Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2843/2005/BM κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2843/2005/(BM)MF - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 08 Νοεμβρίου 2005 - Απόφαση στις Τρίτη | 04 Δεκεμβρίου 2007
Στρασβούργο, 4 Δεκεμβρίου 2007
Αξιότιμε κ. X,
Στις 31 Αυγούστου 2005, ενεργώντας εξ ονόματος της εταιρείας Τ., υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005, με την οποία ορισμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την εταιρεία στο πλαίσιο σύμβασης που είχε συναφθεί με την Επιτροπή για την υλοποίηση σχεδίου θεωρήθηκαν μη επιλέξιμες για κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή.
Στις 8 Νοεμβρίου 2005, ενημέρωσα τον Πρόεδρο της Επιτροπής για την καταγγελία σας και του ζήτησα να υποβάλει γνωμοδότηση έως τις 28 Φεβρουαρίου 2006.
Στις 7 Μαρτίου 2006, λόγω των δυσκολιών που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία εσωτερικής διαβούλευσης και της ανάγκης διεξαγωγής πολιτικών συζητήσεων, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της γνώμης της έως τις 31 Μαρτίου 2006. Με έγγραφο της 15ης Μαρτίου 2006, χορήγησα την αιτηθείσα παράταση. Στις 6 Απριλίου 2006, η Επιτροπή ζήτησε νέα παράταση της προθεσμίας για έναν επιπλέον μήνα. Με επιστολή της 11ης Απριλίου 2006, χορήγησα παράταση έως τις 30 Απριλίου 2006.
Στις 7 Απριλίου 2006, η βοηθός σας επικοινώνησε τηλεφωνικά με τις υπηρεσίες μου για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση και να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες. Ενημερώθηκε για τις παρατάσεις που είχαν χορηγηθεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής.
Στις 12 Μαΐου 2006, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι η γνώμη της δεν είχε ακόμη διαβιβαστεί στον Διαμεσολαβητή και με ενημέρωσε ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποστείλει την απάντηση εντός των επόμενων δύο εβδομάδων. Στην επιστολή μου της 22ας Μαΐου 2006 προς την Επιτροπή, διαπίστωσα με λύπη ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την παραταθείσα προθεσμία της 30ής Απριλίου 2006 και υπογράμμισα ότι το γεγονός αυτό θα καταγραφεί στους φακέλους μου. Σε νέα επιστολή της 9ης Ιουνίου 2006, η Επιτροπή εξέφρασε εκ νέου τη λύπη της για την καθυστέρηση στην υπόθεση αυτή και με ενημέρωσε ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διαβιβάσει τη γνώμη της το συντομότερο δυνατόν. Με επιστολή της 16ης Ιουνίου 2006, εξέφρασα τη λύπη μου για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την προθεσμία και την ενημέρωσα ότι το γεγονός αυτό θα καταγραφεί στους φακέλους μου.
Στις 20 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της στην αγγλική γλώσσα. Στις 4 Ιουλίου 2006, η Επιτροπή απέστειλε μετάφραση της γνωμοδότησής της στο (...), την οποία σας διαβίβασα στις 12 Ιουλίου 2006, με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Στην επιστολή μου, σας ενημέρωσα για τις διάφορες αιτήσεις παράτασης της προθεσμίας που υπέβαλε η Επιτροπή.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 2006, ενεργώντας εξ ονόματος της εταιρείας Τ., διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής. Στις 8 και 18 Δεκεμβρίου 2006, ο βοηθός σας διαβίβασε εκ νέου τις ίδιες παρατηρήσεις, τις οποίες αναγνώρισαν οι υπηρεσίες μου στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Γενικές πληροφορίες:Ο καταγγέλλων ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρείας «Τ.». Το 1999, η εταιρεία αυτή, από κοινού με δύο άλλες εταιρείες και δύο δημόσιους φορείς (1), συνήψε συμφωνία με τη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ TREN»). Η συμφωνία ήταν σύμβαση (…) για κοινοτικές δραστηριότητες στον τομέα του ειδικού προγράμματος (…) («η σύμβαση»). Στόχος της σύμβασης ήταν η υλοποίηση από τους πέντε αναδόχους του έργου με τίτλο (…) (το «έργο S.»).
Σκοπός του έργου ήταν να καταδειχθεί η τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα του (…). Αφορούσε την εγκατάσταση (…) συστημάτων στις εγκαταστάσεις δημόσιων ή ιδιωτικών ιδρυμάτων (των λεγόμενων δικαιούχων ή «maîtres d'ouvrages») σε (…) και (…).
Η διάρκεια του σχεδίου ήταν τριάντα έξι μήνες (2). Εκτός του ότι ήταν ένας από τους αναδόχους, ο Τ. ενήργησε ως γενικός συντονιστής του έργου και ως ενδιάμεσος μεταξύ των αναδόχων και της Επιτροπής.
Η σύμβαση (…) προέβλεπε ότι το σχέδιο θα χρηματοδοτούνταν εν μέρει από την Επιτροπή μέσω του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που καλύπτει δραστηριότητες έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης για την περίοδο 1998-2002 («πέμπτο πρόγραμμα-πλαίσιο»). Προβλεπόταν ότι η Τ. θα λάμβανε χρηματοδοτική συνδρομή από την Κοινότητα.
Ο Τ. ήταν υπεύθυνος για δύο εγκαταστάσεις στις εγκαταστάσεις του (…) και στις εγκαταστάσεις του (…) στο (…). Ο T. συνήψε ατομικές συμφωνίες με (…) και ( )(3). (…) και (…) αναφέρονται σε αυτές τις μεμονωμένες συμφωνίες ως maîtres d'ouvrages publiques, δηλαδή ο δημόσιος φορέας που είναι υπεύθυνος για το έργο.
Οι τοπικοί επόπτες έργου, ή "maîtres d'oeuvre", που επιλέγονται για κάθε χώρο, θα είναι υπεύθυνοι για την παρακολούθηση των εργασιών που αναλαμβάνουν επιλεγμένες εταιρείες.
Η καταγγελία:Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, όπως περιγράφεται σαφώς στο πρόγραμμα εργασίας του έργου (4), και προκειμένου να συμμορφωθεί με (...) τη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων όσον αφορά τη διαφάνεια, ο maîtres d'oeuvre, ο οποίος παρακολουθούσε τις εργασίες και οι εταιρείες που αναλάμβαναν τις εργασίες (για παράδειγμα, οι πάροχοι), χρέωσαν απευθείας τους maîtres d'ouvrages για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά την εγκατάσταση του (…). Ως εκ τούτου, απέστειλαν απευθείας τα τιμολόγια σε αυτούς και όχι στον ανάδοχο και τον συντονιστή του έργου, δηλαδή στον Τ. Στη συνέχεια, οι δαπάνες αυτές θα περιλαμβάνονταν επισήμως στον τίτλο «υπεργολαβία» κατά την υποβολή των τελικών καταστάσεων δαπανών που θα απευθύνονταν στην Επιτροπή από τον Τ.
Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η απόφαση της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005, με την οποία δεν δέχθηκε τιμολόγια που αιτιολογούσαν σημαντικά ποσά όσον αφορά το έργο, είχε αρνητικό αντίκτυπο στους maîtres d'ouvrages που συμφώνησαν να εγκαταστήσουν τα συστήματα (…). Ο Τ. υποστήριξε ότι τα τιμολόγια αντιστοιχούσαν στο αντικείμενο της σύμβασης και μπορούσαν εύκολα να ελεγχθούν. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο τα τιμολόγια έπρεπε να είχαν καταχωριστεί στους λογαριασμούς της Τ., ήταν ασυμβίβαστο με (...) τη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων και ότι μόνο ένα λογιστικό πλάσμα θα επέτρεπε στην Τ. να τηρήσει τον κανόνα που επέβαλε η Επιτροπή από το 2004. Θεωρεί ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε την Τ. με άκαμπτο και αδικαιολόγητο τρόπο, ενώ η εταιρεία τήρησε τις τεχνικές απαιτήσεις της σύμβασης. Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι, παρόλο που ο αρχικός αριθμός εγκαταστάσεων είχε μειωθεί, το έργο είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία.
Ο καταγγέλλων επισύναψε στην καταγγελία του αντίγραφο της αλληλογραφίας του Τ. με την Επιτροπή, καθώς και ορισμένα μέρη του παραρτήματος ΙΒ (Περιγραφή των εργασιών)(5). Περιελάμβανε επίσης αντίγραφο της αλληλογραφίας του Τ. με τους (…) και (…), καθώς και της «Σύμβασης S.» που συνήφθη μεταξύ του Τ. και του (…)(6).
Σύμφωνα με την αλληλογραφία αυτή, στις 11 Οκτωβρίου 2004, η T. υπέβαλε στην Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις τελικές καταστάσεις δαπανών που είχαν υποβληθεί προηγουμένως. Ωστόσο, με επιστολή της 31ης Ιανουαρίου 2005, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας της ΓΔ TREN ενημέρωσε την T. ότι, μετά από διεξοδική ανάλυση, η Επιτροπή είχε εντοπίσει διάφορα σφάλματα και παρανοήσεις στις δηλώσεις, τα οποία έπρεπε να διορθωθούν. Η Επιτροπή χορήγησε στην εταιρεία προθεσμία ενός μηνός για να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες. Διαφορετικά, η σύμβαση θα περατωθεί και μόνο δεόντως τεκμηριωμένες δαπάνες θα ληφθούν υπόψη για επιστροφή. Η Επιτροπή υπενθύμισε στον Τ. ότι το θεσμικό όργανο μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και του ζήτησε να ενημερώσει σχετικά τους λοιπούς αντισυμβαλλομένους.
