Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 760/2005/GG - Κανόνες σχετικά με ειδική άδεια για εθνικούς εμπειρογνώμονες
Απόφαση
Υπόθεση 760/2005/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 14 Μαρτίου 2005 - Σύσταση σχετικά με Πέμπτη | 02 Φεβρουαρίου 2006 - Απόφαση στις Τετάρτη | 08 Νοεμβρίου 2006
Η καταγγέλλουσα εργαζόταν για την Επιτροπή ως αποσπασμένη εθνική εμπειρογνώμων. Το αίτημά της για χορήγηση ειδικής άδειας προκειμένου να εμφανιστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προβλέπουν αυτή τη δυνατότητα για τους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω απόρριψη επιφέρει διακρίσεις, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων τυγχάνουν του ευεργετήματος ειδικής άδειας σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή υπαινίχθηκε ότι, πρώτον, η όποια άνιση μεταχείριση ενδεχομένως υπήρχε εξηγείτο από τις αντικειμενικές διαφορές μεταξύ υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων και, δεύτερον, ότι κατ' ουσίαν δεν υπήρχε άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων, δεδομένου ότι η απουσία ειδικής διάταξης που επιτρέπει τη χορήγηση ειδικής άδειας σε αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες σε παρόμοιες περιπτώσεις αντισταθμιζόταν από τη δυνατότητα εξασφάλισης ειδικής άδειας για άλλους λόγους.
Ο Διαμεσολαβητής δεν θεώρησε πειστική τη θέση της Επιτροπής διότι η Επιτροπή (i) δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων της δίνουν το δικαίωμα να τους επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση κατά την αξιολόγηση των αιτήσεών τους για τη χορήγηση ειδικής άδειας προκειμένου να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου και (ii) δεν απέδειξε ότι υπάλληλοι και αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες απολάμβαναν ίσης μεταχείρισης.
Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε, ως φιλικό διακανονισμό, να εξετάσει η Επιτροπή το ενδεχόμενο τροποποίησης ή αποσαφήνισης των υπαρχόντων κανόνων ώστε να διασφαλιστεί η δυνατότητα χορήγησης άδειας στους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους στις περιπτώσεις που πρέπει να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου. Καθώς η Επιτροπή δεν δέχθηκε την πρόταση, ο Διαμεσολαβητής την επανέλαβε υπό τη μορφή σχεδίου σύστασης.
Στην αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε, χωρίς να προβαίνει σε περαιτέρω ανάλυση, ότι θα μελετούσε την πρόταση του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο μιας μελλοντικής, πιο συνολικής εξέτασης του καθεστώτος των αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή σημείωσε ότι, παρ' όλα αυτά, χορηγήθηκε στην καταγγέλλουσα μία επιπλέον ημέρα κανονικής άδειας για το 2006.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η απάντηση αυτή δεν ήταν ικανοποιητική, καθώς δεν αποτελούσε ανάληψη δέσμευσης για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Μη θεωρώντας δικαιολογημένη την υποβολή ειδικής έκθεσης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση διατυπώνοντας επικριτική παρατήρηση.
Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε επίσης τη λύπη του για το γεγονός ότι η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής δεν αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή για να επιδείξει την προσήλωσή της στις αρχές της χρηστής διοίκησης και ανακοίνωσε την πρόθεσή του να εξετάσει, μαζί με τον αρμόδιο Επίτροπο, τους προσφορότερους τρόπους για την προαγωγή πνεύματος εξυπηρέτησης στην εν λόγω Γενική Διεύθυνση.
Στρασβούργο, 8 Νοεμβρίου 2006
Αξιότιμη κυρία S.,
Στις 25 Φεβρουαρίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τη χορήγηση ειδικής άδειας σε εθνικούς εμπειρογνώμονες που είναι αποσπασμένοι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στις 14 Μαρτίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 17 Ιουνίου 2005 (γαλλικό πρωτότυπο) και στις 28 Ιουνίου 2005 (γερμανική μετάφραση). Σας τη διαβίβασα στις 21 Ιουνίου 2005 (γαλλικό πρωτότυπο) και στις 29 Ιουνίου 2005 (γερμανική μετάφραση) με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 20 Ιουλίου 2005.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2005, υπέβαλα στην Επιτροπή πρόταση φιλικού διακανονισμού. Ενημερωθήκατε σχετικά την ίδια ημέρα. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 21 Νοεμβρίου 2005 (γαλλικό πρωτότυπο) και στις 8 Δεκεμβρίου 2005 (γερμανική μετάφραση). Σας τη διαβίβασα στις 24 Νοεμβρίου 2005 (γαλλικό πρωτότυπο) και στις 12 Δεκεμβρίου 2005 (γερμανική μετάφραση) με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 18 Δεκεμβρίου 2005.
Στις 2 Φεβρουαρίου 2006, απηύθυνα σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή. Ενημερωθήκατε σχετικά την ίδια ημέρα. Η Επιτροπή απέστειλε την εμπεριστατωμένη γνώμη της στις 12 Ιουνίου 2006. Σας το διαβίβασα στις 16 Ιουνίου 2006, χρησιμοποιώντας τη διεύθυνση στις Βρυξέλλες που είχα χρησιμοποιήσει για όλη την αλληλογραφία μέχρι σήμερα.
