FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2787/2005/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται ως επικουρικός διερμηνέας συνεδριάσεων («ACI») για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1995. Λαμβανομένης υπόψη της προηγούμενης τετραετούς επαγγελματικής πείρας του στον τομέα αυτό, το Κοινοβούλιο του χορήγησε αμέσως καθεστώς κατηγορίας 1 [1]. Το 2001, ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται για την Κοινή Υπηρεσία Διερμηνείας και Συνεδριάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Διερμηνείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ SCIC»). Σε αντίθεση με τις προσδοκίες του, ο καταγγέλλων κατατάχθηκε ως διερμηνέας κατηγορίας 2. Στο τέλος του 2004, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αποφάσισαν να συγχωνεύσουν τους καταλόγους ACI και απεστάλη σε όλους τους ACI δελτίο προσωπικών δεδομένων ("δελτίο σηματοδότησης"). Από το φύλλο του καταγγέλλοντος προκύπτει ότι κατατάχθηκε ως διερμηνέας κατηγορίας 1 μόλις από τον Νοέμβριο του 2004 και μετά. Όταν ο καταγγέλλων διαπίστωσε αυτό το εικαζόμενο σφάλμα, απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα στην Επιτροπή τον Απρίλιο του 2005 ζητώντας τη διόρθωση του δελτίου προσωπικών δεδομένων του, στο οποίο θα πρέπει να αναφέρει ότι ήταν διερμηνέας κατηγορίας 1 από τον Ιανουάριο του 1995 και όχι από τον Νοέμβριο του 2004. Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης την καταβολή του 28% του μισθού του που αντιστοιχεί στο ποσό που δεν καταβλήθηκε λόγω της εικαζόμενης εσφαλμένης κατάταξης για την περίοδο από το 2001, όταν εντάχθηκε στην Επιτροπή, έως τον Νοέμβριο του 2004, όταν κατατάχθηκε ως διερμηνέας κατηγορίας 1. Η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα ότι η κατάταξή του δεν θα μεταβαλλόταν.

Τον Αύγουστο του 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ζητώντας από την Επιτροπή i) να διορθώσει το δελτίο προσωπικών δεδομένων του και να αναγνωρίσει επισήμως ότι είναι διερμηνέας κατηγορίας 1 από τον Ιανουάριο του 1995, και ii) να διορθώσει τις πληρωμές του για την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 2001 και 10 Νοεμβρίου 2004, κατά τη διάρκεια της οποίας κατατάχθηκε εσφαλμένα ως διερμηνέας κατηγορίας 2, και να καταβάλει το 28 % του μισθού του που εξακολουθεί να του οφείλεται για την εν λόγω περίοδο.

Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή παρατήρησε ότι τα δεδομένα που είναι κωδικοποιημένα στο δελτίο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος θα διορθωθούν σύμφωνα με το αίτημα του καταγγέλλοντος. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, παρόλο που δεν είχε λάβει τον μισθό που του οφειλόταν λόγω της εσφαλμένης κατάταξης, είχε επιτύχει ηθική αποκατάσταση.

 


[1] Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα διαθέτουν σύστημα δύο κατηγοριών για τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων συνεδριάσεων («ACI»), δηλαδή την κατηγορία 2 (αρχικός διερμηνέας) και την κατηγορία 1 (έμπειρος διερμηνέας, έχοντας εργαστεί περισσότερες από 100 ημέρες για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα). Η διαφορά στην αμοιβή είναι 28%.


