FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 552/2005/(PB)SAB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας της Επιτροπής παραβίασε τις αρχές της χρηστής διοίκησης επιλέγοντας τους ίδιους εμπειρογνώμονες που θα την επικουρούσαν στην αξιολόγηση των προτάσεων βάσει του έκτου προγράμματος-πλαισίου με εκείνους που απασχολούσε προηγουμένως. Αφού η Επιτροπή εξήγησε, στη γνώμη της, ότι χρησιμοποίησε μια ειδική αρχή εναλλαγής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων, η οποία είχε καθοριστεί στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης και επιλογής προτάσεων [1] και προέβλεπε ότι τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων πρέπει να αντικαθίσταται κάθε ημερολογιακό έτος, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την ορθότητα αυτής της ποσόστωσης.

Ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, οι προτεινόμενες διαδικασίες αξιολόγησης σχεδιάστηκαν κατά τρόπο ώστε να είναι όσο το δυνατόν ταχύτερες, διατηρώντας παράλληλα την ποιοτική αξιολόγηση. Η Επιτροπή είχε καθορίσει ποσόστωση με σκοπό την επίτευξη κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ της επιλογής νέων εμπειρογνωμόνων και του έννομου συμφέροντος για τη διατήρηση έμπειρων εμπειρογνωμόνων υψηλής ειδίκευσης. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι η προηγούμενη πρακτική της αντικατάστασης του ενός τρίτου των εμπειρογνωμόνων φαίνεται να έχει προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στην εξεύρεση αρκετών εμπειρογνωμόνων και ότι η Επιτροπή, μετά από εκτεταμένες διαβουλεύσεις και πολυετή σχετική πείρα, ενέκρινε την αμφισβητούμενη ποσόστωση. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι ανωτέρω αντικειμενικές αιτιολογήσεις για την εν λόγω ποσόστωση ήταν συναφείς και θεμιτές και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η Επιτροπή είχε υπερβεί τα περιθώρια διακριτικής της ευχέρειας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση.

 


[1] COM C/2003/883.


Στρασβούργο, 14 Νοεμβρίου 2006

Αξιότιμε κ. L.,

Στις 10 Φεβρουαρίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με εικαζόμενη παράλειψη απάντησης σε επιστολή που είχατε αποστείλει στη Γενική Διεύθυνση Έρευνας της Επιτροπής στις 10 Δεκεμβρίου 2004, καθώς και σχετικά με την επιλογή εμπειρογνωμόνων από την εν λόγω Γενική Διεύθυνση. Οι υπηρεσίες μου επικοινώνησαν μαζί σας τηλεφωνικώς και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 22 Μαρτίου 2005 για να σας ζητήσουν να μου διαβιβάσετε αντίγραφο της επιστολής σας προς την Επιτροπή, την οποία αποστείλατε στις 25 Μαρτίου 2005.

Στις 11 Απριλίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Στις 6 Ιουλίου 2005, μου διαβιβάσατε την απάντηση της Επιτροπής της 11ης Μαΐου 2005 στην επιστολή σας της 10ης Δεκεμβρίου 2004, μαζί με τις παρατηρήσεις σας.

Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 20 Ιουλίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 7 Σεπτεμβρίου 2005. Μου ζητήσατε ρητά να «προχωρήσω σε περαιτέρω έρευνα σχετικά με όλα τα σημεία που [έχετε] αναφέρει τώρα και στην προηγούμενη καταγγελία [σας], όπως [υποστηρίξατε] τους ισχυρισμούς [σας] που αναφέρονται στο σημείο ΙΙ (1) σχετικά με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής».

Στις 15 Δεκεμβρίου 2005, ζήτησα από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την υπόθεσή σας. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 6 Φεβρουαρίου 2006. Σας το διαβίβασα στις 14 Φεβρουαρίου 2006 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 10 Μαρτίου 2006. Στις παρατηρήσεις σας δηλώσατε ότι το αντικείμενο της καταγγελίας σας ήταν «κακή διοίκηση διότι η ΓΔ RTD παρέλειψε να εξετάσει την αλληλογραφία σας που εστάλη στον Γενικό Διευθυντή κ. Μήτσο (...).» Δηλώσατε επίσης ότι «όλες οι υπόλοιπες παρατηρήσεις ήταν απαντήσεις στις διάφορες επιστολές που σας απέστειλα εξ ονόματος της Επιτροπής».

Με επιστολή σας της 28ης Ιουνίου 2006, ζητήσατε αντίγραφο του φακέλου μου σχετικά με την καταγγελία σας, τον οποίο σας απέστειλα στις 13 Ιουλίου 2006. Λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας δήλωσης στην επιστολή σας της 10ης Μαρτίου 2006, σας ενημέρωσα επίσης ότι δεν θα ασχοληθώ με άλλους ισχυρισμούς εκτός από αυτόν που επισημάνατε ως αντικείμενο της καταγγελίας σας, εκτός εάν με ενημερώσετε διαφορετικά. Με επιστολή της 16ης Αυγούστου 2006, μου ζητήσατε «να εξετάσω τον φάκελό σας στο σύνολό του».

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που διενήργησα σχετικά με την καταγγελία σας.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε αποστείλει επιστολή στο Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας της Επιτροπής το Δεκέμβριο του 2004, ζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την αίτηση που είχε υποβάλει για να εργαστεί ως εμπειρογνώμονας για την Επιτροπή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν είχε λάβει απάντηση, αλλά απλώς ταχυδρομική επιβεβαίωση της παράδοσης της επιστολής του, με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 2004. Θεωρεί ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας δεν απάντησε διότι «συνεχίζει να επιλέγει τους ίδιους εμπειρογνώμονες ξανά και ξανά και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να δεχθούν νέους ή να εξηγήσουν την κατάσταση της αίτησής μου».

Στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004 προς τη Γενική Διεύθυνση Έρευνας, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, στις 2 Ιουλίου 2004, είχε εγγραφεί στη βάση δεδομένων Cordis της Επιτροπής για να εργαστεί ως εμπειρογνώμονας. Ρώτησε σχετικά με την κατάσταση του φακέλου του και ζήτησε πληροφορίες σχετικά με το αν θα έπρεπε να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες προκειμένου να εργαστεί ως εμπειρογνώμονας, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το αν η Γενική Διεύθυνση «προτίμησε να συνεχίσει να προσκαλεί τους ίδιους εμπειρογνώμονες».

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας i) είχε παραβιάσει τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2) επειδή δεν απάντησε στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004 εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών· ii) προσέβαλε το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως που του παρέχει το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3), καθόσον δεν του παρέσχε πληροφορίες· iii) είχε παραβιάσει το δικαίωμά του στη χρηστή διοίκηση σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, επιλέγοντας τους ίδιους εμπειρογνώμονες και μη αποδεχόμενος νέους.

Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Επί του παραδεκτού της διοικητικής ενστάσεως

Μόνο μέσω της καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή η Επιτροπή έλαβε γνώση της μη έγκαιρης απάντησής της . Ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε επικοινωνήσει προηγουμένως με την Επιτροπή προκειμένου να επιτύχει επανόρθωση. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν επικοινώνησε με την Επιτροπή για εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004. Αν είχε έλθει σε επαφή με την Επιτροπή, το λάθος θα είχε ανακαλυφθεί και θα είχε λάβει απάντηση. Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν στον Διαμεσολαβητή από τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής θα έπρεπε να είχε κηρύξει την καταγγελία απαράδεκτη. Ωστόσο, η Επιτροπή απάντησε στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος

Η παράλειψη απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος συνέβη επειδή η επιστολή είχε παραποιηθεί κατά τη μεταφορά, πιθανότατα λόγω απουσίας γραμματείας κατά την περίοδο των διακοπών γύρω στα Χριστούγεννα. Επιπλέον, το εσωτερικό σύστημα διαχείρισης της αλληλογραφίας (Adonis) είχε κλείσει λόγω σφάλματος και, ως εκ τούτου, δεν δόθηκε συνέχεια στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Οι ενδιαφερόμενες υπηρεσίες της Επιτροπής παραδέχθηκαν ότι υπήρξε σφάλμα κατά τη διεκπεραίωση της επιστολής και εξέφρασαν τη λύπη τους για το γεγονός ότι δεν απάντησαν εγκαίρως. Ωστόσο, δεν υπήρχε πρόθεση να μην δοθεί απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος.

Οι ερωτήσεις που έθεσε ο καταγγέλλων στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004 είχαν τεθεί συχνά από άλλους εμπειρογνώμονες που ήταν καταχωρισμένοι στη βάση δεδομένων της Επιτροπής και είχαν απαντηθεί στο σχετικό τμήμα των συχνών ερωτήσεων (FAQ)(4) στον δικτυακό τόπο μέσω του οποίου οι εμπειρογνώμονες μπορούν να εγγραφούν στη βάση δεδομένων. Κατά την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2004 έως τον Μάρτιο του 2005, δύο άλλοι εμπειρογνώμονες είχαν υποβάλει παρόμοιες ερωτήσεις. Ελήφθησαν δύο ακόμη αιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τις καταχωρίσεις στη βάση δεδομένων. Όλα αυτά τα ερωτήματα είχαν σταλεί στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της C ommission που δημιουργήθηκε για το σκοπό αυτό και απαντήθηκαν εντός μίας ημέρας. Εάν η επιστολή του καταγγέλλοντος δεν είχε παραποιηθεί, θα είχε λάβει ταχεία απάντηση σύμφωνα με τις συνήθεις γραμμές.

Όπως επισημαίνεται στις συχνές ερωτήσεις στον ιστότοπο για εγγραφή στη βάση δεδομένων της Επιτροπής, οι εμπειρογνώμονες λαμβάνουν ηλεκτρονικό μήνυμα που επιβεβαιώνει την εγγραφή τους αφού συμπληρώσουν όλα τα υποχρεωτικά πεδία. Δεν προβλέπεται καμία περαιτέρω επαφή, εκτός εάν ο εμπειρογνώμονας επιλεγεί για μια συγκεκριμένη συνεδρία αξιολόγησης. Οι συχνές ερωτήσεις επισημαίνουν επίσης ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια του έκτου προγράμματος-πλαισίου, αλλά δεν θα επιλεγούν κατ’ ανάγκη όλοι οι εμπειρογνώμονες που είναι εγγεγραμμένοι στη βάση δεδομένων.

Η επανειλημμένη χρήση των ίδιων εμπειρογνωμόνων δεν ήταν ποτέ πρακτική της Επιτροπής. Η Επιτροπή προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ των νέων εμπειρογνωμόνων και των έμπειρων. Η αρχή της εναλλαγής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων είχε καθοριστεί στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με τις διαδικασίες αποτίμησης και επιλογής της πρότασης Ε (5) για το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο. Οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν ότι το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις πρέπει να αντικαθίσταται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη του προγράμματος. Η δυνατότητα επιλογής ενός εμπειρογνώμονα εξαρτάται από την απαίτηση η εμπειρογνωμοσύνη του να αντιστοιχεί στις προτάσεις που έχουν πράγματι ληφθεί. Παρόλο που οι κανόνες εναλλαγής/ανανανέωσης εφαρμόζονται αυστηρά, ενδέχεται να μην υπάρχει ανάγκη για συγκεκριμένη προτεραιότητα/δραστηριότητα στο πρόγραμμα-πλαίσιο για την πρόσληψη περαιτέρω εμπειρογνωμόνων σε έναν συγκεκριμένο τομέα.