Στις 13 Ιουλίου 2006, γράψατε για να με ενημερώσετε για αλλαγή διεύθυνσης. Δεδομένου ότι από την επιστολή αυτή κατάλαβα ότι δεν είχατε λάβει ακόμη την επιστολή μου της 16ης Ιουνίου 2006, διαβίβασα αντίγραφο της εν λόγω επιστολής και της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής στη νέα σας διεύθυνση στις 23 Αυγούστου 2006. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2006, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων εργάστηκε ως αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας («ΑΕΕ») για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το 2004 κλήθηκε να παρουσιαστεί ως μάρτυρας ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου. Το αίτημά της για ειδική άδεια μίας ημέρας για το σκοπό αυτό απορρίφθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2004 με την αιτιολογία ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προέβλεπαν αυτή τη δυνατότητα για τους ΑΕΕ. Στις 15 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε εσωτερική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») κατά της απόφασης αυτής. Στην καταγγελία αυτή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τα πρόσωπα που κλήθηκαν να παραστούν ως μάρτυρες ήταν υποχρεωμένα να συμμορφωθούν με την εν λόγω διαταγή. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η υποχρέωση να παραστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου δεν εξαρτάται από τη θέση του αρμόδιου προσώπου στην Επιτροπή. Προσθέτει ότι η κατάθεση δεν αποτελεί ευχαρίστηση και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι σκόπιμο να υποχρεωθούν οι ΑΕΕ να χρησιμοποιούν για τον σκοπό αυτό μια ημέρα από το δικαίωμά τους σε ετήσια άδεια.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η καταγγελία αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Επιτροπή με την αιτιολογία ότι οι ΑΕΕ δεν έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Το άρθρο 6 του παραρτήματος V του ΚΥΚ προβλέπει ότι στους υπαλλήλους μπορεί να χορηγείται, κατόπιν αιτήσεώς τους, ειδική άδεια επιπλέον της ετήσιας άδειας.
Σύμφωνα με τον τίτλο II.β.3 («Κάλεσμα») του παραρτήματος της απόφασης C(2004) 1587 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με τις άδειες, στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό μπορεί να χορηγηθεί ειδική άδεια μίας εργάσιμης ημέρας εάν κληθούν να καταθέσουν σε υπόθεση που δεν τους αφορά άμεσα και προσωπικά. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές δεν προβλέπεται ειδική άδεια για τους ΑΕΕ.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση χορήγησης ειδικής άδειας στους ΑΕΕ όταν καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου συνιστά διάκριση. Ισχυρίστηκε ότι μια ημέρα θα πρέπει να πιστωθεί στον λογαριασμό αδείας της για το 2004 και ότι οι ισχύοντες κανόνες θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να προβλέπουν ειδική άδεια για τους ΑΕΕ με τον ίδιο τρόπο όπως και για τους υπαλλήλους στις περιπτώσεις που καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Ενώ οι υπάλληλοι υπάγονταν στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, οι ΑΕΕ υπάγονταν αποκλειστικά στην απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 που διέπει τη θέση τους (1) («απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004»). Ως εκ τούτου, οι δύο αυτές κατηγορίες προσωπικού υπόκειντο σε διαφορετικούς κανόνες.
Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ήταν εργοδότης των ΑΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004, οι ΑΕΕ παρέμειναν στην υπηρεσία των εργοδοτών τους καθ’ όλη τη διάρκεια της απόσπασής τους και συνέχισαν να αμείβονται από τους εργοδότες τους.
Επομένως, δεν υφίστατο καμία εκ του νόμου σχέση ή άλλη εργασιακή σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των ΑΕΕ, μολονότι, για πρακτικούς κυρίως λόγους, οι ΑΕΕ εξαρτώνταν από την Επιτροπή όσον αφορά ορισμένα από τα δικαιώματά τους, ιδίως στον τομέα της άδειας. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε χορηγήσει στους ΑΕΕ ορισμένο αριθμό ημερών κανονικής και ειδικής άδειας. Επιπλέον, και κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του εργοδότη του ΑΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί, κατά περίπτωση, έως και δύο ημέρες ειδικής άδειας ανά δωδεκάμηνο, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004. Η καταγγέλλουσα έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας στις 14 Απριλίου και στις 10 Δεκεμβρίου 2004.
Ωστόσο, στις 22 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή προσέθεσε το ακόλουθο εδάφιο (2) στο άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004:
«Κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του ΑΕΕ, μπορεί να χορηγηθεί πρόσθετη ειδική άδεια από τον προϊστάμενο μονάδας του ΑΕΕ σε συμφωνία με τον προϊστάμενο μονάδας που είναι αρμόδιος για τους ανθρώπινους πόρους της οικείας Γενικής Διεύθυνσης, εάν η εν λόγω ειδική άδεια μετ’ αποδοχών είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής. Ενημερώνεται η ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης.»
Η Επιτροπή είχε τηρήσει πλήρως την απόφασή της της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι δεν ήταν εργοδότης των ΑΕΕ, δεν ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει την παρούσα απόφαση προκειμένου να χορηγήσει ad hoc άδεια προκειμένου να επιτρέψει στους ΑΕΕ να παραστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου.
Η Επιτροπή έχει ήδη χορηγήσει στους ΑΕΕ πολλές δυνατότητες άδειας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των αναγκών που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια της απόσπασης.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα τροποποίηση της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα χορήγησης πρόσθετων ημερών άδειας, είχε πρόσφατα εγκριθεί, η Επιτροπή ήταν έτοιμη να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημερήσια άδεια για το 2005. Η προσφορά αυτή έγινε αποκλειστικά με σκοπό την επίλυση του ζητήματος και είχε ως κίνητρο το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα είχε ζητήσει άδεια προκειμένου να συμμορφωθεί με καθήκον που της είχε επιβληθεί ως πολίτης. Δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως προηγούμενο όσον αφορά τον χειρισμό των δικαιωμάτων άδειας των ΑΕΕ ή όσον αφορά το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι υπηρεσίες της επί του θέματος.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα αναγνώρισε την προσφορά της Επιτροπής να της χορηγήσει πρόσθετη ημερήσια άδεια. Εκφράζει, ωστόσο, την άποψη ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον οικείο τομέα.
Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η δυνατότητα χορήγησης ειδικής άδειας δύο ημερών σε ΑΕΕ κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του εργοδότη του δεν είναι συναφής στο παρόν πλαίσιο, αλλά δικαιολογείται από τη θέση των ΑΕΕ, οι οποίοι παρέμειναν στην υπηρεσία των εργοδοτών τους και συνέχισαν να αμείβονται από αυτούς. Θεώρησε επίσης ότι το νέο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 δεν ήταν πιθανό να συμβάλει στην επίλυση μελλοντικών υποθέσεων παρόμοιας φύσης, δεδομένου ότι απαιτούσε η χορήγηση άδειας να είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής και ότι η παρούσα υπόθεση δημιουργούσε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η Επιτροπή είχε πράγματι συμφέρον να δει τους ΑΕΕ να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους ως πολίτες.
Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι η χορήγηση άδειας στους ΑΕΕ αποφασίστηκε μόνο από την Επιτροπή και μόνο από αυτήν. Κατά την άποψή της, δεν υπήρχε κανένας λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε τους ΑΕΕ διαφορετικά από τους υπαλλήλους της όσον αφορά την εκπλήρωση των καθηκόντων που επιβάλλονται στους ΑΕΕ υπό την ιδιότητά τους ως πολιτών.
ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ
Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, η Διαμεσολαβήτρια δεν ήταν ικανοποιημένη από το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει επαρκώς στον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας και στον δεύτερο ισχυρισμό της.
Η πρόταση για μια φιλική λύσηΤο άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή (3) δίνει εντολή στον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο προκειμένου να εξαλειφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης και να ικανοποιηθεί ο καταγγέλλων.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:
Η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης ή αποσαφήνισης των υφιστάμενων κανόνων, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες μπορούν να λαμβάνουν ειδική άδεια υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να παρίστανται ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου.
Η παρούσα πρόταση βασίστηκε στα ακόλουθα προκαταρκτικά συμπεράσματα:
Η θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση δεν ήταν απολύτως σαφής. Φάνηκε, ωστόσο, ότι η Επιτροπή φαίνεται να ακολουθεί δύο κύριες γραμμές επιχειρηματολογίας. Πρώτον, η Επιτροπή φαίνεται να αφήνει να εννοηθεί ότι θεωρούσε ότι η ενδεχόμενη άνιση μεταχείριση εξηγείται από τις αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των υπαλλήλων και των ΑΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση. Δεύτερον, η Επιτροπή φαίνεται να υπαινίσσεται ότι, κατ’ ουσίαν, δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων και των ΑΕΕ, δεδομένου ότι η απουσία ειδικής διάταξης που να επιτρέπει ειδική άδεια σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ΑΕΕ πρέπει να παρίστανται ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου αντισταθμίζεται από τη δυνατότητα λήψης ειδικής άδειας υπό άλλους τίτλους.
Ωστόσο, όσον αφορά την πρώτη επιχειρηματολογία, η Επιτροπή δεν παρέσχε ικανοποιητική εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους οι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων και των ΑΕΕ θα μπορούσαν να της παράσχουν το δικαίωμα να μεταχειρίζεται τις δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων με διαφορετικό τρόπο όταν καλείται να αποφανθεί επί των αιτήσεων ειδικής άδειας για να παραστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου. Όσον αφορά τη δεύτερη επιχειρηματολογία της Επιτροπής, η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 14, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 δεν φαίνεται να αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι υπάλληλοι και οι ΑΕΕ τυγχάνουν, κατ’ ουσίαν, ίσης μεταχειρίσεως. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 θα μπορούσε να έχει σημασία στο παρόν πλαίσιο μόνο εάν η Επιτροπή ήταν πρόθυμη να δεχθεί ότι η χορήγηση ειδικής άδειας στους ΑΕΕ, στις περιπτώσεις που πρέπει να παραστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου, ήταν προς το συμφέρον της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου σαφές ότι αυτό όντως συνέβαινε. Ακόμη και αν οι παρατηρήσεις της Επιτροπής έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις όπως αυτή του καταγγέλλοντος, η ανάγκη διασφάλισης νομικής σαφήνειας θα απαιτούσε να εκφραστεί η άποψη αυτή με επαρκή ακρίβεια από την Επιτροπή.
Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η παράλειψη της Επιτροπής να αντιμετωπίσει ισότιμα τους υπαλλήλους και τους ΑΕΕ, όσον αφορά τις αιτήσεις για ειδική άδεια παράστασης ως μαρτύρων ενώπιον δικαστηρίου ή, εναλλακτικά, η παράλειψη της Επιτροπής να διευκρινίσει ότι ερμηνεύει τους ισχύοντες κανόνες κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον τομέα αυτό, θα μπορούσε να συνιστά κακοδιοίκηση.
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Μολονότι, από νομικής απόψεως, η ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου διέφερε από εκείνη των ΑΕΕ και μολονότι η Επιτροπή δεν ήταν εργοδότης των ΑΕΕ, είχε πάντοτε την πεποίθηση ότι οι κανόνες που ισχύουν για τους ΑΕΕ δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι εισάγουν διακρίσεις. Όσον αφορά την άδεια, και προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των ΑΕΕ και μεταξύ των ΑΕΕ και των δημοσίων υπαλλήλων (οι οποίοι έλαβαν περισσότερες ημέρες ειδικής άδειας), η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει άδεια 2,5 εργάσιμων ημερών για κάθε ολόκληρο μήνα υπηρεσίας των ΑΕΕ, δηλαδή συνολικά 30 ημέρες ετησίως. Συγκριτικά, ο δημόσιος υπάλληλος δικαιούνταν άδεια 2 ημερών μηνιαίως, ήτοι 24 ημερών ετησίως.
Με την ευκαιρία της τελευταίας αναθεώρησης της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή είχε επίσης την πρόθεση να επιτύχει μια δίκαιη κατάσταση,
- ευθυγραμμίζει τον αριθμό των ημερών άδειας που χορηγούνται στους ΑΕΕ λόγω γέννησης παιδιού με τον αριθμό των ημερών άδειας που χορηγούνται στους δημόσιους υπαλλήλους (ο οποίος αυξήθηκε από 2 σε 10 όταν τροποποιήθηκε ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης το 2004)·
- χορηγεί στους ΑΕΕ νέα άδεια 2 ημερών σε περίπτωση μετακόμισης κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους· και
- πρόσθεσε τη δυνατότητα νέας, πρόσθετης ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ, όταν αυτή η ειδική άδεια μετ’ αποδοχών είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής.
