FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 760/2005/GG

(Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1))

Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Ο καταγγέλλων εργάζεται ως αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας («ΑΕΕ») για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το 2004, κλήθηκε να εμφανιστεί ως μάρτυρας ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου. Το αίτημά της για ειδική άδεια μίας ημέρας για τον σκοπό αυτό απορρίφθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2004 με το αιτιολογικό ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προέβλεπαν τη δυνατότητα αυτή για τους ΑΕΕ. Στις 15 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε εσωτερική ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») κατά της απόφασης αυτής. Στην καταγγελία αυτή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τα πρόσωπα που κλήθηκαν να εμφανιστούν ως μάρτυρες ήταν υποχρεωμένα να συμμορφωθούν με την εν λόγω εντολή. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η υποχρέωση παράστασης ως μάρτυρα ενώπιον δικαστηρίου δεν εξαρτιόταν από τη θέση που είχε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στην Επιτροπή. Προσθέτει ότι η κατάθεση δεν αποτελεί ευχαρίστηση και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι σκόπιμο να υποχρεωθούν οι ΑΕΕ να χρησιμοποιήσουν μια ημέρα που λαμβάνεται από το δικαίωμά τους σε ετήσια άδεια για τον σκοπό αυτό.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η εν λόγω καταγγελία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Επιτροπή με την αιτιολογία ότι οι ΑΕΕ δεν έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Το άρθρο 6 του παραρτήματος V του ΚΥΚ προβλέπει ότι οι υπάλληλοι μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να λάβουν ειδική άδεια επιπλέον της ετήσιας άδειας.

Σύμφωνα με τον τίτλο II.β.3 («Κλήσεις») του παραρτήματος της απόφασης C(2004) 1587 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με την άδεια, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό μπορούν να λάβουν ειδική άδεια μίας εργάσιμης ημέρας εάν κληθούν να καταθέσουν σε υπόθεση που δεν τους αφορά άμεσα και προσωπικά. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές δεν προβλέπεται ειδική άδεια για τους ΑΕΕ.

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση χορήγησης ειδικής άδειας στους ΑΕΕ όταν καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου συνιστούσε διάκριση. Ισχυρίστηκε ότι μια ημέρα θα πρέπει να πιστωθεί στον λογαριασμό άδειας της για το 2004 και ότι οι ισχύοντες κανόνες θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να προβλέπουν ειδική άδεια για τους ΑΕΕ με τον ίδιο τρόπο όπως για τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις που καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου.

Η ΕΡΕΥΝΑ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ενώ οι υπάλληλοι υπάγονταν στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, οι ΑΕΕ υπάγονταν αποκλειστικά στην απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με τη θέση τους (2) («απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004»). Επομένως, οι δύο αυτές κατηγορίες προσωπικού υπέκειντο σε διαφορετικούς κανόνες.

Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ήταν ο εργοδότης των ΑΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004, οι ΑΕΕ παρέμειναν στην υπηρεσία των εργοδοτών τους καθ’ όλη τη διάρκεια της απόσπασής τους και συνέχισαν να αμείβονται από τους εργοδότες τους.

Επομένως, μεταξύ της Επιτροπής και των ΑΕΕ δεν υφίστατο νομικός δεσμός ή άλλη σχέση εργασίας, μολονότι, για πρακτικούς κατ’ ουσίαν λόγους, οι ΑΕΕ εξαρτώνταν από την Επιτροπή όσον αφορά ορισμένα από τα δικαιώματά τους, ιδίως στον τομέα της άδειας. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε χορηγήσει στους ΑΕΕ ορισμένο αριθμό ημερών κανονικής και ειδικής άδειας. Επιπλέον, και κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του εργοδότη του ΑΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει ειδική άδεια διάρκειας έως δύο ημερών ανά δωδεκάμηνο, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004. Η καταγγέλλουσα έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας στις 14 Απριλίου και στις 10 Δεκεμβρίου 2004.

Ωστόσο, στις 22 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή πρόσθεσε το ακόλουθο εδάφιο (3) στο άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004:

«Μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του ΑΕΕ, μπορεί να χορηγηθεί πρόσθετη ειδική άδεια από τον προϊστάμενο μονάδας του ΑΕΕ σε συμφωνία με τον προϊστάμενο μονάδας που είναι αρμόδιος για τους ανθρώπινους πόρους της οικείας Γενικής Διεύθυνσης, εάν η εν λόγω ειδική άδεια μετ’ αποδοχών είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής. Η ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης ενημερώνεται.»

