FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 1027/2005/ELB - Ισχυρισμός για παράλειψη διασφάλισης της αμεροληψίας μιας μεικτής επιτροπής αξιολόγησης

Περίληψη της απόφασης επί της καταγγελίας 1027/2005/ELB κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής  

Οι καταγγέλλοντες, μέλη συνδικαλιστικού οργάνου που εκπροσωπεί μόνιμους και προσωρινούς υπαλλήλους της ΕΕ, αμφισβήτησαν μια απόφαση του Προέδρου της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ) αναφορικά με τη σύνθεση της Μεικτής Επιτροπής Αξιολόγησης αρμόδιας για τις προαγωγές, διότι προέβλεπε τη συμμετοχή του κυρίου X στην επιτροπή αυτή (ως μέλους που επιλέγεται από την Επιτροπή Προσωπικού). Οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι ο κ. X, κατά την προεκλογική εκστρατεία για την ανάδειξη της Επιτροπής Προσωπικού, άφησε να εννοηθεί ότι σε περίπτωση εκλογής του και εκ νέου διορισμού του στην Μεικτή Επιτροπή Αξιολόγησης θα ευνοούσε συγκεκριμένες ομάδες του προσωπικού. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η ΕΟΚΕ δεν μπόρεσε να διασφαλίσει την αμεροληψία, την αξιοπιστία και τη νομιμοποίηση των εργασιών της Μεικτής Επιτροπής. Η ΕΟΚΕ απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς προβάλλοντας σειρά επιχειρημάτων, τα οποία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του κυρίου Χ και το γεγονός ότι απαιτούνται σοβαροί και τεκμηριωμένοι λόγοι κατά της επιλογής του κυρίου Χ από την Επιτροπή Προσωπικού προτού εξεταστεί το ενδεχόμενο λήψης μέτρων.

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε κυρίως το γεγονός ότι σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης τα θεσμικά και λοιπά όργανα της Κοινότητας είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται τόσο η ουσία όσο και ο τύπος της αμεροληψίας κατά την εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων που ανατίθενται στα μέλη του προσωπικού τους. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι τυχόν εύλογες και αντικειμενικά αιτιολογημένες αμφιβολίες αναφορικά με την αμερόληπτη και αντικειμενική στάση του κυρίου Χ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως μέλους της Μεικτής Επιτροπής Αξιολόγησης είναι δυνατό να τεθούν υπόψη της ΕΟΚΕ, όπως εξάλλου συνέβη προτού εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, η συμμετοχή στη Μεικτή Επιτροπή ενός προσώπου του οποίου η αμεροληψία μπορεί να τεθεί ευλόγως υπό αμφισβήτηση, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί δυνητικά επιζήμια για την αντικειμενικότητα των διαδικασιών της επιτροπής και την παρεπόμενη διοικητική διαδικασία των προαγωγών. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι η ευθύνη της διασφάλισης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις αμεροληψίας στη συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει, κατά πρώτο λόγο, στην Επιτροπή Προσωπικού. Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ θα έπρεπε πρώτα να διαπιστώσει εάν το θέμα είχε τεθεί υπόψη της Επιτροπής Προσωπικού και εξετασθεί από αυτή, και στη συνέχεια, εάν αυτό δεν είχε συμβεί, να παραπέμψει το θέμα στην Επιτροπή Προσωπικού. Το γεγονός ότι η ΕΟΚΕ δεν προέβη στις ανωτέρω ενέργειες συνιστά κακοδιοίκηση. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε επίσης ότι η ΕΟΚΕ δεν παρέσχε έγκυρη και ικανοποιητική αιτιολόγηση της άρνησής της να κάνει δεκτό το αίτημα των καταγγελλόντων για αποκλεισμό του κυρίου Χ από τη Μεικτή Επιτροπή Αξιολόγησης. Ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτικές παρατηρήσεις όσον αφορά τα ανωτέρω κρούσματα κακοδιοίκησης από την ΕΟΚΕ.


Στρασβούργο, 2 Μαΐου 2007

Αξιότιμε κ. B. και κ. A.,

Στις 8 Μαρτίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ) σχετικά με τη σύνθεση της μεικτής επιτροπής αξιολόγησης της ΕΟΚΕ. Η καταγγελία υποβλήθηκε εξ ονόματος συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Στις 12 Απριλίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της ΕΟΚΕ, ο οποίος διαβίβασε τη γνωμοδότησή του στις 14 Ιουλίου 2005. Σας διαβίβασα την παρούσα γνωμοδότηση με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 29 Σεπτεμβρίου 2005.

Στις 6 Μαρτίου 2006, ζήτησα περαιτέρω πληροφορίες από την ΕΟΚΕ. Η ΕΟΚΕ απέστειλε τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της στις 28 Απριλίου 2006. Σας τις διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 30 Ιουνίου 2006.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τα γεγονότα σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Οι καταγγέλλοντες ενεργούν για λογαριασμό μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η καταγγελία στρέφεται κατά απόφασης του Προέδρου της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής («ΕΟΚΕ») (απόφαση αριθ. 034/05A, της 8ης Φεβρουαρίου 2005) σχετικά με τον διορισμό των μελών της κοινής επιτροπής αξιολόγησης («ΜΕΚ»). Ζητείται η γνώμη της Κοινής Επιτροπής πριν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λάβει απόφαση σχετικά με τις προαγωγές του προσωπικού.

Στις 19 Νοεμβρίου 2004, οι καταγγέλλοντες επέστησαν την προσοχή του Γενικού Γραμματέα της ΕΟΚΕ στα μηνύματα που απέστειλε ο κ. X., μέλος της Μικτής Επιτροπής και υποψήφιος στο πλαίσιο της εκλογής των μελών της επιτροπής προσωπικού, από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι, εάν εκλεγεί, θα ευνοήσει συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού, ιδίως τους υφισταμένους του και τα μέλη της συνδικαλιστικής του οργάνωσης. Οι καταγγέλλοντες πρότειναν την τροποποίηση των κανόνων της JEC προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διαδικασίες της είναι νόμιμες, αμερόληπτες και αξιόπιστες. Ένας κανόνας θα πρέπει να ορίζει ότι τα μέλη της επιτροπής που έχουν προσωπικό συμφέρον σε υποθέσεις που της υποβάλλονται δεν θα πρέπει να συμμετέχουν στις εργασίες της. Οι καταγγέλλοντες πρότειναν επίσης να υπενθυμιστεί στα μέλη της επιτροπής το καθήκον εμπιστευτικότητας που υπέχουν.

Στις 25 Νοεμβρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας απάντησε στους καταγγέλλοντες, επισημαίνοντας ότι ένας τέτοιος κανόνας δεν ήταν αναγκαίος με βάση την εμπειρία του παρελθόντος και ήταν αδύνατος σε ένα τόσο μικρό θεσμικό όργανο. Δηλώνει ότι θα ζητήσει από τον Πρόεδρο της ΜΕΕ να υπενθυμίσει στα μέλη της το καθήκον εμπιστευτικότητας που υπέχουν.

Την ίδια ημερομηνία, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στον Γενικό Γραμματέα, αμφισβητώντας τον διορισμό ενός μέλους της JEC, του κ. X., λόγω της προεκλογικής εκστρατείας του και ζητώντας την αντικατάστασή του.