Εκτός από κανονική άδεια 30 ημερών, οι ΑΕΕ διέθεταν πλέον εννέα είδη ειδικής άδειας και τις δύο δυνατότητες πρόσθετης άδειας που προβλέπονται στα εδάφια 1 και 2 του άρθρου 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004.
Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή επιθυμεί να επιμείνει ότι δεν υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων και ΑΕΕ όσον αφορά την ειδική άδεια σε περίπτωση κλήτευσης μάρτυρα ενώπιον δικαστηρίου, στον βαθμό που η απουσία τέτοιας ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ αντισταθμίζεται από τον μεγαλύτερο αριθμό ημερών τακτικής άδειας.
Το γεγονός ότι οι ΑΕΕ παραπέμπονται στα κράτη μέλη τους, με σκοπό την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας επί του θέματος αυτού, ενώ ταυτόχρονα τους παρέχεται η δυνατότητα να απουσιάζουν από την εργασία τους όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου, ιδίως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου η κατάθεση δεν συνδεόταν με τις δραστηριότητες των ΑΕΕ κατά τη διάρκεια της απόσπασής τους στην Επιτροπή, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εισάγει διακρίσεις.
Η Επιτροπή κατέληξε δηλώνοντας ότι θεωρεί ότι ενήργησε σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες που ισχύουν για τους ΑΕΕ. Προσέθεσε ότι είχε ήδη χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα κανονικής άδειας για το 2005 και ότι αυτό είχε γίνει αποκλειστικά με σκοπό την εξεύρεση λύσης για την παρούσα υπόθεση.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. Ανέφερε επίσης ότι η πρόσθετη ημερήσια άδεια δεν είχε ακόμη πιστωθεί στον λογαριασμό αδείας της.
Η εκτίμηση του ΔιαμεσολαβητήΒάσει της γνώμης της Επιτροπής και των σχετικών παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί φιλική λύση.
ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Το σχέδιο σύστασηςΣτις 2 Φεβρουαρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης (4):
Η Επιτροπή θα πρέπει να τροποποιήσει ή να αποσαφηνίσει τους υφιστάμενους κανόνες για να διασφαλίσει ότι οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες μπορούν να λάβουν ειδική άδεια υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους στις περιπτώσεις που πρέπει να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου και να εφαρμόσουν τους κανόνες αυτούς στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.
Το εν λόγω σχέδιο σύστασης βασίστηκε στην άποψη του Διαμεσολαβητή ότι συνιστά κακοδιοίκηση η παράλειψη της Επιτροπής να αντιμετωπίσει ισότιμα τους υπαλλήλους και τους ΑΕΕ, όσον αφορά τις αιτήσεις για ειδική άδεια παράστασης ενώπιον δικαστηρίου ή, εναλλακτικά, η παράλειψη της Επιτροπής να διευκρινίσει ότι ερμηνεύει τους ισχύοντες κανόνες κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον τομέα αυτό.
Η εμπεριστατωμένη γνώμη της ΕπιτροπήςΣτην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι ενέμεινε στη θέση της όσον αφορά την παρούσα αιτίαση. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι θα μελετήσει την πρόταση του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο μιας μελλοντικής, πιο ολοκληρωμένης εξέτασης της κατάστασης των ΑΕΕ. Εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με το πότε θα πραγματοποιηθεί η εν λόγω εξέταση. Η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα κανονικής άδειας για το 2006.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τη θέση της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή είχε καταστήσει σαφές ότι δεν είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Επανέλαβε την άποψή της ότι η Επιτροπή προβαίνει σε διακρίσεις εις βάρος των ΑΕΕ.
Η καταγγέλλουσα ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να μην περατώσει την έρευνά του, αλλά να προβεί σε ταχεία λήψη απόφασης, ώστε να μπορέσει να ζητήσει νομική προστασία από τη μορφή διάκρισης που θεωρούσε ότι υπήρχε στον σχετικό τομέα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εικαζόμενη διάκριση όσον αφορά την ειδική άδεια για αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες1.1 Ο καταγγέλλων εργάστηκε ως αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας («ΑΕΕ») για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το 2004 κλήθηκε να παρουσιαστεί ως μάρτυρας ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου. Το αίτημά της για ειδική άδεια μίας ημέρας για το σκοπό αυτό απορρίφθηκε από την Επιτροπή στις 14 Οκτωβρίου 2004 με την αιτιολογία ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προέβλεπαν αυτή τη δυνατότητα.
1.2 Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση χορήγησης ειδικής άδειας στους ΑΕΕ όταν καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου συνιστά διάκριση, δεδομένου ότι είναι δυνατή η χορήγηση ειδικής άδειας σε υπαλλήλους υπό παρόμοιες συνθήκες. Ισχυρίστηκε ότι μια ημέρα θα πρέπει να πιστωθεί στον λογαριασμό αδείας της για το 2004 και ότι οι ισχύοντες κανόνες θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να προβλέπουν ειδική άδεια για τους ΑΕΕ με τον ίδιο τρόπο όπως και για τους υπαλλήλους στις περιπτώσεις που καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου.
1.3 Στη γνώμη της, η Επιτροπή τόνισε ότι, ενώ οι υπάλληλοι υπόκεινται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»), οι ΑΕΕ υπόκεινται αποκλειστικά στην απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 που διέπει τη θέση τους (5) («απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004»). Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι δεν ήταν ο εργοδότης των ΑΕΕ, οι οποίοι παρέμειναν στην υπηρεσία των εργοδοτών τους καθ’ όλη τη διάρκεια της απόσπασής τους και συνέχισαν να αμείβονται από τους εργοδότες τους. Επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν υφίστατο καμία εκ του νόμου σχέση ή άλλη εργασιακή σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των ΑΕΕ, μολονότι, για πρακτικούς κυρίως λόγους, οι ΑΕΕ αυτοί εξαρτώνταν από την Επιτροπή όσον αφορά ορισμένα από τα δικαιώματά τους, ιδίως στον τομέα των αδειών. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, παρά ταύτα, χορήγησε στους ΑΕΕ ορισμένο αριθμό ημερών κανονικής και ειδικής άδειας. Επιπλέον, και κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του εργοδότη του ΑΕΕ, η Επιτροπή θα μπορούσε να χορηγήσει ειδική άδεια διάρκειας έως δύο ημερών ανά δωδεκάμηνο κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004.
Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι το ακόλουθο εδάφιο προστέθηκε πρόσφατα (6) στο άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004:
«Κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του ΑΕΕ, μπορεί να χορηγηθεί πρόσθετη ειδική άδεια από τον προϊστάμενο μονάδας του ΑΕΕ σε συμφωνία με τον προϊστάμενο μονάδας που είναι αρμόδιος για τους ανθρώπινους πόρους της οικείας Γενικής Διεύθυνσης, εάν η εν λόγω ειδική άδεια μετ’ αποδοχών είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής. Ενημερώνεται η ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης.»
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε τηρήσει πλήρως την απόφασή της της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στην παρούσα υπόθεση και ότι είχε ήδη χορηγήσει στους ΑΕΕ πολλές δυνατότητες άδειας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των αναγκών που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά τη διάρκεια της απόσπασης.
Προσέθεσε, ωστόσο, ότι, δεδομένου ότι η προσφάτως εγκριθείσα τροποποίηση της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 προέβλεπε τη δυνατότητα χορήγησης πρόσθετων ημερών άδειας, ήταν έτοιμη να χορηγήσει στην καταγγέλλουσα πρόσθετη ημέρα άδειας για το 2005. Η Επιτροπή τόνισε ότι η προσφορά αυτή έγινε αποκλειστικά με σκοπό την επίλυση του ζητήματος και είχε ως κίνητρο το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα είχε ζητήσει άδεια προκειμένου να συμμορφωθεί με καθήκον που της είχε επιβληθεί ως πολίτης. Προσέθεσε ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί ως προηγούμενο όσον αφορά τον χειρισμό των δικαιωμάτων άδειας των ΑΕΕ ή όσον αφορά το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι υπηρεσίες της επί του θέματος.
1.4 Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την εν λόγω γνώμη, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της.
1.5 Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή είχε προτείνει να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημερήσια άδεια. Ωστόσο, η Επιτροπή προσέθεσε ότι η προσφορά αυτή έγινε με σκοπό την επίλυση του ζητήματος. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα είχε καταστήσει σαφές, στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της Επιτροπής, ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει ικανοποιητικά στη γενικότερη πτυχή της καταγγελίας της, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί διακανονισμός στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, έπρεπε να εξεταστεί επί της ουσίας η περίπτωση του καταγγέλλοντος, δηλαδή η προβαλλόμενη διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και ΑΕΕ όσον αφορά τη χορήγηση ειδικής άδειας.
1.6 Στις 6 Σεπτεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή πρόταση φιλικής λύσης, με την οποία την κάλεσε να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης ή αποσαφήνισης των ισχυόντων κανόνων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΑΕΕ μπορούν να λαμβάνουν ειδική άδεια υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να παρίστανται ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου.
1.7 Με την απάντησή της στην πρόταση αυτή, η Επιτροπή επισήμανε ότι στους ΑΕΕ χορηγείται άδεια 2,5 εργάσιμων ημερών για κάθε πλήρη μήνα υπηρεσίας, ήτοι συνολικά 30 ημέρες ετησίως, ενώ στους δημοσίους υπαλλήλους χορηγείται άδεια μόνο 2 ημερών μηνιαίως, ήτοι 24 ημερών ετησίως. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι, με την ευκαιρία της τελευταίας αναθεώρησης της απόφασής της της 27ης Φεβρουαρίου 2004, 1) είχε ευθυγραμμίσει τον αριθμό των ημερών για τις οποίες χορηγήθηκε άδεια στους ΑΕΕ λόγω της γέννησης παιδιού με τον αριθμό των ημερών για τις οποίες χορηγήθηκε άδεια στους δημόσιους υπαλλήλους, 2) είχε χορηγήσει νέα άδεια 2 ημερών στους ΑΕΕ σε περίπτωση μετακόμισης κατά την ανάληψη καθηκόντων και 3) είχε προσθέσει τη δυνατότητα νέας, πρόσθετης ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ, όταν η εν λόγω ειδική άδεια μετ’ αποδοχών ήταν προς το συμφέρον της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, πέραν της κανονικής άδειας των 30 ημερών, οι ΑΕΕ διέθεταν πλέον εννέα είδη ειδικής άδειας και τις δύο δυνατότητες πρόσθετης άδειας που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο και δεύτερο εδάφιο της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα αυτά, η Επιτροπή επέμεινε ότι δεν υπήρχε άνιση μεταχείριση μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων και των ΑΕΕ όσον αφορά την ειδική άδεια σε περίπτωση κλήτευσης να παραστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου, στον βαθμό που η απουσία τέτοιας ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ αντισταθμιζόταν από τον μεγαλύτερο αριθμό ημερών τακτικής άδειας. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι το γεγονός ότι οι ΑΕΕ παραπέμπονται στα κράτη μέλη τους, με σκοπό την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας επί του θέματος αυτού, ενώ ταυτόχρονα τους παρέχεται η δυνατότητα να απουσιάζουν από την εργασία τους όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου, ιδίως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου η κατάθεση δεν συνδεόταν με τις δραστηριότητες των ΑΕΕ κατά τη διάρκεια της απόσπασής τους στην Επιτροπή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει διακρίσεις.
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θεωρούσε ότι είχε ενεργήσει σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες που ισχύουν για τους ΑΕΕ. Προσέθεσε ότι είχε ήδη χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα κανονικής άδειας για το 2005 και ότι αυτό είχε γίνει αποκλειστικά με σκοπό την επίτευξη λύσης στην παρούσα υπόθεση.
1.8 Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την εν λόγω γνώμη, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. Ανέφερε επίσης ότι η πρόσθετη ημέρα άδειας δεν είχε ακόμη πιστωθεί στον λογαριασμό άδειάς της.
