FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 554/2005/(MF)FOR κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης


Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2007

Αξιότιμε κ. L.,

Στις 10 Φεβρουαρίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την άρνηση της OLAF να σας επιτρέψει την πρόσβαση στην τελική έκθεση υπόθεσης της OLAF για την έρευνά της σχετικά με το «Greater Manchester, Lancashire and Cheshire Objective -2, Programme 94-96-Application by Rossendale Borough Council of 10 April 1995».

Στις 18 Μαρτίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον γενικό διευθυντή της OLAF.

Στις 29 Ιουνίου 2005, η OLAF μου διαβίβασε τη γνωμοδότησή της. Σας απέστειλα τη γνωμοδότηση στις 6 Ιουλίου 2005 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 15 Αυγούστου 2005.

Μου γράψατε στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της υπόθεσής σας.

Σας απέστειλα επιστολή στις 2 Οκτωβρίου 2006 αναφέροντας ότι θα σας ενημερώσω για τα επόμενα βήματα στην υπόθεσή σας πριν από τις 31 Οκτωβρίου 2006.

Οι υπηρεσίες μου σας τηλεφώνησαν στις 27 Οκτωβρίου 2006.

Στις 30 Οκτωβρίου 2006, σας ενημέρωσα ότι είχα παραπέμψει την υπόθεσή σας σε ανώτερο μέλος των νομικών μου υπηρεσιών.

Μου αποστείλατε περαιτέρω αλληλογραφία στις 24 Νοεμβρίου 2006.

Στις 4 Δεκεμβρίου 2006, ζήτησα από την OLAF περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Ζήτησα από την OLAF να μου απαντήσει έως τις 31 Ιανουαρίου 2007.

Η OLAF μου απέστειλε την απάντησή της στις 31 Ιανουαρίου 2007.

Στις 6 Φεβρουαρίου 2007, σας διαβίβασα την απάντηση της OLAF με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 28 Μαρτίου 2007.

Στις 6 Φεβρουαρίου 2007, ζήτησα επίσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Ζήτησα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μου απαντήσει έως τις 31 Μαρτίου 2007.

Η Επιτροπή με ενημέρωσε στις 2 Μαρτίου 2007 ότι θα ήταν σε θέση να απαντήσει έως τις 30 Απριλίου 2007. Η Επιτροπή μου απέστειλε την απάντησή της στις 14 Μαΐου 2007.

Στις 16 Μαΐου 2007, σας διαβίβασα την απάντηση της Επιτροπής, με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 23 Ιουλίου 2007, αφού μου ζητήσατε παράταση της προθεσμίας υποβολής παρατηρήσεων.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Ζητώ συγγνώμη για τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν σε αυτήν την έρευνα, οι οποίες προέκυψαν, εν μέρει, από τον ιδιαίτερα περίπλοκο χαρακτήρα των γεγονότων.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τα σχετικά πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Ο καταγγέλλων είναι επιχειρηματίας που επεδίωξε να αναπτύξει εμπορική στοά στη βόρεια Αγγλία. Τον Φεβρουάριο του 1995, ο καταγγέλλων συζήτησε τη δυνατότητα εξασφάλισης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για το σύστημά του με την τοπική δημόσια αρχή (το "Rossendale Borough Council"). Στις 10 Απριλίου 1995, το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale υπέβαλε αίτηση για χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και, για το σκοπό αυτό, συμπεριέλαβε το καθεστώς του καταγγέλλοντος στις παρατηρήσεις του.

Παρά το γεγονός ότι έλαβε χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ, το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale δεν μετέφερε κανένα από αυτά τα κονδύλια στον καταγγέλλοντα.

Ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να διερευνήσει το ζήτημα στις αρχές του 2000. Στις 22 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να του παράσχει πρόσβαση, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, στην τελική της έκθεση για την υπόθεση σχετικά με την έρευνά της που αφορούσε τον στόχο «Greater Manchester, Lancashire and Cheshire Objective -2, Programme 94-96-Application by Rossendale Borough Council of 10 April 1995». Στις 12 Φεβρουαρίου 2003, η OLAF απάντησε ότι δεν υπήρχε τέτοια τελική έκθεση για την υπόθεση. Στις 20 Ιουνίου 2003 και στις 21 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε εκ νέου αντίγραφο της έκθεσης.

Στις 29 Απριλίου 2004, η OLAF απέστειλε στον καταγγέλλοντα αντίγραφο της τελικής της έκθεσης. Η OLAF ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι τμήματα του ζητηθέντος εγγράφου καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

Στις 12 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση πρόσβασης στο έγγραφο στο σύνολό του. Ζητεί επίσης διευκρινίσεις σχετικά με δύο γενικές ερωτήσεις.

Στις 11 Ιουνίου 2004, η OLAF ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, όσον αφορά τις δύο γενικές ερωτήσεις, η επιστολή του είχε διαβιβαστεί στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΓΔ REGIO). Όσον αφορά το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στην τελική έκθεση της υπόθεσης στο σύνολό της, η OLAF τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν σε θέση να αποκαλύψει πρόσθετα μέρη του εγγράφου και επιβεβαίωσε, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, την απόφασή της να διαγράψει τα ονόματα των ερευνητών της OLAF που αναφέρονται στην τελική έκθεση της υπόθεσης.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF δεν του παρέσχε πρόσβαση στην τελική έκθεση της 20ής Μαρτίου 2003 στο σύνολό της.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF έπρεπε να του παράσχει πρόσβαση στην τελική έκθεση της 20ής Μαρτίου 2003 στο σύνολό της.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη της OLAF

Η γνώμη της OLAF συνοψίζεται ως εξής:

Στις 22 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιστολή στην OLAF με την οποία ζητούσε πρόσβαση στην τελική έκθεση της υπόθεσης σε σχέση με έρευνα που αφορούσε το πρόγραμμα «Greater Manchester, Lancashire and Cheshire Objective-2 Programme 94-96· Αίτηση του Δημοτικού Συμβουλίου του Rossendale της 10ης Απριλίου 1995».

Στις 29 Απριλίου 2004, η OLAF του παρέσχε πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο. Η OLAF ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντησή της. Τα μόνα στοιχεία που δεν αποκαλύφθηκαν στον καταγγέλλοντα ήταν τα ονόματα των υπαλλήλων της OLAF που διενήργησαν την έρευνα. Αυτό έγινε βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 (δηλαδή της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου).

Τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο καταγγέλλων παρατίθενται στο τέλος της επιστολής.

Στις 12 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε δεύτερη επιστολή στην OLAF, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 18 Μαΐου 2004. Στην εν λόγω επιστολή διευκρινιζόταν ότι ο καταγγέλλων ζητούσε διευκρινίσεις σχετικά με δύο ζητήματα «γενικών πληροφοριών» και διευκρινίσεις σχετικά με διάφορες δηλώσεις που περιλαμβάνονταν στην τελική έκθεση της υπόθεσης, τις οποίες είχε λάβει ως απάντηση στο αίτημά του. Ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι «εναλλακτικά θα αρκούσε η πρόσβαση στην έκθεση στο σύνολό της».

Στις 11 Ιουνίου 2004, η OLAF απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Στην εν λόγω επιστολή διευκρινιζόταν ότι η OLAF είχε διαβιβάσει την επιστολή του καταγγέλλοντος της 12ης Μαΐου 2004 στη ΓΔ REGIO, η οποία θα απαντούσε στις γενικές ερωτήσεις του με χωριστή επιστολή. Απαντώντας στο αίτημα του καταγγέλλοντος για διευκρινίσεις σχετικά με διάφορες δηλώσεις στην έκθεση, η OLAF εξήγησε ότι οι πληροφορίες που λαμβάνει κατά τη διάρκεια εξωτερικής έρευνας είναι «εμπιστευτικές» και υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο. Ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να απαντήσει στα αιτήματά του για διευκρινίσεις. Όσον αφορά το αίτημά του για την έκθεση στο σύνολό της, η OLAF επιβεβαίωσε την αρχική απάντησή της και δήλωσε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει πρόσθετα μέρη του εγγράφου. Η επιστολή παρείχε την ακόλουθη εξήγηση για την άρνηση πρόσβασης στα ονόματα που είχαν διαγραφεί από την έκθεση:

«Δεδομένου ότι το αίτημά σας αφορά σαφώς και αποκλειστικά τη γνωστοποίηση των ονομάτων των υπαλλήλων της OLAF που είναι αρμόδιοι για την εν λόγω υπόθεση, πρόκειται για αίτημα γνωστοποίησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται ο κανονισμός 45/2001.»

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 45/2001, τα ονόματα των προσώπων που δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους για την αποκάλυψη της ταυτότητάς τους μπορούν να σας διαβιβαστούν μόνο εάν διαπιστώσετε την ανάγκη λήψης των εν λόγω δεδομένων και εάν δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι ενδέχεται να θιγούν τα έννομα συμφέροντα των εν λόγω προσώπων. Ωστόσο, δεν έχετε αποδείξει κανέναν ρητό και νόμιμο σκοπό ούτε έχετε προβάλει πειστικά επιχειρήματα που να αποδεικνύουν την ανάγκη να ληφθούν τα ονόματα των αρμόδιων υπαλλήλων της OLAF. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός 45/2001 για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, εφαρμόζεται η εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.»

Τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο καταγγέλλων παρασχέθηκαν στο τέλος της επιστολής.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι η OLAF θα πρέπει να του παράσχει πρόσβαση στην τελική έκθεση της υπόθεσης «στο σύνολό της», η OLAF επισήμανε ότι η καταγγελία δεν περιείχε καμία εξήγηση σχετικά με την ανάγκη να λάβει τα ονόματα των υπαλλήλων της OLAF που είναι αρμόδιοι για την έρευνα. Ως εκ τούτου, η άρνηση πρόσβασης της OLAF σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ήταν απολύτως σύμφωνη με τις νομικές απαιτήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 και στο άρθρο 8 του κανονισμού 45/2001.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη γνώμη της OLAF μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Ο καταγγέλλων επισήμανε καταρχάς ότι η OLAF παρέλειψε να συμπεριλάβει, στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, την απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 22ας Ιανουαρίου 2003.

Επιπλέον, η OLAF παρέλειψε να συμπεριλάβει, στην ίδια γνωμοδότηση προς τον Διαμεσολαβητή, επιστολή του καταγγέλλοντος της 20ής Ιουνίου 2003. Ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει απάντηση στην επιστολή αυτή.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η επιστολή του της 12ης Μαΐου 2004 προσδιόριζε σαφώς τις πληροφορίες που ζητούσε, συμπεριλαμβανομένης συγκεκριμένης ερώτησης σχετικά με το συμπέρασμα της OLAF ότι ο ισχυρισμός για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ από το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale ήταν «ακατάλληλος».

Ο καταγγέλλων σημείωσε ότι, κατά την άποψή του, τα θέματα για τα οποία ζήτησε συμβουλές πρέπει να έχουν αντιμετωπιστεί κατά τη διάρκεια της έρευνας της OLAF και πρέπει να βρίσκονται στους φακέλους της OLAF. Υποστήριξε ότι, αντί να ασχοληθεί με τις ερωτήσεις του, η OLAF ζήτησε από τη ΓΔ REGIO να ασχοληθεί με το θέμα. Ο καταγγέλλων έλαβε επιστολή με ημερομηνία 8 Ιουλίου 2004 από τη ΓΔ REGIO, η οποία αντιμετώπιζε μόνο εν μέρει τις ανησυχίες του.

Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, ως ευρωπαίος πολίτης, είχε δικαίωμα να εκφράζει ανησυχίες και ότι τα ερωτήματά του θα πρέπει να εξεταστούν. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν μέσω της πλήρους πρόσβασης στον φάκελο έρευνας της OLAF. Υπογράμμισε ότι ουδέποτε ζήτησε τα ονόματα μεμονωμένων υπαλλήλων της OLAF.

Συνέχεια που δίδεται στις παρατηρήσεις

Ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στο Διαμεσολαβητή στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της υπόθεσής του.

Ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 2 Οκτωβρίου 2006 δηλώνοντας ότι θα ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα για το επόμενο βήμα στην υπόθεσή του πριν από τις 31 Οκτωβρίου 2006.

Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή τηλεφώνησαν στον καταγγέλλοντα στις 27 Οκτωβρίου 2006. Κατά τη διάρκεια αυτής της τηλεφωνικής συνομιλίας και σε μεταγενέστερη επιστολή, ο καταγγέλλων διευκρίνισε τη θέση του.

Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, υπέβαλε αίτηση στο δημοτικό συμβούλιο του Rossendale για την έκδοση πολεοδομικής άδειας για ένα έργο. Στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale είχε συμπεριλάβει, χωρίς τη συγκατάθεσή του, το σχέδιό του σε αίτηση ΕΤΠΑ, για την οποία στη συνέχεια έλαβε χρηματοδότηση. Καμία από αυτές τις χρηματοδοτήσεις δεν διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα. Όταν απευθύνθηκε στο δημοτικό συμβούλιο της Rossendale σχετικά με το θέμα, του είπαν ότι το έργο του είχε συμπεριληφθεί στην αίτησή του ως παράδειγμα «μόχλευσης του ιδιωτικού τομέα» (δηλαδή, σύμφωνα με το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale, έργα τα οποία η χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ θα βοηθούσε έμμεσα να δημιουργηθούν, αλλά τα οποία δεν θα ήταν τα ίδια επιλέξιμα για χρηματοδότηση).

Μη ικανοποιημένος από την εξήγηση αυτή, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με το αρμόδιο περιφερειακό γραφείο της κεντρικής κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου (Government Office for the North West) ,, το οποίο έδωσε διαφορετική εξήγηση, δηλαδή ότι το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale πρότεινε το έργο του καταγγέλλοντος ως «επιλέξιμες δαπάνες» (δηλαδή ένα έργο που θα λάμβανε χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ), αλλά, λόγω αιφνίδιας και προσωρινής αλλαγής των κανόνων του ΕΤΠΑ, τα έργα του ιδιωτικού τομέα κατέστησαν μη επιλέξιμα για χρηματοδότηση κατά την ακριβή περίοδο κατά την οποία το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale έλαβε και διέθεσε τα σχετικά κονδύλια του ΕΤΠΑ.

Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με την εξήγηση αυτή, διότι α) δεν είχε συνάψει ποτέ συμφωνία με το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale σχετικά με τη συμπερίληψη του έργου του στην αίτηση του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale και β) το ενιαίο έγγραφο προγράμματος 1994-6 βάσει του οποίου το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale έλαβε χρηματοδότηση προέβλεπε ρητά ότι τα έργα του ιδιωτικού τομέα μπορούν να λάβουν χρηματοδότηση. Σημείωσε ότι κανένας από τους πολλούς συνομιλητές του επί του θέματος δεν έχει προσκομίσει ποτέ γραπτές αποδείξεις για την αιφνίδια και προσωρινή αλλαγή των κανόνων του ΕΤΠΑ που ισχυρίζεται το κυβερνητικό γραφείο για τα βορειοδυτικά.

Ο καταγγέλλων επικοινώνησε με τον Επίτροπο Kinnock σχετικά με το θέμα και του ζητήθηκε να επικοινωνήσει με την OLAF, πράγμα που έπραξε. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε τελικά, σε μονοσέλιδη περίληψη του συμπεράσματος της OLAF, ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale ενήργησε κατά τρόπο «ακατάλληλο».

Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επιδίωξε να λάβει λεπτομερέστερες πληροφορίες από την OLAF σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνάς της, συμπεριλαμβανομένου του τι ακριβώς είχε πράξει το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale, το οποίο ήταν «ακατάλληλο». Ωστόσο, η OLAF παρερμήνευσε το αίτημά του ως αίτημα γνωστοποίησης των ονομάτων των ελεγκτών της. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν ενδιαφέρεται να γνωρίζει τα ονόματα των ερευνητών της OLAF. Αυτό που ο καταγγέλλων επιθυμούσε να μάθει είναι τι ανακάλυψε η OLAF σχετικά με τις ενέργειες του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale που οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale είχε ενεργήσει κατά τρόπο που ήταν «ακατάλληλος».

Περαιτέρω αλληλογραφία

Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν μπόρεσε να βρει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο ιδιωτικός τομέας αποκλείστηκε από τη χρηματοδότηση του ΕΤΠΑ κατά τη σχετική περίοδο. Αντιθέτως, υπήρχαν σαφείς αναφορές, στα σχετικά επίσημα έγγραφα, στο γεγονός ότι ο ιδιωτικός τομέας ήταν πράγματι επιλέξιμος για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ σε ορισμένους τομείς. Ως εκ τούτου, το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale θα έπρεπε να είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει την επιχορήγηση σε συμμετέχοντες του ιδιωτικού τομέα (όπως ο καταγγέλλων).

Κατά τη λήψη αυτών των πληροφοριών, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με το κυβερνητικό γραφείο του βορειοδυτικού τμήματος και ενημερώθηκε ότι οι «νέες» ρυθμίσεις που επιτρέπουν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα θεσπίστηκαν μόλις τον Σεπτέμβριο του 1995. Το κυβερνητικό γραφείο North West αρνήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για αυτές τις υποτιθέμενες «νέες» ρυθμίσεις, εκτός από την επιβεβαίωση ότι εισήχθησαν τον Σεπτέμβριο του 1995.

Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Γενική Διεύθυνση της ΓΔ REGIO τον ενημέρωσε τον Ιούλιο του 2004 ότι το κυβερνητικό γραφείο της βορειοδυτικής περιφέρειας είχε ενημερώσει την Επιτροπή ότι οι «νέες ρυθμίσεις» όσον αφορά τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα θεσπίστηκαν τον Μάιο του 1995 (και όχι τον Σεπτέμβριο του 1995, όπως ο καταγγέλλων είχε οδηγηθεί να πιστεύει από το κυβερνητικό γραφείο της βορειοδυτικής περιφέρειας).

Ο καταγγέλλων σημείωσε στη συνέχεια ότι το Rossendale Borough Council έλαβε επιχορήγηση από το ΕΤΠΑ σε σχέση με το καθεστώς του καταγγέλλοντος τον Σεπτέμβριο του 1995. Σημείωσε ότι εάν οι νέες αυτές ρυθμίσεις καθιερώνονταν πράγματι τον Μάιο του 1995, όπως ισχυρίζεται τώρα η ΓΔ REGIO, αυτό θα σήμαινε ότι ο ιδιωτικός τομέας ήταν επιλέξιμος για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ λίγους μήνες πριν από τη χορήγηση της επιδότησης στο δημοτικό συμβούλιο της Rossendale.

Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι κατανοεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει καταγγελίες κατά κρατών μελών.

Περαιτέρω έρευνες Η
επιστολή του Διαμεσολαβητή προς την OLAF

Βάσει των διευκρινίσεων που παρέσχε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε εκ νέου επιστολή στην OLAF.

Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι η τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «ο ισχυρισμός [για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ από το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale] ήταν ακατάλληλος χωρίς να είναι κατηγορηματικά παράτυπος»[η υπογράμμιση δική μου]. Στην τελική έκθεση της υπόθεσης σημειώνεται ότι «αποφασίστηκε η απόσυρση των δαπανών που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί από την αίτηση χρηματοδότησης του προγράμματος» και ότι «η ΓΔ REGIO είτε θα κινήσει διαδικασίες ανάκτησης είτε θα ενεργήσει για την ανακατανομή της επιχορήγησης σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες». Οι μόνες πληροφορίες που διαγράφηκαν από το παρόν έγγραφο αφορούσαν αποκλειστικά τα ονόματα των υπαλλήλων της OLAF που συνέταξαν και επέβλεπαν τη σύνταξη του παρόντος εγγράφου.

Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι ο καταγγέλλων του είχε πλέον επιβεβαιώσει ότι στην πραγματικότητα δεν επιθυμούσε να γνωρίζει τα ονόματα των υπαλλήλων της OLAF που συνέταξαν και επέβλεπαν τη σύνταξη της τελικής έκθεσης για την υπόθεση. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια υπογράμμισε ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε να μάθει σε ποια βάση συνήχθη το συμπέρασμα ότι η αίτηση του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ κρίθηκε «ακατάλληλη».

Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι ο καταγγέλλων υπέθεσε ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται για την απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να έχουν εξεταστεί κατά τη διάρκεια των ερευνών της OLAF σχετικά με την αίτηση χρηματοδότησης του Δημοτικού Συμβουλίου του Rossendale από το ΕΤΠΑ και, ως εκ τούτου, πρέπει να περιλαμβάνονται στους φακέλους ερευνών της OLAF. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το αίτημά του για διευκρινίσεις όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η αίτηση χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ από το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale κρίθηκε «ακατάλληλη» μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο μέσω της πρόσβασης στον φάκελο έρευνας της OLAF.

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε την OLAF ότι θα ήταν χρήσιμο εάν η OLAF μπορούσε να επιβεβαιώσει εάν ο φάκελος της έρευνάς της περιέχει πρόσθετα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λεπτομερέστερων εκθέσεων υποθέσεων, τυχόν «αποτελέσματα» του επιτόπιου ελέγχου που αναφέρεται στην τελική έκθεση για την υπόθεση, τυχόν «παρατηρήσεις», τυχόν «συμπεράσματα» ή άλλα δικαιολογητικά έγγραφα (1), τα οποία μπορούν να βοηθήσουν να διευκρινιστεί σε ποια βάση συνήχθη το συμπέρασμα ότι η αίτηση που υπέβαλε το διοικητικό συμβούλιο της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλη».

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι στην τελική έκθεση για την υπόθεση αναφέρεται ότι ο επιτόπιος έλεγχος διενεργήθηκε από κοινού από τη ΓΔ REGIO, τις βρετανικές αρχές που είναι αρμόδιες για τις αιτήσεις στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων, με παρουσία εκπροσώπου της OLAF. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι η ΓΔ REGIO μπορεί να διαθέτει πληροφορίες ή έγγραφα, ή μπορεί να είναι σε θέση να παράσχει εξηγήσεις, γεγονός που μπορεί να επιτρέψει στην OLAF να διευκρινίσει σε ποια βάση συνήχθη το συμπέρασμα, στην τελική έκθεση υπόθεσης που συνέταξε η OLAF, ότι η αίτηση του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλη». Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια δήλωσε ότι η OLAF ενδέχεται να θεωρήσει αναγκαίο να επικοινωνήσει με τη ΓΔ REGIO για να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες, έγγραφα ή εξηγήσεις που θα επιτρέψουν στην OLAF να απαντήσει στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων.

Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι οι ακόλουθες παρατηρήσεις ενδέχεται να αποδειχθούν χρήσιμες για την OLAF κατά την απάντησή της στην περαιτέρω έρευνα.