Η Επιτροπή τήρησε πλήρως την απόφασή της της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι δεν ήταν εργοδότης των ΑΕΕ, δεν ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει την παρούσα απόφαση προκειμένου να χορηγήσει ad hoc άδεια προκειμένου να επιτρέψει στους ΑΕΕ να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου.

Η Επιτροπή έχει ήδη χορηγήσει στους ΑΕΕ πολλές δυνατότητες άδειας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των αναγκών που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια της απόσπασης.

Ωστόσο, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα τροποποίηση της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα χορήγησης πρόσθετης ημερήσιας άδειας, είχε πρόσφατα εγκριθεί, η Επιτροπή ήταν έτοιμη να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημερήσια άδεια για το 2005. Η προσφορά αυτή έγινε αποκλειστικά με σκοπό την επίλυση του ζητήματος και αιτιολογήθηκε από το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα είχε ζητήσει άδεια προκειμένου να συμμορφωθεί με καθήκον που της είχε επιβληθεί ως πολίτης. Δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως προηγούμενο όσον αφορά τη διαχείριση των δικαιωμάτων άδειας των ΑΕΕ ή όσον αφορά το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν οι υπηρεσίες της εν προκειμένω.

Παρατηρήσεις των καταγγελλόντων

Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα αναγνώρισε την προσφορά της Επιτροπής να της χορηγήσει επιπλέον ημερήσια άδεια. Εξέφρασε, ωστόσο, την άποψη ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον οικείο τομέα.

Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η δυνατότητα χορήγησης ειδικής άδειας δύο ημερών σε ΑΕΕ κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του εργοδότη του δεν ασκεί επιρροή στο παρόν πλαίσιο, αλλά δικαιολογείται από την κατάσταση των ΑΕΕ, οι οποίοι παρέμειναν στην υπηρεσία των εργοδοτών τους και συνέχισαν να αμείβονται από αυτούς. Θεώρησε επίσης ότι το νέο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 δεν ήταν πιθανό να συμβάλει στην επίλυση μελλοντικών υποθέσεων παρόμοιας φύσης, δεδομένου ότι απαιτούσε η χορήγηση άδειας να είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής και ότι η παρούσα υπόθεση δημιούργησε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η Επιτροπή είχε πραγματικά συμφέρον να δει τους ΑΕΕ να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους ως πολίτες.

Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι η Επιτροπή, και μόνο η Επιτροπή, ήταν εκείνη που αποφάσισε τη χορήγηση άδειας στους ΑΕΕ. Κατά την άποψή της, κανένας λόγος δεν μπορούσε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε τους ΑΕΕ διαφορετικά από τους δικούς της υπαλλήλους όσον αφορά την εκπλήρωση των καθηκόντων που επιβλήθηκαν στους ΑΕΕ υπό την ιδιότητά τους ως πολιτών.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΝΑ ΕΠΙΤΕΥΧΘΕΙ ΜΙΑ ΦΙΛΙΚΗ ΛΥΣΗ

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, η Διαμεσολαβήτρια δεν βεβαιώθηκε ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει επαρκώς στον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας και στον δεύτερο ισχυρισμό της.

Η πρόταση για φιλική λύση

Το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή (4) δίνει εντολή στον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο προκειμένου να εξαλειφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης και να ικανοποιηθεί ο καταγγέλλων.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:

Η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης ή αποσαφήνισης των υφιστάμενων κανόνων, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες μπορούν να λάβουν ειδική άδεια υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις που πρέπει να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου.

Η πρόταση αυτή βασίστηκε στα ακόλουθα προκαταρκτικά συμπεράσματα:

Η θέση που έλαβε η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση δεν ήταν απολύτως σαφής. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η Επιτροπή φαίνεται να ακολουθεί δύο κύριες γραμμές επιχειρημάτων. Πρώτον, η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι έκρινε ότι η ενδεχόμενη άνιση μεταχείριση εξηγείται από τις αντικειμενικές διαφορές μεταξύ υπαλλήλων και ΑΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση. Δεύτερον, η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι, κατ’ ουσίαν, δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων και των ΑΕΕ, δεδομένου ότι η απουσία ειδικής διάταξης που να επιτρέπει την ειδική άδεια σε περιπτώσεις στις οποίες οι ΑΕΕ πρέπει να παρίστανται ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου αντισταθμίστηκε από τη δυνατότητα λήψης ειδικής άδειας υπό άλλους τίτλους.