1.9 Ο Διαμεσολαβητής δεν θεώρησε πειστικές τις εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, στις 2 Φεβρουαρίου 2006 απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή (7). Στο εν λόγω σχέδιο σύστασης, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να τροποποιήσει ή να αποσαφηνίσει τους υφιστάμενους κανόνες ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες μπορούν να λάβουν ειδική άδεια υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους στις περιπτώσεις που πρέπει να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου και να εφαρμόσουν τους κανόνες αυτούς στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.
1.10 Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι εμμένει στη θέση της όσον αφορά την παρούσα αιτίαση. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι θα μελετήσει την πρόταση του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο μιας μελλοντικής, πιο ολοκληρωμένης εξέτασης της κατάστασης των ΑΕΕ. Εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με το πότε θα πραγματοποιηθεί η εν λόγω εξέταση. Η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα κανονικής άδειας για το 2006.
1.11 Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τη θέση της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή είχε καταστήσει σαφές ότι δεν είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Επανέλαβε την άποψή της ότι η Επιτροπή προβαίνει σε διακρίσεις εις βάρος των ΑΕΕ. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να μην περατώσει την έρευνά του, αλλά να λάβει ταχεία απόφαση.
1.12 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι από το παράρτημα της απόφασης C(2004) 1587 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με τις άδειες (αποσπάσματα των οποίων υποβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα), προκύπτει ότι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Επιτροπής μπορούν να λάβουν ειδική άδεια μίας εργάσιμης ημέρας εάν κληθούν να καταθέσουν σε υπόθεση που δεν τους αφορά άμεσα και προσωπικά. Ωστόσο, το σχετικό κείμενο επισημαίνει ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν προβλέπεται ειδική άδεια για τους ΑΕΕ. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, φαίνεται να υφίσταται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων (και του λοιπού προσωπικού), αφενός, και των ΑΕΕ, αφετέρου.
1.13 Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή τόνισε τις διαφορές μεταξύ των υπαλλήλων και των ΑΕΕ. Οι παρατηρήσεις αυτές φαίνεται να υποδηλώνουν ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι τυχόν άνιση μεταχείριση εξηγείται από τις αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των υπαλλήλων και των ΑΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά διάκριση. Ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των υπαλλήλων, αφενός, και των ΑΕΕ, αφετέρου. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι αυτό που πρέπει να συγκριθεί στην παρούσα υπόθεση δεν είναι η θέση αυτών των κατηγοριών υπαλλήλων της Επιτροπής εν γένει, αλλά η θέση τους όσον αφορά τη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής όταν καλούνται από δικαστήριο να παραστούν ως μάρτυρες σε υπόθεση που δεν τους αφορά άμεσα ή προσωπικά. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι πρόσωπο το οποίο καλείται να καταθέσει υπό τις περιστάσεις αυτές εκπληρώνει καθήκον που υπέχει υπό την ιδιότητά του ως πολίτη. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο το γεγονός ότι ένα πρόσωπο είναι υπάλληλος ή ΑΕΕ θα μπορούσε να έχει σημασία στο πλαίσιο αυτό. Το καθήκον συμμόρφωσης με αίτημα του δικαστηρίου να εμφανιστεί ως μάρτυρας απορρέει από το καθήκον που έχει ο ενδιαφερόμενος ως πολίτης και όχι από την ιδιότητά του ως υπαλλήλου ή ΑΕΕ. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν έχει αποδειχθεί με ποιον τρόπο οι διαφορές μεταξύ του αντίστοιχου καθεστώτος των μονίμων υπαλλήλων και των ΑΕΕ θα μπορούσαν να δώσουν στην Επιτροπή το δικαίωμα να μεταχειρίζεται διαφορετικά αυτές τις δύο κατηγορίες προσωπικού όταν πρόκειται να αποφασίσει σχετικά με αιτήσεις για ειδική άδεια για να εμφανιστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δεν φαίνεται να εμμένει στην επιχειρηματολογία αυτή στην απάντησή της στην πρότασή του για φιλική λύση. Ωστόσο, η Επιτροπή τονίζει εκ νέου στην απάντηση αυτή ότι δεν είναι ο εργοδότης των ΑΕΕ, αλλά ότι οι ΑΕΕ εξακολουθούν να απασχολούνται από τις εθνικές αρχές που τους αποσπούν στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι οι αποφάσεις σχετικά με την άδεια όσον αφορά τους ΑΕΕ λαμβάνονται από την ίδια και όχι από τις εθνικές αρχές απόσπασης. Επομένως, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είναι εργοδότης των ΑΕΕ είναι άνευ σημασίας στο παρόν πλαίσιο.
1.14 Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή φαίνεται να βασίζεται στο γεγονός ότι οι ισχύοντες κανόνες προβλέπουν περαιτέρω δυνατότητες χορήγησης ειδικής άδειας στους ΑΕΕ, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των αναγκών που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια της απόσπασης. Στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στις διαφορές μεταξύ υπαλλήλων και δημοσίων υπαλλήλων όσον αφορά την κανονική άδεια. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι, κατ’ ουσίαν, δεν υπήρξε άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων και των ΑΕΕ, δεδομένου ότι η απουσία ειδικής διάταξης που να επιτρέπει ειδική άδεια σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ΑΕΕ πρέπει να παρίστανται ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι οι ΑΕΕ λαμβάνουν πιο κανονική άδεια από τους υπαλλήλους και από τη δυνατότητα λήψης ειδικής άδειας υπό άλλους τίτλους.
1.15 Για την εξέταση του επιχειρήματος αυτού, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να γίνει διάκριση μεταξύ κανονικής και ειδικής άδειας.