Η τελική έκθεση υπόθεσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «ισχυρισμός [του Δημοτικού Συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ] ήταν ακατάλληλος χωρίς να είναι κατηγορηματικά παράτυπος»[η υπογράμμιση δική μου]. Στην τελική έκθεση της υπόθεσης σημειώνεται ότι «αποφασίστηκε η απόσυρση των δαπανών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από την αίτηση χρηματοδότησης του προγράμματος» και ότι «η ΓΔ REGIO είτε θα κινήσει διαδικασίες ανάκτησης είτε θα ενεργήσει για την εκ νέου διάθεση της επιχορήγησης σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες». Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, εν προκειμένω, ότι το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία ορίζει ότι το σύνολο ή μέρος της κοινοτικής συνεισφοράς στη χρηματοδότηση ακυρώνεται σε περίπτωση διαπίστωσης μεμονωμένης ή συστηματικής «παρατυπίας». Δεδομένου ότι η συνεισφορά της Κοινότητας στη χρηματοδότηση μπορεί να ανακατανεμηθεί ή να ανακτηθεί μόνο εάν διαπιστωθεί «παρατυπία», ο Διαμεσολαβητής υπογράμμισε το γεγονός ότι φαίνεται ότι η αίτηση του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν τουλάχιστον αρκετά «παράτυπη» ώστε να οδηγήσει σε ανακατανομή ή ανάκτηση της συνεισφοράς της Κοινότητας.

Απάντηση της OLAF

Η απάντηση της OLAF μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Κατά την εκτέλεση της χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για:

  • επαληθεύει τακτικά την ορθή εκτέλεση των ενεργειών που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα·
  • να προλαμβάνουν και να λαμβάνουν μέτρα κατά των παρατυπιών·
  • να ανακτήσει τυχόν απολεσθέντα ποσά λόγω παρατυπίας ή αμέλειας.

Στο βαθμό που τηρείται ο κανονισμός, το ίδιο το κράτος μέλος αποφασίζει σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των σχετικών περιφερειακών προγραμμάτων.

Η εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε πράγματι από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1681/94, όσον αφορά το τέταρτο τρίμηνο του 1999.

Στις αρχές Απριλίου 2000, αφού η OLAF έλαβε καταγγελία σύμφωνα με την οποία το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale ενήργησε παράτυπα σε σχέση με σχέδιο στήριξης αιτήματος για κονδύλια του ΕΤΠΑ, η OLAF συναντήθηκε με τους εκπροσώπους του κυβερνητικού γραφείου του βορειοδυτικού τμήματος.

Μετά από συνάντηση με τη ΓΔ REGIO στις 12 Απριλίου 2000, συμφωνήθηκε να διενεργηθεί επιτόπιος έλεγχος σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού 4253/88. Η OLAF υπογράμμισε ότι ο επιτόπιος έλεγχος δεν ήταν ανεξάρτητη έρευνα της OLAF, αλλά κοινός επιτόπιος έλεγχος στον οποίο συμμετείχε εκπρόσωπος της OLAF. Ο επιτόπιος έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 26 - 28 Ιουνίου 2000.

Οι βρετανικές αρχές είχαν προηγουμένως αναγνωρίσει (με επιστολή της 25ης Οκτωβρίου 1999 προς τη ΓΔ REGIO) ότι:

  • ενώ το έργο (κληρονομική ανάπτυξη στοών) κρίθηκε επιλέξιμο για στήριξη από το ΕΤΠΑ, ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε κριθεί μη επιλέξιμος για τέτοια στήριξη λόγω του καθεστώτος του ως ιδιωτικού τομέα·
  • η επιχορήγηση του ΕΤΠΑ ύψους έως 34 000 στερλινών ανακατανεμήθηκε σε άλλες επιλέξιμες δραστηριότητες.

Βάσει των ελέγχων του Ιουνίου 2000, η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε και καταγράφηκε στην τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση. Η τελική έκθεση της υπόθεσης, η οποία είχε ήδη κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα, ανέφερε ότι:

«[Ένας] επιτόπιος έλεγχος που διενεργήθηκε από κοινού από τη ΓΔ REGIO με εκπρόσωπο της OLAF παρόντα και τις βρετανικές αρχές που είναι αρμόδιες για τις αιτήσεις των διαρθρωτικών ταμείων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση ήταν ακατάλληλη χωρίς να είναι σαφώς παράτυπη. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε η απόσυρση των δαπανών που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί από την αίτηση χρηματοδότησης του προγράμματος. Η ΓΔ REGIO είτε θα κινήσει διαδικασίες ανάκτησης είτε θα ενεργήσει για την ανακατανομή της επιχορήγησης σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες.»

Η OLAF επισήμανε ότι δεν υπήρχε χωριστή έκθεση εσωτερικής αποστολής της OLAF. Η OLAF επισήμανε επίσης ότι ο επιτόπιος έλεγχος δεν ήταν έρευνα της «OLAF».

Με βάση τις πληροφορίες που διαβίβασαν οι βρετανικές αρχές και τον επιτόπιο έλεγχο του Ιουνίου 2000, η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει τη διαδικασία που κινήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1999.

Όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εγγράφων, η OLAF δήλωσε ότι ήταν πρόθυμη να παράσχει πρόσθετα έγγραφα τόσο στον Διαμεσολαβητή όσο και στον καταγγέλλοντα.

Τα έγγραφα αυτά περιελάμβαναν:

  • τη σύσταση παρακολούθησης της OLAF·
  • επιστολή της OLAF προς τη ΓΔ REGIO με ημερομηνία 19 Αυγούστου 2003·
  • επιστολή της OLAF προς τη ΓΔ REGIO με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 2003·
  • το σημείωμα για το κλείσιμο του σταδίου παρακολούθησης της 12ης Φεβρουαρίου 2004.

Η OLAF πρότεινε, εάν υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για περαιτέρω διευκρινίσεις όσον αφορά τους φακέλους της ΓΔ REGIO, να απευθύνεται απευθείας στην Επιτροπή.

Όσον αφορά την απουσία απάντησης σε επιστολή του καταγγέλλοντος, η OLAF ζήτησε συγγνώμη για την απουσία απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 20ής Ιουνίου 2003 και πρόσθεσε ότι, προφανώς, η επιστολή αυτή δεν είχε καταχωριστεί στην OLAF.

Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Οι περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Ο καταγγέλλων επισήμανε καταρχάς ότι εξεπλάγη όταν πληροφορήθηκε ότι η έρευνα δεν ήταν επίσημη έρευνα της OLAF.

Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο φορέας αξιολόγησης του ΕΤΠΑ του κυβερνητικού γραφείου του δήμου North West και Rossendale δεν αμφισβήτησε την επιλεξιμότητα και το καθεστώς ιδιωτικού τομέα του καθεστώτος του όταν αξιολόγησε και ενέκρινε την αίτησή του.

Υποστήριξε ότι, αν το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale αντιμετώπιζε προβλήματα επιλεξιμότητας μεταξύ της παραλαβής της επιστολής προσφοράς του ΕΤΠΑ της 20ής Σεπτεμβρίου 1995 και της ανάληψης της επιχορήγησης του ΕΤΠΑ για το σχέδιό του τον Φεβρουάριο του 1996, θα έπρεπε να είχε αφαιρέσει το σχέδιό του από το σχέδιο με κοινοποίηση στο κυβερνητικό γραφείο για τα βορειοδυτικά. Επανέλαβε ότι είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να δικαιολογηθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το σύστημά του αποκλείστηκε από τη χρηματοδότηση του ΕΤΠΑ, λόγω μη επιλεξιμότητας του ιδιωτικού τομέα.

Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στο άρθρο 14 παράγραφος 4 του κανονισμού 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, το οποίο ορίζει ότι:

«Οι αντίστοιχες δεσμεύσεις των εταίρων, στο πλαίσιο συμφωνίας στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης, αντικατοπτρίζονται στις αποφάσεις της Επιτροπής για τη χορήγηση συνδρομής».

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα ανωτέρω κατέδειξαν σαφώς την απαίτηση οι συμφωνίες/συμβάσεις μεταξύ των συμμετεχόντων εταίρων στο πλαίσιο αίτησης ΕΤΠΑ να είναι υποχρεωτικές. Μια τέτοια συμφωνία θα του παρείχε τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί με τον κύριο προσφεύγοντα (ήτοι το Rossendale Borough Council) την καλύτερη συμφωνία του ΕΤΠΑ για το σχέδιό του. Μια τέτοια συμφωνία θα του παρείχε, μεταξύ άλλων, την εξουσία να αποφασίσει, βάσει διαπραγματεύσεων με τον κύριο προσφεύγοντα, αν θα επέτρεπε ή όχι την υπαγωγή του συστήματός του στην αίτηση.

Ισχυρίστηκε ότι είναι αδιανόητο οι συμβάσεις/συμφωνίες μεταξύ των τελικών δικαιούχων και ενός κύριου αιτούντος/ενδιάμεσου να μην είναι υποχρεωτικές. Η έλλειψη τέτοιας συμφωνίας/σύμβασης στην περίπτωσή του ήταν στο επίκεντρο της καταγγελίας του.

Επιστολή του Διαμεσολαβητή προς την Επιτροπή

Η επιστολή του Διαμεσολαβητή προς την Επιτροπή συνοψίζεται ως εξής:

Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε την Επιτροπή ότι η τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «ο ισχυρισμός [για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ από το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale] ήταν ακατάλληλος χωρίς να είναι κατηγορηματικά παράτυπος». Η τελική έκθεση για την υπόθεση σημείωσε στη συνέχεια ότι «αποφασίστηκε να αποσύρει τις δαπάνες που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί από την αίτηση χρηματοδότησης του προγράμματος» και ότι «η ΓΔ REGIO είτε θα κινήσει διαδικασίες ανάκτησης είτε θα ενεργήσει για την εκ νέου ανάθεση της επιχορήγησης σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες». Ο Διαμεσολαβητής υπογράμμισε στην Επιτροπή ότι ο καταγγέλλων επιθυμεί να γνωρίζει σε ποια βάση συνήχθη στην τελική έκθεση για την υπόθεση ότι ο ισχυρισμός του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ κρίθηκε «ακατάλληλος».

Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι θα ήταν ευγνώμων εάν η Επιτροπή μπορούσε να τον ενημερώσει εάν ο φάκελος έρευνας της ΓΔ REGIO περιέχει οποιαδήποτε έγγραφα, εκτός από εκείνα που έχουν ήδη παρασχεθεί στον καταγγέλλοντα από την OLAF, τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν να διευκρινιστεί σε ποια βάση συνήχθη το συμπέρασμα ότι η αίτηση που υπέβαλε το δημοτικό συμβούλιο Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλη».

Απάντηση της Επιτροπής

Η απάντηση της Επιτροπής συνοψίζεται ως εξής:

Ένα έργο του Δημοτικού Συμβουλίου του Rossendale, γνωστό ως "The Bacup and Rawtensstall Conservation Area Partnership (CAP)", έλαβε, στις 20 Σεπτεμβρίου 1995, 648 000 λίρες στερλίνες με ποσοστό επιχορήγησης 29 % στο πλαίσιο του προγράμματος του στόχου 2 του ευρύτερου Μάντσεστερ, του Lancashire και του Cheshire ("GMLC") 1994-6. Το σχέδιο επιχορήγησης περιλάμβανε ένα πακέτο 27 πρωτοβουλιών ανάπλασης αστικών κέντρων, με αντίστοιχη χρηματοδότηση από την English Heritage (200 000 στερλίνες) και τον ιδιωτικό τομέα (1 624 000 στερλίνες).