Η Επιτροπή επισύναψε στη γνώμη την απάντησή της της 11ης Μαΐου 2005 στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 10ης Δεκεμβρίου 2004, με την οποία ζητούσε ειλικρινά συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντησή της και παρείχε στον καταγγέλλοντα τις ζητούμενες πληροφορίες. Ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με την κατάσταση της αίτησής του στη βάση δεδομένων εμπειρογνωμόνων και εξήγησε τη φύση της διαδικασίας επιλογής, όπως περιγράφεται ανωτέρω. Στην απάντησή της, εξέτασε επίσης τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή επιλέγει πάντα τους ίδιους εμπειρογνώμονες ενημερώνοντάς τον σχετικά με την προαναφερθείσα αρχή της εναλλαγής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διατύπωσε την ακόλουθη παρατήρηση, νέο επιχείρημα, νέους ισχυρισμούς και αίτημα παροχής πληροφοριών:

Σχόλιο

Ακόμη και αν η επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004 είχε παραποιηθεί (και είχε αποδεχθεί ότι η παράλειψη απάντησης ήταν ακούσια), ο κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς ήταν υποχρεωτικός και ο χειρισμός της επιστολής του από την Επιτροπή θα πρέπει να θεωρηθεί περίπτωση κακοδιοίκησης.

Νέο επιχείρημα

Ο καταγγέλλων φάνηκε να αποδέχεται το γεγονός ότι η Επιτροπή ακολούθησε την αρχή της εναλλαγής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με την οποία το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις πρέπει να αντικαθίσταται κάθε ημερολογιακό έτος. Ωστόσο, υποστήριξε ότι το γεγονός ότι το 75 % των εμπειρογνωμόνων ανανεώθηκαν εξακολουθεί να αποτελεί «υψηλό ποσοστό».

Νέοι ισχυρισμοί

Δηλώνοντας ότι «προσποιούνται ότι χάθηκε κατά τη διαμετακόμιση», ο καταγγέλλων φάνηκε να ισχυρίζεται α) ότι η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην επιστολή του ήταν εσκεμμένη· ο καταγγέλλων φάνηκε επίσης να ισχυρίζεται ότι β) οι εμπειρογνώμονες «επιλέγονται με βάση την εμπειρογνωμοσύνη τους για θέματα που είναι απρόβλεπτα, εκτός εάν ο συγκεκριμένος εμπειρογνώμονας αποδείξει την εμπειρογνωμοσύνη του σε συγκεκριμένο τομέα που είναι απρόβλεπτος»· γ) οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν αμερόληπτες κατά την επιλογή των εμπειρογνωμόνων, αλλά υπήρχε «άμεση σχέση μεταξύ της εμπειρογνωμοσύνης και της αρχής των επαφών εντός της ΓΔ RTD και/ή των υπηρεσιών της Επιτροπής»· και δ) υπήρχε «έλλειψη διαφάνειας και σοβαρότητας» στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειριζόταν το ζήτημα της επιλογής των εμπειρογνωμόνων.

Αίτημα παροχής πληροφοριών

Ο καταγγέλλων ήθελε να μάθει τι είδους εμπειρογνωμοσύνη απαιτείται στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου.

Ο καταγγέλλων ζήτησε ρητά από τον Διαμεσολαβητή να «προχωρήσει σε περαιτέρω έρευνα σχετικά με όλα τα σημεία που [έχει] αναφέρει τώρα και στην προηγούμενη καταγγελία [του], καθώς [είχε] εμμείνει στους ισχυρισμούς [του] που αναφέρονται στο σημείο ΙΙ (6) σχετικά με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής».

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στο επιχείρημα της καταγγελίας, το οποίο περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις του, ότι, ακόμη και αν το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις πρέπει να αντικαθίσταται κάθε ημερολογιακό έτος, το γεγονός ότι το 75 % των εμπειρογνωμόνων ανανεώθηκε εξακολουθεί να αποτελεί «υψηλό ποσοστό».

Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή ότι ο νέος ισχυρισμός που προσδιορίστηκε στο στοιχείο α) ανωτέρω δεν είχε τεθεί προς έρευνα, διότι ήταν υπερβολικά ασαφής (7). Οι νέοι ισχυρισμοί β) και γ) δεν είχαν εξεταστεί για έρευνα λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων (8). Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, εάν επιθυμούσε να δώσει συνέχεια σε αυτούς τους ισχυρισμούς, έπρεπε να προβεί προηγουμένως σε διοικητικές ενέργειες προς το οικείο θεσμικό όργανο σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή πριν υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Όσον αφορά το αίτημά του για παροχή πληροφοριών, ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα να απευθύνει το ερώτημα στην αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής.

Απάντηση της Επιτροπής

Η Επιτροπή εξέτασε το περιεχόμενο των περαιτέρω ερευνών του Διαμεσολαβητή ως εξής:

Η Εpiιτροpiή έχει ια piολιτική για την εpiίτευξη ια καλή ισορροpiία εταξύ των εpiειρογνωόνων και των νέων. Η επίτευξη της κατάλληλης ισορροπίας αποτελεί πρόκληση για όλους τους οργανισμούς χρηματοδότησης της έρευνας παγκοσμίως, δεδομένου ότι η καλή αξιολόγηση των εμπειρογνωμόνων είναι όλο και πιο απαιτητική. Η πολιτική και η πρακτική της Επιτροπής να αντικαθιστά κάθε χρόνο τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις και να δημοσιεύει τα ονόματα των εμπειρογνωμόνων που χρησιμοποιούνται ήταν τόσο ρεαλιστική όσο και διαφανής. Άλλοι οργανισμοί χρηματοδότησης της έρευνας διορίζουν καθορισμένο σύνολο εμπειρογνωμόνων για ορισμένο χρονικό διάστημα ή απλώς δεν δημοσιοποιούν τους κανόνες τους για την επιλογή εμπειρογνωμόνων. Η τρέχουσα πολιτική και πρακτική της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα πολυετούς εμπειρίας στην επιτυχή διοργάνωση αξιολογήσεων προτάσεων. Σε προηγούμενα προγράμματα-πλαίσια, δεν υπήρχε επίσημη απαίτηση αντικατάστασης ενός ελάχιστου ποσοστού εμπειρογνωμόνων και το προσωπικό του προγράμματος αναμενόταν απλώς να διατηρήσει μια εύλογη ισορροπία μεταξύ νέων και έμπειρων εμπειρογνωμόνων. Η απαίτηση αντικατάστασης ενός ελάχιστου ποσοστού κάθε χρόνο είχε αρχικά καθοριστεί στο Εγχειρίδιο Διαδικασιών Αξιολόγησης Προτάσεων για το Πέμπτο Πρόγραμμα Πλαίσιο (1998-2002). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος , το ποσοστό των νέων εμπειρογνωμόνων που θα επιλέγονταν κάθε χρόνο (ή ανά πρόσκληση, εάν η διαφορά μεταξύ των προσκλήσεων υπερέβαινε το ένα έτος) είχε καθοριστεί στο ένα τρίτο. Στην πράξη, ωστόσο, αυτό το ποσοστό νέων εμπειρογνωμόνων διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι προκαλεί σημαντικά προβλήματα στην εξεύρεση αρκετών εμπειρογνωμόνων υψηλής ειδίκευσης σε ορισμένους ερευνητικούς τομείς. Μετά από διεξοδικές συζητήσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής που συμμετείχαν στη διοργάνωση των αξιολογήσεων των σχεδίων, ο κανόνας κατέστη σκοπίμως ελαστικότερος ώστε να αποτελέσει τον ισχύοντα κανόνα του έκτου προγράμματος-πλαισίου, σύμφωνα με τον οποίο τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να αντικαθίσταται ανά ημερολογιακό έτος.

