Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 8/2005/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 8/2005/MF - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 24 Φεβρουαρίου 2005 - Απόφαση στις Δευτέρα | 04 Ιουνίου 2007
Στρασβούργο, 4 Ιουνίου 2007
Αξιότιμε κ. X,
Στις 20 Δεκεμβρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την απόφασή της να μην ανανεώσει τη σύμβασή σας ως επικουρικού υπαλλήλου.
Στις 4 Φεβρουαρίου 2005, οι υπηρεσίες μου σας τηλεφώνησαν για να σας ρωτήσουν αν είχατε λάβει απάντηση από την Επιτροπή στην επιστολή σας της 7ης Οκτωβρίου 2004 που αναφέρεται στην καταγγελία σας. Την ίδια ημέρα μου αποστείλατε με τηλεομοιοτυπία την απάντηση της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 2004.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής.
Στις 2 Ιουνίου 2005, ζητήσατε πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της καταγγελίας σας. Με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας στις 14 Ιουνίου 2005, οι υπηρεσίες μου σας ενημέρωσαν ότι η γνώμη της Επιτροπής δεν είχε ακόμη ληφθεί.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 20 Ιουνίου 2005. Στις 21 Ιουνίου 2005, σας το διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας πριν από τις 31 Ιουλίου 2005.
Στις 20 Ιουλίου 2005, ζητήσατε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή των παρατηρήσεών σας έως τις 31 Αυγούστου 2005. Στις 21 Ιουλίου 2005, τηλεφωνήσατε στις υπηρεσίες μου για να επιβεβαιώσετε ότι οι παρατηρήσεις σας θα καθυστερούσαν. Στις 3 Αυγούστου 2005, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Στις 13 Φεβρουαρίου 2006, ζήτησα από την Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 10 Μαΐου 2006. Στις 12 Μαΐου 2006, σας διαβίβασα την απάντηση της Επιτροπής, με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 23 Ιουνίου 2006.
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 3ης Αυγούστου 2006, ζητήσατε πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της καταγγελίας σας. Στις 13 Σεπτεμβρίου 2006, σας απάντησα ότι θα σας ενημερώσω για το επόμενο βήμα που πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της καταγγελίας σας το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2006.
Στις 10 Οκτωβρίου 2006, ζήτησα από την Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Η Επιτροπή μου απέστειλε την απάντησή της στις 23 Νοεμβρίου 2006. Στις 5 Δεκεμβρίου 2006, σας διαβίβασα την παρούσα απάντηση, καλώντας σας να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2006.
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Δεκεμβρίου 2006, ζητήσατε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή των παρατηρήσεών σας. Με επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σας ενημέρωσα ότι είχα αποφασίσει να κάνω δεκτό το αίτημά σας. Στις 11 Ιανουαρίου 2007, μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας.
Σας γράφω για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Ο καταγγέλλων, άτομο με αναπηρία, εργάστηκε με μερική απασχόληση ως επικουρικός υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τις 16 Οκτωβρίου 2001 έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2004.
Το 2004, το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο διοργάνωσε συνεντεύξεις για την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων για τη μεταβατική περίοδο 2004-2006. Ο ενδιαφερόμενος πέτυχε στις δοκιμασίες και το όνομά του συμπεριλήφθηκε στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η σύμβασή του δεν είχε ανανεωθεί υπό το νέο καθεστώς του συμβασιούχου υπαλλήλου. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή είχε αδίκως αποφασίσει να μην ανανεώσει τη σύμβασή του. Έκρινε ότι υπήρξε θύμα δυσμενούς διακρίσεως λόγω του μειονεκτήματός του, διότι πίστευε ότι σε όλους τους συναδέλφους του είχε προσφερθεί θέση συμβασιούχου υπαλλήλου. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι είχε παραβιαστεί το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω αναπηρίας.
Στις 7 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον αρμόδιο προϊστάμενο μονάδας της Διεύθυνσης «Προσωπικό, Καθεστώς και Κοινωνική Πολιτική» του Γραφείου Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης, με την οποία κατήγγειλε επισήμως την απόφαση της Επιτροπής να μην ανανεώσει τη σύμβασή του.
Στην καταγγελία του της 20ής Δεκεμβρίου 2004 προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υπέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Η Επιτροπή κακώς αποφάσισε να μην ανανεώσει τη σύμβασή του.
- Είχε υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω του μειονεκτήματός του, διότι σε όλους τους συναδέλφους του είχε προσφερθεί θέση συμβασιούχου υπαλλήλου.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να ανανεώσει τη σύμβασή του ή να του προσφέρει θέση συμβασιούχου υπαλλήλου.