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale τον παραπλάνησε θεωρώντας ότι η πρότασή του για την ανάπλαση ενός πρώην εικονοστάσι σε στοά εμπορικής κληρονομιάς θα ήταν επιλέξιμη για επιχορήγηση από το ΕΤΠΑ μέσω του έργου της ΚΓΠ. Η στοά πολιτιστικής κληρονομιάς του καταγγέλλοντος αρχικά περιλαμβανόταν στο καθεστώς 5 του έργου. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι 34 000 λίρες στερλίνες της επιχορήγησης του ΕΤΠΑ προορίζονταν αρχικά για τον σκοπό αυτό.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, αρνούμενος την επιχορήγηση, το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale προχώρησε, χωρίς τη συγκατάθεσή του, στη χρήση των δαπανών ανάπτυξής του ως δαπανών του ιδιωτικού τομέα προκειμένου να λάβει χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι το έργο της ΚΓΠ ήταν ευρύτερο από τις συνιστώσες του ΕΤΠΑ.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ήταν επιτρεπτό να ζητούνται επιχορηγήσεις χωρίς η χρηματοδότηση να μετακυλίεται στην οντότητα που επιβαρύνεται άμεσα με τα έξοδα, αλλά πρόσθεσε ότι ο επενδυτής θα πρέπει κανονικά να ενημερώνεται ότι το σχέδιό του χρησιμοποιείται για τη δημιουργία χρηματοδότησης.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι η κυβερνητική υπηρεσία για τα βορειοδυτικά (η εκτελεστική αρχή) αποφάσισε, τον Μάιο του 1999, να αφαιρέσει το κόστος και τις συναφείς εκροές του καταγγέλλοντος από το καθεστώς της ΚΓΠ.

Μετά από καταγγελίες του καταγγέλλοντος, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ REGIO απέστειλε επιστολή στο Κυβερνητικό Γραφείο για τα Βορειοδυτικά. Στην απάντησή του, ο τελευταίος ανέφερε ότι ο καταγγέλλων θεωρήθηκε «μη επιλέξιμος» για στήριξη από το ΕΤΠΑ λόγω του καθεστώτος του ως ιδιωτικού τομέα και ότι η επιχορήγηση του ΕΤΠΑ που προοριζόταν για το έργο ανακατανεμήθηκε σε άλλες επιλέξιμες δραστηριότητες. Οι λόγοι που συνηγορούν υπέρ της ανακατανομής της επιχορήγησης εξηγήθηκαν λεπτομερώς στην επιστολή του κυβερνητικού γραφείου της βορειοδυτικής περιφέρειας και στη συνοδευτική επιστολή του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale. Κατά την άποψη του κυβερνητικού γραφείου για τα βορειοδυτικά, δεν υπήρχαν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale ενήργησε εσφαλμένα. Τα βασικά γεγονότα και συμπεράσματα που συνήχθησαν ήταν τα εξής:

  • Η ανάπτυξη στοών πολιτιστικής κληρονομιάς πληροί τις προϋποθέσεις για συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ·
  • Ενώ η ανάπτυξη της στοάς θεωρήθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές που διέπουν το ΕΤΠΑ και τον ιδιωτικό τομέα την εποχή εκείνη, επιλέξιμη για στήριξη από το ΕΤΠΑ, ο ίδιος ο καταγγέλλων θεωρήθηκε μη επιλέξιμος λόγω του καθεστώτος του ως ιδιωτικού τομέα. Κατά τον χρόνο σύνταξης της αίτησης ΚΓΠ (κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1994) και υποβολής της (Φεβρουάριος 1995), η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεσή της σαφείς οδηγίες σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε τέτοια προγράμματα. Η βρετανική κυβέρνηση, ωστόσο, μετά από συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέσπισε τις δικές της ρυθμίσεις τον Μάιο του 1995. Ο γενικός στόχος των νέων συμβουλών της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν να ενθαρρυνθούν οι εισφορές του ιδιωτικού τομέα εκεί όπου υπήρχε αιτιολόγηση της σχέσης κόστους-ωφέλειας. Τα εύλογα κέρδη θα ήταν αποδεκτά λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κινδύνων. Οι εν λόγω κίνδυνοι θα πρέπει να επιμερίζονται καταλλήλως μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Πριν από την παροχή των συμβουλών αυτών, η συμμετοχή στα προγράμματα αυτά περιοριζόταν στον μη κερδοσκοπικό ιδιωτικό τομέα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα που εμφανίστηκαν το 1995 αντιπροσώπευαν μια ριζική αλλαγή. Οι ενέργειες του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale έπρεπε να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτό·
  • Κατά τον υπολογισμό των «επιλέξιμων δαπανών», επετράπη στο δημοτικό συμβούλιο της Rossendale να συμπεριλάβει τις δαπάνες των εταίρων του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών του καταγγέλλοντος·
  • Ένα έργο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τη διεκδίκηση επιχορήγησης από το ΕΤΠΑ χωρίς η εν λόγω επιχορήγηση να διατεθεί στον αιτούντα (όπως ο καταγγέλλων). Οι συμβουλές οικονομικής πολιτικής από μια υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου επιβεβαίωσαν ότι, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός ευρύτερου καθεστώτος, στην προκειμένη περίπτωση της ΚΓΠ, ήταν αποδεκτό να χρησιμοποιηθούν οι δαπάνες του έργου ως αιτιολόγηση για την ανάληψη της επιχορήγησης (χωρίς η επιχορήγηση να πηγαίνει αναγκαστικά στο ίδιο το έργο)·
  • Το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale ενήργησε ορθά λαμβάνοντας υπόψη τις αβεβαιότητες σχετικά με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε προγράμματα του ΕΤΠΑ που επικρατούσαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.

Κατά συνέπεια, το Γραφείο της Κυβέρνησης για τα Βορειοδυτικά διέθεσε την επιχορήγηση του ΕΤΠΑ που προοριζόταν αρχικά για τη στοά πολιτιστικής κληρονομιάς (έως 34 000 στερλίνες) σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες.

Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν στην κυβερνητική υπηρεσία για την επιστολή της North West της 25ης Οκτωβρίου 1999, και βάσει του επιτόπιου ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στις 26-28 Ιουνίου 2000, η ΓΔ REGIO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανακατανομή αποτελούσε αποδεκτή διακύμανση του συνολικού σχεδίου, ότι δεν παραβίαζε τους όρους της επιχορήγησης και ότι δεν υπήρχαν παρατυπίες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει τη διαδικασία του άρθρου 24 που είχε κινήσει με την επιστολή της 2ας Σεπτεμβρίου 1999.

Ο φάκελος της Επιτροπής στον οποίο ο Διαμεσολαβητής ζήτησε πρόσβαση περιείχε τα ακόλουθα έγγραφα:

  • την επιστολή της 14ης Ιουλίου 1999 του Κυβερνητικού Γραφείου Βορειοδυτικών Χωρών προς τον κ. C. (ΓΔ REGIO) με την οποία επιβεβαιώνεται ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale ενήργησε ορθά κατά τη διαχείριση του έργου·
  • την επιστολή του κ. L. προς το κυβερνητικό γραφείο για τα βορειοδυτικά, με την οποία ξεκινά η εξέταση της υπόθεσης·
  • την απάντηση της 25ης Οκτωβρίου 1999 (η ΓΔ REGIO επισήμανε, στην απάντησή της προς τον Διαμεσολαβητή, ότι το κυβερνητικό γραφείο για το βορειοδυτικό τμήμα συμφώνησε, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 19ης Φεβρουαρίου 2007, να παραδώσει την επιστολή τους της 25ης Οκτωβρίου 1999 στον Διαμεσολαβητή και στον καταγγέλλοντα, συνοδευόμενη από τις παρατηρήσεις του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale που εστάλη στο κυβερνητικό γραφείο για το βορειοδυτικό τμήμα με τηλεομοιοτυπία της 17ης Σεπτεμβρίου 1999).
  • την επιστολή της 25ης Ιουνίου 2002 προς τον καταγγέλλοντα, με την οποία ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα ότι η ΓΔ REGIO δεν είχε λάβει ακόμη την έκθεση της OLAF σχετικά με τον επιτόπιο έλεγχο·
  • την επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 2002 του κ. C. προς το κυβερνητικό γραφείο του βορειοδυτικού τμήματος, με την οποία επιβεβαιώνεται ότι η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει τη διαδικασία βάσει του άρθρου 24·
  • εσωτερικό σημείωμα για τον φάκελο της 2ας Μαΐου 2000 που καταρτίστηκε για την καλύτερη κατανόηση της καταγγελίας (το εν λόγω εσωτερικό σημείωμα κρίθηκε εμπιστευτικό από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν επισυνάφθηκε στην απάντηση).
Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Οι περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Ο καταγγέλλων δήλωσε καταρχάς ότι τα έγγραφα και οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η ΓΔ REGIO τον βοήθησαν. Όσον αφορά την επιλεξιμότητα/συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, ο καταγγέλλων σημείωσε ότι τα έγγραφα που του παρασχέθηκαν περιλαμβάνουν επιστολή με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2007 με τίτλο «Σχόλια της Επιτροπής σχετικά με αίτημα παροχής πληροφοριών από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή», στην οποία, στη σελίδα 2, η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2083/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88 (άρθρο 17) δεν αποκλείει τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι τα έγγραφα που του διαβιβάστηκαν περιλαμβάνουν τηλεομοιοτυπία του κυβερνητικού γραφείου North West προς την Επιτροπή, με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 1999, στην οποία αναφέρεται ότι «η επιχορήγηση του ΕΤΠΑ δεν υπερβαίνει τις 34.000 λίρες στερλίνες, ποσό το οποίο θεωρούσαμε ότι προοριζόταν αρχικά για την Heritage Arcade». Αυτό αποδεικνύει σαφώς, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ότι το κυβερνητικό γραφείο για τα βορειοδυτικά δεν αμφισβήτησε τη χρηματοδότηση του ΕΤΠΑ που διοχετεύεται στον ιδιωτικό τομέα, και ιδίως στο σύστημά του.

Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι τα ανωτέρω έγγραφα περιείχαν κατάλογο καθεστώτων του ιδιωτικού τομέα που περιλαμβάνονταν στο έργο 94-96 του ΕΤΠΑ των δημοτικών συμβουλίων της Rossendale. Στις 7 Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε τον εν λόγω κατάλογο στον διευθύνοντα σύμβουλο της Rossendale Borough Councils. Μετά τη συνεδρίαση αυτή, και μετά από σειρά ανταλλαγών επιστολών, έλαβε ένα βιβλίο με τις πληρωμές του ΕΤΠΑ που πραγματοποίησε το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale στον ιδιωτικό τομέα όσον αφορά το σχέδιο 94-96. Ο κατάλογος των καθεστώτων που περιλαμβάνονται στο έργο του ΕΤΠΑ 94-94, μαζί με το καθολικό των πληρωμών του ΕΤΠΑ που πραγματοποιήθηκαν από το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale στον ιδιωτικό τομέα, κατέδειξαν σαφώς ότι το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale, ενεργώντας ως κύριος αιτών/ενδιάμεσος, δεν είχε προβλήματα όσον αφορά τη μετακύλιση της εγκεκριμένης επιχορήγησης του ΕΤΠΑ στον ιδιωτικό τομέα.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι υπάλληλοι του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale αποφάσισαν συνειδητά να μην μεταβιβάσουν τη χρηματοδότηση του ΕΤΠΑ που είχε εγκριθεί ειδικά για το σχέδιό του, προσφέροντας παράλληλα ενεργά στήριξη από το ΕΤΠΑ σε άλλα προγράμματα του ιδιωτικού τομέα. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι ο ίδιος και το σύστημά του έτυχαν σαφώς διαφορετικής μεταχείρισης από άλλα συστήματα του ιδιωτικού τομέα.

