Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 3660/2004/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 3660/2004/PB - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 12 Ιανουαρίου 2005 - Απόφαση στις Πέμπτη | 03 Μαΐου 2007
Ο καταγγέλλων είχε καταγγείλει στην Επιτροπή ότι η Ιρλανδία παραβίαζε την οδηγία της ΕΕ για τους οικοτόπους [1]. Κατά την άποψή της, η Ιρλανδία όφειλε να συμπεριλάβει έναν συγκεκριμένο υγρότοπο στον κατάλογο τόπων που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή για τη δημιουργία του δικτύου NATURA 2000. Η Επιτροπή αποφάσισε να μην δώσει συνέχεια στην καταγγελία, διότι δεν ήταν προφανές ότι οι εν λόγω υγρότοποι συμμορφώνονταν με την επιστημονική περιγραφή των οικοτόπων που καλύπτονται από την οδηγία και ήταν αναγκαίο να υπάρχουν λεπτομερέστερες οικολογικές πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε στον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να λάβει μέτρα για το ανωτέρω θέμα. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ο σχετικός υγρότοπος δεν καλύπτεται από την οδηγία για τους οικοτόπους.
Αφού εξέτασε τις σχετικές νομικές διατάξεις και τη νομολογία, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή μπορεί εύλογα να ζητήσει κατάλληλες επιστημονικές πληροφορίες για την υποστήριξη ισχυρισμού σχετικά με παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένα και αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα που αφορούν τόσο τη φύση όσο και τον προστατευόμενο χαρακτήρα, βάσει της οδηγίας, του οικείου τόπου, τουλάχιστον εάν ο χαρακτήρας αυτός δεν φαίνεται να είναι αμέσως εμφανής. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις για την αμφισβητούμενη παράλειψή της, η οποία δεν ήταν παράλογη. Ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση εν προκειμένω.
Ο καταγγέλλων διαμαρτυρήθηκε επίσης για την απόφαση της Επιτροπής να μην αναλάβει περαιτέρω δράση σχετικά με επιχειρήματα που αφορούν πιθανή παραβίαση της οδηγίας για τα απόβλητα [2]. Ο καταγγέλλων είχε περιγράψει τον τρόπο απόρριψης των αποβλήτων στον εν λόγω υγρότοπο. Η Επιτροπή εξήγησε την απόφασή της δηλώνοντας, συνοπτικά, ότι i) η διασφάλιση της συμμόρφωσης με την κοινοτική περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των κρατών μελών· ii) μια δικαστική υπόθεση που κινήθηκε από την Επιτροπή κατά της Ιρλανδίας σε σχέση ακριβώς με την οδηγία για τα απόβλητα είχε ευδοκιμήσει (υπόθεση C-494/01)· iii) σε περίπτωση γενικών και συνεχών παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, οι διοικητικοί πόροι της Επιτροπής χρησιμοποιούνται καλύτερα για την επιδίωξη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων· και iv) μια μεταρρύθμιση που επιτεύχθηκε στην Ιρλανδία ήταν η δημιουργία το 2003 ενός Γραφείου Επιβολής της Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας (OEE), στο οποίο η καταγγέλλουσα θα μπορούσε τώρα να απευθυνθεί με τις συγκεκριμένες αιτιάσεις της.
Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε τις εξηγήσεις της Επιτροπής στην υπόθεση αυτή ως ικανοποιητικές και σημείωσε επίσης ότι η Επιτροπή είχε δώσει στον καταγγέλλοντα σχετικές χρήσιμες συμβουλές. Ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτό το μέρος της υπόθεσης.
[1] Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7).
[2] Οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, ΕΕ 1975, L 194, σ. 39.
Στρασβούργο, 3 Μαΐου 2007
Αξιότιμη κ. B.,
Την 1η Δεκεμβρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αναλάβει δράση σχετικά με καταγγελία παράβασης του άρθρου 226 όσον αφορά την κοινοτική περιβαλλοντική νομοθεσία.
Στις 12 Ιανουαρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 22 Απριλίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 25 Μαΐου 2005.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, αποφάσισα να διεξάγω περαιτέρω έρευνες για την υπόθεσή σας. Σας ενημέρωσα για την απόφασή μου την ίδια ημερομηνία.
Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις περαιτέρω έρευνές μου στις 23 Νοεμβρίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 6 Μαρτίου 2006.
Με τις επιστολές σας της 12ης Οκτωβρίου, της 21ης Νοεμβρίου, της 5ης Δεκεμβρίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, της 19ης Ιανουαρίου και της 28ης Φεβρουαρίου 2007, με ενημερώσατε σχετικά με τις εθνικές δικαστικές διαδικασίες και ζητήσατε αναβολή της αξιολόγησής μου για την υπόθεσή σας. Στην επιστολή μου της 20ής Μαρτίου 2007, σας ενημέρωσα ότι οι περιστάσεις που περιγράφονται στις επιστολές σας δεν δικαιολογούσαν ένα τέτοιο μέτρο.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.
Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας έχουν ως στόχο την εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Επιτροπής.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Η καταγγελία, που υποβλήθηκε από Ιρλανδό πολίτη, αφορούσε εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να αναλάβει δράση σχετικά με καταγγελία παράβασης του άρθρου 226 (αριθ. αναφοράς P2003/4975) σχετικά με την προστασία της γης βάσει της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Στις 8 Αυγούστου 2003, ο καταγγέλλων είχε απευθύνει επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας την επείγουσα παρέμβασή της για να αποτρέψει την καταστροφή και την απώλεια, μέσω ενός οικοδομικού έργου, ενός υγροτόπου στο Ballybrown της Ιρλανδίας. Το έργο αφορούσε την αποστράγγιση και την πλήρωση ενός υγροτόπου με μπάζα και αμίαντο, μια συνέπεια των οποίων ήταν η υλοτόμηση της περιουσίας του καταγγέλλοντος.
