Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 3057/2005/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 3057/2005/MF - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 28 Σεπτεμβρίου 2005 - Απόφαση στις Τρίτη | 30 Οκτωβρίου 2007
Στρασβούργο, 30 Οκτωβρίου 2007
Αξιότιμε κ. K.,
Στις 25 Ιουλίου 2005, εξ ονόματος των ενώσεων «Notgemeinschaft Medizingeschädigter» και «Citizens Action», υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την υπόθεσή σας που αφορούσε την καταβολή παροχών ανικανότητας προς εργασία.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 12 Ιανουαρίου 2006. Στις 17 Ιανουαρίου 2006, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 8 Φεβρουαρίου 2006.
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή μου απέστειλε αντίγραφο της αναφοράς σας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στις 21 Φεβρουαρίου 2007, σας ενημέρωσα για το ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής και σας ζήτησα να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας επ’ αυτού έως τις 15 Μαρτίου 2007.
Στις 6 Μαρτίου 2007, μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:
Η αρχική καταγγελίαΣτις 7 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων, αυστριακός πολίτης, υπέβαλε μια πρώτη καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (135/2005/MF), εξ ονόματος της ένωσης «Notgemeinschaft Medizingeschädigter», της οποίας ήταν πρόεδρος.
Το 1986, ενώ εργαζόταν στη Γαλλία, ο καταγγέλλων υπέστη εργατικό ατύχημα. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επέστρεψε στην Αυστρία, όπου άρχισε εκ νέου να εργάζεται. Ωστόσο, μετά τη μεταφορά της κατοικίας του από τη Γαλλία στην Αυστρία, ο καταγγέλλων υπέστη υποτροπή, η οποία τον ανάγκασε να παύσει να εργάζεται για λόγους υγείας.
Σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71 (1) και τον εκτελεστικό κανονισμό 574/72 (2), ο καταγγέλλων ζήτησε από τις αυστριακές αρχές να του καταβάλουν παροχές σε είδος, δηλαδή επιδόματα ανικανότητας προς εργασία, για την περίοδο 1998-2001. Οι αυστριακές αρχές απάντησαν στον καταγγέλλοντα ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την ανατοποθέτησή του έπρεπε πρώτα να καταβληθούν από τον ίδιο τον καταγγέλλοντα και θα επιστραφούν από τις αυστριακές αρχές. Αυτό εξαρτήθηκε από το γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές επέτρεψαν στις αυστριακές αρχές να καταβάλουν τα εν λόγω έξοδα. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι αντιμετώπισε δυσκολίες στην καταβολή των παροχών σε χρήμα από τις γαλλικές αρχές.
Δεδομένου ότι οι αυστριακές και οι γαλλικές αρχές δεν έδωσαν συνέχεια στο αίτημά του, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Επιτροπή. Η Επιτροπή τον πληροφόρησε ότι είχε ζητήσει πληροφορίες από τις αυστριακές και τις γαλλικές αρχές σχετικά με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο στην κατάσταση του καταγγέλλοντος.
Το 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή κατά της Γαλλίας και της Αυστρίας για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, και συγκεκριμένα του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού εφαρμογής 574/72.
Τον Δεκέμβριο του 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώσει για την πρόοδο στον χειρισμό της καταγγελίας του κατά των δύο κρατών μελών. Στην απάντησή της της 14ης Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο της εξέτασης.
Στην καταγγελία του προς το Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επεσήμανε ότι η Επιτροπή δεν διασφάλισε τη συμμόρφωση της Γαλλίας και της Αυστρίας με το κοινοτικό δίκαιο.
Με επιστολή της 4ης Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τις ενέργειες στις οποίες προέβη έναντι των αυστριακών και των γαλλικών αρχών.
Με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας της 2ας Φεβρουαρίου 2005 με τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων τις ενημέρωσε ότι δεν ήταν ικανοποιημένος με την απάντηση της Επιτροπής της 4ης Ιανουαρίου 2005, διότι, κατά την άποψή του, τον είχε ενημερώσει μόνο για τα δικαιώματά του. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τόσο η Γαλλία όσο και η Αυστρία εξακολουθούσαν να παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο.
Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ζήτησαν από τον καταγγέλλοντα να αποστείλει την επιστολή της Επιτροπής στον Διαμεσολαβητή. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν απέστειλε τα δικαιολογητικά έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας. Με επιστολή της 24ης Φεβρουαρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η καταγγελία του ήταν απαράδεκτη βάσει του άρθρου 195 της συνθήκης ΕΚ.
Παρούσα καταγγελίαΣτις 25 Ιουλίου 2005, εξ ονόματος της ένωσης «Notgemeinschaft Medizingeschädigter» και της γαλλικής οργάνωσης «Défense des Citoyens», ο καταγγέλλων επανέλαβε την καταγγελία του κατά της Επιτροπής και επισύναψε τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα. Στις 9 Αυγούστου 2005, η καταγγελία πρωτοκολλήθηκε με νέο αριθμό αναφοράς (3057/2005/MF) από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα τελευταία σχετικά γεγονότα στην περίπτωσή του ήταν, συνοπτικά, τα εξής:
Σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71 και τον εκτελεστικό κανονισμό 574/72, οι αυστριακές αρχές κοινωνικής ασφάλισης διαβίβασαν τα ευρωπαϊκά έντυπα E 115 και E 116 στις γαλλικές αρχές κοινωνικής ασφάλισης.
Με επιστολή της 18ης Αυγούστου 2004 προς τη Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης («ΓΔ») της Επιτροπής, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος επισήμανε τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης του καταγγέλλοντος και ζήτησε από την Επιτροπή να συνδράμει τη γαλλική περιφερειακή αρχή που ασχολείται με τις αποζημιώσεις κατά τον χειρισμό του φακέλου του καταγγέλλοντος.
Με επιστολή της 4ης Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την απάντηση των γαλλικών αρχών, σύμφωνα με την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 52 του κανονισμού 1408/71 (3), ο καταγγέλλων δεν είχε δικαίωμα να λάβει τις εν λόγω αποζημιώσεις, διότι η γαλλική νομοθεσία δεν προέβλεπε τέτοιο δικαίωμα.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή κακώς αποδέχθηκε τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις γαλλικές αρχές και ότι, ως εκ τούτου, υπέστη ζημία.
Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή διέπραξε κακοδιοίκηση κατά την εξέταση της υπόθεσής του. Ως αποτέλεσμα αυτής της κακοδιοίκησης, ο καταγγέλλων είχε υποστεί διακρίσεις και είχε υποστεί ζημία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αλληλογραφία του, ιδίως στην επιστολή του δικηγόρου του της 18ης Αυγούστου 2004.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ γνώμη της Επιτροπής επί της καταγγελίας ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή ανέφερε ότι, προς στήριξη του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε, στην καταγγελία του, σε δύο επιστολές που του απέστειλαν οι γαλλικές αρχές στις 20 Αυγούστου και στις 17 Σεπτεμβρίου 2004. Με τις δύο αυτές επιστολές, οι γαλλικές αρχές ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι, βάσει της γνωμάτευσης του ιατρού εμπειρογνώμονα, δεν ήταν σε θέση να του χορηγήσουν τις παροχές που προβλέπονται από τη γαλλική νομοθεσία για τα εργατικά ατυχήματα. Ο ιατρικός εμπειρογνώμονας είχε διατυπώσει αρνητική σύσταση όσον αφορά την καταβολή πληρωμών για την υποτροπή του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υπηρεσίες της ουδέποτε ενημερώθηκαν για τις δύο αυτές επιστολές των γαλλικών αρχών και ότι οι επιστολές αυτές δεν της διαβιβάστηκαν από τον καταγγέλλοντα.
Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι οι υπηρεσίες της είχαν ζητήσει πληροφορίες τόσο από τις αυστριακές όσο και από τις γαλλικές αρχές προκειμένου να απαντήσουν στις ερωτήσεις του καταγγέλλοντος και του δικηγόρου του και είχαν ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για το αποτέλεσμα αυτών των επαφών. Η Επιτροπή δήλωσε ότι ανανέωσε την προσφορά της προς τον καταγγέλλοντα να εξετάσει την κατάστασή του υπό το πρίσμα των νέων πληροφοριών που υποβλήθηκαν σχετικά με την άρνηση των γαλλικών αρχών να του καταβάλουν περαιτέρω παροχές σε χρήμα.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή ανέφερε ότι, στην επιστολή του της 18ης Αυγούστου 2004, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος ζήτησε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να επικοινωνήσουν με τις γαλλικές αρχές προκειμένου να λάβουν τα ευρωπαϊκά έντυπα E115 και E116 προκειμένου να διασφαλιστεί η καταβολή των αποζημιώσεων ανικανότητας σε χρήμα. Η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υπηρεσίες της είχαν ήδη αποστείλει αίτηση παροχής πληροφοριών για το ίδιο θέμα στις γαλλικές αρχές, αντίγραφο της οποίας είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 4 Ιανουαρίου 2005 και απάντησε επίσης στην επιστολή του δικηγόρου του. Ο δικηγόρος του είχε ενημερωθεί ότι, βάσει των πληροφοριών που παρείχαν οι γαλλικές αρχές, ο καταγγέλλων δεν δικαιούνταν, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, να λάβει τις παροχές σε χρήμα.
Η Επιτροπή δήλωσε ότι η απόφαση των γαλλικών αρχών να μην καταβάλουν στον καταγγέλλοντα τις σχετικές παροχές σε χρήμα με την αιτιολογία ότι η γαλλική νομοθεσία δεν προέβλεπε την καταβολή αυτή είχε επιβεβαιωθεί από το δικαστήριο κοινωνικών υποθέσεων του Moselle (Γαλλία) στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κοινωνικού του ταμείου.
Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, στην επιστολή της 4ης Ιανουαρίου 2005, είχε καλέσει τον καταγγέλλοντα να επικοινωνήσει εκ νέου με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, σε περίπτωση που αντιμετώπιζε δυσκολίες στην καταβολή περαιτέρω παροχών σε χρήμα. Ο καταγγέλλων δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά με τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην απάντησή της, την οποία απέδωσε στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων που έθεσε ο καταγγέλλων.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτην απάντησή του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του ότι η Επιτροπή κακώς αποδέχθηκε τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις γαλλικές αρχές και ότι δεν διασφάλισε την τήρηση του κοινοτικού δικαίου.
Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι είχε ασκήσει έφεση κατά της προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου Κοινωνικών Υποθέσεων του Moselle. Η έφεσή του ήταν επί του παρόντος ενώπιον του Εφετείου Κοινωνικών Υποθέσεων του Moselle.
Το ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 26ης Σεπτεμβρίου 2006Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της είχε ζητήσει να παράσχει πληροφορίες σχετικά με αναφορά που είχε υποβληθεί στο Κοινοβούλιο (177/2006). Η Επιτροπή επισύναψε αντίγραφο της αναφοράς, που υποβλήθηκε από τον κ. C.K, εξ ονόματος του καταγγέλλοντος.