Στις 7 Δεκεμβρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας απάντησε στους καταγγέλλοντες, δηλώνοντας ότι ήταν αντίθετος με την πρωτοβουλία που ανέλαβε ο Χ. κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας και ότι είχε διαβιβάσει τη γνώμη του στον πρόεδρο της επιτροπής προσωπικού. Ανέφερε επίσης ότι το αίτημα των καταγγελλόντων για αντικατάσταση του εν λόγω προσώπου στο πλαίσιο της ΚΕΟ θα πρέπει να είναι καλύτερα αιτιολογημένο. Υπενθυμίζει α) το γεγονός ότι το μήνυμα εστάλη κατά τη διάρκεια προεκλογικής εκστρατείας· β) τις συνθήκες υπό τις οποίες οι καταγγέλλοντες έλαβαν αυτό το μήνυμα· γ) τον ρόλο του ενδιαφερομένου κατά τα προηγούμενα έτη και υπό την ίδια ιδιότητα στο πλαίσιο της ΚΕ και δ) τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εργασιών της ΚΕ. Ανέφερε ότι, αν οι καταγγέλλοντες επαναλάμβαναν το αίτημά τους να αντικαταστήσουν τον Χ., θα διαβουλευόταν με την επιτροπή προσωπικού και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Στις 23 Δεκεμβρίου 2004, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στον Γενικό Γραμματέα, επαναλαμβάνοντας το αίτημά τους.

Στις 8 Φεβρουαρίου 2005, ο Πρόεδρος της ΕΟΚΕ έλαβε απόφαση (απόφαση αριθ. 034/05 A) σχετικά με τη σύνθεση της ΜΕΕ από τις 8 Φεβρουαρίου 2005 έως τις εκλογές για τη νέα επιτροπή προσωπικού το 2006.

Στις 14 Φεβρουαρίου 2005, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν εκ νέου επιστολή στον Γενικό Γραμματέα, σημειώνοντας τον διορισμό του κ. X. ως μόνιμου μέλους της ΜΕΕ και εκφράζοντας τη λύπη τους για την έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τα μέτρα που έλαβε ο Γενικός Γραμματέας μετά την επιστολή τους της 23ης Δεκεμβρίου 2004.

Στις 8 Μαρτίου 2005, οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν τον Γενικό Γραμματέα ότι είχαν την πρόθεση να υποβάλουν καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Σημειώνουν ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν ζήτησε τη γνώμη της επιτροπής προσωπικού και των συνδικαλιστικών οργανώσεων για το θέμα αυτό.

Στην καταγγελία τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η ΕΟΚΕ δεν διασφάλισε την αμεροληψία, την αξιοπιστία και τη νομιμότητα των εργασιών της ΜΕΕ. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι η ΕΟΚΕ παρέλειψε να απαντήσει στις επιστολές τους της 23ης Δεκεμβρίου 2004 και της 14ης Φεβρουαρίου 2005. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι ένα μέλος της ΚΕ πρέπει να αντικατασταθεί.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ συνοψίζεται ως εξής:

Στις 6 Οκτωβρίου 2004, στο πλαίσιο της εκστρατείας για την εκλογή των μελών της Επιτροπής Προσωπικού, ο κ. X., υποψήφιος και μέλος συνδικαλιστικής οργάνωσης, απέστειλε στους συναδέλφους του από το αγγλικό γλωσσικό τμήμα μήνυμα με τίτλο «Παρακαλώ ψηφίστε αύριο!!!!». Σε αυτό το μήνυμα, δήλωσε τα εξής:

«Θα συνεχίσω να εργάζομαι προς το συμφέρον όλου του προσωπικού· Περιττό να πω ότι όλα τα άλλα πράγματα είναι ίσα, θα κάνω επίσης ό, τι μπορώ για να υπερασπιστώ τα συμφέροντα του αγγλικού τμήματος. Το έχω πράξει επανειλημμένα στο παρελθόν, σε διάφορες διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση σχετικά με τις προσλήψεις, τις νέες θέσεις, τις συμβάσεις, τις προαγωγές κ.λπ.· Το χέρι μου έχει σίγουρα ενισχυθεί από τη συμμετοχή μου στην Επιτροπή Προσωπικού. Εάν επανεκλεγώ, ελπίζω να διοριστώ εκ νέου στην επιτροπή προαγωγών. Οι προαγωγές γίνονται βάσει προσωπικών φακέλων, μορίων και αρχαιότητας, αλλά, περιττό να πούμε, υπάρχει κάποιο περιθώριο ελιγμών σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις· Πιστεύω ότι υπερασπίστηκα με συνέπεια και επιτυχία τα συμφέροντα του Τομέα μας, όσον αφορά τις προαγωγές και τις νέες θέσεις».

Την ίδια ημέρα, ο X. απέστειλε σε άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι δεν εργάζονταν στο αγγλικό γλωσσικό τμήμα, μια ελαφρώς τροποποιημένη έκδοση του μηνύματός του.

Στις 19 Νοεμβρίου 2004, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στον Γενικό Γραμματέα, εκφράζοντας τη λύπη τους για το γεγονός ότι οι υποψήφιοι δεσμεύτηκαν να προασπίσουν τα συμφέροντα ορισμένων κατηγοριών προσωπικού και ζητώντας τον αποκλεισμό των μελών της ΚΕΟ από τις εργασίες της όταν έχουν προσωπικό συμφέρον στα θέματα που συζητήθηκαν.

Στις 22 Νοεμβρίου 2004, ο Χ. διορίστηκε από την επιτροπή προσωπικού ως εκπρόσωπος της JEC.

Στις 25 Νοεμβρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας απάντησε στους καταγγέλλοντες ότι, κατά την εξέταση των υποθέσεων των υφισταμένων τους, δεν είχε διαπιστωθεί κανένα πρόβλημα στη λειτουργία της ΚΕΟ. Εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στον τρόπο με τον οποίο τα μέλη της ΜΕΕ εκτελούσαν τα καθήκοντά τους στο παρελθόν. Αναφέρει ότι θα ζητήσει από τον Πρόεδρο της ΜΕΕ να υπενθυμίσει στα μέλη το καθήκον εμπιστευτικότητας και σημειώνει ότι το περιορισμένο μέγεθος της ΕΟΚΕ θα καταστήσει δύσκολη την εφαρμογή της πρότασης των καταγγελλόντων.

Σε επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, οι καταγγέλλοντες έκριναν ότι ο διορισμός του κ. X. ήταν ακατάλληλος. Δεδομένων των μηνυμάτων του προς το προσωπικό, δημιουργήθηκε ένα στοιχείο αμφιβολίας σχετικά με την αμεροληψία, την αξιοπιστία και τη νομιμότητα των εργασιών της ΜΕΚ και, ως εκ τούτου, η φήμη της επιτροπής προσωπικού και του θεσμικού οργάνου υπέστησαν βλάβη. Ζήτησε την αντικατάσταση του Χ.

Στις 7 Δεκεμβρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας απάντησε ότι ήταν αντίθετος προς την πρωτοβουλία του Χ. και ότι είχε ενημερώσει τον πρόεδρο της επιτροπής προσωπικού. Εφιστά την προσοχή των καταγγελλόντων στο γεγονός ότι η αντικατάσταση εκπροσώπου που διορίζεται από την επιτροπή προσωπικού θα πρέπει να είναι πιο αιτιολογημένη από τις εξηγήσεις που έχουν δοθεί μέχρι στιγμής.

Στις 23 Δεκεμβρίου 2004, οι καταγγέλλοντες ενέμειναν στο αίτημά τους.

Στις 8 Φεβρουαρίου 2005, ο Πρόεδρος της ΕΟΚΕ έλαβε απόφαση σχετικά με τη σύνθεση της ΜΕΕ.