Η Επιτροπή παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στις δηλώσεις δαπανών που υπέβαλε η T. σχετικά με τις εργασίες του σχεδίου που εκπονήθηκαν τόσο κατά τις περιόδους μεταξύ i) της 1ης Νοεμβρίου 2000 και της 31ης Δεκεμβρίου 2002 όσο και μεταξύ ii) της 1ης Μαΐου 2003 και της 31ης Οκτωβρίου 2003. Επισήμανε, όσον αφορά το τμήμα «υπεργολαβία», ότι κάθε εργολάβος έπρεπε να υποβάλει τις δικές του δαπάνες και ότι ένας εργολάβος δεν μπορούσε, ταυτόχρονα, να ενεργεί ως εργολάβος και ως υπεργολάβος. Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι μόνο τα τιμολόγια που αναφέρονταν στο σχέδιο και είχαν αποσταλεί από τους υπεργολάβους στην T. και είχαν ήδη πληρωθεί από την τελευταία μπορούσαν να υποβληθούν στο πλαίσιο υπεργολαβίας και να επιστραφούν. Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέπεμψε στα άρθρα 5 και 23 του παραρτήματος ΙΙ της σύμβασης (7). Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της ΓΔ TREN είχε ασχοληθεί προηγουμένως με τα ζητήματα αυτά στα ηλεκτρονικά του μηνύματα της 26ης Φεβρουαρίου και της 27ης Ιουλίου 2004 (8).
Με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 2005, η T. υπογράμμισε ότι οι λογιστικές και συμβατικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε οφείλονταν στις αντιφατικές ρήτρες που είχε καλοπίστως αποδεχθεί το 1999. Η Τ. εξήγησε ότι η διαδικασία που ακολούθησε για την οργάνωση των εργασιών και την τιμολόγηση κάθε maître d'ouvrage περιγράφεται λεπτομερώς στο παράρτημα ΙΒ (9) της επαφής. Τ. διευκρίνισε ότι οι maîtres d'ouvrage δεν ήταν ούτε εργολάβοι ούτε υπεργολάβοι, κατά την έννοια του παραρτήματος II (Γενικοί όροι) της επαφής. Τ. τόνισε ότι, όπως εξηγείται στη σελίδα 8 του παραρτήματος ΙΒ της σύμβασης, οι δαπάνες που περιλαμβάνονται στον τίτλο «υπεργολαβία» δεν ήταν δαπάνες υπεργολαβίας, δεδομένου ότι το τιμολόγιο για την εγκατάσταση κάθε (...) συστήματος δεν θα πληρωνόταν από ανάδοχο (Τ.), και πρόσθεσε ότι η διαδικασία αυτή είχε δεόντως εξηγηθεί και αιτιολογηθεί.
Η T. περιέλαβε τις δαπάνες αυτές στον τίτλο «υπεργολαβία» απλώς και μόνο για να συμμορφωθεί με τους κανόνες διαφάνειας για τους δημόσιους διαγωνισμούς που προβλέπονται από (...) τη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων, η οποία εφαρμόζεται, παρά τη χρηματοδότηση της Επιτροπής. Η Τ. ανέφερε ότι, κατά το στάδιο της διαπραγμάτευσης της σύμβασης, είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή τις επιστολές που είχαν υπογραφεί από καθέναν από τους εννέα αρχικούς δικαιούχους (οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες των εγκαταστάσεων), μεταξύ των οποίων (...) και (...). Στις επιστολές αυτές, οι (…) και (…) δεσμεύτηκαν, μεταξύ άλλων, να βρουν τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους. Βάσει της σύμβασης, η Τ. υπενθύμισε ότι είχε συνάψει συμφωνίες με καθέναν από τους δύο δικαιούχους. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Τ. έκρινε ότι, από πρακτική άποψη, είχε τηρήσει το πρόγραμμα εργασίας που προσαρτήθηκε στη σύμβαση (10), παρά τη μείωση του αριθμού των επιλεγμένων χώρων από εννέα σε δύο.
Από δημοσιονομικής απόψεως, η Τ. αναγνώρισε με το ίδιο έγγραφο ότι, μολονότι θα ήταν δυνατόν να τηρηθούν οι γενικοί όροι της συμβάσεως που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ με την καταχώριση των επίδικων τιμολογίων στα λογιστικά βιβλία της Τ. ή άλλου αναδόχου, αποφάσισε να μην το πράξει. Στη συνέχεια, επισήμανε, αφενός, ότι η Επιτροπή δεν είχε απευθύνει καμία σχετική παρατήρηση στον Τ. κατά τη διάρκεια του σχεδίου και ότι τα δύο μηνύματα υπενθυμίσεως του αρμόδιου υπαλλήλου απεστάλησαν το 2004, ήτοι αρκετούς μήνες μετά την περάτωση του σχεδίου. Δεύτερον, εξήγησε επίσης ότι, σύμφωνα με το παράρτημα II της σύμβασης, τα ποσά υπεργολαβίας δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 20 % των εκτιμώμενων επιλέξιμων δαπανών του αναδόχου. Ωστόσο, τα επίδικα τιμολόγια υπερέβαιναν κατά πολύ τον αριθμό αυτό, δεδομένου ότι αντιστοιχούσαν, στην πραγματικότητα, στη δημιουργία των εγκαταστάσεων. Ο Τ. ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή είχε προηγουμένως εξετάσει και στη συνέχεια αποδεχθεί το συνολικό ποσό που περιλαμβανόταν στον τίτλο «υπεργολαβία» της αρχικής σύμβασης (1 717 511 EUR), το οποίο ήταν, κατά την άποψη του Τ., αρκετά υψηλό σε σύγκριση με το συνολικό κόστος του έργου (1 999 868 EUR). Ως εκ τούτου, ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίο, στο τέλος των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν σε ήδη αποδεκτή βάση και υπογράφηκαν από όλα τα μέρη, η Επιτροπή αμφισβήτησε την πτυχή της υπεργολαβίας της σύμβασης και άλλαξε τη θέση της. Προς στήριξη των επιχειρημάτων της, η Τ. ανέφερε επίσης ότι είχε ελεγχθεί προηγούμενη παρόμοια σύμβαση και, στη συνέχεια, είχε εγκριθεί για πληρωμή από άλλον υπάλληλο της Επιτροπής, χωρίς δυσκολίες. Τέλος, η Τ. εξέφρασε την επιθυμία της να επιλύσει γρήγορα τις διαφορές της με την Επιτροπή και τη βούλησή της να συναντηθεί με τις αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες.
Με επιστολή της 13ης Ιουνίου 2005, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας πληροφόρησε τον T. ότι είχαν αρχίσει οι διαδικασίες για την τελική πληρωμή της συμμετοχής της Επιτροπής στο σχέδιο S (11) και ότι η πληρωμή θα γινόταν στον T. σε τρεις δόσεις. Ωστόσο, παρά τις παρατηρήσεις του Τ. της 11ης Μαρτίου 2005, η Επιτροπή δεν ήταν ακόμη σε θέση να θεωρήσει τις δηλωθείσες δαπάνες υπεργολαβίας ως επιλέξιμες βάσει της σύμβασης. Ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που περιλαμβάνονται στο άρθρο 22.1 του παραρτήματος II της σύμβασης, οι επιλέξιμες δαπάνες θα πρέπει να καταχωρίζονται στους λογαριασμούς το αργότερο κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της σύμβασης. Δεδομένου ότι πολλά από τα τιμολόγια που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή δεν είχαν αποσταλεί στην T. και, ως εκ τούτου, δεν θα καταχωρίζονταν στους λογαριασμούς της, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες. Κάθε διαφωνία θα πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή εγγράφως και με συστημένη επιστολή, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή της επιστολής. Η εν λόγω κοινοποίηση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δέουσα αιτιολόγηση των λόγων της διαφωνίας και θα πρέπει να επισυνάπτει δικαιολογητικά έγγραφα. Διαφορετικά, το έργο θα περατωθεί επισήμως και δεν θα μπορούν να ζητηθούν περαιτέρω δαπάνες.
Η επιστολή της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005 περιείχε αντίγραφο των τελικών δημοσιονομικών πινάκων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή είχε αρνηθεί όλες τις δαπάνες υπεργολαβίας που υπέβαλε η T. Δεδομένου ότι τα τιμολόγια δεν αποδείκνυαν ότι οι υπεργολάβοι είχαν τιμολογήσει την T.(12), ήταν σαφές ότι καμία από τις δαπάνες δεν είχε πράγματι συμπεριληφθεί από την εταιρεία και καταχωριστεί στους λογαριασμούς της. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, από οικονομική και συμβατική άποψη, ήταν αδύνατο να γίνουν δεκτές οι εν λόγω δαπάνες ως επιλέξιμες. Επιπλέον, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι δεν ήταν πάντοτε σαφές ποια ποσά είχαν καταλογιστεί στη σύμβαση ή γιατί τα ποσά αυτά είχαν καταλογιστεί.