Ωστόσο, όσον αφορά την πρώτη επιχειρηματολογία, η Επιτροπή δεν παρέσχε ικανοποιητική εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους οι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ μονίμων υπαλλήλων και ΑΕΕ θα μπορούσαν να της παράσχουν το δικαίωμα να μεταχειρίζεται διαφορετικά τις δύο αυτές κατηγορίες προσωπικού όταν αποφαίνεται επί αιτήσεων για ειδική άδεια παράστασης ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου. Όσον αφορά τη δεύτερη επιχειρηματολογία της Επιτροπής, η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 δεν φαίνεται επαρκής για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι υπάλληλοι και οι ΑΕΕ τυγχάνουν, κατ’ ουσίαν, ίσης μεταχείρισης. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 θα μπορούσε να είναι λυσιτελές στο παρόν πλαίσιο μόνον εάν η Επιτροπή ήταν πρόθυμη να δεχθεί ότι η χορήγηση ειδικής άδειας στους ΑΕΕ, σε περιπτώσεις που πρέπει να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου, ήταν προς το συμφέρον της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου σαφές ότι αυτό συνέβαινε πράγματι. Ακόμη και αν οι παρατηρήσεις της Επιτροπής είχαν την έννοια ότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις όπως αυτή του καταγγέλλοντος, η ανάγκη διασφάλισης νομικής σαφήνειας θα απαιτούσε να εκφραστεί η άποψη αυτή με επαρκή ακρίβεια από την Επιτροπή.

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η παράλειψη της Επιτροπής να αντιμετωπίσει εξίσου τους υπαλλήλους και τους ΑΕΕ, όσον αφορά τις αιτήσεις ειδικής άδειας για εμφάνιση ως μαρτύρων ενώπιον δικαστηρίου ή, εναλλακτικά, η παράλειψη της Επιτροπής να διευκρινίσει ότι ερμηνεύει τους ισχύοντες κανόνες κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον τομέα αυτό, θα μπορούσε να συνιστά κακοδιοίκηση.

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Μολονότι, από νομικής απόψεως, η ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου διέφερε από εκείνη των ΑΕΕ και μολονότι η Επιτροπή δεν ήταν ο εργοδότης των ΑΕΕ, ανέκαθεν θεωρούσε ότι οι κανόνες που ίσχυαν για τους ΑΕΕ δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εισάγοντες δυσμενείς διακρίσεις. Όσον αφορά την άδεια, και προκειμένου να αποφευχθεί κάθε διάκριση μεταξύ ΑΕΕ και μεταξύ ΑΕΕ και δημοσίων υπαλλήλων (οι οποίοι έλαβαν περισσότερες ημέρες ειδικής άδειας), η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει άδεια 2,5 εργάσιμων ημερών για κάθε ολόκληρο μήνα υπηρεσίας από ΑΕΕ, δηλαδή συνολικά 30 ημέρες ετησίως. Συγκριτικά, ένας δημόσιος υπάλληλος εδικαιούτο άδεια 2 ημερών μηνιαίως, δηλαδή 24 ημερών ετησίως.

Με την ευκαιρία της τελευταίας αναθεώρησης της απόφασης της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή είχε επίσης, και πάλι με την πρόθεση να επιτύχει μια δίκαιη κατάσταση,

- ευθυγράμμισε τον αριθμό των ημερών άδειας που χορηγήθηκαν στους ΑΕΕ λόγω της γέννησης παιδιού με τον αριθμό των ημερών άδειας που χορηγήθηκαν στους δημόσιους υπαλλήλους (ο οποίος αυξήθηκε από 2 σε 10 όταν τροποποιήθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης το 2004)·

- χορήγησε στους ΑΕΕ νέα άδεια 2 ημερών σε περίπτωση μετακόμισης κατά την ανάληψη εργασίας· και

- πρόσθεσε τη δυνατότητα νέας, πρόσθετης ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ, όταν αυτή η ειδική άδεια μετ' αποδοχών είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής.

Πέραν της κανονικής άδειας των 30 ημερών, οι ΑΕΕ διέθεταν πλέον εννέα είδη ειδικής άδειας και τις δύο δυνατότητες πρόσθετης άδειας που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 εδάφια 1 και 2 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004.

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή επιθυμούσε να επιμείνει ότι δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων και ΑΕΕ όσον αφορά την ειδική άδεια σε περίπτωση κλήτευσης για παράσταση ως μάρτυρα ενώπιον δικαστηρίου, στο μέτρο που η απουσία τέτοιας ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ αντισταθμίζεται από τον μεγαλύτερο αριθμό ημερών τακτικής άδειας.