Στην επιστολή τους με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου 2005, οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν τη λύπη τους για το γεγονός ότι δεν είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τον διορισμό του κ. X. ως μόνιμου μέλους της ΚΕΟ και υποστήριξαν ότι ήταν ακατάλληλο.

Στη γνωμοδότησή της, η ΕΟΚΕ διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με την καταγγελία:

(1) Αμεροληψία της κοινής επιτροπής αξιολόγησης

Το μήνυμα του κ. X. έπρεπε να εξεταστεί στο πλαίσιο προεκλογικής εκστρατείας. Ήταν γνωστό ότι οι υποσχέσεις που δόθηκαν σε τέτοιες περιστάσεις θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές και δεν δεσμεύουν απαραίτητα τους συγγραφείς τους σε μια συγκεκριμένη πορεία δράσης. Ακόμη και αν ο Χ. δήλωσε ότι θα έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα συμφέροντα του αγγλικού γλωσσικού τμήματος, ανέφερε επίσης ότι θα εργαζόταν προς το συμφέρον όλου του προσωπικού.

Δεδομένου ότι οι εκλογές για την Επιτροπή Προσωπικού διεξήχθησαν με μυστική ψηφοφορία, δεν υπήρχε απολύτως κανένα μέσο για τον κ. X. να γνωρίζει ποιος τον ψήφισε και να ανταμείψει όσους το είχαν πράξει.

Ο κ. X. ήταν μέλος της JEC για πολλά χρόνια και δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι η εντιμότητα και η αμεροληψία του ήταν αμφισβητήσιμες. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τον πρόεδρο της ΜΕΕ, ο οποίος πρόσθεσε ότι ένα μέλος της ΜΕΕ δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις αποφάσεις υπέρ ενός υπαλλήλου.

Εν κατακλείδι, από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι η εμπιστευτικότητα και η αμεροληψία των εργασιών της ΚΕ ήταν αμφισβητήσιμες.

(2) Ισχυρισμός περί κακοδιοίκησης

Ο Γενικός Γραμματέας εξέφρασε δημοσίως την προσήλωσή του στις αρχές που διέπουν τη λειτουργία της ΚΕ, δηλαδή στον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εργασιών της ΚΕ, ο οποίος αναφέρθηκε σε σημείωμα προς τους καταγγέλλοντες της 5ης Νοεμβρίου 2004 (1) και επαναλήφθηκε προφορικά στον Πρόεδρο της ΚΕ. Ο Γενικός Γραμματέας εξέφρασε επίσης την αποδοκιμασία του για την πρωτοβουλία του Χ. τόσο σε σημείωμα της 7ης Δεκεμβρίου 2004 απευθυνόμενο στα ίδια πρόσωπα όσο και σε προφορική ανακοίνωση προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Προσωπικού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κ. X. διορίστηκε από την Επιτροπή Προσωπικού, κατόπιν απόφασης που ελήφθη συλλογικά από εκπροσώπους που εκλέγονται από το προσωπικό της ΕΟΚΕ. Εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης των καταγγελλόντων ήταν παρόντες και είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους.

Αν η διοικητική αρχή δεν επιθυμούσε τον διορισμό του Χ., θα έπρεπε να προσβάλει απόφαση των εκπροσώπων του προσωπικού, η οποία δεν είναι αφ’ εαυτής αδιανόητη. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείωμά του της 7ης Δεκεμβρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας δεν απέκλεισε τη δυνατότητα αυτή. Ωστόσο, μια τόσο σοβαρή απόφαση απαιτούσε σοβαρούς και καλά τεκμηριωμένους λόγους. Οι πληροφορίες που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες, οι οποίες δεν κατέδειξαν ότι ο κ. X. διαστρέβλωσε τη λειτουργία της JEC προς όφελος των ψηφοφόρων του, ήταν σαφώς ανεπαρκείς.

Η ΕΟΚΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να κηρύξει την παρούσα καταγγελία απαράδεκτη ή να την περατώσει με τη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης.

3. Σημειώσεις διαβούλευσης

Ο Γενικός Γραμματέας ζήτησε τη γνώμη του Προέδρου της ΚΕ, του Προέδρου της Επιτροπής Προσωπικού και του κ. Χ. Η επιτροπή επισύναψε στη γνωμοδότησή της τις απαντήσεις του Προέδρου της ΚΕ, του Προέδρου της Επιτροπής Προσωπικού και του κ. Χ.

- Σημείωμα του Προέδρου της JEC προς τον Γενικό Γραμματέα της 8ης Ιουλίου 2005:

Ο πρόεδρος της ΜΕΕ επισήμανε καταρχάς ότι, στην ιδανική περίπτωση, θα έπρεπε να είχε κληθεί να γνωμοδοτήσει ή τουλάχιστον να είχε ενημερωθεί για τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν κατά του Χ.

Ο Πρόεδρος της JEC καταδίκασε τα μηνύματα του κ. X. επειδή έκρινε ότι ήταν ασυμβίβαστα με την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα ενός μέλους της JEC. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του Χ. στο πλαίσιο της JEC, ανέφερε ότι δεν είχε παρατηρήσει δηλώσεις του Χ. υπέρ ενός μέλους της συνδικαλιστικής του οργανώσεως ή εκπροσώπου του τμήματός του, οι οποίες να πραγματοποιήθηκαν χωρίς νόμιμο λόγο. Ο πρόεδρος της JEC επισήμανε ότι οι προτάσεις της JEC ήταν το αποτέλεσμα εις βάθος συλλογικού προβληματισμού και συζήτησης και ότι αντικειμενικά και κοινά κριτήρια, τα οποία καθορίστηκαν πριν από τη διαδικασία επιλογής, εφαρμόστηκαν σε όλους τους υποψηφίους. Ως εκ τούτου, ήταν αδύνατον ένα μέλος της ΚΕ να επιβάλει άλλα κριτήρια.

- Σημείωμα του Προέδρου της Επιτροπής Προσωπικού της 8ης Ιουλίου 2005:

Ο πρόεδρος της επιτροπής προσωπικού εξήγησε ότι ένα μέλος της ΚΕ, μαζί με τον Χ., ως αναπληρωματικό μέλος, έλαβαν 165 ψήφους κατά τις εκλογές για την επιτροπή προσωπικού στις 7 Οκτωβρίου 2004. Η ψηφοφορία ήταν μυστική και ήταν αδύνατο να γνωρίζουμε ποιος ψήφισε ποιον. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ότι ο Χ. μπορούσε να λάβει ψήφους από συναδέλφους τους οποίους θα αντάμειβε στη συνέχεια δεν ήταν βάσιμος. Τα μηνύματα που απέστειλε ο X. απευθύνονταν σε συναδέλφους του αγγλικού γλωσσικού τμήματος και σε άλλους συναδέλφους προσωπικά. Η πλειονότητα των δικαιούχων δεν ήταν μέλη της συνδικαλιστικής οργανώσεως της οποίας ο Χ. ήταν μέλος. Πολύ λίγοι αποδέκτες ήταν πιθανό να προωθηθούν (τρία από τα 67 άτομα που προτάθηκαν, ένα εκ των οποίων είναι μέλος αυτής της συνδικαλιστικής οργάνωσης). Το επιχείρημα ότι ο Χ. θα ευνοούσε τα μέλη της συνδικαλιστικής του οργανώσεως δεν ευσταθεί. Όπως αποδεικνύεται αντικειμενικά από το γεγονός, και τα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ήταν αδέξια, αλλά όχι κακόβουλα. Τέλος, σε αυτά τα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο κ. X. δήλωσε σαφώς τη δέσμευσή του να αξιοποιεί τα προσόντα του, στο πλαίσιο των προαγωγών, και να υπερασπίζεται το γενικό συμφέρον του προσωπικού της ΕΟΚΕ.