Αφού έλαβε την επιστολή της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005, ο βοηθός του καταγγέλλοντος επιχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον (τότε) αρμόδιο υπάλληλο της Επιτροπής. Στις 29 Ιουνίου 2005, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζητούσε συνάντηση για να αποσαφηνιστεί η κατάσταση. Πρότεινε διάφορες ημερομηνίες, ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας ενός μηνός που έταξε η Επιτροπή στην επιστολή της 13ης Ιουνίου 2005 για την υποβολή συμπληρωματικών εγγράφων. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Ιουλίου 2005, ο αρμόδιος υπάλληλος εξήγησε στον βοηθό του καταγγέλλοντος ότι, μολονότι ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας είχε ενημερωθεί για την αίτησή του για συνάντηση, εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι θα έπρεπε να την απορρίψει. Όπως αναφέρεται στην επιστολή της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005, κάθε καταγγελία έπρεπε να υποβάλλεται γραπτώς, συνοδευόμενη από δικαιολογητικά έγγραφα. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα τονιζόταν ότι ήταν αδύνατο να θεωρηθούν ως «επιλέξιμες δαπάνες» οι δαπάνες που δεν είχαν χρεωθεί στον ανάδοχο. Επιπλέον, δεδομένου ότι το πρόβλημα ήταν διοικητικό και συνδεόταν με τη λογιστική, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν σε θέση να παρέμβουν περαιτέρω. Ο Τ. πληροφορήθηκε ότι η προθεσμία του ενός μηνός για την κοινοποίηση των διαφωνιών είχε, εν πάση περιπτώσει, παραταθεί κατ’ εξαίρεση κατά δέκα ημέρες, ήτοι έως τις 23 Ιουλίου 2005.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, συνοπτικά, ότι η Επιτροπή:
- ενήργησε αδικαιολόγητα μη επιτρέποντας στον καταγγέλλοντα να συναντήσει τις υπηρεσίες του, όπως είχε ζητήσει επισήμως στις 11 Μαρτίου και στις 29 Ιουνίου 2005 προκειμένου να εξηγήσει τη θέση του σχετικά με τις εν λόγω δαπάνες, και
- υιοθέτησε υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση όσον αφορά τις δαπάνες που θεωρούνται επιλέξιμες βάσει της σύμβασης.
Ισχυρίστηκε ότι, προς το συμφέρον της έρευνας και της ανάπτυξης στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη θέση της όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο της σχετικής σύμβασης.
Συμπληρωματικές πληροφορίες:Σε τηλεφωνική συνομιλία με τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή, ο βοηθός του καταγγέλλοντος τόνισε ότι θα ήθελε να επιλύσει το πρόβλημα με φιλικό τρόπο και να συναντηθεί με τις υπηρεσίες της Επιτροπής προκειμένου να συζητήσει το θέμα. Εξήγησε ότι ενημερώθηκε προσφάτως ότι ο υπάλληλος που ήταν προηγουμένως υπεύθυνος για την υπόθεσή του στην Επιτροπή, δηλαδή ο υπάλληλος που είχε αρνηθεί να τον συναντήσει, είχε εγκαταλείψει τη θέση του και είχε αντικατασταθεί από υπάλληλο ο οποίος, προφανώς, ήταν έτοιμος να συναντήσει τους εκπροσώπους του Τ. και να επιτύχει φιλικό διακανονισμό.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΓενικές πληροφορίες:
Στη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρίνισε καταρχάς ότι μόνο δύο από τις εννέα εγκαταστάσεις που είχαν αρχικά προβλεφθεί στη σύμβαση είχαν κατασκευαστεί (…) υπό τον συντονισμό του Τ. (μία στην (…) και μία στην (…)(13).
Δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκαν όλες οι δαπάνες που είχαν αρχικά προβλεφθεί ως επιλέξιμες, η συνεισφορά της Επιτροπής στο έργο είχε μειωθεί σημαντικά. Το ποσό αυτό μειώθηκε περαιτέρω λόγω της υποβολής από τον Τ. μη επιλέξιμων «δαπάνων υπεργολαβίας» και της επακόλουθης απόρριψης των εν λόγω «δαπανών υπεργολαβίας» από την Επιτροπή. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, εκτός από τις δαπάνες υπεργολαβίας, είχε απορρίψει μόνο ασήμαντα ποσά. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι το κύριο ζήτημα στην παρούσα καταγγελία δεν ήταν αν η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει τις εργασίες που πραγματοποίησε ο συγκεκριμένος ανάδοχος ή αν ο ανάδοχος δεν είχε υλοποιήσει το έργο, αλλά μάλλον η μη αναγνώριση των τιμολογίων που υπέβαλε η T.
Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία που παρουσιάζονται στη γνώμη της Επιτροπής (14), φαίνεται ότι ο Τ. υπέβαλε τρεις καταστάσεις δαπανών: i) δήλωση 1, για την περίοδο από την 1η Νοεμβρίου 2000 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002, η οποία περιήλθε στην Επιτροπή στις 7 Αυγούστου 2003· ii) κατάσταση 2, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως τις 30 Απριλίου 2003, που παρελήφθη στις 17 Σεπτεμβρίου 2003, και iii) τελική κατάσταση δαπανών, που καλύπτει την περίοδο από την 1η Μαΐου έως τις 31 Οκτωβρίου 2003, που παρελήφθη από την Επιτροπή στις 25 Ιουνίου 2004. Το 2005, η Επιτροπή κατέβαλε συνολικό ποσό 23 807,86 ευρώ (15), εξαιρουμένης μιας προκαταβολής που είχε καταβληθεί το 2002. Όλες οι δαπάνες υπεργολαβίας που δηλώθηκαν από τον Τ. στις τρεις καταστάσεις δαπανών κρίθηκαν μη επιλέξιμες για καταλογισμό στη σύμβαση και δεν έγιναν δεκτές από την Επιτροπή.
Η Επιτροπή συμπεριέλαβε, με τη γνώμη της, αντίγραφα i) της σύμβασης και των παραρτημάτων της· ii) δύο από τα επίδικα τιμολόγια που προσκόμισε ο T (16)· iii) τα ηλεκτρονικά μηνύματα της Επιτροπής προς τον T. της 26ης Φεβρουαρίου και της 27ης Ιουλίου 2004· iv) επιστολή, χωρίς ημερομηνία, την οποία αποστέλλει η Επιτροπή σε όλους τους αναδόχους ζητώντας τους να υποβάλουν τις τελικές τεχνικές και οικονομικές εκθέσεις (17)· iv) την επιστολή της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 2005· v) το ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής προς τον T. της 7ης Ιουλίου 2005· vi) τα δελτία τεχνικής έγκρισης και vii) την επιστολή της Επιτροπής προς τον T. της 13ης Ιουνίου 2005.
Παράλογη στάση όσον αφορά την εκπλήρωση των υπηρεσιών τηςΗ Επιτροπή εξήγησε ότι, μετά την παραλαβή της πρώτης κατάστασης δαπανών της T. στις 7 Αυγούστου 2003, η εταιρεία ενημερώθηκε, με ηλεκτρονικά μηνύματα της 26ης Φεβρουαρίου και της 27ης Ιουλίου 2004, για τη θέση του θεσμικού οργάνου όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην παροχή των εν λόγω πληροφοριών στην εταιρεία.
Η Επιτροπή τόνισε ότι οι υπηρεσίες της σεβόντουσαν πάντοτε το δικαίωμα της Τ. να παρουσιάσει τα επιχειρήματά της υπό την προϋπόθεση ότι θα παρουσιάζονταν γραπτώς, μαζί με τα δικαιολογητικά έγγραφα. Προσέθεσε ότι η εταιρεία είχε ενημερωθεί σχετικά. Η Επιτροπή εξέφρασε τη γνώμη της ότι τα τιμολόγια, τα οποία πιστοποιούν ορισμένες συναλλαγές, καθίστανται έγκυρα έγγραφα μετά την έκδοσή τους και εξήγησε ότι τα τιμολόγια της T. δεν ήταν αποδεκτά με τη μορφή που είχαν υποβληθεί.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρχε περιθώριο για προσαρμογές, όσον αφορά τα τιμολόγια. Η Επιτροπή μπορούσε να επανεξετάσει τη στάση της μόνον όταν ο αντισυμβαλλόμενος προσκόμιζε ορθά τιμολόγια. Για τον λόγο αυτό, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 27ης Ιουλίου 2004, απέστειλαν επιστολή στον καταγγέλλοντα για να εξηγήσουν την απαίτηση προσκόμισης δικαιολογητικών εγγράφων. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν στέρησε από την Τ. το δικαίωμά της να εκθέσει τις απόψεις της, αλλά περιορίστηκε να της ζητήσει να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα. Με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Ιουλίου 2005, η Τ. είχε κληθεί ρητώς να υποβάλει τα επιχειρήματά της συνοδευόμενα από δικαιολογητικά έγγραφα. Ο όρος αυτός δεν τηρήθηκε ποτέ. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ουδέποτε αρνήθηκε το δικαίωμα της Τ. να υποβάλει συμπληρωματικά έγγραφα.
Τέλος, η Επιτροπή δεν συμφώνησε με το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η Τ. δεν μπορούσε να τηρεί τους λογαριασμούς της σύμφωνα με τις απαιτήσεις που έθεσε η Επιτροπή, δεδομένου ότι μια τέτοια παράλειψη θα συνιστούσε παράβαση της (...) νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, και απέρριψε κατηγορηματικά το επιχείρημα ότι είχε δώσει κίνητρα στην Τ. να τηρεί τους λογαριασμούς της «à la limite de la légalité». Υπογράμμισε ότι οι αρχές της λογιστικής που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω ήταν κατάλληλες.
Υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση των επιλέξιμων δαπανώνΗ Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι είχε υιοθετήσει μια υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση όσον αφορά τις δαπάνες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες βάσει της σύμβασης.
Η Επιτροπή εξήγησε καταρχάς ότι η σύμβαση, η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του «πέμπτου προγράμματος-πλαισίου», ήταν σύμβαση επιμερισμένης δαπάνης, στο πλαίσιο της οποίας η Κοινότητα επέστρεψε στον αντισυμβαλλόμενο συγκεκριμένο ποσοστό των δαπανών στις οποίες πράγματι υποβλήθηκε ο αντισυμβαλλόμενος. Επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 109 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στα γένη του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (18), ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κέρδη βάσει της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας.