Το συγκεκριμένο αίτημα του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή ήταν το ακόλουθο: «Ζητούμε επειγόντως την άμεση παρέμβασή σας και ζητούμε να συμπεριληφθεί αυτός ο «πρώην υγρότοπος» στις Ειδικές Ζώνες Διατήρησης βάσει της οδηγίας της ΕΕ για τους οικοτόπους».
Η καταγγέλλουσα προσκόμισε διάφορα έγγραφα για να υποστηρίξει την άποψή της ότι ο υγρότοπος θα πρέπει να προστατεύεται βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (1) («οδηγία για τους οικοτόπους»). Πρώτον, παρείχε χάρτες και φωτογραφίες του υγροτόπου· και, δεύτερον, αναφέρθηκε σε δηλώσεις δύο προσώπων που δραστηριοποιούνταν στον τομέα της διατήρησης. Η πρώτη από τις δηλώσεις αυτές περιλαμβανόταν σε επιστολή που απέστειλε ο Pietro Laureano στην αρμόδια ιρλανδική πολεοδομική αρχή τον Ιούλιο του 2000. Laureano είχε γράψει υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής του «IPOGEA - Ιταλικό Κέντρο Ερευνών για τις Παραδοσιακές και Τοπικές Γνώσεις»(2), καθώς και ως «σύμβουλος της UNESCO· Εκπρόσωπος της Ιταλίας στην Επιτροπή Επιστήμης και Τεχνολογίας της UNCCD· Πολυτεχνείο Μπάρι - Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών - Καθηγητής Διδακτικής». Στην επιστολή του, η οποία συνίστατο σε μία σελίδα χωρίς παραρτήματα, ο κ. Laureano ανέφερε ότι
«Πρόσφατα, είχα την τιμή να είμαι καλεσμένος στα εγκαίνια του Φυσικού Καταφυγίου της Κοιλάδας Κάχερ στο North Clare. Σε αυτό το γεγονός, συνειδητοποίησα τη σοβαρή κατάσταση των υγροτόπων Ballybrown. Μέσα σε αυτό το πολύτιμο και εύθραυστο περιβάλλον, οι δραστηριότητες εκσκαφής, επίχωσης και λατομείων έχουν προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις.
Η καταστροφή του κάποτε αυτάρκους οικοσυστήματος είναι εκτεταμένη και περιλαμβάνει: την καταστροφή της χλωρίδας· την απώλεια οικοτόπων άγριας πανίδας για αποδημητικά και αυτόχθονα άγρια ζώα (δηλαδή ερωδιούς, καλπάζουσες νυχτερίδες, πέταλα, κουκουβάγιες)· και τον χειρισμό της φυσικής ροής του νερού που προκαλεί την υλοτομία, την κατάκλυση της δημόσιας οδού «103» και τη διάσπαση του συστήματος αποχέτευσης των σηπτικών δεξαμενών.
Καλώ την αρχή σχεδιασμού να εξετάσει τη σημασία αυτής της φυσικής κληρονομιάς και να σταματήσει την τρέχουσα υποβάθμιση και καταστροφή αυτού του μοναδικού οικοσυστήματος».
Η επιστολή δεν περιείχε ρητές παρατηρήσεις σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Η δεύτερη δήλωση περιλαμβανόταν σε έγγραφο που απέστειλε ο Edward Cook τον Δεκέμβριο του 1999. Οι αποδέκτες αυτής της επιστολής φαίνεται να ήταν το «Συμβούλιο Κληρονομιάς» και το «Τμήμα Τεχνών, Κληρονομιάς, Γαελικής Τάξης και Νήσων». Στην καταγγελία της προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε στον κ. Cook ως λέκτορα στο Κέντρο Βιολογικής Εκπαίδευσης. Στην επιστολή του, ο κ. Cook φαίνεται να αναφέρεται σε προηγούμενη αλληλογραφία που εστάλη στις προαναφερθείσες δημόσιες αρχές, δηλώνοντας ότι
«Επαναλαμβάνω: - οποιαδήποτε ανάπτυξη σε αυτόν τον υγρότοπο δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει γίνει αποδεκτή και ότι οι Πολεοδομικές Άδειες σε γειτονικά οικόπεδα, που είχαν με τη μέθοδο της «Διατήρησης» είναι εντελώς ακατάλληλες».
Αναφέρθηκε, στη συνέχεια, στις «επιδόσεις του Bord na Móna σε άλλους υγρότοπους»(3) (η συμμετοχή της εν λόγω εταιρείας δεν είναι απολύτως σαφής από την επιστολή), δηλώνοντας ότι
«Το γεγονός ότι ο Μπορντ επιτάχυνε την αποστράγγιση του μεγαλύτερου μέρους των καλύτερων συστημάτων Bog, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα και τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, με έκανε να παραιτηθώ από το Νομικό Τμήμα του. Ένας τέτοιος υγρότοπος όπως ο Ballybrown προστατεύεται σιωπηρά τόσο από τις οδηγίες της ΕΕ για τους οικοτόπους όσο και από τις οδηγίες για τα άγρια πτηνά (4) και με εκπλήσσει το γεγονός ότι, με την ευκαιρία αυτή, το Bord έκρινε σκόπιμο να μην αμφισβητήσει την αποστράγγιση (και, ως εκ τούτου, την καταστροφή) (...)».
Η επιστολή του κ. Cook δεν περιείχε αποδεικτικά στοιχεία ή αναφορές σε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των ανωτέρω δηλώσεων.
Η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Επιτροπής απάντησε στην καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, δηλώνοντας τα εξής:
«Η Επίτροπος Wallström μου ζήτησε να σας ευχαριστήσω για την επιστολή σας της 8ης Αυγούστου 2003, με την οποία ζητάτε από την Επιτροπή να παρέμβει όσον αφορά την απόρριψη αποβλήτων και την καταστροφή υγροτόπων στην κομητεία Limerick, και να συμπεριλάβει τους εν λόγω υγροτόπους στο δίκτυο Natura 2000 βάσει της οδηγίας [για τους οικοτόπους] (...).