Στρασβούργο, 13 Ιανουαρίου 2006

Αξιότιμε κ. X.,

Στις 23 και 24 Αυγούστου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον φερόμενο εσφαλμένο χαρακτηρισμό σας ως διερμηνέα κατηγορίας 2.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 21 Νοεμβρίου 2005. Στις 5 Δεκεμβρίου 2005, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Στις 8 Δεκεμβρίου 2005, έλαβα την επιστολή σας της 24ης Νοεμβρίου 2005, με την οποία ενημερώσατε τις υπηρεσίες μου ότι επιθυμείτε να περατώσετε τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Δεκεμβρίου 2005, ενημερώσατε εκ νέου τις υπηρεσίες μου ότι θεωρείτε σκόπιμο ο Διαμεσολαβητής να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Στις 12 Ιανουαρίου 2006, είχατε τηλεφωνική συνομιλία με τις υπηρεσίες μου.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:

Ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται ως διερμηνέας συνεδριάσεων για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1995. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα διαθέτουν σύστημα δύο κατηγοριών για τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων συνεδριάσεων («ACI»), και συγκεκριμένα την κατηγορία 2 (αρχικός διερμηνέας) και την κατηγορία 1 (έμπειρος διερμηνέας, έχοντας εργαστεί περισσότερες από 100 ημέρες για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (1)). Η διαφορά στις αποδοχές ανέρχεται σε 28 %(2).

Λόγω της προηγούμενης τετραετούς επαγγελματικής πείρας του καταγγέλλοντος, το Κοινοβούλιο του χορήγησε αμέσως καθεστώς κατηγορίας 1 όταν άρχισε να εργάζεται για το εν λόγω καθεστώς το 1995.

Το 2001 (3), ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται για την Κοινή Υπηρεσία Διερμηνείας και Συνεδριάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Διερμηνείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ SCIC»). Δεδομένου ότι η Επιτροπή είναι αυτή που πληρώνει όλους τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων, ανεξάρτητα από το όργανο στο οποίο εργάζονται, ο καταγγέλλων υπέθεσε ότι θα εξακολουθούσε να αμείβεται ως διερμηνέας κατηγορίας 1. Ωστόσο, η Επιτροπή τον κατέταξε ως διερμηνέα κατηγορίας 2 και, σε αντίθεση με το Κοινοβούλιο, δεν απέστειλε λεπτομερή εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας.

Στο τέλος του 2004, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αποφάσισαν να συγχωνεύσουν τους καταλόγους ACI και απεστάλη σε όλους τους ACI δελτίο προσωπικών δεδομένων («fiche signalétique»). Από το φύλλο αυτό προκύπτει ότι ο καταγγέλλων είχε ταξινομηθεί ως διερμηνέας κατηγορίας 1 μόλις τον Νοέμβριο του 2004. Μόλις στις αρχές του 2005 ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Στις 13 Απριλίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Επιτροπή ενημερώνοντάς την για την εικαζόμενη εσφαλμένη κατάταξη ως διερμηνέα κατηγορίας 2. Στις 24 Απριλίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε άλλο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Επιτροπή, ζητώντας α) τη διόρθωση του δελτίου προσωπικών δεδομένων του, στο οποίο θα πρέπει να αναφέρεται ότι είναι διερμηνέας κατηγορίας 1 από τον Ιανουάριο του 1995 και όχι από τον Νοέμβριο του 2004, και β) την καταβολή του 28 % του μισθού του που αντιστοιχεί στο ποσό που δεν καταβλήθηκε λόγω της εικαζόμενης εσφαλμένης κατάταξης για την περίοδο από το 2001, όταν εντάχθηκε στην Επιτροπή, έως τον Νοέμβριο του 2004, όταν κατατάχθηκε ως διερμηνέας κατηγορίας 1. Η Επιτροπή απάντησε στις 6 Ιουνίου 2005 στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 13ης Απριλίου 2005, δηλώνοντας ότι, δεδομένου ότι είχε εργαστεί 100 ημέρες για την Επιτροπή (δηλαδή το ελάχιστο απαιτούμενο για την απόκτηση της ιδιότητας του πεπειραμένου διερμηνέα) στις 10 Νοεμβρίου 2004, κατατάχθηκε ως διερμηνέας κατηγορίας 1 μόνο από την ημερομηνία αυτή. Με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2005, απαντώντας στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 24ης Απριλίου 2005, η Επιτροπή απάντησε ότι ο χαρακτηρισμός του καταγγέλλοντος δεν θα μεταβαλλόταν. Ως εκ τούτου, δεν έγινε καμία διόρθωση του μισθού του καταγγέλλοντος για τη σχετική περίοδο.