Η Επιτροπή εξήγησε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του παραρτήματος II της σύμβασης, «[ο]ι ανάδοχοι μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις υπεργολαβίας όταν αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο για την εκτέλεση των εργασιών τους»(...) και ότι το άρθρο 5 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) προέβλεπε όρια πέραν των οποίων ο ανάδοχος χρειαζόταν προηγούμενη γραπτή έγκριση από την Επιτροπή για τη σύναψη σύμβασης υπεργολαβίας. Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι το άρθρο 5 παράγραφος 2 του παραρτήματος II ορίζει ότι «[ο] αντισυμβαλλόμενος μεριμνά ώστε οι συμβάσεις υπεργολαβίας να περιλαμβάνουν την υποχρέωση των υπεργολάβων να υποβάλλουν τιμολόγια στα οποία γίνεται αναφορά στο έργο και παρέχεται λεπτομερής περιγραφή των σχετικών εργασιών ή προμηθειών».
Η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι, στην περίπτωση της υπεργολαβίας, ο ανάδοχος τιμολογούνταν κανονικά από τρίτο μέρος και ότι το τιμολόγιο προσκομιζόταν στη συνέχεια στην Επιτροπή ως κόστος με το οποίο επιβαρύνθηκε ο ανάδοχος. Όλα τα τιμολόγια υπεργολαβίας αξιολογήθηκαν προσεκτικά από την Επιτροπή προκειμένου να αποφευχθεί μια κατάσταση κατά την οποία οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Κοινότητας θα μετατοπίζονταν υπερβολικά σε τρίτους που δεν είχαν αξιολογηθεί και επιλεγεί κατά τη διαδικασία επιλογής, η οποία επρόκειτο να οδηγήσει στη χορήγηση επιδότησης. Η Επιτροπή τόνισε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει δαπάνες που δεν είχαν πραγματοποιηθεί από τον ανάδοχο ούτε δαπάνες που δεν αναφέρονταν στους λογαριασμούς του.
Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι είχε ενημερώσει εξαρχής την Επιτροπή σχετικά με τις μεθόδους εργασίας της (όταν υπέβαλε το σχέδιό της) και ότι η Επιτροπή ουδέποτε εξήγησε ότι η προτεινόμενη μέθοδος εργασίας δεν ήταν συμβατή με τους όρους της σύμβασης, η Επιτροπή τόνισε ότι, στο πρόγραμμα εργασίας του σχεδίου που επισυνάπτεται στη σύμβαση, ο καταγγέλλων είχε απλώς αναφέρει την υπεργολαβία ως τη μέθοδο εργασίας που επέλεξε η Τ. Δεδομένου ότι οι δαπάνες υπεργολαβίας ήταν επιλέξιμες σύμφωνα με τους όρους του παραρτήματος ΙΙ της σύμβασης, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να σχολιάσει τη συμφωνία συνεργασίας ή ακόμη και να υποπτευθεί ότι ο καταγγέλλων ενδέχεται να είχε παρανοήσει τους όρους της σύμβασης.
Ειδικότερα, η Επιτροπή τόνισε ότι, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει τιμολόγια υπεργολάβων απευθυνόμενα σε υπεργολάβους που δεν έκαναν καμία αναφορά στο έργο, η T. δεν είχε τηρήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 5 του παραρτήματος II ότι τα τιμολόγια έπρεπε να απευθύνονται στον ανάδοχο και ότι έπρεπε να περιέχουν αναφορά στο έργο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι δαπάνες αυτές δεν θεωρήθηκαν επιλέξιμες. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση (19), η T. είχε ζητήσει δύο φορές τα έξοδά της προσκομίζοντας το δικό της τιμολόγιο για έξοδα για τα οποία ανέμενε πληρωμή από άλλη εταιρεία.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και ιδίως ενόψει της ανάγκης να εξασφαλιστεί η ορθή εκτέλεση του κοινοτικού προϋπολογισμού, η Επιτροπή θεώρησε ότι η θέση της δεν ήταν υπερβολικά περιοριστική, αλλά μάλλον μια λογική και ορθή εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης.
ΣυμπεράσματαΗ Επιτροπή αναγνώρισε ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 100/2004/GG (20), «περιπτώσεις κακοδιοίκησης μπορούν επίσης να διαπιστωθούν όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων». Ωστόσο, τόνισε επίσης ότι, στην εν λόγω απόφαση, ο Διαμεσολαβητής είχε επισημάνει το περιορισμένο πεδίο του ελέγχου του σε τέτοιες περιπτώσεις (21). Η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω ότι, σύμφωνα με την απόφαση αυτή και σε υποθέσεις που αφορούσαν συμβατικές διαφορές, ο Διαμεσολαβητής δικαιολογημένα περιόρισε την έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το κοινοτικό θεσμικό όργανο ή οργανισμός του είχε παράσχει συνεκτική και εύλογη έκθεση της lega l βάσης για τις ενέργειές του και του λόγου για τον οποίο θεωρούσε ότι οι απόψεις του σχετικά με τη συμβατική θέση ήταν δικαιολογημένες (22).
Βάσει αυτών των εκτιμήσεων, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφασή της να απορρίψει την επιλεξιμότητα των δαπανών βασιζόταν στις διατάξεις της σύμβασης. Υποστήριξε επίσης ότι ενήργησε με επιμελή και εύλογο τρόπο εξετάζοντας προσεκτικά τις δαπάνες που προκύπτουν από την υπεργολαβία και, όπως εν προκειμένω, την υπεργολαβία, με βάση τους προαναφερθέντες λόγους.
Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η απόφασή της κοινοποιήθηκε επανειλημμένως στον T. και ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι η απαίτηση, όπως αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμά της της 7ης Ιουλίου 2005, να μπορεί να επανεξετάσει τη θέση της μόνο μετά την υποβολή των δικαιολογητικών εγγράφων ήταν απολύτως εύλογη. Τόνισε επίσης ότι ο ανάδοχος κλήθηκε ρητά να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του και επανέλαβε ότι είχε σεβαστεί το δικαίωμα του αναδόχου να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του, υπό την προϋπόθεση ότι παρουσιάστηκαν γραπτώς, μαζί με τα δικαιολογητικά έγγραφα, και τόνισε ότι ουδέποτε αρνήθηκε στον Τ. το δικαίωμά του να υποβάλει πρόσθετα έγγραφα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση της Επιτροπής ως προς την επιλεξιμότητα των δαπανών.
Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή απέρριψε τους δύο ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι είχε κατανοήσει σωστά την πολύ λεπτομερή και ακριβή επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Επιτροπή και ανέφερε ότι, καταρχήν, δεν διαφωνούσε με αυτήν.
Ωστόσο, εξ ονόματος του Τ., ο καταγγέλλων διατύπωσε διάφορες παρατηρήσεις. Πρώτον, θεωρεί ότι οι επαγγελματίες στον τομέα της (...) τεχνολογίας εξακολουθούν να χρειάζονται την υποστήριξη της Επιτροπής για την ανάπτυξη της τεχνολογίας.
Ο καταγγέλλων αναγνώρισε επίσης ότι, όπως επιβεβαίωσε στη γνώμη του, η Επιτροπή δεν μπορούσε να επιστρέψει δαπάνες που δεν είχαν πραγματοποιηθεί από τον ανάδοχο ούτε δαπάνες που δεν αναφέρονταν στους λογαριασμούς του. Αντιθέτως, διατύπωσε δύο παρατηρήσεις ως προς το σημείο αυτό.
Πρώτον, εξήγησε ότι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, πολλά ευρωπαϊκά έργα είχαν αναπτυχθεί, υπό την αιγίδα του (…), σε πλήρη αντίθεση με την παραπάνω δήλωση. Δεδομένου ότι ο Τ. είχε συμμετάσχει σε αυτά τα έργα, το τρέχον πρόγραμμα εργασίας για το έργο S είχε καταρτιστεί σύμφωνα με την ίδια λογική.
Δεύτερον, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η διαδικασία που ακολούθησε ο Τ. περιγράφηκε διεξοδικά στη σελίδα 8 του κεφαλαίου 2 («Πρόγραμμα εργασιών του έργου») του παραρτήματος 1Β της σύμβασης. Σύμφωνα με την περιγραφή αυτή, οι "εργασίες" ("ταξίδια") εμφανίζονται κυρίως υπό τον τίτλο "υπεργολαβία". Αυτές οι πράξεις υπεργολαβίας θα ήταν απολύτως διαφανείς, δεδομένου ότι το σύνολο των εργασιών και της επίβλεψης των έργων ( maîtrise d'oeuvre) θα περιλαμβανόταν σε χωριστά τιμολόγια που θα στέλνονταν στους διάφορους δικαιούχους (maîtres d'ouvrages")(23). Επιπλέον, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, όπως αναφέρεται στη σελίδα 25 του κεφαλαίου 4 («Διαχείριση έργου») του ίδιου παραρτήματος, στο σημείο που αφορά τις εργασίες («ταξίδια»), οι επιλεγμένες εταιρείες θα εκτελούσαν τις εργασίες υπό την εποπτεία των τοπικών εποπτών έργου. Οι εν λόγω εταιρείες θα χρεώνουν το σύνολο των υπηρεσιών τους σε κάθε δικαιούχο (maître d'ouvrage), στον οποίο θα καταβάλλεται στη συνέχεια απευθείας το μερίδιο που τους αναλογεί από την Επιτροπή (24). Με βάση τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι τα τιμολόγια απευθύνονταν σε κάθε δικαιούχο και τόνισε ότι οι δικαιούχοι δεν ήταν «εργολάβοι». Διευκρίνισε επίσης ότι ο Τ. δεν ήταν δικαιούχος και στη συνέχεια επιβεβαίωσε ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε υπογράψει τη σύμβαση και, ως εκ τούτου, αποδέχθηκε τις διαδικασίες που περιγράφονται ανωτέρω, η εταιρεία δεν μπορούσε να προβλέψει ότι, στη συνέχεια, τα τιμολόγια θα απορριφθούν.