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, στην απάντησή του της 21ης Δεκεμβρίου 2004 στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 7ης Οκτωβρίου 2004, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας είχε επισημάνει ότι θα εξέταζε τις δυνατότητες να του προσφέρει θέση. Ο προϊστάμενος μονάδας πρόσθεσε ότι επικοινώνησε με διάφορες υπηρεσίες που ήταν πιθανό να προσλάβουν τον καταγγέλλοντα, χωρίς επιτυχία. Δήλωσε επίσης ότι το πρώην καθεστώς βοηθού του καταγγέλλοντος και η επιτυχία του στις δοκιμασίες για συμβασιούχους υπαλλήλους δεν σήμαινε ότι είχε αυτομάτως το δικαίωμα να του προσφερθεί σύμβαση συμβασιούχου υπαλλήλου.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ γνώμη της Επιτροπής επί της καταγγελίας ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή παρέπεμψε στη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων σύμφωνα με την οποία:
«Η σύμβαση προσλήψεως ως επικουρικού υπαλλήλου, κατά την έννοια του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, χαρακτηρίζεται από τη διαχρονική επισφάλειά της, δεδομένου ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την προσωρινή αντικατάσταση ή για την εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων μεταβατικού χαρακτήρα, τα οποία καλύπτουν επείγουσες ανάγκες ή τα οποία δεν είναι σαφώς καθορισμένα. Δεδομένου ότι οι εν λόγω όροι απασχόλησης έχουν ως σκοπό να εξασφαλίσουν ότι το έκτακτο προσωπικό εκτελεί καθήκοντα τα οποία, λόγω της φύσης τους ή της απουσίας του κατόχου της θέσης, είναι επισφαλή, είναι σαφές ότι οι όροι αυτοί δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά για την τοποθέτηση του εν λόγω προσωπικού σε μόνιμα καθήκοντα για μεγάλα χρονικά διαστήματα.»(1)
Η σύμβαση του καταγγέλλοντος δεν ανανεώθηκε για δύο λόγους. Πρώτον, η θέση στο τμήμα στο οποίο εργαζόταν ο καταγγέλλων είχε καταργηθεί, μετά τον εξορθολογισμό του φόρτου εργασίας στην υπηρεσία και την κατάργηση ορισμένων δραστηριοτήτων. Δεύτερον, ο καταγγέλλων δεν είχε κίνητρο και είχε στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία, γεγονός που εμπόδισε την Επιτροπή να τον μεταφέρει σε άλλη υπηρεσία. Σε επιστολή της 8ης Ιουνίου 2004, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας είχε σαφώς ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι η αλλαγή των καθηκόντων του που είχε επέλθει εκείνη την περίοδο οφειλόταν στην ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά του. Στην επιστολή αυτή, ο προϊστάμενος μονάδας είχε επίσης καλέσει τον καταγγέλλοντα να καταβάλει προσπάθειες για την ορθή εκτέλεση των νέων καθηκόντων του και να ζητήσει από τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους του βοήθεια και πληροφορίες, όταν ήταν αναγκαίο.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ο καταγγέλλων εσφαλμένα δήλωσε ότι σε όλους τους συναδέλφους του είχε προσφερθεί θέση συμβασιούχου υπαλλήλου μετά την επιτυχία τους στη διαδικασία επιλογής. Δύο άλλοι συνάδελφοι, των οποίων τα ονόματα είχαν εγγραφεί στον ίδιο εφεδρικό πίνακα με εκείνον στον οποίο είχε εγγραφεί το όνομα του καταγγέλλοντος, δεν είχαν προσληφθεί ως συμβασιούχοι υπάλληλοι. Επιπλέον, σε επιστολή της 10ης Μαΐου 2004, η Επιτροπή είχε σαφώς ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι το γεγονός ότι το όνομά του είχε εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων δεν του παρείχε αυτομάτως το δικαίωμα να προσληφθεί ως συμβασιούχος υπάλληλος. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων παρέλειψε να αναφέρει την ιδιαίτερη προσοχή που είχε λάβει από το διευθυντικό προσωπικό, λόγω του γνωστού μειονεκτήματός του, μόλις έφθασε στην Επιτροπή και κατά τη διάρκεια των τριών ετών που εργάστηκε για αυτήν.
Οι υποψήφιοι των οποίων τα ονόματα είχαν εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα είχαν υποβληθεί σε ιατρική εξέταση ενόψει ενδεχόμενης προσλήψεώς τους. Μετά την ιατρική εξέταση, διαπιστώθηκε με επιφύλαξη η ικανότητα του καταγγέλλοντος για τη θέση του συμβασιούχου υπαλλήλου. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αναπηρία του καταγγέλλοντος ήταν ήδη γνωστή στην ιατρική υπηρεσία διότι είχε εργαστεί για την Επιτροπή επί δύο έτη και έντεκα μήνες. Η μόνη συνέπεια της κοινοποιήσεως της επάρκειας με αποθεματικό ήταν οικονομική, η οποία συνίστατο στον περιορισμό της οικονομικής ευθύνης της Επιτροπής σε περιπτώσεις αναπηρίας και θανάτου, καθώς και στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Σε κάθε περίπτωση, το όνομα του καταγγέλλοντος είχε εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων και εξακολουθούσε να περιλαμβάνεται σε αυτόν. Στον καταγγέλλοντα δεν είχε προσφερθεί θέση διότι δεν υπήρχε θέση που να αντιστοιχεί στις επαγγελματικές του δεξιότητες στο Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής. Πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην επιστολή του της 21ης Δεκεμβρίου 2004, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας επικοινώνησε με διάφορες υπηρεσίες που ήταν πιθανό να προσλάβουν τον καταγγέλλοντα, χωρίς επιτυχία. Σε περίπτωση που μια υπηρεσία σκόπευε να προσλάβει συμβασιούχο υπάλληλο με τα προσόντα του καταγγέλλοντος, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας είχε δεσμευτεί να ενημερώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι ο καταγγέλλων είχε επιτύχει στη διαδικασία επιλογής που διοργάνωσε το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και διατύπωσε, συνοπτικά, τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:
Στην επιστολή της της 8ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή είχε πράγματι δηλώσει ότι «[η] εν λόγω τροποποίηση των καθηκόντων λαμβάνει υπόψη την ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά στο τμήμα «Επισκέπτες, διαλογή και ταχυδρομείο (…)»(2). Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η δήλωση αυτή δεν ίσχυε για τον ίδιο προσωπικά, αλλά για όλα τα μέλη του προσωπικού του σχετικού τμήματος. Παρά τη δήλωση αυτή, προσφέρθηκε σύμβαση στους συναδέλφους του καταγγέλλοντος, οι οποίοι είχαν την ίδια διάρκεια επαγγελματικής δραστηριότητας στο σχετικό τμήμα και είχαν επιτύχει στη διαδικασία επιλογής.
Επιπλέον, η δήλωση της Επιτροπής σχετικά με την ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά του καταγγέλλοντος ουδέποτε είχε προηγηθεί ή ακολουθηθεί από παρόμοια ανακοίνωση. Ο καταγγέλλων δεν έλαβε ποτέ γραπτό σημείωμα σχετικά με αυτή την αρνητική δήλωση όσον αφορά τις επαγγελματικές του δεξιότητες.
