό των εν λόγω επιχορηγήσεων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων περιορίστηκε να προτείνει την επικοινωνία με τις RSF.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι, λόγω της έλλειψης πληροφοριών από τον καταγγέλλοντα, η αρμόδια υπηρεσία της δεν ήταν ακόμη σε θέση να προσδιορίσει τις επιχορηγήσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο καταγγέλλων ή να απαντήσει στην καταγγελία αυτή.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι οι επιχορηγήσεις που καταβλήθηκαν στην RSF ανήλθαν σε 779 304 ευρώ για το 2003 και σε 513 999 ευρώ για το 2004. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες, όπως ο αριθμός αναφοράς της σχετικής σύμβασης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σε περίπτωση που η αρχική καταγγελία του προς την Επιτροπή δεν εξεταστεί επειδή τα σχετικά έγγραφα δεν μπορούσαν να βρεθούν στα γραφεία της αρμόδιας υπηρεσίας, θα πρέπει να ανοίξει ένας περαιτέρω «φάκελος» σχετικά με την «εσωτερική δυσλειτουργία» της ΕΕ, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να δικαιολογήσει την καταβολή του ποσού των 1 293 303 EUR.

Περαιτέρω έρευνες Το
αίτημα παροχής πληροφοριών που απευθύνεται στην Επιτροπή

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα σημεία:

(1) Στις 12 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τις επιχορηγήσεις στις οποίες είχε αναφερθεί ο καταγγέλλων στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 14ης Μαρτίου 2005. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύτηκε να κατανοήσει γιατί το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 14ης Μαρτίου 2005 δεν είχε απαντηθεί μέχρι τότε. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει το θέμα αυτό.

(2) Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι η Επιτροπή κατείχε μητρώο των αιτούντων στους οποίους χορηγήθηκαν επιχορηγήσεις και των δράσεων που προωθήθηκαν στο πλαίσιο του σχετικού προγράμματος. Οι πληροφορίες αυτές θα επέτρεπαν στην Επιτροπή να προσδιορίσει τη σύμβαση στην οποία αναφέρθηκε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 14ης Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι επιθυμούσε να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στις δραστηριότητες των RSF οι οποίες, κατά την άποψή του, αποσταθεροποίησαν τις νόμιμες κυβερνήσεις χρησιμοποιώντας κονδύλια της ΕΕ για την υπεράσπιση των δημοσιογράφων. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ήταν δύσκολο να προσδιοριστούν οι ακριβείς επιδοτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο καταγγέλλων, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων είχε διευκρινίσει σαφώς την ουσία των ανησυχιών του. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 14ης Μαρτίου 2005 και να γνωμοδοτήσει σχετικά με την παρούσα καταγγελία.

Απάντηση της Επιτροπής

Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή προέβη, συνοπτικώς, στις ακόλουθες δηλώσεις:

Η Επιτροπή επέστησε καταρχάς την προσοχή του Διαμεσολαβητή στο γεγονός ότι η επιστολή της με ημερομηνία 29 Μαρτίου 2006 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως γνώμη της επί της καταγγελίας. Αντιθέτως, η επιστολή αποτελούσε απλό αίτημα για πρόσθετες διευκρινίσεις που απευθύνονταν στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή και δεν συνεπαγόταν την έγκριση της διαδικασίας εξουσιοδότησης που απαιτείται για την απάντηση στις έρευνες του Διαμεσολαβητή.

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 14ης Μαρτίου 2005 δεν είχε απαντηθεί καθόλου από την Επιτροπή

Στις 14 Μαρτίου 2005, κατόπιν εισήγησης του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην ηλεκτρονική θυρίδα «Europe Aid-Human Rights» προκειμένου να λάβει περαιτέρω πληροφορίες από την AIDCO σχετικά με τη χρήση από τις RSF των κονδυλίων που παρέχονται από την ΕΕ και τους κανόνες που διέπουν τα εν λόγω κονδύλια. Η εν λόγω ηλεκτρονική θυρίδα σχεδιάστηκε ώστε να αποτελεί εργαλείο πληροφόρησης για κάθε πρόσωπο που έχει ερωτήσεις σχετικά με το ΕΜΔΔΑ. Δεδομένου του ευρέος φάσματος θεματικών έργων που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας πρωτοβουλίας, ελήφθη και διεκπεραιώθηκε σε καθημερινή βάση σημαντικός αριθμός αιτήσεων για τεκμηριωμένες πληροφορίες.