- Σημείωμα του κ. X. της 13ης Ιουλίου 2005:

Ο κ. X. επιβεβαιώνει το σημείωμα του Προέδρου της Επιτροπής Προσωπικού και επαναλαμβάνει ότι στα εκλογικά μηνύματά του επέμεινε στα προσόντα των υποψηφίων για προαγωγή.

Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντων

Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι ο πρόεδρος της ΚΕ δεν κλήθηκε να γνωμοδοτήσει ούτε ενημερώθηκε για τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν κατά του κ. X., ο οποίος από μόνος του αποτελούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο πρόεδρος της JEC έκρινε ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Χ. δεν ήταν κατάλληλα λόγω της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας των εργασιών της JEC και ότι η συμπεριφορά του Χ. ήταν κατακριτέα.

Σημείωσαν ότι ο πρόεδρος της επιτροπής προσωπικού ήταν επίσης ο πρόεδρος της συνδικαλιστικής οργάνωσης, της οποίας ο κ. X. ήταν μέλος. Για τον λόγο αυτό, ο πρόεδρος της επιτροπής προσωπικού δεν μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως αμερόληπτος.

Τέλος, το επιχείρημα της ΕΟΚΕ ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του κ. X. θα πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο προεκλογικής εκστρατείας δεν είναι αποδεκτό ούτε στο πλαίσιο του νόμου, καθώς ο Γενικός Γραμματέας δεν θα πρέπει να αποδέχεται τα πολιτικά ψέματα ως συνήθη και φυσική πρακτική σε μια προεκλογική εκστρατεία. Στο πλαίσιο του ΚΥΚ, το επίμαχο ζήτημα πρέπει να εξεταστεί ως ζήτημα νομιμότητας. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θα πρέπει να επανεξετάζει και να διορθώνει όλες τις παραβιάσεις της νομιμότητας.

Οι καταγγέλλοντες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία τους ήταν βάσιμη και ζήτησαν από τον Διαμεσολαβητή να το επιβεβαιώσει.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ και των παρατηρήσεων των καταγγελλόντων, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την ΕΟΚΕ να διευκρινίσει:

  1. το βάσιμο του αιτήματός της να κηρυχθεί απαράδεκτη η καταγγελία·
  2. τη νομική διάταξη ή αρχή, βάσει της οποίας δεν αποκλείστηκε η δυνατότητα προσβολής της απόφασης της επιτροπής προσωπικού να διορίσει ένα μέλος της ΚΕ.

Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την ΕΟΚΕ να παράσχει αντίγραφο των κανόνων σχετικά με τη σύνθεση, τις διαδικασίες και τα καθήκοντα της ΚΕ, ιδίως της απόφασης αριθ. 238/01 A της 23ης Ιουλίου 2001 σχετικά με τη σύνθεση και τη λειτουργία της ΚΕ και της απόφασης αριθ. 511/04 A της 15ης Δεκεμβρίου 2004 για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 238/01 A.

Τέλος, σημείωσε ότι, στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες προέβαλαν έναν νέο ισχυρισμό ότι ο πρόεδρος της ΚΕ έπρεπε να κληθεί να γνωμοδοτήσει ή να ενημερωθεί για τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν κατά ενός μέλους της ΚΕ. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελούσε μέρος της αρχικής καταγγελίας και δεδομένου ότι δεν είχαν προηγηθεί διοικητικές προσεγγίσεις στο θέμα αυτό, θεώρησε ότι ο νέος αυτός ισχυρισμός δεν θα εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

Συμπληρωματική απάντηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Η συμπληρωματική απάντηση της ΕΟΚΕ μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Όσον αφορά την παρατήρηση σχετικά με το απαράδεκτο της διοικητικής ενστάσεως, η ΕΟΚΕ επισήμανε ότι σκόπευε απλώς να παραπέμψει στο επιχείρημα ότι οι επικρίσεις έπρεπε να αφορούν την απόφαση της επιτροπής προσωπικού περί διορισμού του κ. X. ως μέλους της ΜΕΚ και όχι την απόφαση αριθ. 034/05 A του Προέδρου της ΕΟΚΕ.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η νομική βάση για τον διορισμό των μελών της ΜΕΕ είναι το άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης αριθ. 511/04 A του Προεδρείου της 15ης Δεκεμβρίου 2004, το οποίο ορίζει τα εξής:

«Άρθρο 2

1. Les membres du Comité sont désignés, paritairement, par le Secrétaire général et le Comité du personnel, lesquels doivent assurer une représentation équilibrée de l'ensemble des fonctionnaires. Le Président est désigné par le Secrétaire général après consultation du Comité du Personnel.»

Η ΕΟΚΕ τονίζει εκ νέου το πλαίσιο εντός του οποίου εστάλη το μήνυμα του κ. X. Πρόσθεσε ότι η συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκει ο Χ. κέρδισε τις εκλογές με σημαντική πλειοψηφία, κερδίζοντας 9 από τις 11 έδρες. Η συνδικαλιστική οργάνωση των καταγγελλόντων έλαβε μία έδρα, παρά τις πληροφορίες που παρείχε στους ψηφοφόρους σχετικά με το μήνυμα του Χ. Φαίνεται ότι οι ψηφοφόροι δεν αντέδρασαν θετικά σε αυτές τις πληροφορίες. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, με την ελπίδα ενός καλύτερου αποτελέσματος, οι καταγγέλλοντες επιθυμούσαν να μετατοπίσουν την έμφαση της εκλογικής συζήτησης από τις πολιτικές ιδέες κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης σε μια πιο νομική σφαίρα.

Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, ο Πρόεδρος της ΕΟΚΕ έπρεπε να διορίσει τα μέλη που πρότεινε η Επιτροπή Προσωπικού για τη ΜΕΕ. Σε περίπτωση παράβασης ή ουσιώδους διοικητικού σφάλματος, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αντιδράσει και να διακόψει τον διορισμό που προτείνει η επιτροπή προσωπικού. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ δεν θεωρεί ότι ισχύει κάτι τέτοιο.

Η ΕΟΚΕ δεν θα μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά, διότι η παρεμπόδιση διορισμού που προτείνεται από την επιτροπή προσωπικού θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται κρυφή κύρωση για τον υπάλληλο, η οποία δεν θα είχε νομική βάση στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Τέλος, η ΕΟΚΕ επανέλαβε τα διάφορα μέτρα που έλαβε για το θέμα αυτό και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στην προκειμένη περίπτωση.

Τελικές παρατηρήσεις των καταγγελλόντων

Με επιστολή της 19ης Απριλίου 2006, οι καταγγέλλοντες αναγνώρισαν ότι ο νέος ισχυρισμός που περιλαμβανόταν στις παρατηρήσεις τους δεν μπορούσε να αποτελέσει μέρος της παρούσας έρευνας.

Οι τελικές παρατηρήσεις των καταγγελλόντων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Οι καταγγέλλοντες επανέλαβαν ότι έκριναν ότι τα πολιτικά ψέματα του κ. X. δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν.