Από τις πληροφορίες που υποβάλατε, δεν είναι προφανές ότι οι εν λόγω υγρότοποι συμμορφώνονται με την επιστημονική περιγραφή των οικοτόπων που καλύπτονται από την οδηγία [για τους οικοτόπους](...). Θα ήταν απαραίτητο να υπάρχουν λεπτομερέστερες οικολογικές πληροφορίες για να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι υγρότοποι αποτελούν παραδείγματα βάλτου και υπερυψωμένου τυρφώνα.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η επιστολή σας εγείρει ζητήματα σχετικά με τη φαινομενική εναπόθεση αποβλήτων χωρίς άδεια αποβλήτων, κανονίζω την καταχώριση καταγγελίας στο όνομά σας. Θα λάβετε απόδειξη παραλαβής στο εγγύς μέλλον.»
Λίγο αργότερα, η καταγγέλλουσα έλαβε την προαναφερθείσα απόδειξη παραλαβής από τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 2003, η οποία την πληροφόρησε ότι η καταγγελία της για παράβαση είχε καταχωριστεί.
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων εξακολούθησε να παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με την εικαζόμενη καταστροφή υγροτόπων, και συγκεκριμένα πληροφορίες σχετικά με την κατασκευή οικοδομικού συγκροτήματος στον υγρότοπο ή σχετικά με την εγκατάσταση σηπτικής δεξαμενής για τις κατασκευαστικές εργασίες, καθώς και διάφορες φωτογραφίες του χώρου.
Με επιστολή της 6ης Αυγούστου 2004, η Επιτροπή παρέσχε στην καταγγέλλουσα περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον χειρισμό της καταγγελίας της για παράβαση. Η επιστολή της Επιτροπής ανέφερε ότι η Επιτροπή είχε μια γενική νομική προσφυγή κατά της Ιρλανδίας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κάλυπτε, μεταξύ άλλων θεμάτων, την προσέγγιση της μη εξουσιοδοτημένης διάθεσης αποβλήτων σε υγροτόπους. Η Επιτροπή ζήτησε από την καταγγέλλουσα να κατανοήσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όσον αφορά την αντιμετώπιση «κάθε μεμονωμένης περίπτωσης μη εγκεκριμένης διάθεσης αποβλήτων» και την ενημέρωσε ότι θα μπορούσε να θέσει τις ανησυχίες της απευθείας υπόψη ενός νεοσυσταθέντος Γραφείου Περιβαλλοντικής Επιβολής στην Ιρλανδία. Η επιστολή της Επιτροπής δεν ενημέρωνε την καταγγέλλουσα αν η Επιτροπή αναλάμβανε δράση σχετικά με τη συγκεκριμένη καταγγελία της για παράβαση, ούτε αντιμετώπιζε ζητήματα σχετικά με την οδηγία για τους οικοτόπους που αναφέρονται στην καταγγελία της καταγγέλλουσας για παράβαση.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα φαινόταν να κατανοεί ότι η επιστολή της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 2004 σήμαινε ότι η Επιτροπή σκόπευε να μην προβεί σε καμία ενέργεια σχετικά με τη συγκεκριμένη καταγγελία της για παράβαση. Προέβαλε τον ακόλουθο ισχυρισμό:
Η Επιτροπή παρέλειψε να δώσει συνέχεια στην καταγγελία της για παράβαση.
Ο καταγγέλλων διατύπωσε επίσης τον ακόλουθο ισχυρισμό:
Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που εγείρονται στην καταγγελία της για παράβαση.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
ΙστορικόΣτις 8 Αυγούστου 2003, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στην τότε Επίτροπο Περιβάλλοντος, κα Wallström, εφιστώντας την προσοχή σε διάφορες εξελίξεις στη γειτονιά της, τις οποίες θεωρούσε επιζήμιες για το περιβάλλον. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην πλήρωση ενός υγροτόπου με, μεταξύ άλλων, μπάζα και αμίαντο.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, απεστάλη απάντηση στον καταγγέλλοντα εξ ονόματος του επιτρόπου, στην οποία αναφέρεται ότι ο εν λόγω υγρότοπος δεν φαίνεται να προστατεύεται βάσει της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας για τη διατήρηση της φύσης, δηλαδή της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (5) («οδηγία για τους οικοτόπους»). Ωστόσο, δεδομένου ότι η αλληλογραφία έθετε ζητήματα σχετικά με τη φαινομενική εναπόθεση «απόβλητων υλικών χωρίς άδεια αποβλήτων», αναφέρθηκε ότι θα καταχωριζόταν καταγγελία.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2003, η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε για την καταχώριση της καταγγελίας της με αριθμό αναφοράς 2003/4975.
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απέστειλε συμπληρωματική αλληλογραφία, την οποία η Επιτροπή αναγνώρισε.
Στις 6 Αυγούστου 2004, η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα ακόλουθα:
Απάντηση στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή«Η Επιτροπή έχει κινήσει γενική νομική διαδικασία κατά της Ιρλανδίας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία καλύπτει, μεταξύ άλλων, την προσέγγιση της μη επιτρεπόμενης διάθεσης αποβλήτων σε υγροτόπους. Ελπίζω να κατανοήσετε ότι είναι δύσκολο για την Επιτροπή να διερευνήσει όλες τις μεμονωμένες περιπτώσεις μη εγκεκριμένης διάθεσης αποβλήτων. Έμφαση δόθηκε στη βελτίωση των απαντήσεων των αρμόδιων εθνικών αρχών όταν αυτές ενημερώνονται ή συναντούν τέτοιες δραστηριότητες. Στο πλαίσιο αυτό, οι ιρλανδικές αρχές ανέφεραν ότι το νεοσυσταθέν Γραφείο Περιβαλλοντικής Επιβολής, το οποίο εδρεύει στο πλαίσιο της Υπηρεσίας Περιβαλλοντικής Προστασίας του Κάστρου Johnstown στο Wexford, θα ήταν ευπρόσδεκτο να έχει την ευκαιρία να απαντά απευθείας σε καταγγελίες σχετικά με μη εξουσιοδοτημένη διάθεση αποβλήτων. Ως εκ τούτου, μπορεί να θέλετε να εξετάσετε το ενδεχόμενο να επιστήσετε απευθείας την προσοχή του στις ανησυχίες σας».