Στις 23 Αυγούστου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ζητώντας από την Επιτροπή:

  1. να διορθώσει το δελτίο προσωπικών δεδομένων του και να αναγνωρίσει επισήμως ότι είναι διερμηνέας κατηγορίας 1 από τον Ιανουάριο του 1995· και
  2. να διορθώσει τις πληρωμές του για την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 2001 και 10 Νοεμβρίου 2004, κατά τη διάρκεια της οποίας κατατάχθηκε εσφαλμένα ως διερμηνέας κατηγορίας 2, και να καταβάλει το 28 % του μισθού του που εξακολουθεί να του οφείλεται για την εν λόγω περίοδο.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Όσον αφορά το ιστορικό της υπόθεσης, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, στις 13 Απριλίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη ΓΔ SCIC και στο Κοινοβούλιο ζητώντας επίσημα τη διόρθωση της κατηγορίας του ACI. Ο καταγγέλλων προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το Κοινοβούλιο το 1995 ως έμπειρος διερμηνέας (κατηγορία 1), έχοντας εργαστεί για το Συμβούλιο της Ευρώπης για περισσότερες από 100 ημέρες μεταξύ 1991 και 1995.

Ο καταγγέλλων προσλήφθηκε για πρώτη φορά από την Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2001 ως αρχάριος διερμηνέας (κατηγορία 2), δεδομένου ότι ουδέποτε ενημέρωσε τη ΓΔ SCIC ότι θεωρείτο ήδη έμπειρος διερμηνέας από το Κοινοβούλιο.

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αποφάσισαν από κοινού ότι όλοι οι ACI, οι οποίοι στις αρχές του 2005 ήταν στην κατηγορία 1 στο Κοινοβούλιο και στην κατηγορία 2 στη ΓΔ SCIC και αντιστρόφως, θα αναβαθμίζονταν από την 1η Ιανουαρίου 2005, ημερομηνία πλήρους συγχώνευσης των γραφείων πληρωμών του Λουξεμβούργου και των Βρυξελλών. Πριν από την ημερομηνία αυτή, το Κοινοβούλιο και η ΓΔ SCIC χρησιμοποιούσαν εντελώς χωριστά συστήματα πληρωμών. Κατά συνέπεια, τα θεσμικά όργανα δεν αντάλλαξαν δεδομένα σχετικά με τους εξωτερικούς διερμηνείς.

Μόνο όταν η ΓΔ SCIC ενημερώθηκε απευθείας από εξωτερικούς διερμηνείς ότι είχαν εργαστεί για άλλα θεσμικά όργανα και/ή οργανισμούς που απαριθμούνται στα ίδια κριτήρια ταξινόμησης (διαθέσιμα στο διαδίκτυο), προστέθηκαν οι εν λόγω ημέρες εργασίας στα δελτία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των διερμηνέων. Η αναβάθμιση πραγματοποιήθηκε όταν επιτεύχθηκαν συνολικά 100 ημέρες.

Πριν από τη συγχώνευση των γραφείων πληρωμών, η ΓΔ SCIC δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο καταγγέλλων είχε καταταγεί στην υψηλότερη κατηγορία ACI από το Κοινοβούλιο. Πράγματι, καμία πληροφορία σχετικά με την κατηγορία του δεν είχε διαβιβαστεί ποτέ στη ΓΔ SCIC, από οποιοδήποτε άλλο θεσμικό όργανο ή οργανισμό.

Η ΓΔ SCIC αναβάθμισε τον καταγγέλλοντα στην κατηγορία 1 στις 10 Νοεμβρίου 2004, με βάση τις πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες εσωτερικά και σε πλήρη συμφωνία με τους κανόνες (100 ημέρες εργασίας για την Επιτροπή), δεδομένου ότι δεν είχαν ληφθεί άλλες πληροφορίες πριν από την ημερομηνία αυτή. Η κατηγορία σύμφωνα με την οποία ένας εξωτερικός διερμηνέας αμείβεται από τη ΓΔ SCIC αναφερόταν σαφώς στα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που αποστέλλονται σε κάθε εξωτερικό διερμηνέα.