Η Επιτροπή εξετάζει συνεχώς τις διαδικασίες αξιολόγησης των προτάσεών της με τη συμμετοχή ανεξάρτητων παρατηρητών, οι οποίοι εξετάζουν προσεκτικά τις συνεδρίες αξιολόγησης και υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να βελτιωθούν οι διαδικασίες αξιολόγησης. Επιπλέον, ζητά τις απόψεις των εμπειρογνωμόνων που έχουν συμμετάσχει σε συνεδρίες αξιολόγησης και τις αναλύει. Ούτε οι παρατηρητές ούτε οι αξιολογητές δήλωσαν ποτέ ότι οι κανόνες της Επιτροπής για την ανανέωση των εμπειρογνωμόνων δημιουργούν πρόβλημα. Τρία έτη διαχείρισης των αξιολογήσεων των προτάσεων βάσει του έκτου προγράμματος-πλαισίου κατέδειξαν ότι η αρχή της εναλλαγής της Επιτροπής, η οποία συνίσταται στην αντικατάσταση τουλάχιστον του 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις, είναι ρεαλιστική και παρέχει κατάλληλη νέα ώθηση, διατηρώντας παράλληλα πολύτιμη εμπειρογνωμοσύνη.

Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το αντικείμενο της καταγγελίας του ήταν «κακή διοίκηση, διότι η ΓΔ RTD παρέλειψε να εξετάσει την αλληλογραφία [του] που απεστάλη στον Γενικό Διευθυντή, κ. Μήτσο, αγνοώντας τον υποχρεωτικό κώδικα καλής συμπεριφοράς.» Δήλωσε επίσης ότι «όλες οι υπόλοιπες παρατηρήσεις ήταν απαντήσεις στις διάφορες επιστολές [του Διαμεσολαβητή] που του απεστάλησαν εξ ονόματος της Επιτροπής». Επιπλέον, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι «ο κ. Μήτσος δεν απάντησε ποτέ σε [αυτόν], αλλά μόνο αφού [κατήγγειλε] [στον Διαμεσολαβητή].»

Σε συμπληρωματική αλληλογραφία της 16ης Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων ρώτησε τον Διαμεσολαβητή αν «θα προτιμούσε [ο καταγγέλλων] να αποστείλει την καταγγελία [του] στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσον αφορά τα διοικητικά σημεία και στην OLAF [Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης] για όλα τα υπόλοιπα».

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις Παραδεκτό
της διοικητικής ενστάσεως

1.1 Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση του Διαμεσολαβητή όσον αφορά το παραδεκτό της καταγγελίας, υποστηρίζοντας ότι ο καταγγέλλων θα έπρεπε να έχει έλθει σε επαφή με την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (9) προκειμένου να επιτύχει επανόρθωση πριν από την υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, ο καταγγέλλων ουδέποτε επικοινώνησε με την Επιτροπή σχετικά με την επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004. Επομένως, η αιτίαση έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά την Επιτροπή.

1.2 Σε επιστολή περαιτέρω έρευνας, ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι το άρθρο 2 παράγραφος 4 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή αναφέρεται σε «κατάλληλες» προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις. Εναπόκειται στον Διαμεσολαβητή να ερμηνεύσει την έννοια του «κατάλληλου». Στην πρακτική του Διαμεσολαβητή, η προϋπόθεση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 ερμηνεύεται, γενικά, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις σε υποθέσεις που αφορούν εικαζόμενες παραλείψεις απάντησης στην αλληλογραφία.

Πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης

1.3 Με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2004 προς τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας, ο καταγγέλλων ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με αίτηση που είχε υποβάλει για να εργαστεί ως εμπειρογνώμονας της Επιτροπής. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας i) είχε παραβιάσει τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (10) επειδή δεν απάντησε στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004 εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών· ii) προσέβαλε το δικαίωμά του χρηστής διοικήσεως δυνάμει του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11), καθόσον δεν του παρέσχε πληροφορίες· iii) είχε παραβιάσει το δικαίωμά του στη χρηστή διοίκηση σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, επιλέγοντας τους ίδιους εμπειρογνώμονες και μη αποδεχόμενος νέους. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004.

1.4 Στις παρατηρήσεις του της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ζήτησε ρητά από τον Διαμεσολαβητή να «προχωρήσει σε περαιτέρω έρευνα σχετικά με όλα τα σημεία που [έχει] αναφέρει τώρα και στην προηγούμενη καταγγελία [του] όπως [υποστηρίζει] τους ισχυρισμούς [του] που αναφέρονται στο σημείο ΙΙ (12) σχετικά με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής».