Μολονότι ο καταγγέλλων γνώριζε πολύ καλά τις ανησυχίες της Επιτροπής όσον αφορά την καταχρηστική μετατόπιση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς σε τρίτους που δεν είχαν αξιολογηθεί ούτε επιλεγεί κατά τη διαδικασία επιλογής, τόνισε ότι ο Τ. δεν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση, δεδομένου ότι οι επίμαχοι τρίτοι i) ήταν δημόσιοι φορείς· ii) είχε εκτελέσει ορατές και εύκολα επαληθεύσιμες εργασίες, οι οποίες αντιστοιχούσαν πλήρως στο έργο και στους στόχους του· και iii) είχαν επιλέξει τις εταιρείες μέσω δημόσιου διαγωνισμού, στο πολύ περιοριστικό πλαίσιο των συμβάσεων δημοσίων έργων.
Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε επίσης την κατά κάποιον τρόπο καταχρηστική δήλωση της Επιτροπής ότι τα υποβληθέντα τιμολόγια «δεν έκαναν καμία αναφορά στο έργο». Μολονότι, όπως αναγνώρισε ο καταγγέλλων, δεν περιλαμβανόταν στα τιμολόγια αναφορά στη σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και της T., το τιμολόγιο που απευθυνόταν στην (...), για παράδειγμα, ανέφερε, συγκεκριμένα, το είδος των εργασιών που εκτελούσε η T:
Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε, με βάση τη λογική που περιγράφεται στο πρόγραμμα εργασίας, τη δήλωση της Επιτροπής ότι η Τ. είχε διεκδικήσει τα έξοδά της δύο φορές προσκομίζοντας το δικό της τιμολόγιο.
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η μόνη λύση για να αποδείξει η Τ. την καλή της πίστη, καθώς και τις εσωτερικές αντιφάσεις που είναι εγγενείς στη σύμβαση, θα ήταν η κίνηση δικαστικής διαδικασίας. Ωστόσο, δήλωσε ότι ο Τ. δεν είχε καμία πρόθεση να κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας, η οποία δεν ήταν οικονομικά βιώσιμη για μια μικρή και μεσαία επιχείρηση.
Ο καταγγέλλων επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται με εύλογο τρόπο, ο οποίος θα πρέπει να συνάδει με το περιεχόμενο της σύμβασης. Εξέφρασε την ελπίδα ότι θα εξευρεθεί ευνοϊκή λύση στο ζήτημα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Παράλογη στάση της Επιτροπής όσον αφορά την εκπλήρωση των υπηρεσιών της1.1 Ο καταγγέλλων ενεργεί για λογαριασμό της (...) εταιρείας ("Τ"). Ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενήργησε αδικαιολόγητα επειδή δεν επέτρεψε στους εκπροσώπους του Τ. να συναντηθούν με τις υπηρεσίες της, όπως είχε ζητηθεί επισήμως στις 11 Μαρτίου και στις 29 Ιουνίου 2005, προκειμένου να εξηγήσουν τη θέση τους σχετικά με τις δαπάνες που χαρακτηρίστηκαν επιλέξιμες βάσει της σύμβασης αριθ. (…) για κοινοτικές δραστηριότητες στον τομέα του ειδικού προγράμματος (…) («η σύμβαση») ,, όπως είχε ζητήσει επισήμως στις 11 Μαρτίου και στις 29 Ιουνίου 2005.
Στις 31 Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε την T. για διάφορα λάθη και παρανοήσεις που εντοπίστηκαν στις συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις τελικές καταστάσεις δαπανών που υπέβαλε η εταιρεία στις 11 Οκτωβρίου 2004 και της χορήγησε ένα μήνα για να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες. Διαφορετικά, η σύμβαση θα κλείσει και θα ληφθούν υπόψη μόνο δεόντως τεκμηριωμένες δαπάνες. Στην επιστολή του της 11ης Μαρτίου 2005, ο βοηθός του καταγγέλλοντος παρείχε συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή και εξέφρασε την επιθυμία να επιλύσει γρήγορα τις διαφορές του και να συναντηθεί με την Επιτροπή προκειμένου να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες. Ωστόσο, η Επιτροπή αγνόησε το αίτημα αυτό.
Μετά την επιστολή της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005, με την οποία ο Τ. πληροφορήθηκε ότι ορισμένες δαπάνες υπεργολαβίας δεν θα θεωρούνταν επιλέξιμες, ο βοηθός του καταγγέλλοντος επιχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον αρμόδιο υπάλληλο της Επιτροπής. Στις 29 Ιουνίου 2005, ο βοηθός του καταγγέλλοντος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, ζητώντας συνάντηση με σκοπό να αποσαφηνιστεί η κατάσταση όσον αφορά την υπεργολαβία και προτείνοντας διάφορες ημερομηνίες. Ωστόσο, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Ιουλίου 2005 προς τον καταγγέλλοντα, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι θα έπρεπε να απορρίψει το αίτημα αυτό και ότι, όπως εξηγείται στην επιστολή της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005 (25), κάθε καταγγελία έπρεπε να υποβληθεί γραπτώς, συνοδευόμενη από δικαιολογητικά έγγραφα. Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τον Τ. ότι η προθεσμία του ενός μηνός για την κοινοποίηση κάθε διαφωνίας, για την οποία είχε ενημερωθεί με την επιστολή της Επιτροπής, είχε, εν πάση περιπτώσει, παραταθεί κατ' εξαίρεση κατά δέκα ημέρες, ήτοι έως τις 23 Ιουλίου 2005.
1.2 Σε τηλεφωνική συνομιλία με τις υπηρεσίες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, ο βοηθός του καταγγέλλοντος εξέφρασε την πρόθεσή του να επιλύσει το πρόβλημα με φιλικό τρόπο και να μπορέσει να συναντηθεί με τις υπηρεσίες της Επιτροπής προκειμένου να συζητήσει το θέμα.
1.3 Στη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, αφού έλαβε την πρώτη κατάσταση δαπανών της T. στις 7 Αυγούστου 2003, η εταιρεία ενημερώθηκε για τη θέση του θεσμικού οργάνου με ηλεκτρονικά μηνύματα της 26ης Φεβρουαρίου και της 27ης Ιουλίου 2004. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση που επέδειξε όσον αφορά την παροχή των εν λόγω πληροφοριών στην Τ.
Η Επιτροπή τονίζει ότι οι υπηρεσίες της σεβάστηκαν πάντα το δικαίωμα του καταγγέλλοντος να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του υπό την προϋπόθεση ότι θα υποβληθούν γραπτώς, μαζί με τα δικαιολογητικά έγγραφα. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 27ης Ιουλίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε σχετικά την T. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή εξηγεί ότι τα τιμολόγια της T. δεν ήταν αποδεκτά υπό τη μορφή που προσκομίστηκαν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι θα μπορούσε να επανεξετάσει τη θέση της μόνον εάν ο ανάδοχος προσκόμιζε ορθά τιμολόγια. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν στέρησε από τον καταγγέλλοντα το δικαίωμά του να προσκομίσει συμπληρωματικά έγγραφα.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η απόφασή της περί απορρίψεως των δαπανών είχε κοινοποιηθεί επανειλημμένως στον αντισυμβαλλόμενο και ήταν δεόντως αιτιολογημένη, η προϋπόθεση που έθεσε με το ηλεκτρονικό μήνυμά της της 7ης Ιουλίου 2005 ότι μπορούσε να επανεξετάσει τη θέση της μόνον κατόπιν προσκομίσεως των δικαιολογητικών εγγράφων (των ορθών τιμολογίων) είναι εύλογη. Σημειώνει ότι ο ανάδοχος κλήθηκε ρητά να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του, μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα. Ωστόσο, ο Τ. δεν το έπραξε.
1.4 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν διατυπώνει πρόσθετες παρατηρήσεις επί του σημείου αυτού, αλλά εκφράζει την ελπίδα ότι θα εξευρεθεί ευνοϊκή λύση στο ζήτημα της υπεργολαβίας.
1.5 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς προβλέπει, στο άρθρο 12 παράγραφος 1, ότι:
«Ο υπάλληλος πρέπει να είναι υπηρεσιακός, ορθός, ευγενικός και προσιτός στις σχέσεις του με το κοινό. Όταν απαντά στην αλληλογραφία, τις τηλεφωνικές κλήσεις και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο υπάλληλος προσπαθεί να είναι όσο το δυνατόν πιο χρήσιμος και απαντά όσο το δυνατόν πληρέστερα και ακριβέστερα στις ερωτήσεις που τίθενται.»
1.6 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι φαίνεται ότι η Επιτροπή, με το από 13 Ιουνίου 2005 έγγραφό της, δεν εξέτασε συγκεκριμένα το αίτημα του Τ. για συνάντηση στις 11 Μαρτίου 2005. Ωστόσο, στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ενημέρωσε την Τ. ότι τυχόν διαφωνίες με την απόφασή της να αποκλείσει τις δαπάνες υπεργολαβίας ως επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο της σύμβασης θα πρέπει να της κοινοποιούνται γραπτώς, με συστημένη επιστολή, δεόντως αιτιολογημένες και επισυνάπτοντας δικαιολογητικά έγγραφα. Διαφορετικά, το έργο θα ταξινομηθεί επίσημα ως κλειστό. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή χορήγησε στον Τ. προθεσμία ενός μηνός προκειμένου να εκφράσει τη διαφωνία της με την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2005 και ότι, στις 7 Ιουλίου 2005, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε κατά δέκα ημέρες.