Το γεγονός ότι οι ΑΕΕ παραπέμπονται στα κράτη μέλη τους, με σκοπό την εφαρμογή της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα τους παρέχεται η δυνατότητα να απουσιάζουν από την εργασία τους όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου, ιδίως σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση, όπου η κατάθεση δεν συνδεόταν με τις δραστηριότητες των ΑΕΕ κατά τη διάρκεια της απόσπασής τους στην Επιτροπή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει διακρίσεις.

Η Επιτροπή κατέληξε λέγοντας ότι θεωρεί ότι ενήργησε σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες που ισχύουν για τους ΑΕΕ. Προσέθεσε ότι είχε ήδη χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα κανονικής άδειας για το 2005 και ότι αυτό είχε γίνει αποκλειστικά με σκοπό την εξεύρεση λύσης στην παρούσα υπόθεση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. Ανέφερε επίσης ότι η πρόσθετη ημερήσια άδεια δεν είχε ακόμη πιστωθεί στον λογαριασμό άδειας της.

Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Βάσει της γνώμης της Επιτροπής και των σχετικών παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να επιτευχθεί φιλική λύση.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη δυσμενής διάκριση όσον αφορά την ειδική άδεια για αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες

1.1 Ο καταγγέλλων εργάζεται ως αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας («ΑΕΕ») για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το 2004, κλήθηκε να εμφανιστεί ως μάρτυρας ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου. Το αίτημά της για ειδική άδεια μίας ημέρας για τον σκοπό αυτό απορρίφθηκε από την Επιτροπή στις 14 Οκτωβρίου 2004 με το αιτιολογικό ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προέβλεπαν αυτή τη δυνατότητα.

1.2 Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση χορήγησης ειδικής άδειας στους ΑΕΕ όταν καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου συνιστούσε διάκριση, δεδομένου ότι ήταν δυνατή η χορήγηση ειδικής άδειας σε υπαλλήλους υπό παρόμοιες περιστάσεις. Ισχυρίστηκε ότι μια ημέρα θα πρέπει να πιστωθεί στον λογαριασμό άδειας της για το 2004 και ότι οι ισχύοντες κανόνες θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να προβλέπουν ειδική άδεια για τους ΑΕΕ με τον ίδιο τρόπο όπως για τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις που καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου.

1.3 Στη γνώμη της, η Επιτροπή τόνισε ότι, ενώ οι υπάλληλοι υπάγονταν στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»), οι ΑΕΕ υπάγονταν αποκλειστικά στην απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με τη θέση τους (5) («απόφαση της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004»). Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι δεν ήταν ο εργοδότης των ΑΕΕ, ο οποίος παρέμεινε στην υπηρεσία των εργοδοτών τους καθ’ όλη τη διάρκεια της απόσπασής τους και συνέχισε να αμείβεται από τους εργοδότες τους. Επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν υφίστατο νομικός δεσμός ή άλλη σχέση εργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των ΑΕΕ, μολονότι, για πρακτικούς κατ’ ουσίαν λόγους, οι εν λόγω ΑΕΕ εξαρτώνταν από την Επιτροπή όσον αφορά ορισμένα από τα δικαιώματά τους, ιδίως στον τομέα της άδειας. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, παρά ταύτα, είχε χορηγήσει στους ΑΕΕ ορισμένο αριθμό ημερών κανονικής και ειδικής άδειας. Επιπλέον, και κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος του εργοδότη του ΑΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει ειδική άδεια διάρκειας έως δύο ημερών ανά δωδεκάμηνο, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004.

Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι το ακόλουθο εδάφιο 6 προστέθηκε πρόσφατα στο άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004:

«Μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του ΑΕΕ, μπορεί να χορηγηθεί πρόσθετη ειδική άδεια από τον προϊστάμενο μονάδας του ΑΕΕ σε συμφωνία με τον προϊστάμενο μονάδας που είναι αρμόδιος για τους ανθρώπινους πόρους της οικείας Γενικής Διεύθυνσης, εάν η εν λόγω ειδική άδεια μετ’ αποδοχών είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής. Η ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης ενημερώνεται.»

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε τηρήσει πλήρως την απόφασή της της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στην παρούσα υπόθεση και ότι είχε ήδη χορηγήσει στους ΑΕΕ πολλές δυνατότητες άδειας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των αναγκών που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά τη διάρκεια της απόσπασης.

Προσέθεσε, ωστόσο, ότι, δεδομένου ότι η προσφάτως εγκριθείσα τροποποίηση της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 προέβλεπε τη δυνατότητα χορήγησης πρόσθετων ημερών άδειας, ήταν έτοιμη να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα άδειας για το 2005. Η Επιτροπή τόνισε ότι η προσφορά αυτή έγινε αποκλειστικά με σκοπό την επίλυση του ζητήματος και είχε ως κίνητρο το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα είχε ζητήσει άδεια προκειμένου να συμμορφωθεί με καθήκον που της είχε επιβληθεί ως πολίτης. Προσέθεσε ότι δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως προηγούμενο όσον αφορά τη διαχείριση των δικαιωμάτων άδειας των ΑΕΕ ή όσον αφορά το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν εν προκειμένω οι υπηρεσίες της.