Η Επιτροπή εσφαλμένα δήλωσε ότι ο καταγγέλλων παρέλειψε να αναφέρει την ιδιαίτερη προσοχή που είχε λάβει από το διευθυντικό προσωπικό λόγω της γνωστής αναπηρίας του. Μετά την επιστολή της Επιτροπής της 8ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων είχε μεταφερθεί στην υπηρεσία «Υ», στην οποία οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν προσαρμοσμένες στο μειονέκτημά του. Λίγο πριν από την απόφαση της Επιτροπής να τον μεταφέρει στην υπηρεσία «Y», είχε ζητήσει από τον προϊστάμενό του να του αναθέσει απλά διοικητικά καθήκοντα σε περιβάλλον εργασίας προσαρμοσμένο στην αναπηρία του και στην επαγγελματική του πείρα. Ωστόσο, οι όροι εργασίας της νέας θέσης του δεν είχαν συμφωνηθεί ούτε από τον ίδιο ούτε από την Ιατρική Υπηρεσία, η οποία, επιπλέον, ουδέποτε είχε ενημερωθεί για αυτούς.
Η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, παρέλειψε να αναφέρει την επιστολή της της 29ης Ιουλίου 2004, με την οποία η Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι είχε κινηθεί η διοικητική διαδικασία για την πρόσληψή του ως συμβασιούχου υπαλλήλου και ότι ο ιατρός-σύμβουλος του θεσμικού οργάνου είχε διενεργήσει ιατρική εξέταση προκειμένου να εξακριβώσει αν ο καταγγέλλων πληρούσε τις προϋποθέσεις φυσικής ικανότητας που απαιτούνται για τη θέση του συμβασιούχου υπαλλήλου. Συνεπώς, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή είχε εκδηλώσει την ακλόνητη πρόθεσή της να τον προσλάβει ως συμβασιούχο υπάλληλο.
Περαιτέρω έρευνες Τοπρώτο αίτημα παροχής πληροφοριών που απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα σημεία:
Απάντηση της Επιτροπής"(1) Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι ένας από τους λόγους για τη μη ανανέωση της σύμβασης του καταγγέλλοντος ήταν ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κίνητρο και είχε στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία. Θα μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει σε ποια βάση διατύπωσε την άποψη αυτή;
(2) Φαίνεται ότι, στην επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα εξέταζε τις δυνατότητες να του προσφέρει θέση. Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε επιπλέον ότι είχε έρθει σε επαφή με διάφορες υπηρεσίες που ήταν πιθανό να προσλάβουν τον καταγγέλλοντα, χωρίς επιτυχία. Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει γιατί δόθηκαν αυτές οι πληροφορίες και γιατί ελήφθησαν αυτά τα μέτρα, παρόλο που η Επιτροπή θεώρησε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κίνητρα και είχε στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία;»
Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή προέβη, συνοπτικώς, στις ακόλουθες δηλώσεις:
Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος(1) Όσον αφορά το ζήτημα που σχετίζεται με την έλλειψη κινήτρων του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, στις 10 Μαΐου 2004, ανατέθηκαν στον καταγγέλλοντα, με τη συγκατάθεσή του, νέα καθήκοντα στην υπηρεσία «Υ». Αυτή η αλλαγή των καθηκόντων του οφειλόταν στην ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά του στο τμήμα «Επισκέπτες, διαλογή και αλληλογραφία» και πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματός του για τροποποίηση των καθηκόντων του. Επιπλέον, εκτός από τη συνέντευξη της 10ης Μαΐου 2004, είχαν διοργανωθεί προηγούμενες συνεντεύξεις στις 16 Μαρτίου και την 1η Απριλίου 2004, με την ευκαιρία των οποίων ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας ενθάρρυνε τον καταγγέλλοντα να βελτιώσει την εκτέλεση των καθηκόντων του. Στις 4 Ιουνίου 2004 διοργανώθηκε νέα συνέντευξη για τον ίδιο λόγο και, κατά την Επιτροπή, χωρίς αποτέλεσμα.
Όσον αφορά το ζήτημα που σχετίζεται με την άποψη ότι η στάση του καταγγέλλοντος ήταν ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία, οι συνεντεύξεις που διοργανώθηκαν μεταξύ του αρμόδιου προϊσταμένου μονάδας και του καταγγέλλοντος αφορούσαν την ανάγκη να βελτιώσει ο τελευταίος την εκτέλεση των καθηκόντων του και την ακρίβεια.
(2) Το δεύτερο ζήτημα αφορούσε δύο διαφορετικές πτυχές: αφενός, τη μη ανανέωση της σύμβασης επικουρικού υπαλλήλου του καταγγέλλοντος και, αφετέρου, το γεγονός ότι στον καταγγέλλοντα δεν είχε προσφερθεί θέση συμβασιούχου υπαλλήλου μετά την επιτυχία του στις δοκιμασίες επιλογής.
Όπως αναφέρθηκε ήδη στην πρώτη γνώμη της Επιτροπής της 16ης Ιουνίου 2005, η σύμβαση του καταγγέλλοντος δεν είχε ανανεωθεί λόγω της έλλειψης κινήτρων και της στάσης του που ήταν ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία.
Η επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 2004 που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας είχε ως στόχο να επισημάνει την ετοιμότητά του να μην αποκλείσει τον καταγγέλλοντα από τη δυνατότητα εξέτασης, σε περίπτωση που καταστεί διαθέσιμη θέση αντίστοιχη με το προφίλ του.
Η προσέγγιση αυτή αφορούσε μόνο τη διαδικασία επιλογής θέσης συμβασιούχου υπαλλήλου και δεν περιείχε καμία αξιολόγηση - θετική ή αρνητική - της αίτησης του καταγγέλλοντος.
Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του ότι υπήρξε θύμα διάκρισης λόγω του μειονεκτήματός του. Επανέλαβε ότι δεν υπήρχε έγγραφο στο οποίο η Επιτροπή να είχε στηρίξει τη δήλωσή της σχετικά με την εικαζόμενη ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά του στην υπηρεσία .. Ο καταγγέλλων αναρωτήθηκε επίσης γιατί, εάν η επαγγελματική συμπεριφορά του ήταν ανεπαρκής, όπως δήλωσε η Επιτροπή, του είχαν προσφερθεί αρκετές παρατάσεις της σύμβασής του έως τον Σεπτέμβριο του 2004.