1.7 Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, δεδομένης της τεχνικής φύσης της διαφοράς και, ειδικότερα, δεδομένου ότι, κατ' ουσίαν, αφορούσε την ύπαρξη και τη διαβάθμιση των εγγράφων, η θέση της Επιτροπής ότι ήταν σκόπιμο να εξεταστεί το ζήτημα γραπτώς και όχι σε συνεδρίαση, φαίνεται εύλογη. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προσφέρει στην Τ. τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με τις δαπάνες υπεργολαβίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.
2 Η υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες και το σχετικό αίτημα αναθεώρησης της θέσης της2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υιοθέτησε υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση όσον αφορά τις δαπάνες που χαρακτηρίζονται επιλέξιμες βάσει της σύμβασης αριθ. (…) και ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη θέση της όσον αφορά το σημείο αυτό.
2.2 Ο καταγγέλλων ήταν της γνώμης ότι τα τιμολόγια που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή αντιστοιχούσαν, στην πραγματικότητα, στο αντικείμενο της σύμβασης και ήταν εύκολα επαληθεύσιμα. Εξήγησε ότι τόσο οι maîtres d'oeuvres όσο και οι εταιρείες που αναλαμβάνουν το έργο χρέωσαν απευθείας στους maîtres d'ouvrages τα έξοδα εγκατάστασης των (...) συσκευών. Ως εκ τούτου, απέστειλαν απευθείας τα τιμολόγια στους maîtres d'ouvrages και όχι στον Τ. Οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνονταν στη συνέχεια επισήμως στον τίτλο "υπεργολαβία". Στην παρουσίαση των τελικών καταστάσεων δαπανών που απέστειλε ο Τ. στην Επιτροπή, οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνονταν στη συνέχεια επισήμως στον τίτλο "υπεργολαβία".
Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι, για να θεωρηθούν «επιλέξιμα», τα τιμολόγια θα έπρεπε να έχουν καταχωριστεί απευθείας στους λογαριασμούς του Τ. Ως προς αυτό, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η καταχώριση των τιμολογίων στους λογαριασμούς του Τ. ήταν ασυμβίβαστη με (...) τη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων και ότι μόνο ένα λογιστικό πλάσμα θα επέτρεπε στην εταιρεία να τηρήσει τη διάταξη αυτή. Θεώρησε ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε την T. με άκαμπτο και αδικαιολόγητο τρόπο, παρόλο που η εταιρεία είχε τηρήσει τις τεχνικές απαιτήσεις της σύμβασης.
2.3 Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε προβεί σε καμία παρατήρηση όσον αφορά την υπεργολαβία κατά τη διάρκεια του έργου και ότι τα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα υπενθύμισης της 26ης Φεβρουαρίου και της 26ης Ιουλίου 2004 χρονολογούνται αρκετούς μήνες μετά το κλείσιμο του έργου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε προηγουμένως εξετάσει και στη συνέχεια αποδεχθεί το συνολικό ποσό που περιλαμβανόταν στον τίτλο «υπεργολαβία» της αρχικής σύμβασης (26), το οποίο ήταν αρκετά υψηλό σε σύγκριση με το συνολικό κόστος του έργου (27), ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητό γιατί η Επιτροπή άλλαξε, στη συνέχεια, τη θέση της.
2.4 Στη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρίνισε καταρχάς ότι η αρχική συνεισφορά της στο έργο είχε μειωθεί σημαντικά, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα της τεχνολογίας δεν ήταν πολύ θετικά και δεν είχαν πραγματοποιηθεί όλες οι δαπάνες που είχαν αρχικά προβλεφθεί ως επιλέξιμες. Στη συνέχεια μειώθηκε περαιτέρω λόγω της υποβολής από την T. μη επιλέξιμων δαπανών υπεργολαβίας. Εκτός από το ζήτημα των δαπανών υπεργολαβίας, η Επιτροπή είχε απορρίψει μόνο ασήμαντες άλλες δαπάνες.
2.5 Η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι είχε υιοθετήσει μια υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση όσον αφορά τις δαπάνες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επιλέξιμες.
Η Επιτροπή εξήγησε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του παραρτήματος II της σύμβασης, οι ανάδοχοι μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις υπεργολαβίας όταν αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο για την εκτέλεση των εργασιών τους. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, προέβλεπε όρια πέραν των οποίων απαιτείται προηγούμενη γραπτή έγκριση της Επιτροπής για τη σύναψη σύμβασης υπεργολαβίας. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι το άρθρο 5 παράγραφος 2 του παραρτήματος II ορίζει την υποχρέωση του αναδόχου να διασφαλίζει ότι οι συμβάσεις υπεργολαβίας περιλαμβάνουν την υποχρέωση των υπεργολάβων να υποβάλλουν τιμολόγια που αναφέρονται στο έργο και παρέχουν λεπτομερή περιγραφή των σχετικών καθηκόντων. Η Επιτροπή εξήγησε ότι όλα τα τιμολόγια υπεργολαβίας αξιολογήθηκαν προσεκτικά προκειμένου να αποφευχθεί μια κατάσταση όπου οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Κοινότητας θα μεταφέρονταν υπερβολικά σε τρίτους οι οποίοι δεν είχαν αξιολογηθεί και επιλεγεί κατά τη διαδικασία επιλογής που οδήγησε στη χορήγηση επιδότησης. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει δαπάνες που είτε δεν είχαν πραγματοποιηθεί είτε δεν είχαν δηλωθεί στους λογαριασμούς του αναδόχου.
Η Επιτροπή τόνισε ότι, στο πρόγραμμα εργασίας του έργου που επισυνάπτεται στη σύμβαση (28), ο καταγγέλλων είχε απλώς αναφέρει την υπεργολαβία ως την επιλεγείσα μέθοδο εργασίας. Δεδομένου ότι ένα ορισμένο ποσό δαπανών υπεργολαβίας μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμο βάσει των όρων του παραρτήματος II της σύμβασης, η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι δεν υπήρχε λόγος να σχολιάσει τη συμφωνία συνεργασίας ή ακόμη και να υποπτευθεί ότι ο καταγγέλλων ενδέχεται να είχε παρανοήσει τους όρους της σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει τιμολόγια υπεργολάβων απευθυνόμενα σε άλλους υπεργολάβους , καθώς και τιμολόγια στα οποία δεν γινόταν καμία αναφορά στο έργο, η Επιτροπή έκρινε ότι ο T. δεν είχε τηρήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 5 του παραρτήματος II. Ως εκ τούτου, οι επίμαχες δαπάνες δεν θεωρήθηκαν επιλέξιμες.
Η Επιτροπή θεώρησε ότι η θέση της δεν ήταν υπερβολικά περιοριστική, αλλά μάλλον μια λογική και ορθή εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης.
2.6 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε τη λεπτομερή και ακριβή επιχειρηματολογία της Επιτροπής και, κατ' αρχήν, δεν διαφώνησε με αυτήν. Συμφώνησε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να επιστρέψει δαπάνες που δεν είχαν πραγματοποιηθεί από τον ανάδοχο ούτε είχαν δηλωθεί στους λογαριασμούς του. Ωστόσο, τόνισε ότι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, πολλά ευρωπαϊκά έργα είχαν αναπτυχθεί, υπό την αιγίδα του (…), σε πλήρη αντίθεση με τη δήλωση αυτή. Δεδομένου ότι ο Τ. είχε συμμετάσχει σε αυτές, το τρέχον πρόγραμμα εργασίας για το σχέδιο S είχε καταρτιστεί σύμφωνα με την ίδια λογική.
Ο καταγγέλλων εξήγησε επίσης ότι η διαδικασία που ακολούθησε ο Τ. περιγράφηκε επακριβώς στη σελίδα 8 του κεφαλαίου 2 του παραρτήματος 1Β, σύμφωνα με την οποία, οι «εργασίες» («ταξίδια») εμφανίζονται κυρίως υπό τον τίτλο «υπεργολαβία». Αυτές οι πράξεις υπεργολαβίας θα ήταν απολύτως διαφανείς, δεδομένου ότι το σύνολο των εργασιών και της επίβλεψης των έργων ( maîtrise d'oeuvre) θα οδηγούσε σε τιμολόγια που θα απευθύνονταν στους διάφορους δικαιούχους («maîtres d'ouvrages»). Επιπλέον, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, όπως αναφέρεται στη σελίδα 25 του κεφαλαίου 4 του ίδιου παραρτήματος, στο σημείο που αφορά τις εργασίες («ταξίδια»), οι επιλεγμένες εταιρείες θα εκτελούσαν τις εργασίες υπό την εποπτεία των τοπικών εποπτών έργων. Οι εταιρείες αυτές θα χρεώνουν το σύνολο των υπηρεσιών τους σε κάθε δικαιούχο (maître d'ouvrage), στον οποίο θα καταβάλλεται στη συνέχεια απευθείας το μερίδιο που τους αναλογεί από την Επιτροπή.