1.4 Στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης αυτής, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της.

1.5 Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή είχε προτείνει να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημερήσια άδεια. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε προσθέσει ότι η προσφορά αυτή έγινε με σκοπό τη διευθέτηση του ζητήματος. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα είχε καταστήσει σαφές, στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της Επιτροπής, ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει ικανοποιητικά στη γενικότερη πτυχή της καταγγελίας της, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε επιτευχθεί μέχρι στιγμής συμβιβασμός στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, έπρεπε να εξεταστεί επί της ουσίας η περίπτωση του καταγγέλλοντος, δηλαδή η προβαλλόμενη δυσμενής διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και ΑΕΕ όσον αφορά τη χορήγηση ειδικής άδειας.

1.6 Στις 6 Σεπτεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στην Επιτροπή, με την οποία κάλεσε την τελευταία να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης ή αποσαφήνισης των ισχυόντων κανόνων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΑΕΕ μπορούν να λάβουν ειδική άδεια υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις που πρέπει να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου.

Στην απάντησή της στην πρόταση αυτή, η Επιτροπή επισήμανε ότι στους ΑΕΕ χορηγήθηκε άδεια 2,5 εργάσιμων ημερών για κάθε ολόκληρο μήνα υπηρεσίας, ήτοι συνολικά 30 ημέρες ετησίως, ενώ στους δημοσίους υπαλλήλους χορηγήθηκε άδεια μόνο 2 ημερών μηνιαίως, ήτοι 24 ημερών ετησίως. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι, με την ευκαιρία της τελευταίας αναθεώρησης της απόφασής της της 27ης Φεβρουαρίου 2004, (1) είχε ευθυγραμμίσει τον αριθμό των ημερών για τις οποίες χορηγήθηκε άδεια στους ΑΕΕ λόγω γέννησης τέκνου με τον αριθμό των ημερών για τις οποίες χορηγήθηκε άδεια στους δημόσιους υπαλλήλους, (2) είχε χορηγήσει νέα άδεια 2 ημερών στους ΑΕΕ σε περίπτωση μετακόμισης κατά την ανάληψη εργασίας και (3) είχε προσθέσει τη δυνατότητα νέας, πρόσθετης ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ, όταν αυτή η ειδική άδεια μετ’ αποδοχών ήταν προς το συμφέρον της Επιτροπής. Πέραν της κανονικής άδειας των 30 ημερών, οι ΑΕΕ διέθεταν πλέον εννέα είδη ειδικής άδειας και τις δύο δυνατότητες πρόσθετης άδειας που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 εδάφια 1 και 2 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα αυτά, η Επιτροπή επέμεινε ότι δεν υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων και των ΑΕΕ όσον αφορά την ειδική άδεια σε περίπτωση κλήτευσης για εμφάνιση ως μάρτυρα ενώπιον δικαστηρίου, στον βαθμό που η απουσία τέτοιας ειδικής άδειας για τους ΑΕΕ αντισταθμίζεται από τον μεγαλύτερο αριθμό ημερών τακτικής άδειας. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι το γεγονός ότι οι ΑΕΕ παραπέμπονται στα κράτη μέλη τους, με σκοπό την εφαρμογή της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα τους παρέχεται η δυνατότητα να απουσιάζουν από την εργασία όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου, ιδίως σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση, όπου η κατάθεση δεν συνδεόταν με τις δραστηριότητες των ΑΕΕ κατά τη διάρκεια της απόσπασής τους στην Επιτροπή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει διακρίσεις.

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έκρινε ότι ενήργησε σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες που ισχύουν για τους ΑΕΕ. Προσέθεσε ότι είχε ήδη χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσθετη ημέρα κανονικής άδειας για το 2005 και ότι αυτό είχε γίνει αποκλειστικά με σκοπό την επίτευξη λύσης στην παρούσα υπόθεση.

1.8 Στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης αυτής, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. . Ανέφερε επίσης ότι η πρόσθετη ημέρα άδειας δεν είχε ακόμη πιστωθεί στον λογαριασμό άδειας της.