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προέκυψαν δημοσιονομικές συνέπειες από τα ανωτέρω λόγω του γεγονότος ότι δεν είχε υποβληθεί κανένα αίτημα ή κοινοποίηση στη ΓΔ SCIC το 2001, όταν ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται για τη ΓΔ SCIC, ούτε μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία είχε συμπληρώσει την εκατοστή ημέρα της ζωής του και είχε αναβαθμιστεί στην κατηγορία 1. Τα δεδομένα που ήταν κωδικοποιημένα στο δελτίο προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος θα συμπληρώνονταν έτσι ώστε να φαίνεται σαφώς ότι ήταν στην κατηγορία 1, από τις 2 Ιανουαρίου 1995, για το Κοινοβούλιο και στην κατηγορία 1, από τις 10 Νοεμβρίου 2004, για τη ΓΔ SCIC.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις 24 Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στο γραφείο του Διαμεσολαβητή επισυνάπτοντας την αλληλογραφία που είχε με τον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ SCIC. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, παρόλο που ο Γενικός Διευθυντής δεν προσέφερε καμία οικονομική αντιστάθμιση για το σφάλμα ταξινόμησης, δήλωσε στην επιστολή του της 14ης Οκτωβρίου 2005 ότι το δελτίο προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος θα τροποποιηθεί ώστε να αναγνωριστεί επίσημα ότι ήταν διερμηνέας κατηγορίας 1 από τις 2 Ιανουαρίου 1995 και μετά όσον αφορά το Κοινοβούλιο.

Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, αν και αυτό δεν ήταν μια τέλεια λύση, θεώρησε ότι αυτή ήταν ίσως η καλύτερη αποζημίωση που θα μπορούσε να λάβει. Ως εκ τούτου, προτείνει να περατωθεί η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή μόλις παραληφθεί το αναθεωρημένο δελτίο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Στις 21 Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ενημέρωνε το γραφείο του Διαμεσολαβητή ότι, στις 8 Δεκεμβρίου 2005, είχε λάβει αντίγραφο του δελτίου προσωπικών δεδομένων του, το οποίο είχε διορθωθεί προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι ήταν διερμηνέας κατηγορίας 1 για το Κοινοβούλιο από τις 2 Ιανουαρίου 1995. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων έκρινε σκόπιμο ο Διαμεσολαβητής να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Ο καταγγέλλων ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή και το προσωπικό του για την παρακολούθηση της καταγγελίας του, δηλώνοντας ότι, αν και δεν έλαβε καμία χρηματική αποζημίωση, είχε λάβει ηθική αποζημίωση.

Σε τηλεφωνική συνομιλία με το γραφείο του Διαμεσολαβητή στις 12 Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι ήθελε να αποσύρει την καταγγελία του.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη εσφαλμένη κατάταξη του διερμηνέα συνεδρίων