Επί του δευτέρου αιτήματος παροχής πληροφοριών προς την ΕπιτροπήΣτις 10 Οκτωβρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα σημεία:
Απάντηση της Επιτροπής«Σε σημείωμα που επισυνάφθηκε στην αρχική καταγγελία του της 20ής Δεκεμβρίου 2004 (συνημμένο "ΣΤ"), ο καταγγέλλων προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις (η υπογράμμιση δική μου):
(…) Le 16/12/2002 ou vers cette date, une crise survient μενταγιόν mon service. Le Service médical est requis et me prend en charge pour un repos dans leurs locaux. (…) Le chef vient me trouver en se fâchant car j’ai été inconscient et cette situation aurait pu lui coûter sa place. (…) (άλμπουμ)
(…) Malgré ma volonté de trouver une autre place que j’avais expliquée à mon H.o.U et suite à la note du 8.6, je me trouve actuellement au JMO -1 dans le service […]. J’ai informé le Service médical et j’ai demandé si avec la maladie de […], il n’y avait pas de problème (les poussières et les cartouches d’encre).
Le H.o.U. est descendu le 6.8, fâché, en précisant qu’il en avait marre de moi et il m’a reproché ce qui suit:
1) je ne dois pas aller me plaindre au Service Médical,
2) je fais trop de fautes dans mon travail,
3) je signe mon entrée à des moments non corrects, je signe mon entrée des moments non corrects, je signe mon entrée des moments non corrects, je signe
4) mes collègues ne voulaient plus travailler avec moi (depuis le 10.10.2002, j’étais seul au JMO 1 et depuis le 10.6.2004 avec Mr.X.)
Le même jour, j’ai reçu ma lettre de renvoi.
Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει τα υπογραμμισμένα μέρη του ανωτέρω σημειώματος και την πιθανή συνάφειά τους με την παρούσα καταγγελία;»
Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι πραγματικές δηλώσεις του καταγγέλλοντος στο σημείωμα που επισυνάφθηκε στην καταγγελία του δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα. Η Επιτροπή είχε καλέσει τους υπαλλήλους που εμπλέκονταν στις δηλώσεις αυτές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Οι υπάλληλοι αμφισβήτησαν επισήμως τις δηλώσεις του καταγγέλλοντος.
Όσον αφορά την πρώτη δήλωση του καταγγέλλοντος, «(…) Le chef vient me trouver en se fâchant car j’ai été inconscient et cette situation aurait pu lui coûter sa place. (…)», ο προϊστάμενος του καταγγέλλοντος, ο οποίος ήταν προϊστάμενος μονάδας του τμήματος «Ushers», το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αντιθέτως, ο προϊστάμενος του καταγγέλλοντος δήλωσε ότι πάντοτε έδειχνε ενδιαφέρον για τον καταγγέλλοντα όταν εργαζόταν στη μονάδα του.
Όσον αφορά την περαιτέρω δήλωση του καταγγέλλοντος, «Le H.o.U. est descendu le 6.8, fâché, en précisant qu’il en avait marre de moi et il m’a reproché ce qui suit (…)», ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος αρνήθηκε ότι ήταν αναστατωμένος και επισήμανε ότι, στο μέτρο που θυμόταν τη συνέντευξη στην οποία αναφέρθηκε ο καταγγέλλων, είχε πραγματοποιηθεί παρουσία άλλων προσώπων. Ο εν λόγω υπάλληλος τόνισε ότι, σε αντίθεση με όσα είχε ισχυριστεί ο καταγγέλλων στο σημείωμά του, τον καλούσε πάντοτε να καλέσει την ιατρική υπηρεσία σε περίπτωση οποιασδήποτε ανησυχίας σχετικά με την ασθένειά του.
Όσον αφορά τη δήλωση του καταγγέλλοντος σχετικά με το υποτιθέμενο " lettre de renvoi", η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιστολή αυτή απλώς ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα ότι η σύμβασή του θα έληγε στις 15 Σεπτεμβρίου 2004. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επιστολή αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί επιστολή απόλυσης.
Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι η Επιτροπή δεν είχε καμία υποχρέωση να ανανεώσει τη σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου. Ωστόσο, επανέλαβε το επιχείρημά του ότι η σύμβασή του ανανεώθηκε εννέα φορές και ότι υπήρξε θύμα διακρίσεων, σε σύγκριση με τους συναδέλφους του στους οποίους είχε προταθεί νέα σύμβαση και οι οποίοι είχαν επιτύχει στις ίδιες δοκιμασίες επιλογής. Ο καταγγέλλων παρέπεμψε στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (3) και στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-53/04 (4). Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι δεν υπήρξε θύμα διακριτικής μεταχείρισης όταν αποφάσισε να μην του προτείνει θέση συμβασιούχου υπαλλήλου. Επισήμανε ότι δεν είχε λάβει καμία προστασία όσον αφορά το μειονέκτημά του και ότι η σύμβασή του ορισμένου χρόνου θα έπρεπε να είχε μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Το πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή1.1 Ο καταγγέλλων, άτομο με αναπηρία, εργάστηκε με καθεστώς μερικής απασχόλησης ως επικουρικός υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τις 16 Οκτωβρίου 2001 έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2004. Το 2004, το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο διοργάνωσε συνεντεύξεις για την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων για τη μεταβατική περίοδο 2004-2006. Ο καταγγέλλων πέρασε επιτυχώς τις δοκιμασίες και το όνομά του συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των κατάλληλων επιτυχόντων. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η σύμβασή του δεν είχε ανανεωθεί υπό το νέο καθεστώς του συμβασιούχου υπαλλήλου. Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε αδίκως αποφασίσει να μην ανανεώσει τη σύμβασή του και ότι υπήρξε θύμα διακρίσεων λόγω του μειονεκτήματός του, διότι σε όλους τους συναδέλφους του είχε προσφερθεί θέση συμβασιούχου υπαλλήλου. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή έπρεπε να ανανεώσει τη σύμβασή του ή να του προτείνει θέση συμβασιούχου υπαλλήλου.