Στις 15 Μαρτίου 2005 πραγματοποιήθηκε σημαντική αναδιοργάνωση της AIDCO. Αυτή η αλλαγή της δομής της AIDCO συνεπαγόταν εκτεταμένη αναδιάταξη του προσωπικού και πολυάριθμες μετακινήσεις γραφείων. Μεταξύ των αναρίθμητων προσώπων που επηρεάστηκαν από τη μεταφορά σε άλλες μονάδες, ήταν το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για τη διαχείριση της ηλεκτρονικής θυρίδας Europe Aid-Human Rights στην οποία απευθυνόταν το εν λόγω μήνυμα. Η μονάδα που ήταν υπεύθυνη για την ηλεκτρονική θυρίδα μέχρι εκείνη την ημερομηνία επηρεάστηκε επίσης από σημαντικές αλλαγές, δεδομένου ότι συγχωνεύθηκε με δύο άλλες μονάδες. Στο πλαίσιο αυτό, το μήνυμα διαβιβάστηκε σε πρόσωπο που δεν ήταν πλέον υπεύθυνο για το γραμματοκιβώτιο.

Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι, παρά τις υπενθυμίσεις του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου και της 17ης Οκτωβρίου 2005, δεν δόθηκε απάντηση. Δύο γεγονότα θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έλλειψη απάντησης: i) την έλλειψη προσωπικού υπεύθυνου για τη διαχείριση της ηλεκτρονικής θυρίδας, η οποία ήταν χρόνια υπερφορτωμένη με εργασία· και ii) τους ανακριβείς όρους με τους οποίους συντάχθηκε το μήνυμα. Το ηλεκτρονικό μήνυμα αναφερόταν αόριστα στα κονδύλια που διατέθηκαν στους RSF για την υπεράσπιση των δημοσιογράφων, καθώς και στην ανάγκη ελέγχου της χρήσης των κονδυλίων της ΕΕ. Αντί να αποτελεί αίτημα για πληροφορίες, το μήνυμα φαινόταν να είναι μια παρατήρηση για την οποία η αναφερόμενη ηλεκτρονική θυρίδα δεν φαινόταν να είναι το καταλληλότερο φόρουμ. Ως εκ τούτου, το μήνυμα πιθανώς ανακατανεμήθηκε εσφαλμένα και, κατά συνέπεια, δυστυχώς παρέμεινε αναπάντητο. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της στον καταγγέλλοντα.

Όσον αφορά το αίτημα του Διαμεσολαβητή να εξηγήσει η Επιτροπή τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 14ης Μαρτίου 2005 και να γνωμοδοτήσει σχετικά με την παρούσα καταγγελία

Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα μπορούσαν να του απαντήσουν μετά την παραλαβή της καταγγελίας του καταγγέλλοντος, η οποία τους είχε διαβιβαστεί από τις υπηρεσίες του με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 2005. Πράγματι, η Επιτροπή συμφώνησε ότι θα μπορούσε να είχε δοθεί μια γενική απάντηση με την εξέταση του ζητήματος της μη εξέτασης της αλληλογραφίας και εκφράζοντας τη λύπη της στον καταγγέλλοντα για το θέμα αυτό.

Ωστόσο, με βάση το περιεχόμενο του εντύπου καταγγελίας, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν ότι μια αφηρημένη απάντηση δεν θα ικανοποιούσε τον καταγγέλλοντα. Κατά συνέπεια, προσπάθησαν να προσδιορίσουν τη σύμβαση στην οποία αναφέρεται ο καταγγέλλων με βάση τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στην καταγγελία, δηλαδή δύο πληρωμές ύψους 779 304 EUR και 513 999 EUR που έλαβε η RSF το 2003 και το 2004 αντίστοιχα.

Μετά από μια πρώτη έρευνα, οι υπηρεσίες εντόπισαν δύο συμβάσεις επιχορήγησης στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ (έργα 2000/50409 και 2001/50592 αντίστοιχα που χρονολογούνται από το 2000 και το 2001)(2). Και οι δύο συμβάσεις αφορούσαν την υπεράσπιση δημοσιογράφων και αφορούσαν εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης. Ωστόσο, τα ποσά που καταβλήθηκαν στην RSF σε σχέση με τις εν λόγω συμβάσεις δεν αντιστοιχούσαν σε εκείνα που ανέφερε ο καταγγέλλων.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν σε θέση να προβούν σε λεπτομερή εξέταση του φακέλου. Ως εκ τούτου, για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική διεκπεραίωση του αιτήματος, κρίθηκε σκόπιμο να ζητηθούν ακριβέστερες λεπτομέρειες.