Η προσέγγιση του ΔιαμεσολαβητήΣτις 21 Φεβρουαρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπέβαλε η Επιτροπή στο ηλεκτρονικό της μήνυμα.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτην απάντησή του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η αναφορά που είχε υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξ ονόματός του δεν αφορούσε το ίδιο θέμα με εκείνο που είχε υποβληθεί στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η αναφορά αφορούσε την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τις αυστριακές αρχές, δηλαδή την κεντρική υπηρεσία ασφάλισης ατυχημάτων της Αυστρίας, ενώ η καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή αφορούσε μόνο τις γαλλικές αρχές, καθώς και την Επιτροπή.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Η εικαζόμενη κακοδιοίκηση από την Επιτροπή κατά την εξέταση της υπόθεσης του καταγγέλλοντος1.1 Στις 7 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων, αυστριακός πολίτης, υπέβαλε μια πρώτη καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (135/2005/MF), εξ ονόματος της ένωσης "Notgemeinschaft Medizingeschädigter" της οποίας ήταν πρόεδρος. Το 1986, ενώ εργαζόταν στη Γαλλία, ο καταγγέλλων έπεσε θύμα εργατικού ατυχήματος. Ο καταγγέλλων επέστρεψε στην Αυστρία. Ωστόσο, το 2004, ενώ εργαζόταν στην Αυστρία, ο καταγγέλλων υπέστη υποτροπή της ασθένειας, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να διακόψει την εργασία του για λόγους υγείας. Σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71 (4) και τον εκτελεστικό κανονισμό 574/72 (5), ο καταγγέλλων ζήτησε από τις αυστριακές αρχές να του καταβάλουν παροχές σε είδος για την περίοδο 1998-2001. Στις 24 Φεβρουαρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η καταγγελία του ήταν απαράδεκτη βάσει του άρθρου 195 της συνθήκης ΕΚ.
Με επιστολή της 25ης Ιουλίου 2005, η οποία εστάλη εξ ονόματος των ενώσεων «Citizens Action» και «Notgemeinschaft Medizingeschädigter», ο καταγγέλλων επανέλαβε την καταγγελία του στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η νέα καταγγελία καταχωρίστηκε με νέα στοιχεία αναφοράς. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71 και τον κανονισμό εφαρμογής 574/72, οι αυστριακές αρχές κοινωνικής ασφάλισης απέστειλαν στις γαλλικές αρχές κοινωνικής ασφάλισης τα ευρωπαϊκά έντυπα E115 και E116. Με επιστολή της 18ης Αυγούστου 2004 προς τη Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης («ΓΔ») της Επιτροπής, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος αναφέρθηκε στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης του καταγγέλλοντος και ζήτησε από την Επιτροπή να συνδράμει τη γαλλική περιφερειακή αρχή που ασχολείται με τις αποζημιώσεις κατά την εξέταση του φακέλου του καταγγέλλοντος. Με επιστολή της 4ης Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την απάντηση των γαλλικών αρχών, σύμφωνα με την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 52 του κανονισμού 1408/71, ο καταγγέλλων δεν είχε δικαίωμα να λάβει τις εν λόγω αποζημιώσεις, διότι η γαλλική νομοθεσία δεν προέβλεπε το δικαίωμα αυτό.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί εσφαλμένα τις πληροφορίες που παρείχαν οι γαλλικές αρχές και ότι, ως εκ τούτου, είχε υποστεί ζημία. Ισχυρίστηκε ότι υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή κατά την εξέταση της υπόθεσής του και ότι αυτή η κακοδιοίκηση είχε ως αποτέλεσμα διακρίσεις εις βάρος του και του είχε προκαλέσει ζημία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αλληλογραφία του, ιδίως στην επιστολή του δικηγόρου του της 18ης Αυγούστου 2004.
1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, προς στήριξη του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε, στην καταγγελία του, σε δύο επιστολές που του απέστειλαν οι γαλλικές αρχές στις 20 Αυγούστου και στις 17 Σεπτεμβρίου 2004. Με τις δύο αυτές επιστολές, οι γαλλικές αρχές ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι, βάσει της γνωμάτευσης του ιατρού συμβούλου, δεν ήταν σε θέση να του χορηγήσουν τις παροχές που προβλέπονται από τη γαλλική νομοθεσία για τα εργατικά ατυχήματα. Στη συνέχεια, διευκρίνισε ότι ο ιατρός σύμβουλος είχε διατυπώσει αρνητική σύσταση σχετικά με την πληρωμή που συνδεόταν με την υποτροπή του καταγγέλλοντος (σχετικά με το ατύχημα της 10ης Μαρτίου 1986), το οποίο συνέβη στις 4 Ιουνίου 2004. Ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υπηρεσίες της ουδέποτε ενημερώθηκαν για τις δύο αυτές επιστολές των γαλλικών αρχών. Η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υπηρεσίες της είχαν ζητήσει πληροφορίες τόσο από τις αυστριακές όσο και από τις γαλλικές αρχές προκειμένου να απαντήσουν στις ερωτήσεις του καταγγέλλοντος και του δικηγόρου του και ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα για το αποτέλεσμα αυτών των επαφών. Η Επιτροπή δήλωσε ότι ανανέωσε την προσφορά της να εξετάσει την κατάσταση του καταγγέλλοντος υπό το πρίσμα των νέων πληροφοριών που υποβλήθηκαν σχετικά με την άρνηση των γαλλικών αρχών να του καταβάλουν τις αποζημιώσεις λόγω ανικανότητας προς εργασία σε χρήμα.