1.2 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του επί της γνώμης της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ήγειρε περαιτέρω ζητήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική καταγγελία. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι τον Ιούνιο του 2004 είχε μετατεθεί σε άλλη υπηρεσία, παρόλο που οι συνθήκες εργασίας εκεί δεν ήταν προσαρμοσμένες στο μειονέκτημά του και δεν είχαν γνωστοποιηθεί ούτε συμφωνηθεί από την ιατρική υπηρεσία της Επιτροπής.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θίγοντας τα ζητήματα αυτά, ο καταγγέλλων δεν είχε την πρόθεση να υποβάλει περαιτέρω ισχυρισμούς. Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 2 παράγραφος 8 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή ορίζει ότι «δεν μπορεί να υποβληθεί στον Διαμεσολαβητή καταγγελία που αφορά τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Κοινότητας και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (...)». Το άρθρο 90 του ΚΥΚ εφαρμόζεται στους επικουρικούς υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 73 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να έχει θέσει αυτά τα ζητήματα εκ των προτέρων στην Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής δεν θα είναι συνεπώς σε θέση να εξετάσει τυχόν ισχυρισμούς σχετικά με αυτά τα ζητήματα προτού ο καταγγέλλων διαπιστώσει ότι έχει εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
2 Η φερόμενη ως καταχρηστική απόφαση της Επιτροπής να μην ανανεώσει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε αδίκως αποφασίσει να μην ανανεώσει τη σύμβασή του (5).
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε στη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων σύμφωνα με την οποία «η σύμβαση προσλήψεως ως επικουρικού υπαλλήλου, κατά την έννοια του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, χαρακτηρίζεται από τη διαχρονική επισφάλειά της, δεδομένου ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την προσωρινή αντικατάσταση ή για την άσκηση διοικητικών καθηκόντων μεταβατικού χαρακτήρα, τα οποία καλύπτουν επείγουσα ανάγκη ή δεν είναι σαφώς καθορισμένα. Δεδομένου ότι οι εν λόγω όροι απασχόλησης έχουν ως σκοπό να εξασφαλίσουν ότι το έκτακτο προσωπικό εκτελεί καθήκοντα τα οποία, λόγω της φύσης τους ή της απουσίας του κατόχου της θέσης, είναι επισφαλή, είναι σαφές ότι οι όροι αυτοί δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται αδικαιολόγητα για την τοποθέτηση του εν λόγω προσωπικού σε μόνιμα καθήκοντα για μεγάλα χρονικά διαστήματα.»
Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος δεν είχε ανανεωθεί για δύο λόγους. Πρώτον, η θέση στο τμήμα στο οποίο εργαζόταν ο καταγγέλλων είχε καταργηθεί, μετά τον εξορθολογισμό του φόρτου εργασίας στην υπηρεσία και την κατάργηση ορισμένων δραστηριοτήτων. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κίνητρα και είχε στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία, γεγονός που εμπόδισε την Επιτροπή να τον μεταφέρει σε άλλη υπηρεσία.
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, στην επιστολή της 8ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι «[η] εν λόγω τροποποίηση των καθηκόντων λαμβάνει υπόψη την ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά στο τμήμα «Επισκέπτες, διαλογή και αλληλογραφία (…)».(6) Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η δήλωση αυτή δεν ίσχυε για τον ίδιο προσωπικά, αλλά για όλα τα μέλη του προσωπικού του σχετικού τμήματος. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η δήλωση της Επιτροπής δεν είχε ποτέ προηγηθεί ή ακολουθηθεί από παρόμοια ανακοίνωση και ότι δεν είχε λάβει ποτέ γραπτό σημείωμα σχετικά με αυτή την αρνητική δήλωση όσον αφορά τις επαγγελματικές του δεξιότητες.
2.4 Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με δύο σημεία. Πρώτον, ρώτησε την Επιτροπή σε ποια βάση είχε σχηματίσει την άποψή της ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κίνητρο και είχε στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία. Δεύτερον, ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους, εάν θεωρούσε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κίνητρα και είχε στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία, τον είχε ενημερώσει, με επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 2004, ότι θα εξέταζε τις δυνατότητες να του προσφέρει θέση και είχε έρθει σε επαφή με διάφορες υπηρεσίες που ήταν πιθανό να προσλάβουν τον καταγγέλλοντα.
2.5 Στην απάντησή της, η Επιτροπή υπενθύμισε συνοπτικά ότι, στις 10 Μαΐου 2004, ανατέθηκαν στον καταγγέλλοντα, με τη συγκατάθεσή του, νέα καθήκοντα στην υπηρεσία «Υ». Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτή η αλλαγή καθηκόντων οφειλόταν στην ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά του στο τμήμα «Επισκέπτες, διαλογή και ταχυδρομείο» και πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος για τροποποίηση των καθηκόντων του. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι συνεντεύξεις που διοργανώθηκαν μεταξύ του αρμόδιου προϊσταμένου μονάδας και του καταγγέλλοντος αφορούσαν την ανάγκη να βελτιώσει ο τελευταίος την εκτέλεση των καθηκόντων του και την ακρίβεια. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 2004 που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας είχε ως στόχο να επισημάνει την ετοιμότητά του να μην αποκλείσει τον καταγγέλλοντα από τη δυνατότητα εξέτασης, σε περίπτωση που καταστεί διαθέσιμη θέση αντίστοιχη με το προφίλ του. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η προσέγγιση αυτή αφορούσε μόνο τη διαδικασία επιλογής θέσης συμβασιούχου υπαλλήλου και δεν περιείχε καμία αξιολόγηση - θετική ή αρνητική - της αίτησης του καταγγέλλοντος.
2.6 Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι δεν υπήρχε κανένα έγγραφο στο οποίο η Επιτροπή να είχε στηρίξει τη δήλωσή της σχετικά με την υποτιθέμενη ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά του.