Στην αλληλογραφία της με τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι πρόθεσή της ήταν να επιδιώξει την προστασία του υγροτόπου που αναφέρεται στην καταγγελία της βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία της φύσης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία της Επιτροπής, η Επιτροπή είχε εξαρχής επισημάνει ότι ο επίμαχος υγρότοπος δεν φαινόταν να προστατεύεται βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι η πτυχή για την οποία καταχωρίστηκε καταγγελία αφορούσε τη φαινομενική εναπόθεση αποβλήτων χωρίς άδεια αποβλήτων. Πράγματι, αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ (6) περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ (7).
Στην επιστολή της με ημερομηνία 6 Αυγούστου 2004, η Επιτροπή εξήγησε στον καταγγέλλοντα ότι το ζήτημα της μη επιτρεπόμενης εναπόθεσης αποβλήτων σε ιρλανδικούς υγρότοπους αντιμετωπιζόταν ήδη με γενικό τρόπο στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή αναφέρθηκε στη δυσκολία της να αντιμετωπίσει όλες τις μεμονωμένες περιπτώσεις μη εγκεκριμένης διάθεσης αποβλήτων και τόνισε την έμφαση που δίνει στη βελτίωση των απαντήσεων των εθνικών αρχών. Στο πλαίσιο αυτό, της παρέσχε το όνομα και τη διεύθυνση εθνικής αρχής (δηλαδή του Γραφείου Περιβαλλοντικής Επιβολής) που θα μπορούσε να την βοηθήσει. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί μέρος της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος της Ιρλανδίας, ιδρύθηκε το 2003 με σκοπό τη βελτίωση του έργου συμμόρφωσης και επιβολής των τοπικών αρχών της Ιρλανδίας, οι οποίες έχουν την πρωταρχική ευθύνη για την αντιμετώπιση των παράνομων δραστηριοτήτων στον τομέα των αποβλήτων. Το Γραφείο Περιβαλλοντικής Επιβολής, μεταξύ άλλων, λαμβάνει και διερευνά καταγγελίες από πολίτες σχετικά με την ανεπαρκή επιβολή της νομοθεσίας για τα απόβλητα από τις τοπικές αρχές. Δεν ήταν σαφές αν ο καταγγέλλων είχε κάνει χρήση του Γραφείου.
Η δικαστική υπόθεση στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή ήταν η υπόθεση C-494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να της παράσχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει κάθε επαναλαμβανόμενη εμφάνιση των προβλημάτων που αποτελούσαν το αντικείμενο της διαφοράς.
Δεδομένου του γενικού χαρακτήρα της υπόθεσης C-494/01, προτάθηκε να συνδεθεί η καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος με τον φάκελο της Επιτροπής σχετικά με τη νομική της δράση (αριθ. αναφοράς 1999/5112). Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 2005 (8).
ΣυμπέρασμαΗ Επιτροπή δέχθηκε ότι δεν είχε έλθει ειδικά σε επαφή με τις ιρλανδικές αρχές όσον αφορά τις αιτιάσεις του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό ότι παρέλειψε να ενεργήσει σε σχέση με την καταγγελία. Είχε ενημερώσει την καταγγέλλουσα ότι το θέμα για το οποίο η καταγγελία της παρείχε ένα παράδειγμα, δηλαδή η απόρριψη αποβλήτων σε υγροτόπους, αποτελούσε ήδη αντικείμενο γενικής νομικής προσφυγής που είχε κινήσει η Επιτροπή. Επιπλέον, την ενημέρωσε για τα όρια του ρόλου της Επιτροπής και τους στόχους της ευρύτερης παρέμβασής της στις ιρλανδικές αρχές. Τέλος, της είχε παράσχει το όνομα και τη διεύθυνση εθνικής αρχής που θα μπορούσε να την βοηθήσει. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε επίσης στους όρους της αρχικής τυποποιημένης βεβαίωσης παραλαβής της καταγγελίας, η οποία ενθαρρύνει τους καταγγέλλοντες να κάνουν χρήση των μέσων έννομης προστασίας που είναι διαθέσιμα σε εθνικό επίπεδο.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. Αμφισβήτησε, ειδικότερα, το συμπέρασμα της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση των υγροτόπων. Αναφέρθηκε στα έγγραφα που επισυνάπτονται στην καταγγελία της για παράβαση (που αναφέρεται ανωτέρω) και δήλωσε ότι η παράλειψη της Επιτροπής να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια «βασίστηκε εξ ολοκλήρου σε υποθέσεις και όχι στα πραγματικά περιστατικά όπως παρουσιάστηκαν». Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ο επίμαχος υγροβιότοπος δεν εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να παρουσιάσει την άποψή της σχετικά με το ακόλουθο θέμα:
Στη γνώμη που εξέδωσε στις 22 Απριλίου 2005, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε εξαρχής επισημάνει στον καταγγέλλοντα ότι οι εν λόγω υγρότοποι δεν φαίνεται να προστατεύονται δυνάμει της δυνητικά οικείας κοινοτικής οδηγίας (οδηγία για τους οικοτόπους). Η Επιτροπή παρέπεμψε στην επιστολή της με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 2003 προς τον καταγγέλλοντα, στην οποία ανέφερε τα εξής:
«Με βάση τις πληροφορίες που υποβάλατε, δεν είναι προφανές ότι οι εν λόγω υγρότοποι συμμορφώνονται με τις επιστημονικές περιγραφές των οικοτόπων που καλύπτονται από την οδηγία [για τους οικοτόπους](...). Θα ήταν απαραίτητο να υπάρχουν λεπτομερέστερες οικολογικές πληροφορίες για να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι υγρότοποι αποτελούν παραδείγματα βάλτου και υπερυψωμένου τυρφώνα.»
Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε στα έγγραφα που επισυνάπτονται στην καταγγελία της και υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω υγρότοποι δεν καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο.
Απάντηση της Επιτροπής στην επιστολή συμπληρωματικής έρευνας της ΔιαμεσολαβήτριαςΣτην απάντησή της στην επιστολή συμπληρωματικής έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή δήλωσε τα εξής:
Η Επιτροπή θεώρησε ότι είχε καταστήσει εξαρχής σαφές στον καταγγέλλοντα, δηλαδή με το από 15 Σεπτεμβρίου 2003 έγγραφό της, ότι πρόθεσή της ήταν να υποβάλει καταγγελία σχετικά με την κοινοτική νομοθεσία περί αποβλήτων και όχι σχετικά με την κοινοτική νομοθεσία για την προστασία των οικοτόπων, και ειδικότερα την οδηγία περί οικοτόπων.
Εάν ο καταγγέλλων είχε ζητήσει ρητά πληρέστερη εξήγηση σε σχέση με την οδηγία για τους οικοτόπους, η Επιτροπή θα το είχε παράσχει. Ωστόσο, η Επιτροπή θεώρησε ότι η επακόλουθη αλληλογραφία του καταγγέλλοντος είχε ως στόχο να παράσχει στην Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις πτυχές που θεωρήθηκαν ότι δικαιολογούν την καταχώριση της καταγγελίας, δηλαδή τις πτυχές που αφορούν τα απόβλητα.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία για τους οικοτόπους εφαρμόζεται μόνο σε περιορισμένες κατηγορίες υγροτόπων. Για να τύχει προστασίας βάσει της εν λόγω οδηγίας, ένας υγρότοπος πρέπει, καταρχάς, να φιλοξενεί συγκεκριμένους τύπους οικοτόπων που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας. Οι τυρφώνες και οι υπερυψωμένοι τυρφώνες αποτελούν παραδείγματα τέτοιων ειδικών τύπων οικοτόπων. Επιπλέον, είτε το οικείο κράτος μέλος πρέπει να έχει χαρακτηρίσει επισήμως τον τόπο ως δυνάμενο να τύχει προστασίας δυνάμει της οδηγίας είτε πρέπει να υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το κράτος μέλος, μη προσδιορίζοντας τον τόπο, υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει από επιστημονικής απόψεως. Ο υγροβιότοπος τον οποίο αφορά η υπό κρίση υπόθεση δεν είχε χαρακτηριστεί από την Ιρλανδία ως τόπος που πληροί τις προϋποθέσεις προστασίας βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους. Επιπλέον, οι πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν απέδειξαν ότι ο εν λόγω υγρότοπος ήταν είτε τυρφώνας είτε τυρφώνας υψιπέδων· ειδικότερα, δεν υπήρχε ακριβής επιστημονική περιγραφή του υγροτόπου που να αποδεικνύει ότι φιλοξενούσε έναν από αυτούς τους τύπους οικοτόπων.
Ωστόσο, ένας υγρότοπος που δεν καλύπτεται από την οδηγία 93/43/ΕΟΚ μπορεί να εξακολουθεί να απολαύει κάποιας προστασίας βάσει άλλης κοινοτικής νομοθεσίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι τα απόβλητα αξιοποιούνται ή διατίθενται χωρίς να επηρεάζεται η ύπαιθρος ή οι τόποι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υπόθεσης C-494/01 Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, στην οποία είχε παραπεμφθεί ο καταγγέλλων, το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 4 όσον αφορά την άνευ αδείας πλήρωση ορισμένων ιρλανδικών υγροτόπων που δεν καλύπτονται από την οδηγία για τους οικοτόπους.
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της καταγγέλλουσας, η Επιτροπή επισήμανε τη δυσαρέσκειά της για τον ισχυρισμό ότι θα μπορούσε να παραπέμψει την καταγγελία της στο Γραφείο Επιβολής της Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας που υπάγεται στην Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος της Ιρλανδίας και ιδίως την άποψή της ότι είχε ήδη εξαντλήσει τους διαθέσιμους τρόπους καταγγελίας στην Ιρλανδία. Η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό:
θ) Η διασφάλιση της συμμόρφωσης με την κοινοτική περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των αρχών των κρατών μελών.
ii) Η προαναφερθείσα δικαστική υπόθεση κατά της Ιρλανδίας, δηλαδή η υπόθεση C-494/01, είχε ως αντικείμενο την ανάγκη βελτίωσης των γενικών διοικητικών ρυθμίσεων της Ιρλανδίας για την αντιμετώπιση της μη εγκεκριμένης διάθεσης αποβλήτων.