Προσθέτουν ότι η συνδικαλιστική οργάνωση του Χ. δεν κέρδισε τις εκλογές με σημαντική πλειοψηφία, καθώς έλαβε το 52,27% των ψήφων, ενώ η συνδικαλιστική οργάνωση των καταγγελλόντων είχε λάβει το 39,23% των ψήφων. Επιπλέον, ήταν εσφαλμένο να δηλωθεί ότι η συνδικαλιστική οργάνωση των καταγγελλόντων ενημέρωσε τους ψηφοφόρους σχετικά με το μήνυμα του Χ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, διότι το πρώτο ενημερωτικό σημείωμά της εκδόθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2004, ενώ οι εκλογές διεξήχθησαν στις 7 Οκτωβρίου 2004. Σε αντίθεση με τη δήλωση της ΕΟΚΕ, η συνδικαλιστική οργάνωση των καταγγελλόντων επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει το μήνυμα του κ. Χ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.

Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η ΕΟΚΕ φαίνεται να επέλεξε να αποφύγει τη σύναψη διαφοράς με τις διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις εις βάρος της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας των μελών της ΚΕ. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ προσπάθησε να μετατρέψει την καταγγελία των καταγγελλόντων σε εικαζόμενη συνδικαλιστική διαφορά, προκειμένου να αποφύγει την ευθύνη της και να αποφύγει να απαντήσει σαφώς στις ερωτήσεις που της τέθηκαν.

Οι καταγγέλλοντες σημείωσαν ότι ο Γενικός Γραμματέας υπέβαλε τις ανησυχίες του στον Πρόεδρο της ΚΕ, ο οποίος, στο σημείωμά του της 8ης Ιουλίου 2005, εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη της ΚΕ ούτε ενημερώθηκε για την κατάσταση πριν από την έναρξη των εργασιών της.

Σημείωσαν επίσης ότι ο Γενικός Γραμματέας απευθύνθηκε σε περιορισμένο κοινό, δηλαδή στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη συνδικαλιστική οργάνωση των καταγγελλόντων και στους προέδρους της Επιτροπής Προσωπικού και της ΚΕΕ.

Οι καταγγέλλοντες παρέπεμψαν στην υπόθεση T-396/03 Vanhellemont κατά Επιτροπής, στην οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής να μην ενεργήσει στο πλαίσιο της εκλογικής διαδικασίας της επιτροπής προσωπικού (2).

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και απόφαση αριθ. 511/04 A, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με την κοινή επιτροπή αξιολόγησης

Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) προβλέπει, εν προκειμένω, τα εξής:

Άρθρο 9: "1. Δημιουργούνται: α) εντός κάθε ιδρύματος:

- μια επιτροπή προσωπικού, η οποία μπορεί να οργανώνεται σε τμήματα για τους διάφορους τόπους υπηρεσίας·

- μία ή περισσότερες μεικτές επιτροπές, ανάλογα με τον αριθμό των υπαλλήλων στους τόπους υπηρεσίας·

(...) τα οποία ασκούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. (...)

2. Η σύνθεση και η διαδικασία των οργάνων καθορίζονται από κάθε όργανο σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ. (...)

3. Η επιτροπή προσωπικού εκπροσωπεί τα συμφέροντα του προσωπικού έναντι του οργάνου στο οποίο υπάγεται (...). Συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας παρέχοντας έναν δίαυλο για την έκφραση γνώμης από το προσωπικό. (...)".

Το παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης προβλέπει ότι:

«Η μεικτή επιτροπή ή η επιτροπή ενός θεσμικού οργάνου αποτελείται από:

- έναν πρόεδρο που διορίζεται κάθε χρόνο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή,

- τακτικά και αναπληρωματικά μέλη που διορίζονται ταυτόχρονα σε ίσο αριθμό από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και από την επιτροπή προσωπικού.»

Η απόφαση αριθ. 511/04 A, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, του Προεδρείου της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 238/01A, της 23ης Ιουλίου 2001, του Προεδρείου της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, σχετικά με τη σύσταση της JEC, προβλέπει, εν προκειμένω, τα εξής:

Άρθρο 2: "1. Les membres du Comité sont désignés, paritairement, par le Secrétaire général et le Comité du personnel, lesquels doivent assurer une représentation équilibrée de l'ensemble des fonctionnaires (...)".

Άρθρο 3: "1. Le Président et les membres sont désignés pour une période de deux ans (...)».

Άρθρο 4: "1. Le Comité est chargé de soumettre à l'Autorité investie du pouvoir de nomination des avis sur les fonctionnaires qu'il considère les plus méritants pour obtenir une promotion, après examen comparatif des mérites des fonctionnaires ayant vocation à la promotion au 31 décembre de l'exercice en cours, ainsi que des rapports de notation dont ils ont fait l'objet. (...)".

Άρθρο 5: "1. L'Autorité investie du pouvoir de nomination procède aux promotions après avoir pris connaissance des avis du Comité paritaire de promotion. (...)".

Άρθρο 6: "1. Le Comité se réunit au moins deux fois pas an, sur convocation de son Président ou à la demande du secrétaire général. Il délibère valablement si tous les membres titulaires sont présents ou représentés, selon les différentes compositions prévues à l'article 2 (soit, correspondingment, six(quatre), huit et dix membres).

2. Le Comité procèdera, pour chaque grade, à l'examen comparatif des mérites de l'ensemble des fonctionnaires promouvables, en tenant compte des points de promouvabilité cumulés par chacun de ces fonctionnaires depuis leur dernière promotion et en vérifiant leur cohérence avec les commentaires des rapports de notation. (...)".

Άρθρο 7: "3. Les avis du Comité sont pris à la majorité absolue de voix des membres titulaires présents ou représentés (...)».

2 Ισχυρισμός ότι η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή δεν διασφάλισε ότι οι διαδικασίες της κοινής επιτροπής αξιολόγησης είναι αμερόληπτες, αξιόπιστες και νόμιμες, καθώς και ο σχετικός ισχυρισμός

2.1 Οι καταγγέλλοντες ενεργούν για λογαριασμό συνδικαλιστικής οργάνωσης υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η ένσταση στρέφεται κατά απόφασης του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ) (απόφαση αριθ. 034/05 A της 8ης Φεβρουαρίου 2005) σχετικά με τη σύνθεση της μεικτής επιτροπής αξιολόγησης (ΜΕΚ) έως τις εκλογές για την επιτροπή προσωπικού που επρόκειτο να διεξαχθούν το 2006. Οι καταγγέλλοντες αμφισβήτησαν την απόφαση αυτή στο μέτρο που προσδιόρισε ότι ο Χ. θα ήταν μέλος της ΚΟΕ και, ειδικότερα, ένα από τα μέλη που διορίστηκαν από την επιτροπή προσωπικού. Υποστήριξαν ότι ο Χ. είχε αποστείλει μηνύματα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την εκλογή της επιτροπής προσωπικού, από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι, αν εκλεγόταν, θα ευνοούσε συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού, ιδίως τους συναδέλφους του από το αγγλικό γλωσσικό τμήμα και τα μέλη της συνδικαλιστικής του οργανώσεως. Οι καταγγέλλοντες είχαν θέσει το θέμα στον Γενικό Γραμματέα της ΕΟΚΕ στις 19 Νοεμβρίου, 25 Νοεμβρίου και 23 Δεκεμβρίου 2004. Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα, μεταξύ άλλων, σχετικά με i) τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων ότι η ΕΟΚΕ δεν διασφάλισε την αμεροληψία, την αξιοπιστία και τη νομιμότητα των εργασιών της ΜΕΕ και ii) τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων ότι το προαναφερθέν μέλος της ΜΕΕ θα πρέπει να αντικατασταθεί.