1.5 Ωστόσο, στις παρατηρήσεις του της 10ης Μαρτίου 2006 σχετικά με περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το αντικείμενο της καταγγελίας του ήταν «κακή διοίκηση επειδή η ΓΔ RTD παρέλειψε να εξετάσει την αλληλογραφία [του] που εστάλη στον Γενικό Διευθυντή, κ. Μήτσο (...).» Δήλωσε επίσης ότι «όλα τα υπόλοιπα σχόλια ήταν απαντήσεις στις διάφορες επιστολές [του Διαμεσολαβητή] που εστάλησαν σε [αυτόν] εξ ονόματος της Επιτροπής» και ότι «ο κ. Μήτσος δεν απάντησε ποτέ σε [αυτόν], αλλά μόνο μετά την καταγγελία [του] στον [Διαμεσολαβητή]».

1.6 Απαντώντας στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 10ης Μαρτίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, κατά την άποψή του, ο καταγγέλλων θα επιθυμούσε να διακόψει την έρευνά του σχετικά με τους αρχικούς ισχυρισμούς (ii) και (iii) (βλ. σημείο 1.3 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν θα χειριζόταν αυτούς τους δύο ισχυρισμούς, εκτός εάν ο καταγγέλλων του γνωστοποιούσε την επιθυμία του να τους διατηρήσει.

1.7 Με επιστολή της 16ης Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή «να εξετάσει τον φάκελό [του] στο σύνολό του».

1.8 Υπό το πρίσμα της ανωτέρω αλληλογραφίας, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να εξετάσει τους τρεις ισχυρισμούς και τον ισχυρισμό που προβάλλεται προς διερεύνηση στην παρούσα καταγγελία (βλ. σημείο 1.3 ανωτέρω).

Αίτημα παροχής πληροφοριών

1.9 Με επιστολή της 16ης Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων ρώτησε επίσης τον Διαμεσολαβητή αν «θα προτιμούσε [τον ίδιο] να αποστείλει την καταγγελία [του] στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα διοικητικά σημεία και στην OLAF [Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης] για όλα τα υπόλοιπα».

1.10 Όσον αφορά το προαναφερθέν ερώτημα, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 194 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο καταγγέλλων είναι επίσης ελεύθερος να ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης σχετικά με τυχόν πτυχές της καταγγελίας του που θεωρεί ότι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της εν λόγω υπηρεσίας.

2 Εικαζόμενη παράλειψη απάντησης (έγκαιρη)

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας παραβίασε τον Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μη απαντώντας στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004 εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών.

2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η παράλειψη απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος οφειλόταν στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε παραποιηθεί κατά τη μεταφορά, πιθανότατα λόγω απουσίας από τη γραμματεία κατά τη διάρκεια της περιόδου των διακοπών γύρω στα Χριστούγεννα. Επιπλέον, το εσωτερικό σύστημα διαχείρισης της αλληλογραφίας (Adonis) είχε κλείσει λόγω σφάλματος και, ως εκ τούτου, δεν δόθηκε συνέχεια στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Οι ενδιαφερόμενες υπηρεσίες της Επιτροπής παραδέχθηκαν ότι υπήρξε σφάλμα κατά τη διεκπεραίωση της επιστολής και εξέφρασαν τη λύπη τους για το γεγονός ότι δεν απάντησαν εγκαίρως. Ωστόσο, δεν υπήρχε πρόθεση να μην δοθεί απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Οι ερωτήσεις που έθεσε ο καταγγέλλων είχαν τεθεί συχνά από άλλους εμπειρογνώμονες που ήταν καταχωρισμένοι στη βάση δεδομένων της Επιτροπής και είχαν απαντηθεί στο σχετικό τμήμα των συχνών ερωτήσεων (FAQ) (13) του δικτυακού τόπου μέσω του οποίου οι εμπειρογνώμονες μπορούν να καταχωριστούν στη βάση δεδομένων. Κατά την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2004 έως τον Μάρτιο του 2005, δύο άλλοι εμπειρογνώμονες είχαν υποβάλει παρόμοιες ερωτήσεις. Ελήφθησαν δύο ακόμη αιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τις καταχωρίσεις στη βάση δεδομένων. Όλα αυτά τα ερωτήματα είχαν σταλεί στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της C ommission που δημιουργήθηκε για το σκοπό αυτό και απαντήθηκαν εντός μίας ημέρας. Εάν η επιστολή του καταγγέλλοντος δεν είχε παραποιηθεί, θα είχε λάβει ταχεία απάντηση σύμφωνα με τις συνήθεις γραμμές. Η Επιτροπή επισύναψε στη γνώμη την απάντησή της της 11ης Μαΐου 2005 στην επιστολή του καταγγέλλοντος, με την οποία ζητούσε ειλικρινά συγγνώμη για την καθυστέρηση της απάντησής της.

2.3 Στην παρατήρησή του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, ακόμη και αν η επιστολή του είχε παραποιηθεί (και αποδέχθηκε ότι η παράλειψη απάντησης ήταν ακούσια), ο κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς ήταν υποχρεωτικός και ο χειρισμός της επιστολής του από την Επιτροπή θα πρέπει να θεωρηθεί περίπτωση κακοδιοίκησης. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι «ο κ. Μίτσος δεν απάντησε ποτέ σε [αυτόν], αλλά μόνο αφού [κατήγγειλε] στον [Διαμεσολαβητή]».

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με το τμήμα 4 του Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς της Επιτροπής, η Επιτροπή υποχρεούται να αποστείλει απάντηση σε επιστολή που της απευθύνεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής.