Μετά από ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή και της Επιτροπής προκειμένου να προσδιοριστούν οι επιχορηγήσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στις 30 Ιουνίου 2006. Στην εν λόγω επιστολή, ο καταγγέλλων πρόσθεσε ένα νέο στοιχείο που βοήθησε τελικά την Επιτροπή να προσδιορίσει τον τίτλο του έργου παραπέμποντας, για πρώτη φορά, στα κονδύλια που διατέθηκαν στους RSF για «την υπεράσπιση δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν σε χώρες της Ασίας και της ΑΚΕ».

Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι έχει παρέλθει τόσος χρόνος από τότε που τέθηκε αρχικά το ζήτημα. Ωστόσο, έκρινε ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε μπορούσε να της καταλογιστεί μόνο εν μέρει.

Γνώμη της Επιτροπής σχετικά με το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 14ης Μαρτίου 2005

Η Επιτροπή δήλωσε καταρχάς ότι το ΕΜΔΔΑ δημιουργήθηκε για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και της πρόληψης των συγκρούσεων σε τρίτες χώρες με τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που επιδιώκουν αυτούς τους στόχους (3). Το ΕΜΔΔΑ διεπόταν από αυστηρούς κανόνες όσον αφορά τόσο τη χορήγηση επιχορηγήσεων όσο και την εκτέλεση των συμβάσεων επιχορήγησης. Η εκτέλεση των συμβάσεων διεπόταν από τους «Γενικούς όρους που εφαρμόζονται στις συμβάσεις επιχορήγησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εξωτερική βοήθεια»(4). Η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 14 των εν λόγω γενικών όρων, το οποίο προέβλεπε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την επιλεξιμότητα των κονδυλίων. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ διέθεσε κονδύλια για το έργο T-2000/027 «Υποστήριξη των RSF στη δράση τους για λογαριασμό δημοσιογράφων που είναι φυλακισμένοι στις χώρες ΑΚΕ και στις ασιατικές χώρες».

Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρέσχε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το επίμαχο σχέδιο. Σύμφωνα με τα αρχεία, μετά την εκτέλεση της δράσης, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν στον δημοσιονομικό έλεγχο των επιλέξιμων δαπανών που απαιτούνται για την υλοποίηση του έργου, όπως προβλέπεται στους προαναφερθέντες γενικούς όρους. Η Επιτροπή, τηρώντας την υποχρέωσή της να διασφαλίζει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, έλεγξε κατά πόσον οι πόροι είχαν δαπανηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης και του εγκεκριμένου προϋπολογισμού. Ο έλεγχος αυτός δεν αποκάλυψε σημαντικά προβλήματα - οι RSF ήταν σε θέση να αιτιολογήσουν τις επιλέξιμες δαπάνες για τις συμφωνηθείσες δραστηριότητες που υλοποιήθηκαν όπως προβλεπόταν στην περιγραφή του έργου που υποβλήθηκε ως απάντηση στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων. Κατά συνέπεια, τον Αύγουστο του 2004, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενέκριναν τις τελικές εκθέσεις. Η σύμβαση έληξε στις 16 Αυγούστου 2004. Ως εκ τούτου, το ποσό των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ανήλθε στο συνολικό ποσό της μέγιστης συνεισφοράς της ΕΚ που συμφωνήθηκε στη σύμβαση. Αφού διαπιστώθηκε ότι οι RSF είχαν τηρήσει την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δεν υπήρχε λόγος να διενεργηθεί έλεγχος σχετικά με την εν λόγω σύμβαση.

Συμπερασματικά, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι οι ανησυχίες του καταγγέλλοντος δεν αντιμετωπίστηκαν και ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό.

Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις εντός της σχετικής προθεσμίας.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει την καταγγελία του καταγγέλλοντος της 14ης Μαρτίου 2005

1.1 Στις 14 Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («AIDCO»). Επισυνάπτει επιστολή στην οποία επισημαίνει ότι θεωρεί ότι η γαλλική ΜΚΟ «Δημοσιογράφοι χωρίς σύνορα»(«RSF») δεν χρησιμοποίησε ορθά τις επιχορηγήσεις που της χορήγησε η AIDCO. Στην επιστολή αυτή, επισήμανε περαιτέρω ότι θεωρεί ότι το θέμα αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ελλείψει απάντησης από την Επιτροπή, με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 16ης Σεπτεμβρίου και της 17ης Οκτωβρίου 2005, ο καταγγέλλων την ρώτησε αν είχε λάβει τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του. Στις 20 Οκτωβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο του ηλεκτρονικού του μηνύματος της 17ης Οκτωβρίου 2005 προς την Επιτροπή. Συμπλήρωσε επίσης νέο έντυπο καταγγελίας, το οποίο πρωτοκολλήθηκε με αριθμό αναφοράς 3372/2005/MF. Από την καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή προέκυψε ότι ο κύριος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει την καταγγελία του της 14ης Μαρτίου 2005.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή απάντησε ότι η καταγγελία είχε αναλυθεί διεξοδικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε προσδιορίσει την εν λόγω σύμβαση, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τις επιχορηγήσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του.

1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι οι σχετικές επιχορηγήσεις που καταβλήθηκαν στην RSF ανήλθαν σε 779 304 ευρώ για το 2003 και σε 513 999 ευρώ για το 2004. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες, όπως ο αριθμός αναφοράς για τη σχετική σύμβαση.

1.4 Μετά το αίτημα της Επιτροπής να της δοθούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις σχετικές επιχορηγήσεις, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από τον καταγγέλλοντα διευκρινίσεις, και ειδικότερα να του παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με τη σύμβαση ή το έργο. Στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 17ης Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει τις πληροφορίες αυτές.

1.5 Υπό το πρίσμα της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος ,, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα δύο σημεία: i) τους λόγους για τους οποίους το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 14ης Μαρτίου 2005 δεν απαντήθηκε καθόλου· και ii) τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος και να διατυπώσει γνώμη σχετικά με την παρούσα καταγγελία.

1.6 Στην απάντησή της, όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι, παρά τις υπενθυμίσεις του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου και της 17ης Οκτωβρίου 2005, δεν δόθηκε απάντηση. Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από i) την έλλειψη προσωπικού υπεύθυνου για τη διαχείριση της ηλεκτρονικής θυρίδας και ii) τους ασαφείς όρους με τους οποίους συντάχθηκε το μήνυμα. Το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος πιθανώς ανατέθηκε εσφαλμένα και, ως εκ τούτου, δυστυχώς παρέμεινε αναπάντητο. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το θέμα αυτό στον καταγγέλλοντα.

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, η Επιτροπή συμφώνησε πράγματι ότι δόθηκε μόνο γενική απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, με βάση το περιεχόμενο του εντύπου καταγγελίας, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν ότι μια αφηρημένη απάντηση δεν θα ικανοποιούσε τον καταγγέλλοντα και προσπάθησαν να προσδιορίσουν τη σχετική σύμβαση. Η Επιτροπή εντόπισε ορισμένα στοιχεία σχετικά με τα ποσά των πληρωμών που καταβλήθηκαν στην RSF για τις εν λόγω συμβάσεις, αλλά τα ποσά αυτά δεν αντιστοιχούσαν σε εκείνα που ανέφερε ο καταγγέλλων. Χάρη στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Ιουνίου 2006, η Επιτροπή κατόρθωσε τελικά να προσδιορίσει το έργο στο οποίο επιθυμούσε να αναφερθεί ο καταγγέλλων. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι έχει παρέλθει τόσος χρόνος από τότε που τέθηκε το ζήτημα. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η εκτέλεση των συμβάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ διέπεται από τους «Γενικούς όρους που εφαρμόζονται στις συμβάσεις επιχορήγησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εξωτερική βοήθεια». Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ διέθεσε κονδύλια για το έργο T-2000/027 «Υποστήριξη των RSF στη δράση τους για λογαριασμό δημοσιογράφων που είναι φυλακισμένοι στις χώρες ΑΚΕ και στις ασιατικές χώρες». Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρέσχε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω σχέδιο. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι οι ανησυχίες του καταγγέλλοντος δεν αντιμετωπίστηκαν και ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό.