iii) Βασικό στοιχείο των ανωτέρω ήταν, μεταξύ άλλων, η επιθυμία να αποφευχθεί μια κατάσταση στην οποία η Επιτροπή θα καλούνταν συνεχώς να αντιμετωπίσει κατά τρόπο ad hoc μεμονωμένες υποθέσεις που αφορούν επίσημες ελλείψεις. Όταν υπάρχουν γενικές και διαρκείς παραβιάσεις των κοινοτικών απαιτήσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δικοί της πεπερασμένοι διοικητικοί πόροι χρησιμοποιούνται καλύτερα για την επιδίωξη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε επίπεδο κρατών μελών παρά για την πραγματοποίηση διαδοχικών ad hoc παρεμβάσεων. Έκρινε ότι η υπόθεση C-494/01 αποδείκνυε ότι είχε καταβάλει σοβαρές προσπάθειες για την πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην Ιρλανδία σε σχέση με το είδος των περιστάσεων που είχε επισημάνει ο καταγγέλλων. Ενώ η έλλειψη ειδικής παρέμβασης στην περίπτωσή της άφησε την καταγγέλλουσα ζημιωμένη, η Επιτροπή θεώρησε ότι η προσέγγιση που είχε υιοθετήσει προσέφερε ένα καλύτερο μέσο για την αντιμετώπιση των ανησυχιών των πολιτών μακροπρόθεσμα.
iv) Μία από τις μεταρρυθμίσεις που έθεσε σε εφαρμογή η Ιρλανδία προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανησυχίες της Επιτροπής συνίστατο στη δημιουργία, το 2003, ενός Γραφείου Περιβαλλοντικής Επιβολής. Η εν λόγω υπηρεσία διερευνά καταγγελίες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι μια τοπική αρχή δεν έχει εφαρμόσει ορθά τις αρμοδιότητές της όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας για τα απόβλητα. Η Επιτροπή θεωρεί εύλογο να έχει επισημάνει τη δημιουργία του εν λόγω Γραφείου στην καταγγέλλουσα και να της έχει προτείνει να το χρησιμοποιήσει. Ενώ η καταγγέλλουσα φαίνεται να επικοινώνησε με την ΥΠΠ, δεν ήταν προφανές ότι είχε κάνει χρήση του ΟΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω ότι συζητούσε με τις ιρλανδικές αρχές τρόπους με τους οποίους οι καταγγελίες των πολιτών σχετικά με τα απόβλητα στην Ιρλανδία θα μπορούσαν να αντιμετωπίζονται καλύτερα και με μεγαλύτερη συνέπεια από τις εθνικές αρχές. Αυτό περιλάμβανε τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών για τον χειρισμό καταγγελιών.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΑπαντώντας στην απάντηση της Επιτροπής στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
θ) Το 2003, ο καταγγέλλων είχε υποβάλει γραπτή καταγγελία στην Επιτροπή ζητώντας να συμπεριληφθούν οι υγρότοποι Ballybrown στον κατάλογο των ειδικών ζωνών διατήρησης στην Ιρλανδία.
ii) Σε αλληλογραφία της 25ης Σεπτεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής ανέφερε ότι η καταγγελία παράβασης θα εξεταζόταν για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Δεν αναφέρθηκε καμία συγκεκριμένη παράβαση. Εάν η Επιτροπή είχε ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία, ο καταγγέλλων θα είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τον εντοπισμό και τη διαβίβασή τους. Ο καταγγέλλων συνέχισε να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με όλες τις πτυχές, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω καταστροφής του υγροτόπου Ballybrown· την επιτάχυνση της κατασκευής ενός συγκροτήματος κοινωνικών κατοικιών και αποδυτηρίων· χρήση σηπτικής δεξαμενής για τη διευκόλυνση της διάθεσης αποβλήτων και λυμάτων, τα οποία στη συνέχεια διασκορπίστηκαν σε γεωργικές εκτάσεις στην εν λόγω περιοχή· και την καταστροφή της κύριας αποστράγγισης του Λίμερικ.
iii) Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τυρφώνα και τον υπερυψωμένο τυρφώνα, θα μπορούσε να γίνει αναφορά στα φωτογραφικά αποδεικτικά στοιχεία που επισυνάπτονται στην καταγγελία παράβασης και στην αλληλογραφία ενός εθνικού καθηγητή και ενός περιβαλλοντολόγου. Και πάλι, εάν η Επιτροπή είχε ζητήσει οποιαδήποτε στιγμή περαιτέρω διευκρινίσεις ή αποδεικτικά στοιχεία, ο καταγγέλλων θα είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ικανοποιήσει τα εν λόγω αιτήματα.
iv) Αφού εξάντλησε όλες τις επιλογές στην Ιρλανδία, ο καταγγέλλων είχε απευθύνει επιστολή στην Επιτροπή τον Αύγουστο του 2003 ζητώντας επείγουσα βοήθεια. Τον Αύγουστο του 2004, δηλαδή ένα χρόνο αργότερα, η Επιτροπή πρότεινε στον καταγγέλλοντα να επιστρέψει στην Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος. Δεδομένης της τεράστιας καταστροφής που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της ενδιάμεσης περιόδου, αυτό δεν ήταν χρήσιμο. Εάν η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να παράσχει βοήθεια, ο καταγγέλλων θα το εκτιμούσε εάν αυτό είχε καταστεί σαφές από την αρχή.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτική παρατήρησηΠριν εξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να διατυπώσει τα ακόλουθα σημεία σχετικά με το πεδίο της έρευνάς του.
Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε μέτρα σχετικά με την καταγγελία της για παράβαση, η οποία βασιζόταν ρητά στην οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (9) («οδηγία για τους οικοτόπους»). Σχετικά, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω υγρότοπος δεν καλυπτόταν από την οδηγία για τους οικοτόπους. Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι η καταγγελία παράβασης της καταγγέλλουσας αναφερόταν επίσης σε πιθανή παραβίαση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ (10) («οδηγία για τα απόβλητα») και εξέτασε την υπόθεσή της και από αυτή την άποψη. Υπό τις συνθήκες αυτές, εξετάζονται δύο ζητήματα κατωτέρω. Η πρώτη αφορά την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να λάβει μέτρα σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος για παράβαση της οδηγίας για τους οικοτόπους, συμπεριλαμβανομένου του επιχειρήματος του καταγγέλλοντος σχετικά με την παράλειψη της Επιτροπής να εξηγήσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω υγρότοπος δεν καλυπτόταν από την οδηγία για τους οικοτόπους. Το δεύτερο ζήτημα αφορά την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να λάβει μέτρα σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος για παράβαση της οδηγίας για τα απόβλητα.