2.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, οι υποψήφιοι των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στον πίνακα επιτυχόντων δεν έχουν αποκτήσει δικαίωμα διορισμού στη σχετική κενή θέση. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «(…) είναι απλώς επιλέξιμοι και δεν δικαιούνται να διοριστούν»(7). Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο στην πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων, δεδομένου ότι η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή διαθέτει, συναφώς, ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των υποψηφίων (8). Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στην επιστολή της 10ης Μαΐου 2004 με την οποία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το όνομά του είχε εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων συμβασιούχων υπαλλήλων, η Επιτροπή είχε επιστήσει την προσοχή του καταγγέλλοντος στο γεγονός ότι «(…) η επιτυχία σας στη διαδικασία επιλογής δεν συνιστά υποχρέωση πρόσληψης από την Επιτροπή εν προκειμένω».
2.8 Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων εργάστηκε για την Επιτροπή από τις 16 Οκτωβρίου 2001 στο πλαίσιο σύμβασης επικουρικού υπαλλήλου, η οποία παρατάθηκε επανειλημμένα. Στις 30 Απριλίου 2004, η Επιτροπή ενέκρινε την ένατη παράταση της σύμβασης του καταγγέλλοντος για τεσσερισήμισι μήνες, δηλαδή έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2004. Με επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, ο αρμόδιος προϊστάμενος μονάδας ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η σύμβασή του επρόκειτο να λήξει στις 15 Σεπτεμβρίου 2004.
2.9 Από τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής συμπεραίνει ότι στις 15 Σεπτεμβρίου 2004 έληξε η σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου του καταγγέλλοντος.
2.10 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, όπως έχουν κρίνει τα κοινοτικά δικαστήρια, οι επικουρικές συμβάσεις χαρακτηρίζονται από την επισφάλειά τους στο χρόνο. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, και ελλείψει ειδικών περιστάσεων, η Επιτροπή δεν ήταν συνεπώς υποχρεωμένη να ανανεώσει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος, ακόμη και αν είχε προηγουμένως παρατείνει τη σύμβαση αυτή σε διάφορες περιπτώσεις.
2.11 Η Επιτροπή εξήγησε ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος δεν παρατάθηκε για δύο λόγους, δηλαδή ότι η σχετική θέση καταργήθηκε και ότι ο καταγγέλλων επέδειξε έλλειψη κινήτρων και στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε τον πρώτο λόγο που επικαλέστηκε η Επιτροπή. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην ανανεώσει τη σύμβασή του ήταν καταχρηστική, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο δεύτερος λόγος που επικαλείται η Επιτροπή πρέπει να εξεταστεί από αυτόν.
2.12 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κίνητρα και είχε στάση ασυμβίβαστη με την ομαδική εργασία, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή οργάνωσε αρκετές συνεντεύξεις με τον καταγγέλλοντα (στις 16 Μαρτίου, την 1η Απριλίου και τις 4 Ιουνίου 2004), στις οποίες τον ενθάρρυνε να βελτιώσει την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη χρονική του ακρίβεια. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό.
2.13 Επιπλέον, στην επιστολή της 8ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις από τις οποίες προέκυπτε ότι δεν ήταν απολύτως ικανοποιημένη από τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος και του ζήτησε εκ νέου να καταβάλει προσπάθειες βελτίωσης. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ανέφερε ειδικότερα τα εξής:
«Μετά τις συνεντεύξεις μας της 10ης Μαΐου και της 4ης Ιουνίου 2004, σας επιβεβαιώνω ότι η εργασία σας θα περιλαμβάνει στο εξής τα ακόλουθα καθήκοντα: (…) (άλμπουμ)
(...) Αυτή η τροποποίηση των καθηκόντων λαμβάνει υπόψη την ανεπαρκή επαγγελματική συμπεριφορά στο τμήμα «Επισκέπτες, διαλογή και αλληλογραφία ´» και την επιθυμία που κάνατε να εκτελέσετε απλά διοικητικά καθήκοντα. Σας καλώ να καταβάλετε τις αναγκαίες προσπάθειες για να εκτελέσετε τα νέα σας καθήκοντα με ικανοποιητικό τρόπο και να ζητήσετε από τους συναδέλφους και τους ανωτέρους σας τη βοήθεια και τις πληροφορίες που θεωρείτε ότι χρειάζεστε. Σας εύχομαι κάθε επιτυχία στη νέα σας δουλειά»(9).
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, ακόμη και αν δεν απέκλεισε εντελώς ότι η αναφορά στις « ανεπάρκειες στο τμήμα «Επισκέπτες, διαλογή και αλληλογραφία» θα μπορούσε να αφορά και άλλα πρόσωπα, είναι σαφές ότι εννοούσε επίσης ως σχόλιο σχετικά με τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος.
2.14 Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η δήλωση της Επιτροπής δεν είχε ποτέ προηγηθεί ή ακολουθηθεί από παρόμοια ανακοίνωση και ότι δεν είχε λάβει ποτέ γραπτές παρατηρήσεις που να εκφράζουν αρνητική αξιολόγηση του έργου του, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι από τις συνεντεύξεις που διοργάνωσε η Επιτροπή με τον καταγγέλλοντα στις 16 Μαρτίου, την 1η Απριλίου και τις 4 Ιουνίου 2004 προκύπτει ότι του είχαν ήδη διαβιβαστεί προφορικά αρνητικές απόψεις σχετικά με τις επιδόσεις και τη στάση του καταγγέλλοντος. Όπως προαναφέρθηκε, ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν περιήλθαν σε γνώση του καταγγέλλοντος εγγράφως είναι άνευ σημασίας για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας.
2.15 Όσον αφορά την επιστολή του αρμόδιου προϊσταμένου μονάδας της 21ης Δεκεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η επιστολή αυτή έχει ως εξής:
«Γνωρίζω πολύ καλά την κατάστασή σας και είχα επαφές με τις υπηρεσίες που ενδέχεται να σας προσφέρουν θέση συμβασιούχου υπαλλήλου, χωρίς επιτυχία.
Μολονότι αντιλαμβάνομαι την απογοήτευσή σας που δεν σας προσφέρθηκε θέση συμβασιούχου υπαλλήλου, μπορώ μόνο να επιβεβαιώσω ότι ούτε η προηγούμενη ιδιότητά σας ως επικουρικού υπαλλήλου, με σύμβαση καθορισμένης διάρκειας, ούτε η επιτυχία σας στη διαδικασία επιλογής για την πρόσληψη συμβασιούχου υπαλλήλου σας παρέχουν το δικαίωμα να σας προσφερθεί αυτομάτως σύμβαση συμβασιούχου υπαλλήλου.