Με επιστολή της 2ας Σεπτεμβρίου 1999 προς το κυβερνητικό γραφείο για το βορειοδυτικό τμήμα, η Επιτροπή επιδίωξε να διαπιστώσει αν το καθεστώς του είχε τύχει διαφορετικής μεταχείρισης από τα άλλα καθεστώτα στο πλαίσιο του σχεδίου. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι θα ήταν ευγνώμων εάν το γραφείο του Διαμεσολαβητή μπορούσε να λάβει το συμπέρασμα της Επιτροπής σχετικά με το θέμα της ισότητας.

Ο ενδιαφερόμενος δήλωσε ότι θα ήταν επίσης ευγνώμων εάν ο Διαμεσολαβητής μπορούσε να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη νομιμότητα του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale α) ενεργώντας ως κύριος αιτών/ενδιάμεσος για να υποβάλει αίτηση για στήριξη από το ΕΤΠΑ για το σύστημά του, β) κάνοντας τις απαραίτητες δηλώσεις για την ανάγκη στήριξης από το ΕΤΠΑ, γ) κερδίζοντας έγκριση για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ και δ) καταβάλλοντας την εν λόγω χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ χωρίς σύμβαση/συμφωνία, χωρίς να μετακυλίσει τη χρηματοδότηση (και, πράγματι, εν αγνοία του).

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.1 Το Καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή θέτει ορισμένες προϋποθέσεις για την έναρξη έρευνας από τον Διαμεσολαβητή. Μία από τις προϋποθέσεις αυτές, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του Οργανισμού, είναι η εξής: "(...) ο Διαμεσολαβητής συμβάλλει στην αποκάλυψη περιπτώσεων κακοδιοίκησης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών (...) Καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στο Διαμεσολαβητή." Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα έρευνα του Διαμεσολαβητή περιορίζεται κατ' ανάγκη στο να διαπιστωθεί κατά πόσον τα οικεία κοινοτικά θεσμικά όργανα ενήργησαν σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής δεν έχει το δικαίωμα να αξιολογεί συγκεκριμένα τις ενέργειες των τοπικών αρχών στο Ηνωμένο Βασίλειο.

1.2 Ο Διαμεσολαβητής γνωρίζει ότι οι επαφές του καταγγέλλοντος με την OLAF και τη ΓΔ REGIO συνδέονται στενά με μια εν εξελίξει διαφορά που έχει ο καταγγέλλων με τις τοπικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Διαμεσολαβητής γνωρίζει ότι οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν και τα συμπεράσματα που συνήχθησαν κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας ενδέχεται να είναι χρήσιμα για τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο της διαφοράς του με τις τοπικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Ωστόσο, εναπόκειται στον καταγγέλλοντα να συνεχίσει τα ένδικα μέσα που μπορεί να έχει στη διάθεσή του σε εθνικό επίπεδο σε σχέση με τη διαφορά του με τις τοπικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στην περαιτέρω αλληλογραφία του της 24ης Νοεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι κατανοεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει καταγγελίες κατά των αρχών των κρατών μελών.

2 Η εικαζόμενη παράλειψη της OLAF να παράσχει στον καταγγέλλοντα πλήρη πρόσβαση στην έκθεση έρευνας

2.1 Τον Φεβρουάριο του 1995, ο καταγγέλλων συζήτησε, με την τοπική δημόσια αρχή του ("Rossendale Borough Council"), τη δυνατότητα χορήγησης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για την ανάπτυξη εμπορικής στοάς. Στις 10 Απριλίου 1995, το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale υπέβαλε αίτηση για επιχορήγηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και, για το σκοπό αυτό, συμπεριέλαβε το πρόγραμμα του καταγγέλλοντος στις παρατηρήσεις του.

2.2 Ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να διερευνήσει το ζήτημα στις αρχές του 2000. Στις 22 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να του παράσχει πρόσβαση, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, στην τελική έκθεση της υπόθεσης σχετικά με την έρευνά της που αφορούσε το «Greater Manchester, Lancashire and Cheshire Objective -2, Programme 94-96-Application by Rossendale Borough Council of 10 April 1995».

2.3 Στις 12 Φεβρουαρίου 2003, η OLAF απάντησε ότι δεν υφίστατο τέτοια τελική έκθεση επί της υποθέσεως. Στις 20 Ιουνίου 2003 και στις 21 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε εκ νέου αντίγραφο της τελικής έκθεσης της OLAF για την υπόθεση.

2.3 Στις 29 Απριλίου 2004, η OLAF απέστειλε στον καταγγέλλοντα αντίγραφο της τελικής της έκθεσης για την υπόθεση. Η OLAF ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι τμήματα του ζητηθέντος εγγράφου καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 και δεν ήταν στη διάθεσή του. Στις 12 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση πρόσβασης στο έγγραφο στο σύνολό του.

2.4 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF δεν του παρέσχε πρόσβαση στην τελική έκθεση της 20ής Μαρτίου 2003 στο σύνολό της.

2.5 Η γνώμη της OLAF αναφέρει ότι, μετά από αίτηση που υποβλήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2003, η OLAF παρέσχε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο στις 29 Απριλίου 2004. Η OLAF ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντησή της. Οι μόνες πληροφορίες που δεν αποκαλύφθηκαν ήταν τα ονόματα των υπαλλήλων της OLAF που διενήργησαν την έρευνα. Η εξαίρεση αυτή βασίστηκε στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, δηλαδή στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου.

2.6 Στις 12 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε δεύτερη επιστολή στην OLAF διευκρινίζοντας ότι ζητούσε διευκρινίσεις σχετικά με δύο ζητήματα «γενικών πληροφοριών», καθώς και διευκρινίσεις σχετικά με διάφορες δηλώσεις που περιλαμβάνονταν στην τελική έκθεση για την υπόθεση, τις οποίες είχε λάβει ως απάντηση στο αίτημά του. Διευκρίνισε ότι «εναλλακτικά θα αρκούσε η πρόσβαση στην έκθεση στο σύνολό της».

2.7 Στις 11 Ιουνίου 2004, η OLAF απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Στην επιστολή αυτή, η OLAF διευκρίνισε ότι είχε διαβιβάσει την επιστολή του καταγγέλλοντος της 12ης Μαΐου 2004 στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής (ΓΔ REGIO), η οποία θα απαντούσε στις γενικές ενημερωτικές ερωτήσεις του με χωριστή επιστολή. Απαντώντας στο αίτημα του καταγγέλλοντος για διευκρινίσεις σχετικά με διάφορες δηλώσεις στην τελική έκθεση για την υπόθεση, η επιστολή της OLAF εξηγούσε ότι οι πληροφορίες που είχε λάβει κατά τη διάρκεια εξωτερικής έρευνας ήταν «εμπιστευτικές» και υπόκειντο στο επαγγελματικό απόρρητο. Ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να απαντήσει στα αιτήματά του για διευκρινίσεις. Όσον αφορά το επιβεβαιωτικό αίτημά του για την έκθεση στο σύνολό της, η OLAF επιβεβαίωσε την αρχική απάντησή της και δήλωσε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει πρόσθετα μέρη του εγγράφου.

2.8 Η OLAF υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 45/2001, τα ονόματα των προσώπων που δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους για την αποκάλυψη της ταυτότητάς τους μπορούν να διαβιβαστούν σε τρίτο μόνο εάν αποδειχθεί η ανάγκη λήψης των δεδομένων και εάν δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι ενδέχεται να θιγούν τα έννομα συμφέροντα των εν λόγω προσώπων.

2.9 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της OLAF, ο καταγγέλλων επισήμανε καταρχάς ότι η OLAF παρέλειψε να συμπεριλάβει, στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, την απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 22ας Ιανουαρίου 2003. Επιπλέον, η OLAF παρέλειψε να συμπεριλάβει, στην ίδια γνωμοδότηση προς τον Διαμεσολαβητή, επιστολή του καταγγέλλοντος της 20ής Ιουνίου 2003. Ο καταγγέλλων δεν έλαβε απάντηση στην εν λόγω επιστολή.

2.10 Επιπλέον, ο καταγγέλλων σημείωσε ότι η επιστολή του της 12ης Μαΐου 2004 προσδιόριζε σαφώς τις πληροφορίες που ζητούσε, συμπεριλαμβανομένης της απάντησης σε συγκεκριμένη ερώτηση σχετικά με το συμπέρασμα της OLAF ότι η απαίτηση για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ από το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale ήταν «ακατάλληλη». Ο καταγγέλλων σημείωσε ότι, κατά την άποψή του, τα θέματα για τα οποία ζήτησε συμβουλές πρέπει να έχουν αντιμετωπιστεί κατά τη διάρκεια της έρευνας της OLAF και πρέπει να περιλαμβάνονται στους φακέλους της. Υποστήριξε ότι, αντί να ασχοληθεί με τις ερωτήσεις του, η OLAF ζήτησε από τη ΓΔ REGIO να ασχοληθεί με το θέμα. Ο καταγγέλλων έλαβε επιστολή με ημερομηνία 8 Ιουλίου 2004 από τη ΓΔ REGIO, η οποία αντιμετώπιζε μόνο εν μέρει τις ανησυχίες του. Στη συνέχεια, σημειώνει ότι, ως ευρωπαίος πολίτης, έχει δικαίωμα να εκφράζει ανησυχίες και ότι τα ερωτήματά του θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι μέσω της πλήρους πρόσβασης στον φάκελο έρευνας της OLAF. Υπογράμμισε ότι ουδέποτε ζήτησε τα ονόματα μεμονωμένων υπαλλήλων της OLAF.

2.11 Ο καταγγέλλων διευκρίνισε περαιτέρω τη θέση του σε τηλεφωνική επαφή με τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή και, στη συνέχεια, με επιστολή. Στις ανακοινώσεις αυτές, εξήγησε ότι, μετά από εκτεταμένες έρευνες εκ μέρους του, ενημερώθηκε τελικά, σε μονοσέλιδη περίληψη που περιείχε τα συμπεράσματα της OLAF, ότι η OLAF θεωρούσε ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale είχε ενεργήσει κατά τρόπο «ακατάλληλο». Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επιδίωξε να λάβει λεπτομερέστερες πληροφορίες από την OLAF σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνάς της, συμπεριλαμβανομένου του τι ακριβώς είχε πράξει το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale, το οποίο ήταν «ακατάλληλο». Ωστόσο, η OLAF παρερμήνευσε το αίτημά του ως αίτημα να λάβει τα ονόματα των ελεγκτών της. Δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να αποκτήσει αυτά τα ονόματα.

2.12 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF στις αρχές του 2000 να διερευνήσει τις ενέργειες του Δημοτικού Συμβουλίου του Rossendale σε σχέση με τον «Στόχο Greater Manchester, Lancashire and Cheshire -2, Πρόγραμμα 94-96-Αίτηση του Δημοτικού Συμβουλίου του Rossendale της 10ης Απριλίου 1995». Στις 22 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να του παράσχει πρόσβαση, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, στην τελική της έκθεση για την υπόθεση σχετικά με την έρευνά της. Στις 12 Φεβρουαρίου 2003, η OLAF απάντησε ότι δεν υπήρχε τέτοια τελική έκθεση για την υπόθεση. Η απάντηση αυτή ήταν ακριβής, δεδομένου ότι η εν λόγω τελική έκθεση για την υπόθεση συντάχθηκε μόλις στις 20 Μαρτίου 2003.