1.9 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι από το παράρτημα της απόφασης C(2004) 1587 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με την άδεια (αποσπάσματα από τα οποία υποβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα), προκύπτει ότι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Επιτροπής μπορούν να λάβουν ειδική άδεια μίας εργάσιμης ημέρας εάν κληθούν να καταθέσουν σε υπόθεση που δεν τους αφορά άμεσα και προσωπικά. Το σχετικό κείμενο επισημαίνει, ωστόσο, ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν προβλέπεται ειδική άδεια για τους ΑΕΕ. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, φαίνεται να υφίσταται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ, αφενός, των μονίμων υπαλλήλων (και του λοιπού προσωπικού) και, αφετέρου, των ΑΕΕ.

1.10 Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή τόνισε τις διαφορές μεταξύ υπαλλήλων και ΑΕΕ. Οι παρατηρήσεις αυτές φαίνεται να υποδηλώνουν ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οποιαδήποτε άνιση μεταχείριση που θα μπορούσε να υπάρχει εξηγήθηκε από τις αντικειμενικές διαφορές μεταξύ υπαλλήλων και ΑΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούσε διάκριση. Ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των υπαλλήλων, αφενός, και των ΑΕΕ, αφετέρου. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό που πρέπει να συγκριθεί στην παρούσα υπόθεση δεν είναι η θέση αυτών των κατηγοριών υπαλλήλων της Επιτροπής εν γένει, αλλά η θέση τους όσον αφορά τη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής όταν καλούνται από δικαστήριο να παραστούν ως μάρτυρες σε υπόθεση που δεν τα αφορά άμεσα ή προσωπικά. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι ένα πρόσωπο που καλείται να καταθέσει υπό τις περιστάσεις αυτές εκπληρώνει υποχρέωση την οποία υπέχει υπό την ιδιότητά του ως πολίτη. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται πώς το γεγονός ότι ένα πρόσωπο είναι υπάλληλος ή ΑΕΕ θα μπορούσε να έχει σημασία στο πλαίσιο αυτό. Το καθήκον συμμορφώσεως προς το αίτημα του δικαστηρίου να εμφανιστεί ως μάρτυρας απορρέει από το καθήκον που έχει ο ενδιαφερόμενος ως πολίτης και όχι από την ιδιότητά του ως υπαλλήλου ή ΑΕΕ. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν έχει καταδειχθεί με ποιον τρόπο οι διαφορές μεταξύ του αντίστοιχου καθεστώτος των υπαλλήλων και των ΑΕΕ θα μπορούσαν να δώσουν στην Επιτροπή το δικαίωμα να αντιμετωπίζει αυτές τις δύο κατηγορίες προσωπικού διαφορετικά όταν πρόκειται να αποφανθεί επί αιτήσεων για ειδική άδεια παράστασης ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου.

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν φαίνεται να εμμένει στην επιχειρηματολογία αυτή στην απάντησή της στην πρότασή του για φιλική λύση. Ωστόσο, η Επιτροπή τονίζει εκ νέου στην απάντηση αυτή ότι δεν είναι ο εργοδότης των ΑΕΕ, αλλά ότι οι ΑΕΕ εξακολουθούν να απασχολούνται από τις εθνικές αρχές που τους αποσπούν στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι οι αποφάσεις σχετικά με την άδεια όσον αφορά τους ΑΕΕ λαμβάνονται από την ίδια και όχι από τις εθνικές αρχές απόσπασης. Επομένως, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είναι ο εργοδότης των ΑΕΕ δεν ασκεί επιρροή στο παρόν πλαίσιο.

1.11 Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή φαίνεται να στηρίζεται στο γεγονός ότι οι ισχύοντες κανόνες προβλέπουν περαιτέρω δυνατότητες χορήγησης ειδικής άδειας στους ΑΕΕ, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των αναγκών που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια της απόσπασης. Στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στις διαφορές μεταξύ υπαλλήλων και δημοσίων υπαλλήλων όσον αφορά την κανονική άδεια. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι, κατ’ ουσίαν, δεν υπήρξε άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων και των ΑΕΕ, δεδομένου ότι η απουσία ειδικής διάταξης που να επιτρέπει την ειδική άδεια σε περιπτώσεις στις οποίες οι ΑΕΕ πρέπει να παρίστανται ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι οι ΑΕΕ λαμβάνουν πιο κανονική άδεια από τους υπαλλήλους και από τη δυνατότητα λήψης ειδικής άδειας υπό άλλους τίτλους.

1.12 Για την εξέταση του επιχειρήματος αυτού, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να γίνει διάκριση μεταξύ κανονικής και ειδικής άδειας.