1.7 Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις εντός της σχετικής προθεσμίας.

1.8 Όσον αφορά το ζήτημα ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 14ης Μαρτίου 2005 δεν είχε απαντηθεί καθόλου, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς:(5)

"1. Ο υπάλληλος μεριμνά ώστε η απόφαση σχετικά με κάθε αίτηση ή ένσταση που υποβάλλεται στο όργανο να λαμβάνεται εντός εύλογης προθεσμίας, χωρίς καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής. (...)

2. Εάν, λόγω της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που εγείρει, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί απόφαση εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, ο υπάλληλος ενημερώνει σχετικά τον συντάκτη το συντομότερο δυνατόν. (…)» (η υπογράμμιση δική μου).

1.9 Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι αυτή η έλλειψη απάντησης θα μπορούσε να εξηγηθεί από την έλλειψη προσωπικού υπεύθυνου για τη διαχείριση της ηλεκτρονικής θυρίδας και τους ασαφείς όρους με τους οποίους συντάχθηκε το μήνυμα. Ο Διαμεσολαβητής δεν πείθεται από τον πρώτο λόγο που επικαλείται η Επιτροπή για να δικαιολογήσει τη θέση του, δεδομένου ότι εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι υπηρεσίες του να είναι σε θέση να διεκπεραιώνουν αποτελεσματικά τα αιτήματα των πολιτών για πληροφορίες, ανεξάρτητα από τυχόν διαρθρωτικές ή οργανωτικές αλλαγές.

Ο Διαμεσολαβητής, ωστόσο, συμφωνεί ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος για παροχή πληροφοριών ήταν διατυπωμένο με γενικούς όρους, γεγονός που δυσχέρανε την Επιτροπή να προσδιορίσει την ακριβή φύση του αιτήματος. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στη γνώμη που απέστειλε στον Διαμεσολαβητή, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξήγησαν ότι, βάσει περαιτέρω πληροφοριών από τον καταγγέλλοντα, μπόρεσαν τελικά να προσδιορίσουν τον τίτλο της σύμβασης και τις εν λόγω επιχορηγήσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν σε θέση να δώσει λεπτομερή απάντηση στον καταγγέλλοντα.

1.10 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της στον καταγγέλλοντα για το γεγονός ότι δεν απάντησε στο αίτημά του για παροχή πληροφοριών. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή παρείχε στον καταγγέλλοντα πολύ λεπτομερή απάντηση στο αίτημά του για παροχή πληροφοριών, ενημερώνοντάς τον για το σχετικό νομικό πλαίσιο που αφορά το υπό εξέταση ζήτημα και για τη θέση της επί του θέματος. Η Επιτροπή επισύναψε στη γνωμοδότησή της αντίγραφο των "Γενικών όρων που εφαρμόζονται στις συμβάσεις επιχορήγησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εξωτερική βοήθεια ". Η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε ελέγξει κατά πόσον τα κονδύλια είχαν δαπανηθεί από την RSF σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης και τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό. Αφού διαπίστωσε ότι οι RSF είχαν τηρήσει τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε λόγος να ξεκινήσει έλεγχος σχετικά με την εν λόγω σύμβαση. Προσέθεσε ότι δεν υπήρχαν πληροφορίες στον φάκελο που θα έθεταν υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα αυτά.

1.11 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δηλαδή της πολύ λεπτομερούς απάντησης της Επιτροπής στο αίτημα παροχής πληροφοριών του καταγγέλλοντος και της λύπης που εξέφρασε η Επιτροπή για τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος για περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

(2) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην απάντησή της, η Επιτροπή τον κάλεσε να επιθεωρήσει τους φακέλους αυτούς στις εγκαταστάσεις της.

(3) Το ΕΜΔΔΑ, το οποίο διέπεται από τους κανονισμούς (ΕΚ) 975/1999 και 976/1999, της 29ης Απριλίου 1999, έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2006 και αντικαταστάθηκε από το Ευρωπαϊκό Μέσο για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (κανονισμός (ΕΚ) 1889/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την καθιέρωση ενός χρηματοδοτικού μέσου για την προαγωγή της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου παγκοσμίως, ΕΕ 2006, L 386, σ. 1).

(4) Το κρίσιμο κείμενο είναι αυτό της 6ης Δεκεμβρίου 2000.

(5) Ο ευρωπαϊκός κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!