Με βάση τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι τα τιμολόγια απευθύνονταν σε κάθε δικαιούχο και εξήγησε ότι οι δικαιούχοι δεν ήταν ανάδοχοι και ότι ο Τ. δεν ήταν δικαιούχος. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι, εφόσον η Επιτροπή είχε υπογράψει τη σύμβαση και, ως εκ τούτου, αποδέχθηκε τις διαδικασίες που περιγράφονται ανωτέρω, η Τ. δεν μπορούσε να προβλέψει ότι τα τιμολόγια θα απορριφθούν στη συνέχεια.
Μολονότι ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι στα υποβληθέντα τιμολόγια δεν περιλαμβανόταν αναφορά στη σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και του Τ., υποστήριξε ότι, για παράδειγμα, το τιμολόγιο που απευθυνόταν στον (...) ανέφερε, συγκεκριμένα, τις εργασίες για (...).
Ο καταγγέλλων επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται με εύλογο τρόπο, καθώς και με τρόπο που να συνάδει με το περιεχόμενο της σύμβασης. Εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι θα εξευρεθεί ευνοϊκή λύση στο ζήτημα.
2.7 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες "που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών". Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (29). Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το θέμα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογημένα περιορίζει την έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.
2.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5, η σύμβαση διέπεται από το βελγικό δίκαιο και ότι οι διαφορές μεταξύ της Κοινότητας, αφενός, και των αντισυμβαλλομένων, αφετέρου, όσον αφορά το κύρος, την εφαρμογή ή την ερμηνεία της σύμβασης εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, κατ' αναίρεση, του Δικαστηρίου.
2.9 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τη νομική βάση της δράσης της Επιτροπής όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, δηλαδή τη σύμβαση αριθ. (…).
Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 8 του παραρτήματος II της σύμβασης, ως σύμβαση υπεργολαβίας νοείται η συμφωνία παροχής υπηρεσιών, προμηθειών ή αγαθών που συνάπτεται μεταξύ ενός αναδόχου και ενός ή περισσότερων υπεργολάβων για τις ειδικές ανάγκες του έργου. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του παραρτήματος II, οι αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις υπεργολαβίας όταν αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο για την εκτέλεση των εργασιών τους (30). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, κατ’ αρχήν, ο Τ. είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί υπεργολάβους για την εκτέλεση ορισμένων εργασιών.
2.10 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του παραρτήματος ΙΙ, «ο ανάδοχος μεριμνά ώστε οι συμβάσεις υπεργολαβίας να περιλαμβάνουν την υποχρέωση των υπεργολάβων να υποβάλλουν τιμολόγια στα οποία γίνεται αναφορά στο έργο και παρέχεται λεπτομερής περιγραφή των σχετικών καθηκόντων ή προμηθειών.»
Οι επιλέξιμες δαπάνες ορίζονται στα άρθρα 23 και 24 του παραρτήματος II. Οι δαπάνες υπεργολαβίας περιλαμβάνονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3, το οποίο αφορά τις άμεσες δαπάνες (31). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή:
«(...)
3. Υπεργολαβία
Με εξαίρεση τις δαπάνες που καταλογίζονται στη σύμβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι πραγματικές δαπάνες των συμβάσεων υπεργολαβίας μπορούν να καταλογίζονται στη σύμβαση εάν:
-προκύπτουν σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 5 του παρόντος παραρτήματος,
-οι συμβάσεις υπεργολαβίας ανατίθενται και συνάπτονται σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες των αντισυμβαλλομένων,
-είναι σύμφωνες με τις τιμές της αγοράς,
και
-τα αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων, επικυρωμένα από τους ενδιαφερόμενους αναδόχους, επισυνάπτονται στην αντίστοιχη κατάσταση δαπανών.»
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 του παραρτήματος II, οι επιλέξιμες δαπάνες πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Μεταξύ άλλων (32), οι επιλέξιμες δαπάνες καταχωρίζονται στους λογαριασμούς το αργότερο κατά την ημερομηνία λήξης της σύμβασης ή στα φορολογικά έγγραφα. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 25 του παραρτήματος,
«Οι επιλέξιμες δαπάνες αιτιολογούνται όταν δικαιολογούνται από τον αντισυμβαλλόμενο. Για τον σκοπό αυτό, ο αντισυμβαλλόμενος τηρεί, σε τακτική βάση και σύμφωνα με τις συνήθεις λογιστικές συμβάσεις του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, τους λογαριασμούς του έργου και τα κατάλληλα έγγραφα που τεκμηριώνουν και αιτιολογούν ιδίως τις δαπάνες και τον χρόνο που αναφέρονται στις καταστάσεις δαπανών του. Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης και αποτελεσματική.»
Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις της σύμβασης θα πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, προκειμένου να συνιστούν «επιλέξιμες δαπάνες», τα τιμολόγια των υπεργολάβων θα πρέπει να υποβάλλονται στον ανάδοχο (εν προκειμένω στον Τ). Τα τιμολόγια αυτά θα πρέπει να είναι ακριβή, πλήρη και αποτελεσματικά.
2.11 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τα αντίγραφα των δύο τιμολογίων που επισυνάπτονται στη γνώμη της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα δύο τιμολόγια που επισυνάπτονται στη γνώμη της Επιτροπής φαίνεται, υπό το πρίσμα του περιγραφικού καταλόγου των τιμολογίων που προσκομίστηκαν στον Διαμεσολαβητή, να αποτελούν αντιπροσωπευτική επιλογή των επίμαχων τιμολογίων.
2.12 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το τιμολόγιο αριθ. (…) εκδόθηκε από τον Τ. προς (...) στις 10 Οκτωβρίου 2003. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι το τιμολόγιο αυτό αποτελεί απόδειξη απαίτησης πληρωμής από την Τ. και, εάν καταβληθεί από την (...), πηγή εισοδήματος για την Τ. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει «κόστος» με το οποίο επιβαρύνθηκε η Τ.
Ο Διαμεσολαβητής είναι επίσης της άποψης ότι, ενώ ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η Τ. όντως επιβαρύνθηκε με έξοδα για την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο τιμολόγιο αριθ. (…), θα μπορούσε πιθανώς να έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα εν λόγω έξοδα με τη μορφή τιμολογίων προς την Τ. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι η Τ. δεν το έπραξε.
2.13 Ο Συνήγορος του Πολίτη σημειώνει ότι το τιμολόγιο (…), της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, εκδόθηκε από την εταιρεία Γ. προς την εταιρεία Α. Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι της άποψης ότι το τιμολόγιο αυτό αποτελεί απόδειξη απαίτησης πληρωμής από την εταιρεία Γ. προς την εταιρεία Α. Το τιμολόγιο (…) δεν αποτελεί απόδειξη «κόστους» με το οποίο επιβαρύνθηκε η Τ.
2.14 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, επιπλέον, ότι η Επιτροπή φαίνεται να έχει προβεί σε προσεκτική αξιολόγηση όλων των τιμολογίων υπεργολαβίας, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον ήταν επιλέξιμα ή όχι. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι, πριν καταλήξει στο συμπέρασμά της σχετικά με την άρνηση των δαπανών υπεργολαβίας στην απόφασή της της 13ης Ιουνίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε επανειλημμένα τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις απαιτήσεις για την επιστροφή των δαπανών υπεργολαβίας (ηλεκτρονικά μηνύματα της 26ης Φεβρουαρίου και της 27ης Ιουλίου 2005· επιστολή της 31ης Ιανουαρίου 2005· ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Ιουλίου 2005).
2.15 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων, στις παρατηρήσεις του, συμφώνησε ρητά με τη δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή στη γνώμη της ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει δαπάνες στις οποίες δεν είχε υποβληθεί ο ανάδοχος ούτε είχε αναφερθεί στους λογαριασμούς του.
2.16 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να εξετάσει το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι ο Τ. είχε εξαρχής ενημερώσει το θεσμικό όργανο σχετικά με τις μεθόδους εργασίας του, δηλαδή την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει υπεργολαβία.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι ο Τ. είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί υπεργολαβία και ότι ορισμένες δαπάνες υπεργολαβίας θα μπορούσαν να συνιστούν «επιλέξιμες δαπάνες». Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η άρνηση της Επιτροπής να αποδεχθεί τα τιμολόγια που υπέβαλε η T. στηρίζεται, ωστόσο, στο γεγονός ότι τα τιμολόγια που υπέβαλε η T. στην Επιτροπή δεν αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η T. για την πληρωμή υπεργολάβων για εργασίες που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό της T. σε σχέση με το σχέδιο.
Υπό το πρίσμα της ανωτέρω παρατήρησης, το επιχείρημα που προέβαλε ο καταγγέλλων δεν έχει σημασία.
2.17 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτική και εύλογη έκθεση των λόγων απόρριψης ορισμένων τιμολογίων που υπέβαλε ο Τ. Ως εκ τούτου, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το πεδίο του ελέγχου του Διαμεσολαβητή είναι περιορισμένο σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έρευνα δεν αποκάλυψε κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για τον σχετικό ισχυρισμό ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη θέση της όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες.
3 ΣυμπέρασμαΜε βάση τις έρευνές του σχετικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει επίσης ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον σχετικό ισχυρισμό.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Διαμεσολαβητής αποστέλλει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στον Πρόεδρο της Επιτροπής.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Οι εταιρείες ήταν «V» και «J», ενώ οι δημόσιοι φορείς ήταν το «I» και το «AD».
(2) Σύμφωνα με τη σύμβαση, το έργο επρόκειτο να αρχίσει την 1η Ιανουαρίου 2000. Ωστόσο, στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι, σύμφωνα με τροποποίηση που συμφωνήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2003, η ημερομηνία έναρξης του έργου ορίστηκε η 1η Νοεμβρίου 2000 και η ημερομηνία λήξης η 31η Οκτωβρίου 2003.