Όσον αφορά την κανονική άδεια, είναι αληθές ότι οι ΑΕΕ λαμβάνουν άδεια 30 εργάσιμων ημερών ετησίως, ενώ το βασικό δικαίωμα των υπαλλήλων προβλέπει άδεια μόνο 24 εργάσιμων ημερών. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και η απόφαση C(2004) 1587 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με την άδεια προβλέπουν ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής δικαιούνται περαιτέρω ημέρες άδειας λόγω της ηλικίας τους (έως 6 ημέρες) και της κατηγορίας τους (έως 3 ημέρες), και ότι προστίθεται ο χρόνος ταξιδίου (έως 6 ημέρες), ανάλογα με την απόσταση μεταξύ του τόπου υπηρεσίας και του τόπου καταγωγής των εν λόγω υπαλλήλων. Όσον αφορά τους ΑΕΕ, το άρθρο 14 παράγραφος 5 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 ορίζει ότι το δικαίωμα ετήσιας άδειας 30 εργάσιμων ημερών «θεωρείται εξαντλητικό. Ειδικότερα, δεν επιτρέπεται κανένα περαιτέρω δικαίωμα όσον αφορά το ταξίδι, την ηλικία ή την κατηγορία.» Αυτό σημαίνει ότι, ενώ η κανονική άδεια των ΑΕΕ ανέρχεται σε κάθε περίπτωση σε 30 εργάσιμες ημέρες ετησίως, οι υπάλληλοι λαμβάνουν τουλάχιστον 24 ημέρες στις οποίες προστίθενται ορισμένες επιπλέον ημέρες, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Επομένως, η σύγκριση μεταξύ του δικαιώματος άδειας των ΑΕΕ (30 ημέρες) και του δικαιώματος βασικής άδειας των υπαλλήλων (24 ημέρες) φαίνεται ακατάλληλη. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο μια τέτοια διαφορά μεταξύ ΑΕΕ και υπαλλήλων όσον αφορά το δικαίωμα κανονικής άδειας θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά την ειδική άδεια. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να επισημάνει ότι η ίδια η Επιτροπή αναφέρει ότι πρόσφατα ευθυγράμμισε τον αριθμό των ημερών (ειδικής) άδειας που χορηγήθηκαν στους ΑΕΕ λόγω της γέννησης παιδιού με τον αριθμό των ημερών άδειας που χορηγήθηκαν στους δημόσιους υπαλλήλους. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι, ακόμη και κατά την άποψη της ίδιας της Επιτροπής, οι ΑΕΕ και οι υπάλληλοι είναι συγκρίσιμοι τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένα είδη ειδικών αδειών.

1.14 Όσον αφορά την ειδική άδεια, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στο πλαίσιο αυτό.

1.15 Το πρώτο εδάφιο της διάταξης αυτής προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης στους ΑΕΕ ειδικής άδειας διάρκειας έως δύο ημερών ανά δωδεκάμηνο. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν προσδιορίζει τους λόγους για τους οποίους μπορεί να χορηγηθεί η εν λόγω ειδική άδεια, δεν φαίνεται να αποκλείεται η επίκληση της εν λόγω διάταξης σε περιπτώσεις στις οποίες ο ΑΕΕ πρέπει να εμφανιστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται μόνον όταν ο εργοδότης του ΑΕΕ υποβάλλει δεόντως προσδιορισμένο αίτημα, ενώ οι υπάλληλοι μπορούν οι ίδιοι να ζητήσουν απευθείας από την Επιτροπή ειδική άδεια υπό παρόμοιες περιστάσεις. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει κατ' ανώτατο όριο δύο ημέρες ειδικής άδειας ανά δωδεκάμηνο, ενώ οι κανόνες που ισχύουν για τους υπαλλήλους θα μπορούσαν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η ειδική άδεια μιας ημέρας μπορεί να χορηγηθεί κάθε φορά που ο υπάλληλος πρέπει να καταθέσει ενώπιον δικαστηρίου. Στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι η ερμηνεία αυτή ήταν δυνατή. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004 δεν αρκεί για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι οι υπάλληλοι και οι ΑΕΕ τυγχάνουν, κατ' ουσίαν, ίσης μεταχείρισης.