2.2 Στις γνωμοδοτήσεις της, η ΕΟΚΕ απέρριψε τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων, προβάλλοντας τα ακόλουθα επιχειρήματα:

  1. Οι υποσχέσεις που γίνονται στο πλαίσιο μιας εκλογικής εκστρατείας μπορεί να είναι ποικίλες και δεν δεσμεύουν απαραίτητα τους συντάκτες τους σε μια συγκεκριμένη πορεία δράσης.
  2. Ακόμη και αν ο Χ. δήλωσε ότι θα έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα συμφέροντα του αγγλικού γλωσσικού τμήματος, ανέφερε επίσης ότι θα εργαζόταν προς το συμφέρον όλου του προσωπικού.
  3. Δεν υπήρχε τρόπος για τον κ. X. να γνωρίζει ποιος τον ψήφισε και να ανταμείψει όσους το είχαν πράξει.
  4. Ο κ. X. ήταν μέλος της JEC για πολλά χρόνια και δεν υπήρχαν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι η εντιμότητα και η αμεροληψία του ήταν αμφισβητήσιμες. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τον πρόεδρο της JEC, ο οποίος πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για ένα μέλος της JEC να επηρεάσει τις αποφάσεις της JEC υπέρ ενός συγκεκριμένου υπαλλήλου.
  5. Ο κ. X. διορίστηκε από την Επιτροπή Προσωπικού βάσει συλλογικής απόφασης που ελήφθη από εκπροσώπους εκλεγμένους από το προσωπικό της ΕΟΚΕ. Εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης των καταγγελλόντων ήταν παρόντες και είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους. Αν η διοικητική αρχή δεν επιθυμούσε τον διορισμό του Χ., θα έπρεπε να προσβάλει απόφαση των εκπροσώπων του προσωπικού. Ωστόσο, μια τόσο σοβαρή απόφαση απαιτούσε σοβαρούς και καλά αιτιολογημένους λόγους. Σε περίπτωση παράβασης ή ουσιώδους διοικητικού σφάλματος («dans le cas d'un délit ou d'une faute administrative substantielle»), η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να εμποδίσει τον διορισμό που προτείνει η επιτροπή προσωπικού. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ δεν θεώρησε ότι αυτό συνέβαινε στην περίπτωση του διορισμού του κ. X. Τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες, τα οποία δεν κατέδειξαν ότι ο κ. X. αλλοίωσε τη λειτουργία της ΚΕ προς όφελος των ψηφοφόρων του, ήταν σαφώς ανεπαρκή.

2.3 Στις τελικές παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες επισήμαναν, μεταξύ άλλων, ότι ο πρόεδρος της ΚΕ εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη του ούτε ενημερώθηκε για την κατάσταση πριν από την έναρξη των εργασιών της ΚΕ. Παραπέμπουν επίσης στην υπόθεση Τ-396/03, Vanhellemont κατά Επιτροπής (3), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής να μην ενεργήσει στο πλαίσιο της εκλογικής διαδικασίας της επιτροπής προσωπικού.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει καταρχάς ότι η παρούσα έρευνα αφορά το ζήτημα του κατά πόσον η απόφαση αριθ. 034/05 A, της 8ης Φεβρουαρίου 2005, του Προέδρου της ΕΟΚΕ, συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης, στο μέτρο που καθόριζε ότι ο κ. X. θα ήταν μέλος της ΚΕΟ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, επρόκειτο για παράλειψη της ΕΟΚΕ να διασφαλίσει ότι οι εργασίες της ΜΕΕ θα ήταν αμερόληπτες, αξιόπιστες και νόμιμες. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν αφορά την ακεραιότητα ή την κανονικότητα της εκλογικής διαδικασίας ούτε το ζήτημα κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής Προσωπικού να διορίσει τον κ. X. ως μέλος συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει εν προκειμένω ότι η απόφαση αυτή σχετικά με τον κ. X. δεν κοινοποιήθηκε στον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

2.5 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, ένας υπάλληλος

«ασκεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί κατά τρόπο αντικειμενικό, αμερόληπτο και σύμφωνα με το καθήκον πίστης που υπέχει έναντι των Κοινοτήτων» και «δεν ασχολείται, κατά την άσκηση των καθηκόντων του (...) με θέματα στα οποία έχει, άμεσα ή έμμεσα, προσωπικό συμφέρον ικανό να θίξει την ανεξαρτησία του, και ιδίως οικογενειακά και οικονομικά συμφέροντα».

Το άρθρο 8 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς ορίζει ότι:

"1. Ο υπάλληλος είναι αμερόληπτος και ανεξάρτητος. Ο υπάλληλος απέχει από κάθε αυθαίρετη ενέργεια που θίγει το κοινό, καθώς και από κάθε προτιμησιακή μεταχείριση για οποιονδήποτε λόγο. 2. Η συμπεριφορά του υπαλλήλου δεν πρέπει ποτέ να καθοδηγείται από προσωπικό, οικογενειακό ή εθνικό συμφέρον ή από πολιτικές πιέσεις. Ο υπάλληλος δεν συμμετέχει σε απόφαση με την οποία αυτός ή κάποιο στενό μέλος της οικογένειάς του έχει οικονομικό συμφέρον.»

2.6 Ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από το προσωπικό των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών όχι μόνο να ασκεί τα καθήκοντά του αμερόληπτα, αλλά και να αποδεικνύει την αμεροληψία του, αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που θα μπορούσε εύλογα να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία του (4). Επιπλέον, οι αρχές της χρηστής διοικήσεως απαιτούν από το οικείο κοινοτικό όργανο ή οργανισμό να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζει τόσο το υποστατό όσο και την εντύπωση αμεροληψίας κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων που ανατίθενται στα μέλη του προσωπικού του. Αυτό που διακυβεύεται, στο πλαίσιο αυτό, είναι η εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέει η κοινοτική διοίκηση στο κοινό ή, όσον αφορά τη διοίκηση θεμάτων προσωπικού, στο προσωπικό της.

2.7 Το ζήτημα της τηρήσεως των απαιτήσεων αμεροληψίας σε περίπτωση όπως η υπό κρίση πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει υποκειμενικού κριτηρίου, δηλαδή βάσει των προσωπικών πεποιθήσεων και προδιαθέσεων του οικείου εκπροσώπου του προσωπικού, αλλά και βάσει αντικειμενικού κριτηρίου (5). Στο πλαίσιο αυτού του δεύτερου κριτηρίου, πρέπει να εξακριβωθεί αν η διοίκηση παρείχε επαρκείς εγγυήσεις για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις προαναφερθείσες απαιτήσεις αμεροληψίας. Στο πλαίσιο του αντικειμενικού κριτηρίου, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξακριβωθεί, εν προκειμένω, αν υπήρχαν εξακριβώσιμα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχαν περιέλθει σε γνώση της ΕΟΚΕ πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του Χ., ο οποίος, υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου του προσωπικού στη ΜΕΚ, θα ασχολείτο με ζητήματα προσωπικού. Από την άποψη αυτή, ακόμη και τα φαινόμενα μπορεί να έχουν μεγάλη σημασία.