2.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή έλαβε την επιστολή του καταγγέλλοντος στις 14 Δεκεμβρίου 2004. Η Επιτροπή απάντησε στο έγγραφο αυτό στις 11 Μαΐου 2005, παραλείποντας έτσι να απαντήσει εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του εγγράφου αυτού. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς δεν τηρήθηκε και ότι η Επιτροπή δεν το αρνήθηκε. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος, ζητώντας ειλικρινά συγγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση, και του παρέσχε τις ζητούμενες πληροφορίες. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω τις οργανωτικές και τεχνικές δυσκολίες που ανέκυψαν κατά τη στιγμή της παραλαβής της επιστολής του καταγγέλλοντος και αναγνώρισε πλήρως ότι υπήρξε σφάλμα κατά τον χειρισμό της επιστολής του καταγγέλλοντος. Εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν απάντησε εγκαίρως και διαβεβαίωσε τον καταγγέλλοντα ότι αυτό δεν έγινε εκ προθέσεως.

2.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει α) ότι η Επιτροπή απάντησε τελικά στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 10ης Δεκεμβρίου 2004· β) ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η απάντησή της καθυστέρησε και ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό· γ) και ότι, υπό το φως των σχετικών εξηγήσεων της Επιτροπής, η αρχική της παράλειψη να απαντήσει στον καταγγέλλοντα φαίνεται να ήταν αποτέλεσμα πραγματικού σφάλματος. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι περαιτέρω έρευνες και εξέταση αυτής της πτυχής της υπόθεσης δεν είναι δικαιολογημένες.

3 Εικαζόμενη μη παροχή πληροφοριών

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας είχε παραβιάσει το δικαίωμά του στη χρηστή διοίκηση σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς δεν του παρείχε συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την αίτησή του να εργαστεί ως εμπειρογνώμονας.

3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισύναψε την επιστολή της 11ης Μαΐου 2005 στον καταγγέλλοντα, με την οποία τον ενημέρωσε σχετικά με την κατάσταση της αίτησής του στη βάση δεδομένων των εμπειρογνωμόνων και εξήγησε τη φύση της διαδικασίας επιλογής. Στην απάντησή της, εξέτασε επίσης τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή επιλέγει πάντα τους ίδιους εμπειρογνώμονες ενημερώνοντάς τον σχετικά με την αρχή της εναλλαγής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης στη γνώμη της ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις αιτήσεις που καταχωρίστηκαν στη βάση δεδομένων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής τέθηκαν επίσης στη διάθεση των εμπειρογνωμόνων μέσω των συχνών ερωτήσεων στον ιστότοπο για την καταχώρισή τους.

3.3 Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

3.4 Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι το εν λόγω ζήτημα αφορά τη μη παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών στον καταγγέλλοντα σχετικά με την αίτησή του να εργαστεί ως εμπειρογνώμονας, η οποία προέκυψε ως συνέπεια της παράλειψης της Επιτροπής να απαντήσει στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004. Υπό το πρίσμα των πληροφοριών που παρέσχε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα μετά την έναρξη της παρούσας έρευνας και των πορισμάτων του Διαμεσολαβητή στο σημείο 2 ανωτέρω, και σημειώνοντας ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις ειδικά για την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες και εξέταση αυτής της πτυχής της υπόθεσης.

4 Εικαζόμενη παραβίαση του δικαιώματος χρηστής διοίκησης με την επιλογή των ίδιων εμπειρογνωμόνων και με τη μη αποδοχή νέων

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας είχε παραβιάσει το δικαίωμά του στη χρηστή διοίκηση σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιλέγοντας τους ίδιους εμπειρογνώμονες και μη αποδεχόμενη νέους.

4.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι ουδέποτε είχε χρησιμοποιήσει κατ' επανάληψη τους ίδιους εμπειρογνώμονες . Η Επιτροπή προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ της χρησιμοποίησης νέων εμπειρογνωμόνων αξιολογητών και της διατήρησης έμπειρων αξιολογητών. Η αρχή της εναλλαγής που χρησιμοποιείται επί του παρόντος για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων είχε καθοριστεί στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με τις διαδικασίες αποτίμησης και επιλογής της πρότασης Ε (14) για το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο. Οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν ότι το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις πρέπει να αντικαθίσταται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη του προγράμματος. Η δυνατότητα επιλογής ενός εμπειρογνώμονα εξαρτάται από την απαίτηση η εμπειρογνωμοσύνη του να αντιστοιχεί στις προτάσεις που έχουν πράγματι ληφθεί. Παρόλο που οι κανόνες εναλλαγής/ανανέωσης εφαρμόζονται αυστηρά, ενδέχεται να μην υπάρχει ανάγκη για συγκεκριμένη προτεραιότητα/δραστηριότητα στο πρόγραμμα-πλαίσιο για την πρόσληψη περαιτέρω εμπειρογνωμόνων σε έναν συγκεκριμένο τομέα.

4.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων φάνηκε να αποδέχεται το γεγονός ότι η Επιτροπή ακολούθησε την αρχή της εναλλαγής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με την οποία το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις πρέπει να αντικαθίσταται κάθε ημερολογιακό έτος. Ωστόσο, υποστήριξε ότι το γεγονός ότι το 75 % των εμπειρογνωμόνων ανανεώθηκαν εξακολουθεί να αποτελεί «υψηλό ποσοστό».