2.13 Στις 20 Ιουνίου 2003 και στις 21 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε εκ νέου αντίγραφο της τελικής έκθεσης της OLAF. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στην επιστολή του της 20ής Ιουνίου 2003, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, ενώ κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματός του της 22ας Ιανουαρίου 2003 ήταν πιθανό η OLAF να μην είχε ακόμη συντάξει την τελική έκθεση για την υπόθεση, ήταν υποχρεωτικό για την OLAF να συντάξει μια τέτοια τελική έκθεση για την υπόθεση. Ως εκ τούτου, επανέλαβε το αίτημά του για αντίγραφο της τελικής έκθεσης επί της υπόθεσης. Η επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Ιανουαρίου 2004 επανέλαβε τα επιχειρήματα που είχε εκθέσει στην επιστολή του της 20ής Ιουνίου 2003.

Στις 29 Απριλίου 2004, η OLAF απέστειλε στον καταγγέλλοντα αντίγραφο της τελικής της έκθεσης για την υπόθεση και ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντησή του.

2.14 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 ΕΚ ορίζει ότι:

«Η αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο διεκπεραιώνεται αμέσως. [...] Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της αίτησης, το θεσμικό όργανο είτε χορηγεί πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο και παρέχει πρόσβαση σύμφωνα με το άρθρο 10 εντός της εν λόγω προθεσμίας είτε, με γραπτή απάντηση, εκθέτει τους λόγους της ολικής ή μερικής άρνησης και ενημερώνει τον αιτούντα για το δικαίωμά του να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση [...].»

2.15 Η OLAF ζήτησε συγγνώμη για την απουσία απάντησης στην επιστολή που απέστειλε ο καταγγέλλων, με ημερομηνία 20 Ιουνίου 2003, και δήλωσε ότι φαίνεται ότι η επιστολή αυτή δεν καταχωρίστηκε από τις υπηρεσίες της. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η OLAF δεν υποστηρίζει ότι η επιστολή απεστάλη εσφαλμένα από τον καταγγέλλοντα ούτε αναφέρει κανέναν άλλο λόγο για τη μη καταχώριση της επιστολής. Πράγματι, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε την εν λόγω επιστολή και σημειώνει ότι απευθυνόταν στον «Διευθυντή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)». Η επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Ιανουαρίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε από την OLAF, απευθυνόταν επίσης στον "Διευθυντή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)".

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η παράλειψη της OLAF να καταχωρίσει την επιστολή της 20ής Ιουνίου 2003 συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση.

2.16 Όσον αφορά την επιστολή της 21ης Ιανουαρίου 2004, η OLAF απάντησε στην επιστολή αυτή μόλις στις 29 Απριλίου 2004. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 ΕΚ, η αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα πρέπει να απαντηθεί εντός 15 εργάσιμων ημερών από την «καταχώριση» της επιστολής με την οποία ζητείται πρόσβαση σε έγγραφα. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε, από τα έγγραφα που του υποβλήθηκαν, ότι η επιστολή της 21ης Ιανουαρίου 2004 πρωτοκολλήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2004. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η OLAF δεν απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση του αιτήματος. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει μια δεύτερη επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.

3 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η OLAF έπρεπε να του παράσχει πρόσβαση στην τελική έκθεση της 20ής Μαρτίου 2003 στο σύνολό της

3.1 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός που διατυπώνεται στην επιστολή έναρξης της έρευνας ήταν ότι η OLAF έπρεπε να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στην τελική έκθεση της 20ής Μαρτίου 2003 "στο σύνολό της". Από τα γεγονότα που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων επέμεινε να λάβει την τελική έκθεση για την υπόθεση «στο σύνολό της» ήταν επειδή ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η τελική έκθεση για την υπόθεση θα έπρεπε να περιέχει περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale ενήργησε κατά τρόπο «ακατάλληλο». Ωστόσο, η OLAF ερμήνευσε εσφαλμένα το αίτημα του καταγγέλλοντος ως αίτημα να λάβει τα ονόματα των ελεγκτών της.

3.2 Δεδομένου ότι η παρούσα έρευνα αποκάλυψε ότι ο καταγγέλλων δεν έχει κανένα συμφέρον να γνωρίζει τα ονόματα των ερευνητών της OLAF και δεδομένου ότι καμία άλλη πληροφορία εκτός από τα ονόματα των ερευνητών της OLAF δεν αφαιρέθηκε από την τελική έκθεση της OLAF της 20ής Μαρτίου 2003 που εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 29 Απριλίου 2004, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

4. Διευκρινίσεις που ζήτησε ο καταγγέλλων όσον αφορά τη βάση για το συμπέρασμα, στην τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση, ότι ο ισχυρισμός του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ κρίθηκε «ακατάλληλος»

4.1 Δεδομένου ότι, όπως προέκυψε από την έρευνα, οι βασικές πληροφορίες που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα ήταν, στην πραγματικότητα, ο λόγος για τον οποίο η τελική έκθεση υποθέσεων της OLAF κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλος», και δεδομένου ότι η ίδια η τελική έκθεση υποθέσεων δεν περιείχε τις πληροφορίες αυτές, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν σκόπιμο να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες.

4.2 Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε την OLAF ότι ο καταγγέλλων είχε πλέον επιβεβαιώσει στον Διαμεσολαβητή ότι, στην πραγματικότητα, δεν επιθυμούσε να γνωρίζει τα ονόματα των υπαλλήλων της OLAF που είχαν συντάξει και εποπτεύσει τη σύνταξη της τελικής έκθεσης για την υπόθεση. Ο καταγγέλλων επιθυμούσε να μάθει σε ποια βάση συνήχθη το συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ κρίθηκε «ακατάλληλος». Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι ο καταγγέλλων υπέθεσε ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται για την απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να έχουν εξεταστεί κατά τη διάρκεια των ερευνών της OLAF σχετικά με την αίτηση χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ από το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale και, ως εκ τούτου, πρέπει να περιλαμβάνονται στους φακέλους έρευνας της OLAF. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το αίτημά του για διευκρινίσεις όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η αίτηση χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ από το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale κρίθηκε «ακατάλληλη» μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο μέσω της πρόσβασης στον φάκελο έρευνας της OLAF.

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε την OLAF ότι θα ήταν χρήσιμο εάν η OLAF μπορούσε να επιβεβαιώσει εάν ο φάκελος της έρευνάς της περιέχει πρόσθετα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λεπτομερέστερων εκθέσεων υποθέσεων, τυχόν «αποτελέσματα» του επιτόπιου ελέγχου που αναφέρεται στην τελική έκθεση για την υπόθεση, τυχόν «παρατηρήσεις», τυχόν «συμπεράσματα» ή άλλα δικαιολογητικά έγγραφα (2), τα οποία μπορούν να βοηθήσουν να διευκρινιστεί σε ποια βάση συνήχθη το συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός που υποβλήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλος».

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι στην τελική έκθεση για την υπόθεση αναφέρεται ότι ο επιτόπιος έλεγχος διενεργήθηκε από κοινού από τη ΓΔ REGIO, τις βρετανικές αρχές που είναι αρμόδιες για τις αιτήσεις στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων, με παρουσία εκπροσώπου της OLAF. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι η ΓΔ REGIO μπορεί να διαθέτει πληροφορίες ή έγγραφα, ή μπορεί να είναι σε θέση να παράσχει εξηγήσεις, επιτρέποντας στην OLAF να διευκρινίσει σε ποια βάση συνήχθη το συμπέρασμα, στην τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση, ότι η αίτηση του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλη». Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι η OLAF μπορεί να θεωρήσει αναγκαίο να επικοινωνήσει με τη ΓΔ REGIO για να λάβει τις απαιτούμενες πληροφορίες, έγγραφα ή εξηγήσεις που θα επέτρεπαν στην OLAF να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα παροχής διευκρινίσεων.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι η τελική έκθεση για την υπόθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο ισχυρισμός [του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ] ήταν ακατάλληλος χωρίς να είναι σαφώς παράτυπος»[η υπογράμμιση δική μου]. Στην τελική έκθεση της υπόθεσης σημειώνεται ότι «αποφασίστηκε η απόσυρση των δαπανών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από την αίτηση χρηματοδότησης του προγράμματος» και ότι «η ΓΔ REGIO είτε θα κινήσει διαδικασίες ανάκτησης είτε θα ενεργήσει για την εκ νέου διάθεση της επιχορήγησης σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες». Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, εν προκειμένω, ότι το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία ορίζει ότι το σύνολο ή μέρος της κοινοτικής συνεισφοράς στη χρηματοδότηση ακυρώνεται σε περίπτωση διαπίστωσης μεμονωμένης ή συστηματικής «παρατυπίας». Δεδομένου ότι η Επιτροπή μπορεί να διατάξει την ανακατανομή ή την ανάκτηση της κοινοτικής συνεισφοράς στη χρηματοδότηση μόνο εάν διαπιστωθεί «παρατυπία», ο Διαμεσολαβητής υπογράμμισε το γεγονός ότι φαίνεται ότι η αίτηση του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν τουλάχιστον αρκετά «παράτυπη» ώστε να οδηγήσει στην ανακατανομή ή την ανάκτηση της κοινοτικής συνεισφοράς.

4.4 Η OLAF απάντησε αναφέροντας ότι, στις αρχές Απριλίου 2000, αφού έλαβε έναν ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale είχε ενεργήσει παράτυπα σε σχέση με ένα σχέδιο για την υποστήριξη αιτήματος για κονδύλια του ΕΤΠΑ, οι υπηρεσίες της συναντήθηκαν με τους εκπροσώπους του κυβερνητικού γραφείου στα βορειοδυτικά του Ηνωμένου Βασιλείου. Μετά από συνάντηση με τη ΓΔ REGIO στις 12 Απριλίου 2000, συμφωνήθηκε να διενεργηθεί επιτόπιος έλεγχος σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού 4253/88. Ο επιτόπιος έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 26 - 28 Ιουνίου 2000.

4.5 Η OLAF δήλωσε ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν προηγουμένως αναγνωρίσει ότι:

  • ενώ το έργο του καταγγέλλοντος κρίθηκε επιλέξιμο για στήριξη από το ΕΤΠΑ, ο ίδιος ο καταγγέλλων κρίθηκε μη επιλέξιμος για την εν λόγω στήριξη λόγω του καθεστώτος του ως ιδιωτικού τομέα·
  • η επιχορήγηση του ΕΤΠΑ ύψους 34 000 στερλινών ανακατανεμήθηκε σε άλλες επιλέξιμες δραστηριότητες.

4.6 Η OLAF δήλωσε ότι η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με βάση τον επιτόπιο έλεγχο του Ιουνίου 2000 και καταγράφηκε στην τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει τη διαδικασία που είχε κινηθεί στις 2 Σεπτεμβρίου 1999.

4.7 Όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εγγράφων, η OLAF παρείχε πρόσθετα έγγραφα τόσο στον Διαμεσολαβητή όσο και στον καταγγέλλοντα.

4.8 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της OLAF, ο καταγγέλλων επισήμανε καταρχάς ότι εξεπλάγη όταν πληροφορήθηκε ότι η έρευνα δεν ήταν επίσημη «έρευνα της OLAF». Επανέλαβε ότι είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το σύστημά του αποκλείστηκε από τη χρηματοδότηση του ΕΤΠΑ λόγω μη επιλεξιμότητας του ιδιωτικού τομέα. Τέλος, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι προσδοκούσε ότι η ΓΔ REGIO θα είχε εξετάσει τα ανωτέρω ζητήματα και ότι τα συμπεράσματά τους θα περιλαμβάνονταν στους φακέλους της.