2.8 Εν προκειμένω, ο Χ. ανέφερε, με μήνυμα που απέστειλε στις 6 Οκτωβρίου 2004 στους συναδέλφους του στο αγγλικό γλωσσικό τμήμα, τα εξής:

«Θα συνεχίσω να εργάζομαι προς το συμφέρον όλου του προσωπικού· Περιττό να πω ότι όλα τα άλλα πράγματα είναι ίσα, θα κάνω επίσης ό, τι μπορώ για να υπερασπιστώ τα συμφέροντα του αγγλικού τμήματος. Το έχω πράξει επανειλημμένα στο παρελθόν, σε διάφορες διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση σχετικά με τις προσλήψεις, τις νέες θέσεις, τις συμβάσεις, τις προαγωγές κ.λπ.· Το χέρι μου έχει σίγουρα ενισχυθεί από τη συμμετοχή μου στην Επιτροπή Προσωπικού. Εάν επανεκλεγώ, ελπίζω να διοριστώ εκ νέου στην επιτροπή προαγωγών. Οι προαγωγές γίνονται βάσει προσωπικών φακέλων, μορίων και αρχαιότητας, αλλά, περιττό να πούμε, υπάρχει κάποιο περιθώριο ελιγμών σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις· Πιστεύω ότι υπερασπίστηκα με συνέπεια και επιτυχία τα συμφέροντα του Τομέα μας, όσον αφορά τις προαγωγές και τις νέες θέσεις».

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ανωτέρω δήλωση θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως υπόσχεση εκ μέρους του κ. X. να ευνοήσει, ως μέλος της ΜΕΕ, τα συμφέροντα των συναδέλφων του στο αγγλικό γλωσσικό τμήμα στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο το θεσμικό όργανο, και ειδικότερα ο Γενικός Γραμματέας, με την επιστολή του της 7ης Δεκεμβρίου 2004, ήτοι πολύ πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καταδίκασε τη δήλωση αυτή, όπως και ο Πρόεδρος της ΚΕ, με επιστολή του της 8ης Ιουλίου 2005, στην οποία ανέφερε ότι θεωρούσε τη δήλωση ασυμβίβαστη με την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα μέλους της ΚΕ. Εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρχαν μέλη του αγγλικού γλωσσικού τμήματος που μπορούσαν να προαχθούν. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα μπορούσαν να εγερθούν εύλογες και αντικειμενικά δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς την αμερόληπτη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων του κ. X. ως μέλους της ΜΕΚ, οι οποίες προφανώς όντως εγείρονται, όπως αποδεικνύεται από αδιαμφισβήτητα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη της ΕΟΚΕ πολύ πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής της. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η συμμετοχή στην ΕΔΣ άλλων μελών των οποίων η αμεροληψία δεν αμφισβητήθηκε δεν αναιρεί το βάσιμο της παρούσας έρευνας (6). Πράγματι, σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο σημείο 2.6 ανωτέρω συνεπάγονται ότι η συμμετοχή στην ΚΕΟ ενός προσώπου του οποίου η αμεροληψία μπορεί ευλόγως να αμφισβητηθεί πρέπει να θεωρηθεί ικανή να υπονομεύσει τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας της ΚΕΟ και τη σχετική διοικητική διαδικασία όσον αφορά τις προαγωγές (7). Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν αποδέχεται τα προαναφερθέντα επιχειρήματα (i) - (iv) που προέβαλε η ΕΟΚΕ προς στήριξη της απόρριψης του ισχυρισμού.

2.9 Όσον αφορά το επιχείρημα v) που προέβαλε η ΕΟΚΕ, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, κατά την επιλογή των μελών της ΜΕΕ από την επιτροπή προσωπικού, την ευθύνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις προαναφερθείσες απαιτήσεις αμεροληψίας φέρει, κατά πρώτο λόγο, η επιτροπή προσωπικού. Το όργανο αυτό δεν απαλλάσσεται από την προηγούμενη ευθύνη του απλώς και μόνο επειδή έχει ήδη επιλέξει τους υπαλλήλους που θα συμμετάσχουν στην ΚΕΟ. Ως εκ τούτου, εάν υποβληθεί σχετική ένσταση στη διοίκηση της ΕΟΚΕ πριν από την έκδοση της απόφασής της σχετικά με τη σύνθεση της ΚΕ, το θεσμικό όργανο πρέπει, πρώτον, να εξακριβώσει αν το ζήτημα είχε τεθεί υπόψη της επιτροπής προσωπικού και είχε εξεταστεί από αυτήν. Σε αντίθετη περίπτωση, η ΕΟΚΕ θα πρέπει, τουλάχιστον κατ’ αρχήν (8), να παραπέμψει το θέμα στην επιτροπή προσωπικού και να την καλέσει να εξετάσει τη διοικητική ένσταση και, με τον τρόπο αυτό, είτε να επιβεβαιώσει είτε να τροποποιήσει την απόφασή της επιλογής εντός εύλογης προθεσμίας. Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν στον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της παρούσας έρευνάς του, φαίνεται ότι η ΕΟΚΕ δεν έλαβε τέτοια μέτρα. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει σχετική επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.

Επιπλέον, η ΕΟΚΕ δεν αμφισβήτησε ότι, στο πλαίσιο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασής της, είχε την εξουσία να επανεξετάσει την επιλογή της επιτροπής προσωπικού και να μην την αποδεχθεί, στον βαθμό που δεν θα ήταν συμβατή με τους σχετικούς κανόνες που δεσμεύουν την επιτροπή προσωπικού. Μολονότι δεν είναι επαρκώς σαφής και ακριβής, η ΕΟΚΕ αναφέρθηκε, στην πραγματικότητα, στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να ασκήσει την εξουσία αυτή, δηλαδή σε περίπτωση που της παρέχονται σοβαροί και επαρκώς αιτιολογημένοι λόγοι ή σε περίπτωση παράβασης ή ουσιώδους διοικητικού σφάλματος. Η ΕΟΚΕ επισήμανε επίσης ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι καταγγέλλοντες δεν είχαν αποδείξει ότι ο κ. X. είχε προβεί σε ενέργειες που αποσκοπούσαν στη στρέβλωση της λειτουργίας της ΜΕΕ και προς όφελος των ψηφοφόρων του. Ο Διαμεσολαβητής δεν αποδέχεται τη συλλογιστική αυτή. Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, το μήνυμα του κ. X. της 6ης Οκτωβρίου 2004 δημιουργούσε εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία και την αντικειμενικότητά του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως μέλους της ΚΕΟ. Και η διασφάλιση τόσο της πραγματικής όσο και της φαινομενικής αμεροληψίας σε περιπτώσεις όπως η παρούσα αποτελεί κανόνα δεσμευτικό για την επιτροπή προσωπικού, ο οποίος προάγει σημαντικό κοινοτικό συμφέρον. Το γεγονός και μόνον ότι οι καταγγέλλοντες δεν απέδειξαν στην ΕΟΚΕ ότι ο κ. X. επιχείρησε να στρεβλώσει τη λειτουργία της ΜΕΕ προς όφελος των ψηφοφόρων του δεν ασκεί επιρροή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η ΕΟΚΕ παρέλειψε να παράσχει βάσιμους και επαρκείς λόγους για την άρνησή της να ικανοποιήσει το αίτημα των καταγγελλόντων της 25ης Νοεμβρίου 2004 (το οποίο επαναλήφθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2004) σχετικά με τη συμμετοχή του κ. X. στη ΜΕΕ. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.

2.10 Όσον αφορά το αίτημα των καταγγελλόντων για αντικατάσταση του κ. X., ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η ισχύς της προσβαλλόμενης απόφασης έληξε κατά τις εκλογές του 2006 για την Επιτροπή Προσωπικού. Για τον λόγο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις του στα σημεία 2.4 και 2.9 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί δικαιολογημένο να εξετάσει αυτόν τον ισχυρισμό ή να υποβάλει σχετική πρόταση φιλικής λύσης.