1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην άποψή του ότι η Επιτροπή κακώς αποδέχθηκε τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις γαλλικές αρχές και ότι δεν διασφάλισε την τήρηση του κοινοτικού δικαίου.
1.4 Το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ορίζει ότι:
«Όταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω δικαστικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με πραγματικά περιστατικά που έχουν προβληθεί, πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να περατώσει την εξέτασή της, το αποτέλεσμα των ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι τότε υποβάλλεται οριστικά.»
1.5 Στη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή παρέπεμψε σε απόφαση του Δικαστηρίου Κοινωνικών Υποθέσεων του «Moselle» (Γαλλία) σχετικά με την απόφαση των γαλλικών αρχών να μην καταβάλουν στον καταγγέλλοντα τις σχετικές παροχές σε χρήμα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου Κοινωνικών Υποθέσεων του «Moselle» και ότι η υπόθεση βρισκόταν επί του παρόντος ενώπιον του Εφετείου Κοινωνικών Υποθέσεων του Moselle.
1.6 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, είναι σαφές ότι υπάρχει μια υπόθεση ενώπιον γαλλικού δικαστηρίου η οποία αφορά πραγματικά περιστατικά που βρίσκονται στο επίκεντρο του παρόντος ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καταστατικού του, να τερματίσει την εξέταση αυτής της πτυχής της καταγγελίας και να υποβάλει τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής χωρίς περαιτέρω ενέργειες.
2 Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αλληλογραφία του καταγγέλλοντος, ιδίως στην επιστολή του δικηγόρου του της 18ης Αυγούστου 20042.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αλληλογραφία του, ιδίως στην επιστολή του δικηγόρου του της 18ης Αυγούστου 2004.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, με το από 18 Αυγούστου 2004 έγγραφό του, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος είχε ζητήσει από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να επικοινωνήσουν με τις γαλλικές αρχές προκειμένου να λάβουν τα ευρωπαϊκά έντυπα E115 και E116. Η Επιτροπή απέστειλε απάντηση στον καταγγέλλοντα στις 4 Ιανουαρίου 2005 αναφέροντας ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρείχαν οι γαλλικές αρχές, η γαλλική νομοθεσία δεν επέτρεπε στον καταγγέλλοντα να λάβει τα επιδόματα ανικανότητας σε χρήμα. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, στην επιστολή της 4ης Ιανουαρίου 2005, είχε καλέσει τον καταγγέλλοντα να επικοινωνήσει εκ νέου με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, σε περίπτωση που αντιμετώπιζε δυσκολίες στην καταβολή περαιτέρω αποζημιώσεων. Η Επιτροπή δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά με τις υπηρεσίες της. Η Επιτροπή, στη γνωμοδότησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην απάντησή της, την οποία απέδωσε στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων που εγείρει η κατάσταση του καταγγέλλοντος.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να υπενθυμίσει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (6):
1. «Ο υπάλληλος μεριμνά ώστε η απόφαση σχετικά με κάθε αίτηση ή ένσταση που υποβάλλεται στο όργανο να λαμβάνεται εντός εύλογης προθεσμίας, χωρίς καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της. (...).