Σας διαβεβαιώνω ότι, σε περίπτωση που μια υπηρεσία προτίθεται να προσλάβει κάποιον με το προφίλ σας, δεν θα διστάσω να σας ενημερώσω ότι επιτύχατε στη διαδικασία επιλογής που διοργάνωσε το OIL»(10).
2.16 Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι οι εξηγήσεις σχετικά με την επιστολή αυτή που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή στις απαντήσεις της στα αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες και, ειδικότερα, η δήλωσή της ότι η επιστολή αυτή είχε ως στόχο να σηματοδοτήσει την ετοιμότητα του αρμόδιου προϊσταμένου μονάδας να μην αποκλείσει τον καταγγέλλοντα από τη δυνατότητα εξέτασης, σε περίπτωση που καταστεί διαθέσιμη θέση που αντιστοιχεί στο προφίλ του, φαίνονται εύλογες. Η σχετική επιστολή δεν περιέχει καμία δήλωση ότι η απόδοση του καταγγέλλοντος στο έργο του είχε εκπληρώσει όλες τις προσδοκίες της Επιτροπής.
2.17 Ο καταγγέλλων επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέτεινε τη σύμβασή του ως επικουρικού υπαλλήλου εννέα φορές. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι κατά κανόνα δεν λαμβάνεται απόφαση παράτασης της σύμβασης εργασίας, εκτός εάν ο εργοδότης είναι ικανοποιημένος με την απόδοση του εργαζομένου. Ωστόσο, και όπως προαναφέρθηκε, ο καταγγέλλων δεν αμφισβητεί ότι ενημερώθηκε, με την ευκαιρία των συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Μαρτίου, την 1η Απριλίου και τις 4 Ιουνίου 2004, ότι έπρεπε να βελτιώσει τις επιδόσεις του. Φαίνεται ότι η τελευταία παράταση της σύμβασης του καταγγέλλοντος εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 30 Απριλίου 2004. Υπό τις συνθήκες αυτές, η τελευταία αυτή παράταση δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή ήταν ικανοποιημένη με το έργο του καταγγέλλοντος. Αντιθέτως, μπορεί επίσης να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή, αν και δυσαρεστημένη με τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος, ήταν απλώς πρόθυμη να δώσει στον τελευταίο μια περαιτέρω ευκαιρία να βελτιώσει τις επιδόσεις του.
2.18 Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι η Επιτροπή είχε αδίκως αποφασίσει να μην ανανεώσει τη σύμβασή του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.
3 Επί του ισχυρισμού ότι ο καταγγέλλων υπήρξε θύμα δυσμενούς διακρίσεως λόγω του μειονεκτήματός του3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρξε θύμα διάκρισης λόγω του μειονεκτήματός του, επειδή σε όλους τους συναδέλφους του είχε προσφερθεί θέση συμβασιούχου υπαλλήλου.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι δύο άλλοι συνάδελφοι, των οποίων τα ονόματα είχαν εγγραφεί στον ίδιο εφεδρικό πίνακα με αυτόν στον οποίο είχε εγγραφεί ο καταγγέλλων, δεν είχαν προσληφθεί ως συμβασιούχοι υπάλληλοι. Όσον αφορά το γεγονός ότι, μετά την ιατρική εξέταση των υποψηφίων, η ικανότητα του καταγγέλλοντος για θέση συμβασιούχου υπαλλήλου είχε εγκριθεί μόνο με επιφύλαξη, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αναπηρία του καταγγέλλοντος ήταν ήδη γνωστή στην ιατρική υπηρεσία της Επιτροπής, διότι είχε εργαστεί για την Επιτροπή επί δύο έτη και έντεκα μήνες. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η κοινοποίηση της επάρκειας με αποθεματικό είχε ως μόνη συνέπεια τον οικονομικό περιορισμό της οικονομικής ευθύνης της Επιτροπής σε περιπτώσεις αναπηρίας και θανάτου, καθώς και στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Τόνισε ότι το όνομα του καταγγέλλοντος είχε, εν πάση περιπτώσει, εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων και εξακολουθούσε να περιλαμβάνεται σε αυτόν. Η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν είχε προσφερθεί θέση στον καταγγέλλοντα επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση που να αντιστοιχεί στις επαγγελματικές του δεξιότητες στο Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής.
3.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ίσης μεταχείρισης αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 της συνθήκης ΕΚ καθώς και στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αρχή αυτή επαναλαμβάνεται περαιτέρω στο άρθρο 1δ παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το οποίο «απαγορεύεται κάθε διάκριση για οποιονδήποτε λόγο, όπως (...) αναπηρία (...). (...)". Όπως προκύπτει από τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων (11), η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε παρεμφερείς καταστάσεις, εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς, δηλαδή στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια.
3.4 Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης διοργάνωσε συνεντεύξεις για την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων. Σε συνέχεια των συνεντεύξεων αυτών, ο καταγγέλλων συμπεριλήφθηκε στον σχετικό εφεδρικό κατάλογο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός και μόνον ότι δεν προσφέρθηκε θέση στον καταγγέλλοντα δεν μπορεί, από μόνο του και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, να αποτελέσει απόδειξη πιθανής διάκρισης. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το μειονέκτημα του καταγγέλλοντος δεν εμπόδισε την Επιτροπή να του προτείνει σύμβαση το 2001 και να ανανεώσει επανειλημμένα τη σύμβαση αυτή. Το σημαντικότερο είναι ότι η Επιτροπή επισήμανε, χωρίς να αντικρουστεί από τον καταγγέλλοντα, ότι ούτε δύο άλλοι επιτυχόντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονταν στον ίδιο εφεδρικό πίνακα προσλήψεων έλαβαν προσφορά για σύμβαση συμβασιούχου υπαλλήλου.