2 Εικαζόμενη παράλειψη ανάληψης δράσης σχετικά με την καταγγελία παράβασης για παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπουςΣχετικές διατάξεις της οδηγίας για τους οικοτόπους και την εικαζόμενη παραβίασή της
2.1 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει ότι σκοπός της είναι να συμβάλει στη διασφάλιση της βιοποικιλότητας μέσω της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη ΕΚ. Το άρθρο 2 παράγραφος 2 ορίζει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία αποσκοπούν στη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος.
Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποκατάσταση ή η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, είναι αναγκαίος ο χαρακτηρισμός ειδικών ζωνών διατηρήσεως για τη δημιουργία ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου, καλούμενου Natura 2000. Το άρθρο 1 στοιχείο ιβ) της ίδιας οδηγίας ορίζει την ειδική ζώνη διατήρησης (ΕΖΔ) ως τόπο κοινοτικής σημασίας που ορίζεται από τα κράτη μέλη μέσω κανονιστικής, διοικητικής και/ή συμβατικής πράξης, όταν εφαρμόζονται τα αναγκαία μέτρα διατήρησης για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και/ή των πληθυσμών των ειδών για τα οποία έχει οριστεί ο τόπος.
Η διαδικασία καθορισμού των ειδικών ζωνών διατηρήσεως (ΕΖΔ), η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας, περιλαμβάνει τέσσερα στάδια.
Πρώτον, κάθε κράτος μέλος πρέπει να προτείνει κατάλογο τόπων στον οποίο αναφέρονται οι τύποι φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος Ι και τα είδη του παραρτήματος ΙΙ που είναι εγγενή στην επικράτειά του και φιλοξενούν τους τόπους αυτούς (άρθρο 4, παράγραφος 1). Δεύτερον, η Επιτροπή, βάσει των καταλόγων των κρατών μελών και σε συμφωνία με καθένα από αυτά, καταρτίζει σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας (άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο). Τρίτον, ο κατάλογος των τόπων που επιλέγονται ως τόποι κοινοτικής σημασίας πρέπει να εγκρίνεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 21 της οδηγίας (άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, και παράγραφος 3). Τέταρτον, τα κράτη μέλη οφείλουν να χαρακτηρίζουν τους τόπους κοινοτικής σημασίας ως ΕΖΔ (άρθρο 4, παράγραφος 4).
Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο στάδιο, το άρθρο 4 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο της οδηγίας απαιτεί από τα κράτη μέλη να προτείνουν τον κατάλογο των τόπων που αναφέρονται σε αυτό «με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 1) και τις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες».(11)
Σύμφωνα με το παράρτημα III (στάδιο 1), μέρος Γ, της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1), μέρη Α και Β, να κατατάσσουν τους τόπους που προτείνουν στον εθνικό κατάλογο ως τόπους επιλέξιμους για χαρακτηρισμό ως τόπους κοινοτικής σημασίας, ανάλογα με τη σχετική αξία τους για τη διατήρηση κάθε τύπου φυσικού οικοτόπου που αναφέρεται στο παράρτημα I ή κάθε είδους που αναφέρεται στο παράρτημα II.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας, ο κατάλογος των προτεινόμενων τόπων πρέπει να διαβιβάζεται στην Επιτροπή εντός τριών ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας, μαζί με πληροφορίες για κάθε τόπο. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει α) να περιλαμβάνουν χάρτη του τόπου, την ονομασία του, τη θέση του, την έκτασή του και τα δεδομένα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κριτηρίων που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 1), και β) να παρέχονται σε μορφότυπο που καθορίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 21 της οδηγίας (το μορφότυπο). Η οδηγία κοινοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 1992. Το έντυπο καθορίστηκε με την απόφαση 97/266/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με το έντυπο πληροφοριών για τους προτεινόμενους τόπους Natura 2000 (12). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 19 Δεκεμβρίου 1996.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει, ειδικότερα, τα εξής:
α) Από τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία προσδιορισμού των τόπων που είναι επιλέξιμοι για χαρακτηρισμό ως ΕΖΔ, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως όταν υποβάλλουν τις προτάσεις τους για τους τόπους αυτούς. Ωστόσο, πρέπει να το πράττουν σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στην οδηγία (13).
β) Προκειμένου να καταρτίσει σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας, ικανό να οδηγήσει στη δημιουργία ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ΕΖΔ, η Επιτροπή πρέπει να έχει στη διάθεσή της εξαντλητικό κατάλογο των τόπων οι οποίοι, σε εθνικό επίπεδο, παρουσιάζουν οικολογικό ενδιαφέρον το οποίο είναι σημαντικό από την άποψη του στόχου της οδηγίας για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Προς τούτο, ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται βάσει των κριτηρίων του παραρτήματος III (στάδιο 1) της οδηγίας (14).
γ) Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας, το καθεστώς προστασίας των ειδικών ζωνών διατηρήσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας εφαρμόζεται σε έναν τόπο, εφόσον αυτός περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας, στον κατάλογο των τόπων που επελέγησαν ως τόποι κοινοτικής σημασίας τον οποίο ενέκρινε η Επιτροπή. Επομένως, τα μέτρα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας επιβάλλονται μόνον όσον αφορά τους τόπους που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των επιλεγέντων τόπων κοινοτικής σημασίας (15).