1.1 Ο καταγγέλλων, ο οποίος ήταν επικουρικός διερμηνέας συνεδριάσεων κατηγορίας 1 (4) για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το 1995, άρχισε το 2001 να εργάζεται για την Κοινή Υπηρεσία Διερμηνείας Συνεδριάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Διερμηνείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ SCIC»). Δεδομένου ότι η Επιτροπή είναι αυτή που πληρώνει όλους τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων («ACI»), ανεξάρτητα από το όργανο στο οποίο εργάζονται, ο καταγγέλλων υπέθεσε ότι θα συνέχιζε να αμείβεται ως διερμηνέας κατηγορίας 1. Στο τέλος του 2004, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αποφάσισαν να συγχωνεύσουν τους καταλόγους ACI και απεστάλη σε όλους τους ACI δελτίο προσωπικών δεδομένων («fiche signalétique»). Από το φύλλο αυτό προέκυπτε ότι ο καταγγέλλων είχε ταξινομηθεί από την Επιτροπή ως διερμηνέας κατηγορίας 1 μόλις από τον Νοέμβριο του 2004 και μετά. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να διορθώσει το δελτίο προσωπικών του δεδομένων και να αναγνωρίσει επίσημα ότι είναι βοηθός διερμηνέας συνεδριάσεων κατηγορίας 1 από τον Ιανουάριο του 1995. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διορθώσει τις πληρωμές του για την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 2001 και 10 Νοεμβρίου 2004, όταν κατατάχθηκε ως διερμηνέας κατηγορίας 2, και να καταβάλει το 28% του μισθού του που εξακολουθεί να του οφείλεται για την εν λόγω περίοδο.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτουν δημοσιονομικές συνέπειες από την κατάσταση του καταγγέλλοντος λόγω του γεγονότος ότι δεν είχε υποβληθεί κανένα αίτημα ή κοινοποίηση στην Κοινή Υπηρεσία Διερμηνείας και Συνεδριάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Διερμηνείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ SCIC») το 2001, όταν ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται για τη ΓΔ SCIC, ούτε μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία είχε συμπληρώσει την εκατοστή ημέρα του ως ACI και είχε αναβαθμιστεί σε διερμηνέα κατηγορίας 1. Ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα δεδομένα που ήταν κωδικοποιημένα στο δελτίο προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος («fiche signalétique») θα συμπληρώνονταν έτσι ώστε να φαίνεται σαφώς ότι ήταν διερμηνέας κατηγορίας 1, από τις 2 Ιανουαρίου 1995, για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και διερμηνέας κατηγορίας 1, από τις 10 Νοεμβρίου 2004, για τη ΓΔ SCIC.

1.3 Στις 21 Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ενημερώνοντας το γραφείο του Διαμεσολαβητή ότι, στις 8 Δεκεμβρίου 2005, έλαβε αντίγραφο του δελτίου προσωπικών δεδομένων του, το οποίο είχε διορθωθεί προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι ήταν διερμηνέας κατηγορίας 1 για το Κοινοβούλιο από τις 2 Ιανουαρίου 1995. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων έκρινε σκόπιμο ο Διαμεσολαβητής να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Δήλωσε ότι, αν και δεν έλαβε καμία χρηματική αποζημίωση, είχε λάβει ηθική αποζημίωση. Σε τηλεφωνική συνομιλία με το γραφείο του Διαμεσολαβητή στις 12 Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι ήθελε να αποσύρει την καταγγελία του.

2 Συμπέρασμα

Από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον Διαμεσολαβητή από τον καταγγέλλοντα προκύπτει ότι επιθυμεί να αποσύρει την καταγγελία του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Βλ. άρθρο 2 της συμφωνίας σχετικά με τις συνθήκες εργασίας και τους οικονομικούς όρους για τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων συνεδριάσεων (ACI) και τους εξωτερικούς διερμηνείς (FLI) που προσλαμβάνονται από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμφωνία αυτή συνήφθη στις 28 Ιουλίου 1999 μεταξύ του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Δικαστηρίου, αφενός, και της Διεθνούς Ένωσης Διερμηνέων Συνεδριάσεων (AIIC), αφετέρου.

(2) Βλ. άρθρο 6 της συμφωνίας.

(3) Σύμφωνα με τα έγγραφα του φακέλου, η ημερομηνία κατά την οποία ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται ως διερμηνέας για την Επιτροπή είναι η 8η Σεπτεμβρίου 2001.

(4) Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα διαθέτουν σύστημα δύο κατηγοριών για τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων συνεδριάσεων («ACI»), δηλαδή την κατηγορία 2 (αρχικός διερμηνέας) και την κατηγορία 1 (έμπειρος διερμηνέας, έχοντας εργαστεί περισσότερες από 100 ημέρες για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Η διαφορά στην αμοιβή είναι 28%.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!