3.5 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία για διακρίσεις. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει, μαζί με την καταγγελία του, σημείωμα με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 2004, το περιεχόμενο του οποίου φαινόταν να υποδηλώνει ότι το μειονέκτημα του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους η σύμβασή του δεν είχε ανανεωθεί. Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή δεν εξέτασε το παρόν σημείωμα. Δεδομένης της σοβαρότητας του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι έπρεπε να εξεταστεί το περιεχόμενο του εν λόγω σημειώματος. Ως εκ τούτου, στις 10 Οκτωβρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του γνωστοποιήσει τις απόψεις της σχετικά με τα συναφή ζητήματα που αναφέρονται στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2004.
3.6 Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι πραγματικές δηλώσεις του καταγγέλλοντος στο σημείωμα που επισυνάφθηκε στην καταγγελία του δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα. Η Επιτροπή είχε καλέσει τους υπαλλήλους τους οποίους αφορούσαν οι δηλώσεις αυτές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ’ αυτών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι υπάλληλοι αυτοί αμφισβήτησαν επισήμως τις δηλώσεις του καταγγέλλοντος.
3.7 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση αυτή, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι η Επιτροπή δεν είχε καμία υποχρέωση να ανανεώσει τη σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου. Ωστόσο, αναφέρθηκε στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, καθώς και στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-53/04. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι δεν υπήρξε θύμα δυσμενούς διακρίσεως όταν αποφάσισε να μην του προτείνει θέση συμβασιούχου υπαλλήλου. Υποστήριξε ότι δεν είχε τύχει προστασίας όσον αφορά το μειονέκτημά του και ότι η σύμβασή του ορισμένου χρόνου έπρεπε να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών.
3.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν σχολίασε την απάντηση της Επιτροπής όσον αφορά το γεγονός ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, οι δηλώσεις που είχε κάνει στο σημείωμά του της 20ής Δεκεμβρίου 2004 δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα. Επίσης, ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε περαιτέρω στοιχεία που να τεκμηριώνουν την άποψή του ότι υπήρξε διάκριση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ούτε η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 ούτε η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-53/04 είναι συναφείς στο πλαίσιο αυτό. Τόσο η οδηγία όσο και η απόφαση αφορούν το ζήτημα αν διαδοχικές βραχυπρόθεσμες συμβάσεις μπορούν να οδηγήσουν στη σύναψη εργασιακής σχέσεως διαρκούς διάρκειας. Ωστόσο, πρόκειται για ζήτημα που δεν έχει τεθεί από τον καταγγέλλοντα στην παρούσα υπόθεση, ούτε στις παρατηρήσεις του προς την Επιτροπή ούτε στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή. Εν πάση περιπτώσει, ούτε από την οδηγία ούτε από την απόφαση φαίνεται να προκύπτει ότι, όταν προβάλλεται ισχυρισμός περί δυσμενούς διακρίσεως λόγω αναπηρίας, το βάρος αποδείξεως φέρει πάντοτε ο εργοδότης.
3.9 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε θύμα διάκρισης λόγω του μειονεκτήματός του.
3.10 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
4 Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να ανανεώσει τη σύμβασή του ή να του προσφέρει θέση συμβασιούχου υπαλλήλου.
4.2 Η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία δήλωση σχετικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
4.3 Με βάση τα συμπεράσματά του που εκτίθενται ανωτέρω στα σημεία 2.18 και 3.10, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
5 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Υπόθεση 43/84 Maag κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2581.
(2) Μετάφραση από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή από το γαλλικό πρωτότυπο κείμενο: "Ce changement de travail tient compte de l'insuffisance des prestations à la section "Huissiers, Tri Courrier" (…)".
(3) ΕΕ 1999, L 175, σ. 43.
(4) Υπόθεση C-53/04 Marrosu και Sardino [2006] Συλλογή I-7213.
(5) Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή είχε αδίκως αποφασίσει να μην ανανεώσει τη σύμβασή του υπό το καθεστώς του νέου συμβασιούχου υπαλλήλου.
(6) Μετάφραση από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή από το γαλλικό πρωτότυπο κείμενο: "Ce changement de travail tient compte de l'insuffisance des prestations à la section "Huissiers, Tri Courrier" (…)".
(7) Βλ. υπόθεση T-1/90 Pérez-Mínguez Casariego κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-143. Βλ. επίσης άρθρο 30, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει ότι «[η] αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίζει ποιος από τους [κατάλληλους] υποψηφίους θα διοριστεί στις κενές θέσεις».
(8) Βλ. υπόθεση T-217/96 Fabert-Goossens κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-607 και II-1841.
(9) Μετάφραση από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή από το γαλλικό πρωτότυπο κείμενο: "Comme suite à nos entretiens des 10 mai et 4 juin 2004, je vous confirme que votre travail comprendra dorénavant les tâches suivantes: (…) Ce changement de travail tient compte de l'insuffisance des prestations à la section "Huissiers, Tri, Courrier" et du souhait que vous avez exprimé, à savoir exécuter des tâches administratives simples. Je vous προσκαλέστε à faire les efforts nécessaires pour donner satisfaction dans vos nouvelles tâches et à demander à vos collègues et vos supérieurs l'aide et les informations dont vous estimez avoir besoin. Je vous souhaite plein succès dans votre futur travail».
(10) Μετάφραση από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή από το γαλλικό πρωτότυπο κείμενο: «(…) je suis bien informé de votre situation et j’ai eu des contacts avec les services susceptibles de pouvoir vous offrir un contrat d’agent contractuel, mais sans résultats. Tout en comprenant votre déception de ne pas vous voir engager comme agent contractuel, je ne peux que vous confirmer que ni votre statut antérieur d’agent auxiliaire à contrat de durée déterminée ni votre réussite à la sélection pour agents contractuels ne vous ouvre droit à l’octroi automatique d’un contrat d’agent contractuel. Soyez rassuré que si un service cherchait quelqu’un avec votre profil, je n’hésiterai pas lui signaler le fait que vous avez réussi la sélection organisée par l’OIL».
(11) Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση T-207/95 Ibarra Gil κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-13 και II-31.