4.9 Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή με σκοπό να ζητήσει διευκρινίσεις, μέσω της ΓΔ REGIO, σχετικά με το συμπέρασμα της OLAF ότι ο ισχυρισμός που υπέβαλε το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλος».

4.10 Η Επιτροπή δήλωσε ότι το εν λόγω έργο περιλάμβανε ένα σύνολο 27 πρωτοβουλιών ανάπλασης αστικών κέντρων, με αντίστοιχη χρηματοδότηση από την English Heritage (200 000 στερλίνες) και τον ιδιωτικό τομέα (1 624 000 στερλίνες). Η στοά πολιτιστικής κληρονομιάς του καταγγέλλοντος αρχικά περιλαμβανόταν στο καθεστώς 5 του έργου (34 000 λίρες στερλίνες της επιχορήγησης του ΕΤΠΑ προορίζονταν αρχικά για αυτό). Η Επιτροπή δήλωσε ότι ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale τον παραπλάνησε θεωρώντας ότι η πρότασή του για την ανάπλαση ενός πρώην εικονοστάσι σε στοά εμπορικής κληρονομιάς θα ήταν επιλέξιμη για επιχορήγηση από το ΕΤΠΑ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, αρνούμενος την επιχορήγηση, το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale προχώρησε, χωρίς τη συγκατάθεσή του, στη χρήση των δαπανών ανάπτυξής του ως δαπανών του ιδιωτικού τομέα για την ανάληψη της επιχορήγησης του ΕΤΠΑ.

4.11 Η Επιτροπή επισήμανε ότι το έργο της ΚΓΠ ήταν ευρύτερο από τις συνιστώσες του ΕΤΠΑ.

4.12 Η Επιτροπή επισήμανε ότι ήταν επιτρεπτό, βάσει των εφαρμοστέων κανόνων, να ζητηθεί χρηματοδότηση χωρίς να είναι αναγκαίο η χρηματοδότηση να μετακυλιστεί στην οντότητα που επιβαρύνεται άμεσα με τα έξοδα. Στη συνέχεια, ωστόσο, επισήμανε ότι ο επενδυτής θα πρέπει «συνήθως» να γνωρίζει ότι το σχέδιό του χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία χρηματοδότησης.

4.13 Μετά από καταγγελίες του καταγγέλλοντος σχετικά με το προαναφερόμενο έργο, η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης αποφάσισε να θέσει το θέμα στο Κυβερνητικό Γραφείο για τα Βορειοδυτικά. Ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ REGIO απέστειλε επιστολή στο Κυβερνητικό Γραφείο Βορειοδυτικών Χωρών για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με το έργο και ζήτησε από το Κυβερνητικό Γραφείο Βορειοδυτικών Χωρών να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

4.14 Η Επιτροπή επισήμανε ότι, στην απάντησή της προς τη ΓΔ REGIO, η κυβερνητική υπηρεσία για τα βορειοδυτικά ανέφερε ότι ο καταγγέλλων θεωρήθηκε «μη επιλέξιμος» για στήριξη από το ΕΤΠΑ λόγω του καθεστώτος του ως ιδιωτικού τομέα και ότι η επιχορήγηση του ΕΤΠΑ που προοριζόταν για το έργο ανακατανεμήθηκε σε άλλες επιλέξιμες δραστηριότητες.

4.15 Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, κατά την άποψη του κυβερνητικού γραφείου για τα βορειοδυτικά, τα βασικά πραγματικά περιστατικά και συμπεράσματα ήταν τα ακόλουθα:

- την ανάπτυξη στοών πολιτιστικής κληρονομιάς που πληρούν τις προϋποθέσεις για συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ·

- Ενώ η ανάπτυξη της στοάς θεωρήθηκε επιλέξιμη για στήριξη από το ΕΤΠΑ, ο ίδιος ο καταγγέλλων θεωρήθηκε μη επιλέξιμος λόγω του καθεστώτος του ιδιωτικού τομέα σύμφωνα με τις παραδοχές που διέπουν το ΕΤΠΑ και τον ιδιωτικό τομέα εκείνη την εποχή. Κατά τον χρόνο σύνταξης της αίτησης ΚΓΠ (κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1994) και υποβολής της (Φεβρουάριος 1995), η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεσή της σαφείς οδηγίες σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε τέτοια προγράμματα. Η βρετανική κυβέρνηση, ωστόσο, μετά από συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέσπισε τις δικές της ρυθμίσεις τον Μάιο του 1995. Ο γενικός στόχος των νέων συμβουλών της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν να ενθαρρυνθούν οι εισφορές του ιδιωτικού τομέα εκεί όπου υπήρχε αιτιολόγηση της σχέσης κόστους-ωφέλειας. Τα εύλογα κέρδη θα ήταν αποδεκτά λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κινδύνων και ότι οι εν λόγω κίνδυνοι θα πρέπει να κατανέμονται καταλλήλως μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Πριν από την παροχή των συμβουλών αυτών, η συμμετοχή στα προγράμματα αυτά περιοριζόταν στον μη κερδοσκοπικό ιδιωτικό τομέα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα που εμφανίστηκαν το 1995 αντιπροσώπευαν μια ριζική αλλαγή. Οι ενέργειες του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale έπρεπε να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτό·

- Κατά τον υπολογισμό των «επιλέξιμων δαπανών», επετράπη στο Συμβούλιο να συμπεριλάβει τις δαπάνες των εταίρων του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών των καταγγελλόντων·

- Ένα έργο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τη διεκδίκηση επιχορήγησης από το ΕΤΠΑ χωρίς η εν λόγω επιχορήγηση να μετακυλίεται σε αιτούντα, όπως ο καταγγέλλων. Οι συμβουλές οικονομικής πολιτικής από μια υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου επιβεβαίωσαν ότι, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός ευρύτερου καθεστώτος, στην προκειμένη περίπτωση της ΚΓΠ, ήταν αποδεκτό να χρησιμοποιηθούν οι δαπάνες του έργου ως αιτιολόγηση για την ανάληψη της επιχορήγησης (χωρίς η επιχορήγηση να πηγαίνει αναγκαστικά στο ίδιο το έργο)·

- Το δημοτικό συμβούλιο του Rossendale ενήργησε ορθά λαμβάνοντας υπόψη τις αβεβαιότητες σχετικά με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στα προγράμματα του ΕΤΠΑ που επικρατούσαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.

Κατά συνέπεια, το Γραφείο της Κυβέρνησης για τα Βορειοδυτικά μετέθεσε την επιχορήγηση του ΕΤΠΑ, ύψους έως 34 000 στερλινών, η οποία αρχικά προοριζόταν για τη στοά πολιτιστικής κληρονομιάς, σε άλλες επιλέξιμες δραστηριότητες.

4.16 Η ΓΔ REGIO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανακατανομή κονδυλίων σε άλλες «επιλέξιμες» δραστηριότητες αποτελούσε αποδεκτή διακύμανση του συνολικού έργου, ότι δεν παραβίαζε τους όρους της επιχορήγησης και ότι δεν υπήρχαν παρατυπίες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει τη διαδικασία του άρθρου 24 που είχε κινήσει με την επιστολή της 2ας Σεπτεμβρίου 1999.

4.17 Η Επιτροπή διαβίβασε επίσης στον Διαμεσολαβητή εκτενή αλληλογραφία σχετικά με το θέμα, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα.

4.18 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι τα έγγραφα και οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η ΓΔ REGIO ήταν χρήσιμα γι' αυτόν. Όσον αφορά την επιλεξιμότητα/συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι τα έγγραφα που του παρασχέθηκαν περιλάμβαναν επιστολή με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2007 με τίτλο «Παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με αίτημα παροχής πληροφοριών από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή». Η Επιτροπή διευκρινίζει, στη σελίδα 2 του εγγράφου αυτού, ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2083/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 (άρθρο 17), δεν αποκλείει τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

4.19 Ο καταγγέλλων σημείωσε επίσης ότι τα έγγραφα που του διαβιβάστηκαν περιελάμβαναν τηλεομοιοτυπία από το Κυβερνητικό Γραφείο Βορειοδυτικών Χωρών προς την Επιτροπή, με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 1999, στην οποία αναφέρεται ότι «η επιχορήγηση του ΕΤΠΑ μέχρι 34 χιλ. λίρες στερλίνες, η οποία αρχικά προοριζόταν για την Heritage Arcade». Αυτό κατέδειξε σαφώς, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ότι το κυβερνητικό γραφείο για τα βορειοδυτικά δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο ιδιωτικός τομέας, και ιδίως το σχέδιό του, λάμβανε χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ.

4.20 Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι τα ανωτέρω έγγραφα περιείχαν κατάλογο καθεστώτων του ιδιωτικού τομέα που περιλαμβάνονταν στο έργο 94-96 του ΕΤΠΑ των δημοτικών συμβουλίων της Rossendale. Στις 7 Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε τον εν λόγω κατάλογο στον διευθύνοντα σύμβουλο της Rossendale Borough Councils. Μετά τη συνεδρίαση αυτή, και μετά από σειρά ανταλλαγών επιστολών, έλαβε ένα βιβλίο με τις πληρωμές του ΕΤΠΑ που πραγματοποίησε το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale στον ιδιωτικό τομέα όσον αφορά το σχέδιο 94-96. Ο κατάλογος των καθεστώτων που περιλαμβάνονται στο έργο του ΕΤΠΑ 94-94, μαζί με το καθολικό των πληρωμών του ΕΤΠΑ που πραγματοποιήθηκαν από το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale στον ιδιωτικό τομέα, καταδεικνύουν σαφώς ότι το δημοτικό συμβούλιο της Rossendale, ενεργώντας ως κύριος αιτών/ενδιάμεσος, δεν είχε προβλήματα όσον αφορά τη μετακύλιση της χρηματοδότησης του ΕΤΠΑ στον ιδιωτικό τομέα. Εν ολίγοις, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι υπάλληλοι του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale έλαβαν συνειδητή απόφαση να μην του μετακυλίσουν τη χρηματοδότηση του ΕΤΠΑ που είχε εγκριθεί ειδικά για το καθεστώς του, προσφέροντας παράλληλα ενεργά στήριξη από το ΕΤΠΑ σε άλλα καθεστώτα του ιδιωτικού τομέα. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι ο ίδιος και το σύστημά του έτυχαν σαφώς διαφορετικής μεταχείρισης από άλλα συστήματα του ιδιωτικού τομέα.

4.21 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι σκοπός της περαιτέρω έρευνάς του ήταν να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η τελική έκθεση της OLAF κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση του δημοτικού συμβουλίου του Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ ήταν «ακατάλληλη».

4.22 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, το οποίο αφορούσε τη μείωση, την αναστολή και την ακύρωση της βοήθειας, έχει ως εξής:

"1. Εάν μια ενέργεια ή ένα μέτρο δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε μέρος ούτε το σύνολο της χορηγούμενης συνδρομής, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περίπτωσης στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης, ζητώντας ιδίως από το κράτος μέλος ή τις αρχές που έχει ορίσει για την υλοποίηση της ενέργειας να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός καθορισμένης προθεσμίας.

2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή να αναστείλει τη συνδρομή για τη συγκεκριμένη ενέργεια ή μέτρο, εάν από την εξέταση προκύψει παρατυπία ή σημαντική μεταβολή που επηρεάζει τη φύση ή τους όρους υλοποίησης της ενέργειας ή του μέτρου για το οποίο δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.