2. Εάν, λόγω της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που εγείρει, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί απόφαση εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, ο υπάλληλος ενημερώνει σχετικά τον συντάκτη το συντομότερο δυνατόν. (…)»
2.4 Εν προκειμένω, από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πληροφορίες (7) από τις γαλλικές αρχές σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ανέμενε απάντηση από τις γαλλικές αρχές προκειμένου να παράσχει στη συνέχεια στον καταγγέλλοντα ουσιαστική απάντηση. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή έδωσε στον καταγγέλλοντα ουσιαστική απάντηση στις 4 Ιανουαρίου 2005. Η απάντηση αυτή αφορούσε τα ζητήματα που τέθηκαν στην επιστολή της 18ης Αυγούστου 2004. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην απάντησή της, την οποία απέδωσε στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων που έθεσε η κατάσταση του καταγγέλλοντος.
2.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι αυτή η καθυστέρηση στην απάντηση στον καταγγέλλοντα οφειλόταν στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων που έθεσε η κατάσταση του καταγγέλλοντος . Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι, μολονότι είναι εύλογο για την Επιτροπή να απαιτήσει σημαντικό χρονικό διάστημα προκειμένου να δώσει ουσιαστική απάντηση σε ένα σύνθετο ζήτημα, θα έπρεπε, ωστόσο, να αποστείλει στον καταγγέλλοντα επιστολή διακράτησης με την οποία να τον ενημερώνει ότι το ζήτημα ήταν περίπλοκο και ότι θα απαντούσε επί της ουσίας το συντομότερο δυνατόν. Ως εκ τούτου, προβαίνει σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.
2.6 Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τη συγγνώμη της Επιτροπής για την καθυστέρηση στην απάντησή της, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, «[ε]άν μια αίτηση ή καταγγελία προς το θεσμικό όργανο δεν μπορεί, λόγω της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που εγείρει, να αποφασιστεί εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, ο υπάλληλος ενημερώνει σχετικά τον συντάκτη το συντομότερο δυνατόν. (…)»
Από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από τις γαλλικές αρχές να της παράσχουν πληροφορίες σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος και ότι έδωσε στον καταγγέλλοντα ουσιαστική απάντηση στις 4 Ιανουαρίου 2005, η οποία ασχολήθηκε με τα ζητήματα που τέθηκαν στην επιστολή της 18ης Αυγούστου 2004 που απέστειλε ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτή η καθυστέρηση στην απάντηση στον καταγγέλλοντα οφειλόταν στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων που έθεσε η κατάσταση του καταγγέλλοντος.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, αν και είναι εύλογο για την Επιτροπή να απαιτήσει σημαντικό χρονικό διάστημα προκειμένου να δώσει ουσιαστική απάντηση σε ένα σύνθετο ζήτημα, θα έπρεπε, ωστόσο, να έχει αποστείλει στον καταγγέλλοντα επιστολή κράτησης με την οποία να τον ενημερώνει ότι το ζήτημα ήταν περίπλοκο και ότι θα απαντούσε επί της ουσίας το συντομότερο δυνατόν.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 149, σ. 2).
(2) Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 74, σ. 1).
(3) Το άρθρο 52 (Κατοικία σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος - Γενικοί κανόνες) του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι:
«Ο εργαζόμενος που υφίσταται εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια και διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, λαμβάνει στο κράτος στο οποίο διαμένει:
α) παροχές εις είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από το φορέα του τόπου κατοικίας του, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, σαν να ήταν ασφαλισμένος σ' αυτόν·
β) παροχές σε χρήμα που χορηγούνται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Ωστόσο, με συμφωνία μεταξύ του αρμόδιου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, οι παροχές αυτές μπορούν να χορηγούνται από τον τελευταίο φορέα για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.»
(4) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 149, σ. 2).
(5) Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 74, σ. 1).
(6) Ο ευρωπαϊκός κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).
(7) Η επιστολή της Επιτροπής προς το γαλλικό Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων δεν περιέχει καμία ένδειξη ημερομηνίας.