1.16 Όσον αφορά την κανονική άδεια, είναι αληθές ότι οι ΑΕΕ λαμβάνουν άδεια 30 εργάσιμων ημερών ετησίως, ενώ το βασικό δικαίωμα των υπαλλήλων προβλέπει άδεια μόνο 24 εργάσιμων ημερών. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και η απόφαση C(2004) 1587 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με τις άδειες προβλέπουν ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής δικαιούνται περαιτέρω ημέρες άδειας λόγω της ηλικίας τους (έως 6 ημέρες) και της κατηγορίας τους (έως 3 ημέρες), και ότι προστίθεται ο χρόνος μετακίνησης (έως 6 ημέρες), ανάλογα με την απόσταση μεταξύ του τόπου υπηρεσίας και του τόπου καταγωγής των εν λόγω υπαλλήλων. Όσον αφορά τους ΑΕΕ, το άρθρο 14 παράγραφος 5 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 ορίζει ότι το δικαίωμα ετήσιας άδειας 30 εργάσιμων ημερών «θεωρείται εξαντλητικό. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ η κανονική άδεια των ΑΕΕ ανέρχεται σε κάθε περίπτωση σε 30 εργάσιμες ημέρες ετησίως, οι υπάλληλοι λαμβάνουν τουλάχιστον 24 ημέρες στις οποίες προστίθενται ορισμένες επιπλέον ημέρες, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Επομένως, η σύγκριση μεταξύ του δικαιώματος άδειας των ΑΕΕ (30 ημέρες) και του δικαιώματος βασικής άδειας των υπαλλήλων (24 ημέρες) φαίνεται ακατάλληλη. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν εξήγησε πώς μια τέτοια διαφορά μεταξύ ΑΕΕ και υπαλλήλων όσον αφορά το δικαίωμα κανονικής άδειας θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά την ειδική άδεια. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να σημειωθεί ότι η ίδια η Επιτροπή αναφέρει ότι πρόσφατα ευθυγράμμισε τον αριθμό των ημερών (ειδικής) άδειας που χορηγούνται στους ΑΕΕ λόγω γέννησης παιδιού με τον αριθμό των ημερών άδειας που χορηγούνται στους δημόσιους υπαλλήλους. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι, ακόμη και κατά την άποψη της ίδιας της Επιτροπής, οι ΑΕΕ και οι υπάλληλοι είναι συγκρίσιμοι τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένα είδη ειδικών αδειών.
1.17 Όσον αφορά την ειδική άδεια, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στο πλαίσιο αυτό.
1.18 Το πρώτο εδάφιο της διάταξης αυτής προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης στους ΑΕΕ έως και δύο ημερών ειδικής άδειας εντός περιόδου 12 μηνών. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους μπορεί να χορηγηθεί η εν λόγω ειδική άδεια, δεν φαίνεται να αποκλείεται η επίκληση της διάταξης αυτής σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ΑΕΕ πρέπει να παραστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται μόνο όταν ο εργοδότης του ΑΕΕ υποβάλλει δεόντως καθορισμένο αίτημα, ενώ οι υπάλληλοι μπορούν οι ίδιοι να ζητήσουν απευθείας από την Επιτροπή ειδική άδεια σε παρόμοιες περιπτώσεις. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει το πολύ δύο ημέρες ειδικής άδειας ανά 12 μήνες, ενώ οι κανόνες που ισχύουν για τους υπαλλήλους θα μπορούσαν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η ειδική άδεια μιας ημέρας μπορεί να χορηγείται κάθε φορά που ο υπάλληλος πρέπει να καταθέσει ενώπιον δικαστηρίου. Στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι η ερμηνεία αυτή ήταν δυνατή. Επομένως, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 δεν αρκεί για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι οι υπάλληλοι και οι ΑΕΕ τυγχάνουν, κατ’ ουσίαν, ίσης μεταχείρισης.
1.19 Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004, το οποίο προστέθηκε στη διάταξη αυτή το 2005, δεν περιέχει τέτοιο περιορισμό. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο όταν η ειδική άδεια που ζητεί ο ΑΕΕ είναι «προς το συμφέρον της Επιτροπής». Επομένως, η σχετική διάταξη θα μπορούσε να έχει σημασία στο παρόν πλαίσιο μόνον εάν η Επιτροπή ήταν πρόθυμη να δεχθεί ότι η χορήγηση ειδικής άδειας στους ΑΕΕ σε περιπτώσεις κατά τις οποίες καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Στην πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι τα σχόλια που είχε διατυπώσει η Επιτροπή στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία θα μπορούσαν επίσης να ερμηνευθούν με την αντίθετη έννοια. Ωστόσο, στην απάντησή της στην εν λόγω πρόταση, η Επιτροπή απέφυγε να διευκρινίσει αν θεωρεί ότι η χορήγηση ειδικής άδειας στους ΑΕΕ που πρέπει να παραστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου είναι ή μπορεί να είναι «προς το συμφέρον της Επιτροπής». Ακόμη και αν οι παρατηρήσεις της Επιτροπής έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις όπως αυτή του καταγγέλλοντος, η ανάγκη να εξασφαλιστεί νομική σαφήνεια θα απαιτούσε να διατυπωθεί η άποψη αυτή με επαρκή ακρίβεια στους σχετικούς κανόνες. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιτευχθεί με την τροποποίηση της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 ή της απόφασής της της 28ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με τις άδειες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο σχετικό τμήμα της τελευταίας απόφασης εξακολουθεί να αναφέρεται ότι «δεν προβλέπεται ειδική άδεια» για τους ΑΕΕ στις περιπτώσεις που καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου.
1.20 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι συνιστά κακοδιοίκηση η παράλειψη της Επιτροπής να αντιμετωπίσει ισότιμα τους υπαλλήλους και τους ΑΕΕ, όσον αφορά τις αιτήσεις για ειδική άδεια παράστασης ως μαρτύρων ενώπιον δικαστηρίου ή, εναλλακτικά, η παράλειψη της Επιτροπής να διευκρινίσει ότι ερμηνεύει τους υφιστάμενους κανόνες κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον τομέα αυτό.