4.4 Απαντώντας στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξέτασε το ανωτέρω επιχείρημα του καταγγέλλοντος. Δήλωσε ότι έχει μια πολιτική για την επίτευξη μιας καλής ισορροπίας μεταξύ των έμπειρων εμπειρογνωμόνων και των νέων. Η επίτευξη της κατάλληλης ισορροπίας αποτελεί πρόκληση για όλους τους οργανισμούς χρηματοδότησης της έρευνας παγκοσμίως, δεδομένου ότι η καλή αξιολόγηση των εμπειρογνωμόνων είναι όλο και πιο απαιτητική. Η πολιτική και η πρακτική της Επιτροπής να αντικαθιστά κάθε χρόνο τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις και να δημοσιεύει τα ονόματα των εμπειρογνωμόνων που χρησιμοποιούνται ήταν τόσο ρεαλιστική όσο και διαφανής. Άλλοι οργανισμοί χρηματοδότησης της έρευνας διορίζουν καθορισμένο σύνολο εμπειρογνωμόνων για ορισμένο χρονικό διάστημα ή απλώς δεν δημοσιοποιούν τους κανόνες τους για την επιλογή εμπειρογνωμόνων. Η τρέχουσα πολιτική και πρακτική της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα πολυετούς εμπειρίας στην επιτυχή διοργάνωση αξιολογήσεων προτάσεων. Η απαίτηση αντικατάστασης κάθε χρόνο ενός ελάχιστου ποσοστού εμπειρογνωμόνων είχε αρχικά καθοριστεί στο Εγχειρίδιο διαδικασιών αξιολόγησης προτάσεων για το πέμπτο πρόγραμμα-πλαίσιο (1998-2002). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος , το ποσοστό είχε καθοριστεί στο ένα τρίτο. Στην πράξη, ωστόσο, το ποσοστό αυτό διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι προκαλεί σημαντικά προβλήματα λόγω των δυσκολιών εξεύρεσης επαρκούς αριθμού εμπειρογνωμόνων υψηλής ειδίκευσης σε ορισμένους ερευνητικούς τομείς. Μετά από διεξοδικές συζητήσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής που συμμετείχαν στη διοργάνωση των αξιολογήσεων των σχεδίων, ο κανόνας κατέστη σκοπίμως ελαστικότερος ώστε να αποτελέσει τον ισχύοντα κανόνα του έκτου προγράμματος-πλαισίου, σύμφωνα με τον οποίο τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να αντικαθίσταται κάθε ημερολογιακό έτος. Επιπλέον, η Επιτροπή εξετάζει συνεχώς τις διαδικασίες αξιολόγησης των προτάσεών της μέσω της συμμετοχής ανεξάρτητων παρατηρητών για να εξετάσουν προσεκτικά τις συνεδρίες αξιολόγησης και να υποβάλουν έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να βελτιωθούν οι διαδικασίες αξιολόγησης. Επιπλέον, ζητά τις απόψεις των εμπειρογνωμόνων που έχουν συμμετάσχει σε συνεδρίες αξιολόγησης και τις αναλύει. Ούτε οι παρατηρητές ούτε οι αξιολογητές δήλωσαν ποτέ ότι οι κανόνες της Επιτροπής για την ανανέωση των εμπειρογνωμόνων δημιουργούν προβλήματα. Τρία χρόνια διαχείρισης των αξιολογήσεων των προτάσεων στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου κατέδειξαν ότι ο κανόνας της Επιτροπής να αντικαθιστά κάθε χρόνο τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις είναι ρεαλιστικός και παρέχει την κατάλληλη νέα ώθηση, διατηρώντας παράλληλα πολύτιμη εμπειρογνωμοσύνη.

4.5 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο ρόλος και ο διορισμός εμπειρογνωμόνων διέπονται από τον κανονισμό σχετικά με τους κανόνες συμμετοχής στην υλοποίηση του έκτου προγράμματος-πλαισίου (15). Το άρθρο 10 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «[η] Επιτροπή αξιολογεί τις προτάσεις με τη βοήθεια ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 11.» Το άρθρο 11 προβλέπει ότι «[η] Επιτροπή ορίζει ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για να επικουρούν στην αξιολόγηση που απαιτείται βάσει του έκτου προγράμματος-πλαισίου (...)» και ότι η Επιτροπή «βασίζεται σε προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων από ιδιώτες (...) με σκοπό την κατάρτιση καταλόγων κατάλληλων υποψηφίων, ή μπορεί, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να επιλέγει οποιοδήποτε άτομο με τις κατάλληλες δεξιότητες εκτός των καταλόγων.». Ο κανονισμός δεν περιέχει κανέναν κανόνα όσον αφορά την ισορροπία μεταξύ των παλαιών και των νέων εμπειρογνωμόνων που επιλέγονται για να επικουρούν την Επιτροπή στην αξιολόγηση των προτάσεων.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φαίνεται ότι η Επιτροπή διαθέτει σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την επιλογή των εμπειρογνωμόνων που την επικουρούν στην αξιολόγηση των προτάσεων που υποβάλλονται στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου. Ως εκ τούτου, το πεδίο ελέγχου του Διαμεσολαβητή περιορίζεται, στο πλαίσιο αυτό, στο κατά πόσον η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της σχετικής διακριτικής της ευχέρειας.

4.6 Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο καταγγέλλων αρχικά ισχυρίστηκε, κατ’ ουσίαν, ότι η Γενική Διεύθυνση Έρευνας επιλέγει επανειλημμένα τους ίδιους εμπειρογνώμονες. Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ακολουθεί την αρχή της εναλλαγής, σύμφωνα με την οποία, σε γενικές γραμμές, αντικαθιστά ετησίως τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις. Επιπλέον, στην επιστολή της 11ης Μαΐου 2005 προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή παρείχε στον καταγγέλλοντα σύνδεσμο προς ιστότοπο στον οποίο δημοσιεύονται κάθε χρόνο τα ονόματα των εμπειρογνωμόνων που επελέγησαν για να βοηθήσουν την Επιτροπή στις αξιολογήσεις, προκειμένου να καταδειχθεί ότι πράγματι επιλέγονται κάθε χρόνο νέοι εμπειρογνώμονες. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη και την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι οι ίδιοι εμπειρογνώμονες επιλέγονται επανειλημμένα, στον βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε επιλογή κατά παράβαση της ανωτέρω αρχής της εναλλαγής, δεν έχει τεκμηριωθεί.