(3) Σύμφωνα με το τμήμα 4 (Διαχείριση έργου) του παραρτήματος ΙΒ (Περιγραφή των εργασιών).
(4) Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο καταγγέλλων αναφέρεται στο παράρτημα ΙΒ.
(5) Ειδικότερα, ο καταγγέλλων επισύναψε τις σελίδες 7 και 8 του παραρτήματος ΙΒ, οι οποίες περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 2 (Πρόγραμμα εργασιών του έργου) και τη σελίδα 25, οι οποίες περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 4 (Διαχείριση του έργου).
(6) Η «σύμβαση S.» συνήφθη στις 15 Φεβρουαρίου 2002 μεταξύ του Τ. και του (…) (δικαιούχου ή maître d´ouvrage) για δύο έτη, με σκοπό τον καθορισμό των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των δύο μερών στο πλαίσιο της χρηματοδότησης και της εγκατάστασης ενός (...) για τον δικαιούχο.
(7) Το άρθρο 5 του παραρτήματος II (Γενικοί όροι) της σύμβασης αναφέρεται στις συμβάσεις υπεργολαβίας , ενώ το άρθρο 23, το οποίο αφορά τις άμεσες δαπάνες, περιλαμβάνει τμήμα για την υπεργολαβία .
(8) Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης Φεβρουαρίου 2004, ο (τότε) αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής ζήτησε από την T. να γνωστοποιήσει το όνομα των υπεργολάβων της καθώς και σύντομη περιγραφή των εργασιών που έπρεπε να παρασχεθούν. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα υπογραμμιζόταν επίσης ότι τα τιμολόγια μεταξύ αναδόχων δεν γίνονταν δεκτά. Στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο Τ. ενημερώθηκε επίσης ότι κάθε ανάδοχος ήταν υπεύθυνος για την υποχρέωση των υπεργολάβων να υποβάλλουν τιμολόγια σχετικά με τα έργα, με λεπτομερή περιγραφή των καθηκόντων τους. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 27ης Ιουλίου 2004, ο αρμόδιος υπάλληλος υπενθύμισε στον Τ. ότι κάθε ανάδοχος έπρεπε να υποβάλει τα δικά του έξοδα. Η Τ. ήταν επίσης υποχρεωμένη να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες έως τις 20 Αυγούστου 2004.
(9) Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε, ειδικότερα, στο τμήμα «Maîtrise d'oeuvre et Travaux». Διευκρίνισε επίσης ότι οι maîtres d'ouvrages (...) και C. αναφέρονταν στη σύμβαση.
(10) Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων αναφέρεται στο παράρτημα ΙΒ της σύμβασης.
(11) Κατά την Επιτροπή, η συμμετοχή αυτή ανερχόταν σε 23 807,86 ευρώ.
(12) Σύμφωνα με το έγγραφο με τίτλο «Τ ανάλυση της υπεργολαβίας», οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να μην αποδεχθεί τις δηλωθείσες δαπάνες που παρουσιάστηκαν ως «υπεργολαβία» ήταν οι ακόλουθοι: i) οι δηλωθείσες δαπάνες τεκμηριώθηκαν με τιμολόγια που εξέδωσε η T. προς (...) και, ως εκ τούτου, η T. δεν μπορούσε να ζητήσει κοινοτική χρηματοδότηση όσον αφορά τιμολόγια που είχαν εξοφληθεί από τρίτο μέρος· ii) τα τιμολόγια είχαν αποσταλεί από άλλες εταιρείες, όπως η …, και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά από την Επιτροπή ως δηλωθείσες δαπάνες για την T.
(13) Η Επιτροπή εξήγησε ότι, μεταξύ των λόγων για τους οποίους δεν κατασκευάστηκαν οι επτά εναπομένουσες εγκαταστάσεις, ήταν: την απόφαση ενός πελάτη να μην επενδύσει στην τεχνολογία αυτή· και την αδυναμία της (...) κυβέρνησης να χορηγήσει επιδοτήσεις ή να πωλήσει έναν από τους επιλεγμένους χώρους.
(14) Η Επιτροπή συμπεριέλαβε, στη γνώμη της, i) γενικά στοιχεία σχετικά με τη σύμβαση· ii) πληροφορίες σχετικά με την υποβολή χρηματοοικονομικών εκθέσεων και τις πληρωμές· iii) λεπτομέρειες σχετικά με την κατανομή των δαπανών του προϋπολογισμού του T. και iv) πληροφορίες σχετικά με τις μη επιλέξιμες και απορριφθείσες δαπάνες υπεργολαβίας του T.
(15) Η Επιτροπή πραγματοποίησε δύο ενδιάμεσες πληρωμές που αντιστοιχούσαν στις καταστάσεις 1 και 2 και μια τελική πληρωμή που αντιστοιχούσε στην τελική κατάσταση δαπανών.
(16) Η Επιτροπή συμπεριέλαβε αντίγραφο του τιμολογίου αριθ. (…) που εξέδωσε ο Τ. στην εταιρεία C. στις 10 Οκτωβρίου 2003 για το ποσό των 9 657,65 EUR και εξήγησε ότι, παρόλο που ο Τ. είχε ήδη εξοφλήσει το εν λόγω τιμολόγιο, εξακολουθούσε να χρεώνει την Επιτροπή για το ποσό αυτό. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, στην πραγματικότητα, ο Τ. θα λάμβανε το πλήρες ποσό από την εταιρεία Γ., στο οποίο θα προστίθετο η συνεισφορά της ΕΚ ύψους 35 %. Η Επιτροπή συμπεριέλαβε επίσης αντίγραφο του τιμολογίου (…) που εκδόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2003 από την εταιρεία C. στην εταιρεία A. και το οποίο ανερχόταν σε 13 943,43 ευρώ. Η Επιτροπή εξήγησε ότι το τιμολόγιο αυτό δεν είχε εξοφληθεί από την T. Ωστόσο, η T. ζητούσε τις δαπάνες αυτές ως επιλέξιμες. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι στο εν λόγω τιμολόγιο δεν υπήρχαν αναφορές στο έργο.
(17) Στην εν λόγω επιστολή, οι αντισυμβαλλόμενοι ενημερώθηκαν ότι, εάν οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν λάβουν όλα τα ζητηθέντα έγγραφα εντός ενός μηνός από την παραλαβή της επιστολής, η σύμβαση θα καταγγελθεί. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε βάσει της προαναφερθείσας σύμβασης.
(18) ΕΕ 2002, L 248, σ. 1.
(19) Η Επιτροπή παρέπεμψε στο τιμολόγιο (…) που εξέδωσε ο T. προς τον C. στις 10 Οκτωβρίου 2003 και διαβίβασε αντίγραφό του.
(20) Απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 100/2004/GG κατά της Επιτροπής, η οποία είναι διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(21) Σύμφωνα με το σημείο 2.7 της απόφασης σχετικά με την καταγγελία 100/2004/GG, «το πεδίο της επανεξέτασης που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά ζητήματα».
(22) Σημείο 2.8 της απόφασης.
(23) Σύμφωνα με το τμήμα αυτό του παραρτήματος 1Β (Περιγραφή του έργου) της σύμβασης, "[l]es postes travaux apparaissent principalement dans les rubriques "sous-traitance" (υπεργολαβία) (...) Ces opérations de sous traitance seront, de plus, totalement transparents puisque l'ensemble des travaux et de la maitrise d'oeuvre donneront lieu à facturations aux différents maitres d'ouvrage".
(24) Σύμφωνα με το σημείο με τίτλο "Travaux", "aprés selection, les entreprises réaliseront les travaux sous contrôle du maître d'œuvre local. Elles factureront l'ensemble de ses prestations à chaque maître d'ouvrage, auquel sera versée directement la participation de la Commission."
(25) Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, κάθε διαφωνία θα πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή γραπτώς, με συστημένη επιστολή, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής, με τη δέουσα αιτιολόγηση και επισυνάπτοντας δικαιολογητικά έγγραφα.
(26) Το ποσό αυτό ανερχόταν σε 1 717 511 ευρώ.
(27) Το ποσό αυτό ανερχόταν σε 1 999 868 ευρώ.
(28) Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο καταγγέλλων παραπέμπει στο παράρτημα ΙΒ (Περιγραφή των εργασιών) της σύμβασης.
(29) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997 του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, σ. 22.
(30) Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, εκτός εάν το παράρτημα Ι της σύμβασης περιέχει επαρκώς λεπτομερή στοιχεία, απαιτείται προηγούμενη γραπτή έγκριση της Επιτροπής όταν, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σωρευτικό ποσό των συμβάσεων υπεργολαβίας για τον ανάδοχο υπερβαίνει το 20 % των εκτιμώμενων επιλέξιμων δαπανών του ή το ποσό των 100 000 ευρώ, όποιο από τα δύο ποσά είναι χαμηλότερο. Η έγκριση της Επιτροπής θεωρείται ότι χορηγείται ελλείψει παρατηρήσεων εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος που υποβάλλει ο συντονιστής του έργου.
(31) Το άρθρο 24 του παραρτήματος ΙΙ αφορά τις έμμεσες δαπάνες.
(32) Οι άλλες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι δαπάνες για να είναι επιλέξιμες ήταν οι εξής: i) πρέπει να είναι αναγκαίες για το έργο· ii) πρέπει να πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια του έργου· iii) πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τη λογιστική αρχή που βασίζεται στο ιστορικό κόστος και τους συνήθεις εσωτερικούς κανόνες του αναδόχου, υπό την προϋπόθεση ότι θεωρούνται αποδεκτοί από την Επιτροπή· και iv) πρέπει να αποκλείουν κάθε περιθώριο κέρδους.