3 Εικαζόμενη παράλειψη απάντησης

3.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η ΕΟΚΕ δεν απάντησε στις επιστολές τους της 23ης Δεκεμβρίου 2004 και της 14ης Φεβρουαρίου 2005.

3.2 Οι αρχές της χρηστής διοίκησης, οι οποίες ενσωματώνονται στο άρθρο 13 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, απαιτούν από την ΕΟΚΕ να απαντήσει στις εν λόγω επιστολές που αποστέλλονται από τους καταγγέλλοντες. Ωστόσο, φαίνεται ότι η ΕΟΚΕ ούτε απάντησε στις επιστολές των καταγγελλόντων ούτε εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξε . Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη τα πορίσματά του στο σημείο 2.8 ανωτέρω και ότι, στο πλαίσιο τόσο της προηγούμενης αλληλογραφίας της με τους καταγγέλλοντες όσο και εκείνης που αφορά την παρούσα έρευνα, η ΕΟΚΕ εξέφρασε τις απόψεις της σχετικά με το ζήτημα (της σύνθεσης της ΚΕΕ) στο οποίο αναφέρονται οι καταγγέλλοντες στις επιστολές τους της 23ης Δεκεμβρίου 2004 και της 14ης Φεβρουαρίου 2005 ,, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.

4 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

Οι αρχές της χρηστής διοικήσεως επιβάλλουν στο προσωπικό των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών όχι μόνο να ασκεί τα καθήκοντά του με αμεροληψία, αλλά και να αποδεικνύει την αμεροληψία του, αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που θα μπορούσε ευλόγως να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία του. Επιπλέον, οι αρχές της χρηστής διοικήσεως απαιτούν από το οικείο κοινοτικό όργανο ή οργανισμό να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζει τόσο το υποστατό όσο και την εντύπωση αμεροληψίας κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων που ανατίθενται στα μέλη του προσωπικού του.

Στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσαν να προβληθούν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμερόληπτη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων του κ. X. ως μέλους της ΚΕ, οι οποίες προφανώς όντως προβλήθηκαν, βάσει αδιαμφισβήτητων πραγματικών περιστατικών (περιεχόμενο του μηνύματος του κ. X. που εστάλη στους συναδέλφους του στο αγγλικό γλωσσικό τμήμα στις 6 Οκτωβρίου 2004), ή τέθηκαν υπόψη της ΕΟΚΕ πολύ πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής της σχετικά με τη σύνθεση της ΚΕ.

Η ευθύνη για τη διασφάλιση της τήρησης των προαναφερόμενων απαιτήσεων αμεροληψίας κατά την επιλογή των μελών της ΚΕΑ από την επιτροπή προσωπικού βαρύνει, κατά πρώτο λόγο, την ίδια την επιτροπή προσωπικού. Εάν υποβληθεί σχετική ένσταση στο θεσμικό όργανο πριν από την έκδοση της απόφασής του σχετικά με τη σύνθεση της ΚΕ, το θεσμικό όργανο πρέπει, πρώτον, να εξακριβώσει αν το ζήτημα είχε τεθεί υπόψη της επιτροπής προσωπικού και είχε εξεταστεί από αυτήν. Εάν αποδειχθεί ότι αυτό δεν συνέβη, το θεσμικό όργανο θα πρέπει, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, να παραπέμψει το ζήτημα στην επιτροπή προσωπικού, καλώντας την να εξετάσει τη διοικητική ένσταση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, είτε να επιβεβαιώσει είτε να τροποποιήσει την απόφασή του επιλογής εντός εύλογης προθεσμίας. Φαίνεται ότι η ΕΟΚΕ δεν έλαβε τέτοια μέτρα στην προκειμένη περίπτωση. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Επιπλέον, η ΕΟΚΕ δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να δεχθεί το αίτημα των καταγγελλόντων της 25ης Νοεμβρίου 2004 (το οποίο επαναλήφθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2004) σχετικά με τη συμμετοχή του κ. Χ. στην ΚΕ. Πρόκειται για άλλο ένα κρούσμα κακοδιοίκησης.

Τέλος, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, η ΕΟΚΕ θα έπρεπε να είχε απαντήσει στις επιστολές των καταγγελλόντων της 23ης Δεκεμβρίου 2004 και της 14ης Φεβρουαρίου 2005. Φαίνεται ότι η ΕΟΚΕ ούτε απάντησε στις επιστολές των καταγγελλόντων ούτε εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξε. Πρόκειται επίσης για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της ΕΟΚΕ θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η επιτροπή επιθυμεί να παραπέμψει στο σημείωμα της 25ης Νοεμβρίου 2004.

(2) Υπόθεση T-396/03 Vanhellemont κατά Επιτροπής, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί:

«52 Selon une jurisprudence constante, il résulte de l’article 9, paragraphe 2, du statut et, en général, du pouvoir d’organisation que chaque institution exerce dans le domaine de sa propre compétence ainsi que de son devoir d’assurer à ses fonctionnaires la possibilité de désigner leurs représentants en toute liberté et dans le respect des règles démocratiques, que les institutions ont non seulement le droit, mais encore l’obligation, d’intervenir d’office au cas où elles éprouveraient un doute sur la régularité de l’élection du comité du staff, et quelles son encore tenues de statue sur les rés rés rés de los réss rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés les rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés rés les à. ordonnance du Président de la Cour du 11 juin 1985, Diezler e.a./CES, 146/85 R, Rec. σ. 1805, σημείο 6 ; arrêt du Tribunal du 8 mars 1990, Maindiaux e.a./CES, T-28/89, Συλλογή σ. II-59, σημείο 32).

53 Ce devoir d’intervention d’office des institutions pour assurer la régularité des élections comprend également celui de créer des conditions de sécurité juridique et de résoudre avec effet obligatoire des questions douteuses, sans que l’institution doive attendre qu’un conflit plus grave se produise à leur sujet. Les pouvoirs qui appartiennent aux institutions en vertu de leur devoir d’assurer la régularité des élections comprennent donc celui de prendre des mesures préventives (arrêt Maindiaux e.a./CES, σημείο 52 ανωτέρω, σημείο 32).»

(3) Υπόθεση T-396/03 Vanhellemont κατά Επιτροπής, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψεις 52 και 53.

(4) Βλ. την απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 751/2000/(BB)IJH και ιδίως την παράγραφο 4 του σχεδίου σύστασης που αναφέρεται σε αυτήν.

(5) Πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω διπλό κριτήριο εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο πλαίσιο του άρθρου 6 παράγραφος 1 (πρβλ., π.χ., απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 24.2.1993, Fey, σειρά A αριθ. 255, παράγραφοι 28-30), το οποίο μπορεί επίσης να εφαρμόζεται σε διοικητικές διαδικασίες (βλ., π.χ., απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 10.2.1983, Albert και Le Compte, σειρά A αριθ. 58).

(6) Βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 22.6.1989, Langborger, σειρά A αριθ. 155, παράγραφος 35.

(7) Βλ. απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 829/2004/PB, σημεία 4.5 και 4.6.

(8) Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μην απαιτείται από το θεσμικό όργανο να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο όταν η καταγγελία είναι καταχρηστική ή προδήλως αβάσιμη. Ωστόσο, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή δεν προέβη σε τέτοια διαπίστωση στην προκειμένη περίπτωση.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!