4.7 Όσον αφορά το επιχείρημα της καταγγελίας ότι το γεγονός ότι το 75 % των εμπειρογνωμόνων που επικουρούν στις αξιολογήσεις ανανεώνονται εξακολουθεί να αποτελεί «υψηλό ποσοστό», ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων αμφισβητεί, κατ' ουσίαν, την ορθότητα της ανωτέρω ποσόστωσης στο πλαίσιο της αρχής της εναλλαγής της Επιτροπής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής που αναφέρεται στο σημείο 4.5 της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διαδικασίες αξιολόγησης και επιλογής προτάσεων (16), οι διαδικασίες αξιολόγησης των προτάσεων σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να είναι όσο το δυνατόν ταχύτερες, διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα της αξιολόγησης. Κατά την επιδίωξη αυτού του σημαντικού στόχου, η Επιτροπή καθόρισε, μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα ποσόστωση με σκοπό την επίτευξη κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ της ανανέωσης των εμπειρογνωμόνων που χρησιμοποιούνται στις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης και του έννομου συμφέροντος της Επιτροπής να διατηρήσει έμπειρους εμπειρογνώμονες υψηλής ειδίκευσης, οι οποίοι απασχολούνται ήδη στο πλαίσιο αυτό. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει, εν προκειμένω, ότι η προηγούμενη ποσόστωση αντικατάστασης του ενός τρίτου των εμπειρογνωμόνων φαίνεται να έχει προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στην εξεύρεση επαρκούς αριθμού εμπειρογνωμόνων υψηλής ειδίκευσης και ότι η Επιτροπή, μετά από εκτεταμένες διαβουλεύσεις και υπό το πρίσμα αρκετών ετών σχετικής πείρας, ενέκρινε νέα ποσόστωση σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον το 25 % των εμπειρογνωμόνων αντικαθίσταται κάθε χρόνο. Οι ανωτέρω αντικειμενικοί δικαιολογητικοί λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της εν λόγω ποσόστωσης φαίνεται να είναι συναφείς και θεμιτοί. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας υιοθετώντας την ανωτέρω ποσόστωση στο πλαίσιο της αρχής της εναλλαγής της Επιτροπής για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων που την επικουρούν στις αξιολογήσεις των προτάσεων που υποβάλλονται βάσει του έκτου προγράμματος-πλαισίου.

4.8 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

5 Συμπέρασμα

Όσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, καθώς και τον ισχυρισμό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για τα εν λόγω τμήματα της υπόθεσης.

Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Το σημείο ΙΙ της γνώμης της Επιτροπής αναφέρεται στους τρεις ισχυρισμούς και σε έναν ισχυρισμό που προσδιορίζονται στην επιστολή του Διαμεσολαβητή για την έναρξη έρευνας σχετικά με την καταγγελία.

(2) Το άρθρο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ 2000, L 267, σ. 64) ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Απάντηση σε επιστολή που απευθύνεται στην Επιτροπή αποστέλλεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής.»

(3) Το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1), με τίτλο «Δικαίωμα χρηστής διοίκησης», ορίζει τα εξής:

"1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.

2. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει:

το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση, πριν από τη λήψη ατομικού μέτρου εις βάρος του·

το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, με παράλληλο σεβασμό των έννομων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου·

- την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.

3. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αποκατάσταση από την Κοινότητα της ζημίας που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών.

4. Κάθε πρόσωπο μπορεί να απευθύνεται γραπτώς στα θεσμικά όργανα της Ένωσης σε μία από τις γλώσσες των Συνθηκών και πρέπει να λαμβάνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.»

(4) Οι συχνές ερωτήσεις είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο Cordis (https://cordis.europa.eu/emmfp6/index.cfm?fuseaction=wel.faq).

(5) COM C/2003/883 της 27.03.2003. Οι κατευθυντήριες γραμμές διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Cordis (ftp://ftp.cordis.europa.eu/pub/fp6/docs/rtd_2004_06000_01_en.pdf).

(6) Το σημείο ΙΙ της γνώμης της Επιτροπής αναφέρεται στους τρεις ισχυρισμούς και στον ισχυρισμό που προσδιορίστηκε στην εναρκτήρια επιστολή του Διαμεσολαβητή.

(7) Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ορίζει τα εξής: «Η καταγγελία πρέπει να επιτρέπει τον προσδιορισμό του προσώπου που υποβάλλει την καταγγελία και του αντικειμένου της καταγγελίας.»

(8) Το άρθρο 195 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ορίζει τα εξής: «Σύμφωνα με τα καθήκοντά του, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι (...)».

(9) Το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Οργανισμού προβλέπει ότι «πριν από την υποβολή καταγγελίας (...) πρέπει να έχουν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα και οργανισμούς».

(10) Το σημείο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ 2000, L 267, σ. 64) προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «[η] απάντηση σε επιστολή που απευθύνεται στην Επιτροπή αποστέλλεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής».

(11) Το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2000, σ. 1), το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα χρηστής διοίκησης», ορίζει τα εξής:

"1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.

2. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει:

το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση, πριν από τη λήψη ατομικού μέτρου εις βάρος του·

το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, με παράλληλο σεβασμό των έννομων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου·

- την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.

3. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αποκατάσταση από την Κοινότητα της ζημίας που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών.

4. Κάθε πρόσωπο μπορεί να απευθύνεται γραπτώς στα θεσμικά όργανα της Ένωσης σε μία από τις γλώσσες των Συνθηκών και πρέπει να λαμβάνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.»

(12) Το σημείο ΙΙ της γνώμης της Επιτροπής αναφέρεται στους τρεις ισχυρισμούς και σε ισχυρισμό που προσδιορίστηκε στην εναρκτήρια επιστολή του Διαμεσολαβητή.

(13) Οι συχνές ερωτήσεις είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο Cordis (https://cordis.europa.eu/emmfp6/index.cfm?fuseaction=wel.faq).

(14) COM C/2003/883, 27.03.2003 Οι κατευθυντήριες γραμμές διατίθενται στον δικτυακό τόπο Cordis (ftp://ftp.cordis.europa.eu/pub/fp6/docs/rtd_2004_06000_01_en.pdf).

(15) Κανονισμός (ΕΚ) 2321/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τους κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων και τους κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων για την υλοποίηση του έκτου προγράμματος-πλαισίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2002-2006) (ΕΕ σ. 23).

(16) COM C/2003/883 της 27.03.2003. Οι κατευθυντήριες γραμμές διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Cordis ( ftp://ftp.cordis.europa.eu/pub/fp6/docs/rtd_2004_06000_01_en.pdf).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!