1.16 Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 2004, το οποίο προστέθηκε στη διάταξη αυτή το 2005, δεν περιέχει κανέναν τέτοιο περιορισμό. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο όταν η ειδική άδεια που ζητεί ο ΑΕΕ είναι «προς το συμφέρον της Επιτροπής». Επομένως, η σχετική διάταξη θα μπορούσε να είναι λυσιτελής στο παρόν πλαίσιο μόνον εάν η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να δεχθεί ότι η χορήγηση ειδικής άδειας στους ΑΕΕ σε περιπτώσεις κατά τις οποίες καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές ότι αυτό συμβαίνει πράγματι. Στην πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι οι παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία θα μπορούσαν επίσης να ερμηνευθούν με την αντίθετη έννοια. Ωστόσο, στην απάντησή της στην πρόταση αυτή, η Επιτροπή απέφυγε να διευκρινίσει κατά πόσον θεωρεί ότι η χορήγηση ειδικής άδειας σε ΑΕΕ που πρέπει να παρίστανται ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου είναι ή μπορεί να είναι «προς το συμφέρον της Επιτροπής». Ακόμη και αν οι ισχυρισμοί της Επιτροπής είχαν την έννοια ότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 4 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις όπως αυτή του καταγγέλλοντος, η ανάγκη διασφάλισης νομικής σαφήνειας θα απαιτούσε να εκφραστεί η άποψη αυτή με επαρκή ακρίβεια στους σχετικούς κανόνες. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιτευχθεί με την τροποποίηση της απόφασης της Επιτροπής για τους ΑΕΕ της 27ης Φεβρουαρίου 2004 ή της απόφασής της της 28ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σχετικά με την άδεια. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το σχετικό τμήμα της τελευταίας απόφασης εξακολουθεί να αναφέρει ότι «δεν προβλέπεται ειδική άδεια» για τους ΑΕΕ στις περιπτώσεις που καλούνται να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου.

Ενόψει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη της Επιτροπής να αντιμετωπίσει εξίσου τους υπαλλήλους και τους ΑΕΕ, όσον αφορά τις αιτήσεις για ειδική άδεια παράστασης ως μαρτύρων ενώπιον δικαστηρίου ή, εναλλακτικά, η παράλειψη της Επιτροπής να διευκρινίσει ότι ερμηνεύει τους υφιστάμενους κανόνες ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων και των ΑΕΕ στον τομέα αυτό, συνιστά κακοδιοίκηση.

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να προσθέσει, προς αποφυγή κάθε πιθανής παρανόησης, ότι έχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη χορήγηση ειδικής άδειας σε υπάλληλο ο οποίος πρέπει να παραστεί ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το προαναφερθέν συμπέρασμα περί κακοδιοίκησης αφορά την απουσία αντίστοιχης διακριτικής ευχέρειας για τη χορήγηση ειδικής άδειας στους ΑΕΕ (ή την παράλειψη της Επιτροπής να διευκρινίσει ότι υφίσταται αντίστοιχη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τις αιτήσεις ειδικής άδειας σε τέτοιες περιπτώσεις). Η Διαμεσολαβήτρια κρίνει επίσης χρήσιμο να υπενθυμίσει ότι η παρούσα έρευνα αφορά μόνο περιπτώσεις στις οποίες υπάλληλοι ή ΑΕΕ καλούνται να καταθέσουν σε υποθέσεις στις οποίες δεν τους αφορούν άμεσα ή προσωπικά. Όπως διευκρινίζει η απόφαση της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 2004, μια τέτοια ειδική άδεια μπορεί, επομένως, να χορηγηθεί μόνον εάν ο αιτών δεν εμπλέκεται στην υπόθεση, δηλαδή εάν δεν τελεί υπό έρευνα, δεδομένου ότι ο ΑΕΕ είναι είτε ο διάδικος που ασκεί πολιτική αγωγή είτε ο αντίδικος σε μια τέτοια υπόθεση.

2 Συμπέρασμα

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:

Το σχέδιο σύστασης

Η Επιτροπή θα πρέπει να τροποποιήσει ή να αποσαφηνίσει τους υφιστάμενους κανόνες ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες μπορούν να λάβουν ειδική άδεια υπό τους ίδιους όρους με τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις που πρέπει να εμφανιστούν ως μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίου και να εφαρμόσουν τους εν λόγω κανόνες στην υπόθεση του καταγγέλλοντος.

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Απριλίου 2006. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.

Στρασβούργο, 2 Φεβρουαρίου 2006

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(2) Απόφαση C(2004) 577 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2004, σχετικά με την τροποποίηση της απόφασης C(2002) 1559 της 30ής Απριλίου 2002, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση C(2003) 406 της 31ης Ιανουαρίου 2003, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή.

(3) Απόφαση C(2005) 872 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 2005.

(4) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(5) Απόφαση C(2004) 577 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2004, σχετικά με την τροποποίηση της απόφασης C(2002) 1559 της 30ής Απριλίου 2002, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση C(2003) 406 της 31ης Ιανουαρίου 2003, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή.

(6) Απόφαση C(2005) 872 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 2005.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!