3. Κάθε αχρεωστήτως εισπραχθέν ποσό που πρέπει να ανακτηθεί επιστρέφεται στην Επιτροπή. Τα ποσά που δεν επιστρέφονται επιβαρύνονται με τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στον τίτλο VIII.

4.23 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η ΓΔ REGIO δήλωσε ότι η επιχορήγηση του ΕΤΠΑ που προοριζόταν για το έργο του καταγγέλλοντος ανακατανεμήθηκε σε άλλες «επιλέξιμες» δραστηριότητες και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανακατανομή των κονδυλίων σε άλλες «επιλέξιμες» δραστηριότητες αποτελούσε αποδεκτή διακύμανση του συνολικού έργου, ότι δεν παραβίαζε τους όρους της επιχορήγησης και ότι δεν υπήρχαν «παρατυπίες». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει τη διαδικασία του άρθρου 24 που είχε κινήσει με την επιστολή της 2ας Σεπτεμβρίου 1999.

4.24 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η διατύπωση που χρησιμοποιείται στην τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση, όπου αναφέρεται ότι «η ΓΔ REGIO είτε θα κινήσει διαδικασίες ανάκτησης είτε θα ενεργήσει για την εκ νέου διάθεση της επιχορήγησης σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες», θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ΓΔ REGIO είχε διατάξει την εκ νέου διάθεση των κονδυλίων σε άλλες επιλέξιμες δαπάνες προκειμένου να διορθωθεί μια «παρατυπία» που είχε διαπιστώσει (βλ. παράγραφο 4.3 ανωτέρω). Ωστόσο, από τη γνώμη της Επιτροπής προκύπτει ότι η ΓΔ REGIO, κατά την αξιολόγηση της ανακατανομής κονδυλίων που είχε ήδη εκτελεστεί από τον δήμο Rossendale, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ανακατανομή δεν συνιστούσε «παρατυπία» ούτε σημαντική μεταβολή που να επηρεάζει τη φύση ή τους όρους υλοποίησης της πράξης ή του μέτρου. Ως εκ τούτου, η προαναφερθείσα δήλωση στην τελική έκθεση της OLAF για την υπόθεση δεν αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τα αποτελέσματα της θέσης που έλαβε η ΓΔ REGIO.

4.25 Όσον αφορά τη δήλωση που χρησιμοποίησε η OLAF στην τελική της έκθεση για την υπόθεση, σύμφωνα με την οποία «ο ισχυρισμός [του δημοτικού συμβουλίου της Rossendale για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ] ήταν ακατάλληλος χωρίς να είναι κατηγορηματικά παράτυπος», ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι οι ισχύοντες νομικοί κανόνες δεν δίνουν συγκεκριμένη νομική έννοια στον όρο «ακατάλληλος». Αντιθέτως, οι εφαρμοστέοι νομικοί κανόνες, ιδίως το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, χρησιμοποιούν μόνο τους όρους «παρατυπία» και «σημαντική μεταβολή που επηρεάζει τη φύση ή τους όρους υλοποίησης της πράξης ή του μέτρου»(3). Ως εκ τούτου, η προαναφερθείσα αναφορά στον ισχυρισμό ότι είναι «ακατάλληλος» δεν φαίνεται να έχει συγκεκριμένη νομική έννοια.

4.26 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε η ΓΔ REGIO για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αναδιάταξη δεν ήταν «παράτυπη», ήταν ότι τα έργα στα οποία ανακατανεμήθηκαν τα εν λόγω κονδύλια ήταν τα ίδια «επιλέξιμα», ότι η αναδιάταξη ήταν αποδεκτή παραλλαγή του συνολικού έργου και ότι η αναδιάταξη δεν παραβίαζε τους όρους της επιχορήγησης. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η αποστολή της έρευνας στην οποία συμμετείχαν η ΓΔ REGIO και η OLAF ήταν να επαληθεύσει εάν τα κοινοτικά κονδύλια είχαν χρησιμοποιηθεί για έργα που ήταν «επιλέξιμα» και να επαληθεύσει ότι οποιαδήποτε ανακατανομή κονδυλίων σε εναλλακτικά επιλέξιμα έργα αποτελούσε παραλλαγή που δεν παραβίαζε τους όρους της επιχορήγησης. Ως εκ τούτου, οι λόγοι που προέβαλε η ΓΔ REGIO στην απάντησή της στον Διαμεσολαβητή φαίνεται να είναι συνεκτικοί και επαρκείς.

4.27 Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι οι διαδικασίες επανεξέτασης της Επιτροπής και της OLAF χρησιμεύουν μόνο για να επαληθεύεται ότι τα κοινοτικά κονδύλια χρησιμοποιήθηκαν για «επιλέξιμα» έργα και ότι οποιαδήποτε ανακατανομή κονδυλίων σε εναλλακτικά επιλέξιμα έργα αποτελούσε παραλλαγή που δεν παραβίαζε τους όρους της επιχορήγησης . Υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω επανεξέταση διενεργήθηκε επαρκώς, δεν ήταν αναγκαίο η Επιτροπή ή η OLAF να εξετάσουν επίσης, για παράδειγμα, αν οι εθνικές αρχές παραπλάνησαν δυνητικούς δικαιούχους επιχορηγήσεων ή αν διέθεσαν εκ νέου κονδύλια όταν οι ισχύοντες κανόνες δεν τους υποχρέωναν να το πράξουν. Επιπλέον, δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή ή στην OLAF να επαληθεύσουν αν οι εθνικές αρχές είχαν ενδεχομένως νομική ευθύνη βάσει του εθνικού δικαίου για την παραπλάνηση δυνητικών δικαιούχων ή για την ανακατανομή κονδυλίων. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο από αρμόδιο εθνικό όργανο.

4.28 Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε ο καταγγέλλων ότι οι συμφωνίες/συμβάσεις μεταξύ των συμμετεχόντων εταίρων στο πλαίσιο αίτησης ΕΤΠΑ είναι υποχρεωτικές, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η OLAF δήλωσε ότι, στο μέτρο που τηρείται ο κανονισμός 4253/88, το ίδιο το κράτος μέλος είναι εκείνο που αποφασίζει σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των σχετικών περιφερειακών προγραμμάτων. Μετά την εξέταση των εφαρμοστέων κανόνων, ο Διαμεσολαβητής δεν βρίσκει καμία συγκεκριμένη απαίτηση για τη σύναψη δεσμευτικών συμφωνιών μεταξύ των συμμετεχόντων εταίρων στο πλαίσιο μιας αίτησης ΕΤΠΑ.

Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής τονίζει ότι δεν εξέτασε κατά πόσον, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι ανακοινώσεις και οι διαβεβαιώσεις των τοπικών αρχών προς τον καταγγέλλοντα μπορεί να έχουν οδηγήσει σε συμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη των τοπικών αρχών. Το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στην εντολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο από αρμόδιο εθνικό όργανο.

4.29 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι επισήμανε, στην παράγραφο 1.2 ανωτέρω, ότι εναπόκειται στον καταγγέλλοντα να ασκήσει τα ένδικα μέσα που μπορεί να έχει στη διάθεσή του σε εθνικό επίπεδο σε σχέση με τη διαφορά του με τις τοπικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.

4.30 Στο πλαίσιο αυτό, ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί ότι η περαιτέρω έρευνα επέτρεψε στον καταγγέλλοντα να αποσαφηνίσει πολλά από τα ζητήματα που μπορεί να τον ενδιαφέρουν. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι τα έγγραφα που έλαβε στο πλαίσιο της περαιτέρω έρευνας τον βοήθησαν. Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει επίσης το γεγονός ότι έχει διαπιστωθεί ότι οι κοινοτικοί κανόνες σχετικά με τη χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ, οι οποίοι ίσχυαν όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την αίτησή του για χρηματοδότηση, δεν απαγόρευαν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Προέκυψε επίσης ότι, πριν από τον Μάιο του 1995, οι βρετανικές αρχές θεωρούσαν ότι η συμμετοχή σε έργα χρηματοδοτούμενα από το ΕΤΠΑ περιοριζόταν στον μη κερδοσκοπικό ιδιωτικό τομέα (μολονότι, κατά την άποψη των βρετανικών αρχών, υπήρχε περιθώριο να επωφεληθεί ο ευρύτερος ιδιωτικός τομέας από τον ανταγωνισμό για έργα δημοσίων έργων χρηματοδοτούμενα από το ΕΤΠΑ). Ωστόσο, αφού η Επιτροπή αποσαφήνισε την έννοια των εφαρμοστέων κανόνων, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έλαβε τη θέση, τον Μάιο του 1995, ότι οι εισφορές του ιδιωτικού τομέα έπρεπε να ενθαρρύνονται όταν υπήρχε αιτιολόγηση της σχέσης ποιότητας/τιμής (εύλογα κέρδη θα ήταν αποδεκτά λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κινδύνων· οι εν λόγω κίνδυνοι θα πρέπει να κατανέμονται καταλλήλως μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα). Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η θέση που έλαβε η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τον Μάιο του 1995 δεν ήταν το αποτέλεσμα οποιασδήποτε αλλαγής των εφαρμοστέων κανόνων, αλλά μάλλον το αποτέλεσμα της ορθής έννοιας των κανόνων που αποσαφηνίστηκαν για την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, δεδομένου του χρονοδιαγράμματος για την επεξεργασία των αιτήσεων του ΕΤΠΑ, το γεγονός ότι το Rossendale Borough Council έλαβε επιχορήγηση από το ΕΤΠΑ σε σχέση με το πρόγραμμα του καταγγέλλοντος τον Σεπτέμβριο του 1995 συνεπάγεται ότι ο ιδιωτικός τομέας θεωρήθηκε, ακόμη και από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ,, επιλέξιμος για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ αρκετούς μήνες πριν από τον Σεπτέμβριο του 1995. Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 1.2 ανωτέρω, εναπόκειται στον καταγγέλλοντα να ασκήσει τα ένδικα μέσα που μπορεί να έχει στη διάθεσή του σε εθνικό επίπεδο σε σχέση με τη διαφορά του με τις τοπικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.

5 Συμπέρασμα

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η OLAF παρέλειψε να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στην τελική έκθεση της 20ής Μαρτίου 2003 στο σύνολό της, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

  1. Η παράλειψη της OLAF να καταχωρίσει την επιστολή της 20ής Ιουνίου 2003 συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.
  2. Η παράλειψη της OLAF να απαντήσει στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση του αιτήματος στις 27 Ιανουαρίου 2004 συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.

Υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων που παρατίθενται ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής αποφασίζει να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Ο Γενικός Διευθυντής της OLAF και ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθούν επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Το άρθρο 38 του κανονισμού αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία, το οποίο αφορά τον δημοσιονομικό έλεγχο των διαρθρωτικών ταμείων, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ, αναφέρεται στα «αποτελέσματα» των επιτόπιων ελέγχων, στις «παρατηρήσεις» και στα «συμπεράσματα».

(2) Το άρθρο 38 του κανονισμού αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία, το οποίο αφορά τον δημοσιονομικό έλεγχο των διαρθρωτικών ταμείων, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ, αναφέρεται στα «αποτελέσματα» των επιτόπιων ελέγχων, στις «παρατηρήσεις» και στα «συμπεράσματα».

(3) Όπως αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 4.23, η ΓΔ REGIO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε «παρατυπία» και «σημαντική μεταβολή που να επηρεάζει τη φύση ή τους όρους υλοποίησης της πράξης ή του μέτρου».

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!