1.21 Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή δήλωσε ότι θα μελετούσε την πρόταση του Διαμεσολαβητή (με την οποία υποτίθεται ότι εννοούσε το σχέδιο σύστασης) στο πλαίσιο μιας μελλοντικής, πληρέστερης εξέτασης της κατάστασης των ΑΕΕ. Ωστόσο, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με το πότε θα πραγματοποιηθεί η εν λόγω εξέταση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δήλωση αυτή δεν συνιστά αποδοχή του σχεδίου σύστασής του. Μια μάλλον αόριστη αναφορά σε πιθανή εξέταση σε απροσδιόριστη ημερομηνία στο μέλλον δεν είναι σαφώς η ίδια με την επιβεβαίωση ότι το σχέδιο σύστασης που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής θα εφαρμοστεί.
1.22 Παρεμπιπτόντως, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή τον είχε ενημερώσει, στη γνωμοδότησή της σχετικά με την πρόταση για φιλική λύση, ότι είχε ήδη χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα κανονικής άδειας για το 2005. Ως εκ τούτου, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα τακτικής άδειας για το 2006. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν έχει σχολιάσει αυτή την προφανή ασυνέπεια, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
1.23 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να προσθέσει, προς αποφυγή τυχόν παρανοήσεων, ότι έχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς τη χορήγηση ειδικής άδειας σε υπάλληλο ο οποίος πρέπει να παραστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το προαναφερθέν συμπέρασμα περί κακοδιοίκησης αφορά την απουσία αντίστοιχης διακριτικής ευχέρειας για τη χορήγηση ειδικής άδειας στους ΑΕΕ ή την παράλειψη της Επιτροπής να διευκρινίσει ότι υφίσταται αντίστοιχη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τις αιτήσεις ειδικής άδειας υπό τις περιστάσεις αυτές. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης χρήσιμο να υπενθυμίσει ότι η παρούσα έρευνα αφορά μόνο περιπτώσεις στις οποίες υπάλληλοι ή ΑΕΕ καλούνται να καταθέσουν σε περιπτώσεις στις οποίες δεν τους αφορούν άμεσα ή προσωπικά. Όπως εξηγεί η απόφαση της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 2004, μια τέτοια ειδική άδεια μπορεί επομένως να χορηγηθεί μόνον αν ο αιτών δεν εμπλέκεται στην υπόθεση, δηλαδή αν δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας και αν ο αιτών δεν είναι ούτε ο διάδικος που ασκεί πολιτική αγωγή ούτε ο αντίδικος σε μια τέτοια υπόθεση.
2 Συμπέρασμα2.1 Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:
Η ορθή διοικητική πρακτική απαιτεί από την Επιτροπή να αποφεύγει τις διακρίσεις μεταξύ του προσωπικού της. Από την έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αντιμετωπίζει τους υπαλλήλους και τους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες (ΑΕΕ) εξίσου όσον αφορά τις αιτήσεις για ειδική άδεια παράστασης ως μαρτύρων ενώπιον δικαστηρίου ή, εναλλακτικά, ότι η Επιτροπή δεν διευκρινίζει ότι ερμηνεύει τους ισχύοντες κανόνες κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον τομέα αυτό. Ελλείψει έγκυρης αιτιολόγησης αυτής της διαφορετικής μεταχείρισης ή, εναλλακτικά, μη αποσαφήνισης των υφιστάμενων κανόνων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η προσέγγιση της Επιτροπής συνιστά κακοδιοίκηση.
2.2 Το άρθρο 3 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει ότι ο Διαμεσολαβητής, αφού υποβάλει σχέδιο σύστασης και αφού λάβει την εμπεριστατωμένη γνώμη του οικείου θεσμικού οργάνου ή οργανισμού, διαβιβάζει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό.
2.3 Στην ετήσια έκθεσή του για το 1998, ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η δυνατότητά του να υποβάλει ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν ανεκτίμητης αξίας για το έργο του. Προσθέτει ότι, ως εκ τούτου, οι ειδικές εκθέσεις δεν θα πρέπει να υποβάλλονται πολύ συχνά, αλλά μόνο σε σχέση με σημαντικά θέματα για τα οποία το Κοινοβούλιο ήταν σε θέση να αναλάβει δράση προκειμένου να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή (8). Η ετήσια έκθεση για το 1998 υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και εγκρίθηκε από αυτό.
2.4 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πιθανές συνέπειες της κακοδιοίκησης που διαπιστώθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αρκούντως σοβαρές ώστε να δικαιολογούν την υποβολή ειδικής έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, παρόλο που η Επιτροπή αρνήθηκε να τροποποιήσει ή να αποσαφηνίσει τους σχετικούς κανόνες, όπως συνέστησε ο Διαμεσολαβητής, χορήγησε τελικά στον καταγγέλλοντα μία επιπλέον ημέρα ειδικής άδειας. Το ζήτημα θα πρέπει φυσικά να επανεξεταστεί εάν ο Διαμεσολαβητής λάβει περαιτέρω καταγγελίες σχετικά με το ίδιο ζήτημα.
2.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αποστείλει αντίγραφο αυτής της απόφασης στην Επιτροπή και θα συμπεριλάβει μια σύντομη περίληψη στην ετήσια έκθεση για το 2006 που θα υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
2.6 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής δεν αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή για να αποδείξει την προσήλωσή της στις αρχές της χρηστής διοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής προτίθεται να εξετάσει, από κοινού με τον αρμόδιο Επίτροπο, τον καλύτερο τρόπο προώθησης μιας νοοτροπίας παροχής υπηρεσιών στην οικεία Γενική Διεύθυνση.
2.7 Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση C(2004) 577 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2004, σχετικά με την τροποποίηση της απόφασης C(2002) 1559 της 30ής Απριλίου 2002, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση C(2003) 406 της 31ης Ιανουαρίου 2003, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή.
(2) Απόφαση C(2005) 872 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 2005.
(3) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(4) Το σχέδιο σύστασης είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(5) Απόφαση C(2004) 577 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2004, σχετικά με την τροποποίηση της απόφασης C(2002) 1559 της 30ής Απριλίου 2002, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση C(2003) 406 της 31ης Ιανουαρίου 2003, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή.
(6) Απόφαση C(2005) 872 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 2005.
(7) Το σχέδιο σύστασης είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(8) Ετήσια έκθεση 1998, σ. 27-28.