δ) Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν προστατεύουν τους τόπους από τη στιγμή που τους προτείνουν, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, ως τόπους δυνάμενους να χαρακτηριστούν ως τόποι κοινοτικής σημασίας στον εθνικό κατάλογο που διαβιβάζεται στην Επιτροπή. Αν οι τόποι αυτοί δεν προστατευθούν καταλλήλως από τη στιγμή εκείνη, η επίτευξη των σκοπών διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως αυτοί εκτίθενται ιδίως στην έκτη αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, θα μπορούσε κάλλιστα να τεθεί σε κίνδυνο. Μια τέτοια κατάσταση θα ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή, δεδομένου ότι θα επηρέαζε τους τύπους φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή τα είδη προτεραιότητας, των οποίων η αποτελεσματική προστασία θα απαιτούσε, ακριβώς λόγω των απειλών που τους απειλούν, την έγκαιρη εφαρμογή των μέτρων διατηρήσεως, όπως συνιστά η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση τόπων επιλέξιμων για χαρακτηρισμό ως τόπων κοινοτικής σημασίας που αναφέρονται στους εθνικούς καταλόγους που διαβιβάζονται στην Επιτροπή και μπορούν να περιλαμβάνουν, ιδίως, τόπους που φιλοξενούν τύπους φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή είδη προτεραιότητας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει της οδηγίας, να λαμβάνουν μέτρα προστασίας κατάλληλα για τη διαφύλαξη του εν λόγω οικολογικού ενδιαφέροντος (16).
ε) Το κατάλληλο σύστημα προστασίας που εφαρμόζεται στους τόπους οι οποίοι περιλαμβάνονται σε εθνικό κατάλογο που διαβιβάζεται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην επιτρέπουν παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τα οικολογικά χαρακτηριστικά των εν λόγω τόπων. Αυτό ισχύει ιδίως όταν μια παρέμβαση ενέχει τον κίνδυνο είτε να μειώσει σημαντικά την έκταση ενός τόπου είτε να οδηγήσει στην εξαφάνιση ειδών προτεραιότητας που απαντώνται στον τόπο ή, τέλος, να έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή του τόπου ή την καταστροφή των αντιπροσωπευτικών χαρακτηριστικών του (17).
2.2 Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε, κατ' ουσίαν, στην καταγγελία της για παράβαση ότι η Ιρλανδία δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας, επειδή δεν συμπεριέλαβε τον εν λόγω υγρότοπο στον εθνικό κατάλογο τόπων επιλέξιμων για χαρακτηρισμό ως τόπων κοινοτικής σημασίας. Η συμπερίληψη αυτή θα συνεπαγόταν ότι η Ιρλανδία θα ήταν υποχρεωμένη να μην εγκρίνει παρεμβάσεις που ενέχουν τον κίνδυνο σοβαρής υπονόμευσης των οικολογικών χαρακτηριστικών του εν λόγω υγροτόπου.
Η εικαζόμενη περίπτωση κακοδιοίκησης και η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή2.3 Στην επιστολή της με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 2003 προς την καταγγέλλουσα (η οποία απεστάλη ως απάντηση στην καταγγελία της για παράβαση), η Επιτροπή ανέφερε, μεταξύ άλλων:
«Με βάση τις πληροφορίες που υποβάλατε, δεν είναι προφανές ότι οι εν λόγω υγρότοποι επιβεβαιώνουν την επιστημονική περιγραφή των οικοτόπων που καλύπτονται από την οδηγία [για τους οικοτόπους](...). Θα ήταν απαραίτητο να υπάρχουν λεπτομερέστερες οικολογικές πληροφορίες για να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι υγρότοποι αποτελούν παραδείγματα βάλτου και υπερυψωμένου τυρφώνα.»
Στην καταγγελία της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή (λανθασμένα) παρέλειψε να λάβει μέτρα σχετικά με την καταγγελία της για παράβαση της οδηγίας για τους οικοτόπους από την Ιρλανδία. Σχετικά, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω υγρότοπος δεν καλυπτόταν από την οδηγία για τους οικοτόπους.
2.4 Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει καταρχάς ότι, στην καταγγελία της για παράβαση, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε κατ' ουσίαν ότι η Ιρλανδία, μη συμπεριλαμβάνοντας τον εν λόγω υγρότοπο στον εθνικό κατάλογο τόπων επιλέξιμων για χαρακτηρισμό ως τόπων κοινοτικής σημασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία για τους οικοτόπους. Υπό το πρίσμα των κανόνων που διέπουν τη συμπερίληψη των τόπων σε έναν τέτοιο εθνικό κατάλογο, η προαναφερθείσα εικαζόμενη παραβίαση της οδηγίας από την Ιρλανδία προϋποθέτει ότι η Ιρλανδία είτε i) δεν συμμορφώθηκε με τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III της οδηγίας είτε ii) υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διέθετε όταν υπέβαλε την πρότασή της για τους τόπους στην Επιτροπή βάσει της εφαρμογής των κριτηρίων που ορίζονται στην οδηγία. Δεδομένου ότι η τελευταία συνδέεται άρρηκτα με, συχνά περίπλοκες, επιστημονικές αξιολογήσεις που βασίζονται σε σχετικές περιβαλλοντικές πληροφορίες, η Επιτροπή μπορεί εύλογα να ζητήσει κατάλληλες, υπό τις περιστάσεις, επιστημονικές πληροφορίες που υποστηρίζουν τον ισχυρισμό σχετικά με την παραβίαση της οδηγίας. Ειδικότερα, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει συγκεκριμένα και αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τη φύση και τον προστατευόμενο χαρακτήρα του οικείου τόπου, σύμφωνα με το παράρτημα I της οδηγίας, τουλάχιστον εάν αυτό δεν φαίνεται να είναι άμεσα εμφανές.
2.5 Στην καταγγελία παράβασης που υπέβαλε στην Επιτροπή, η καταγγέλλουσα προσκόμισε διάφορα έγγραφα προς στήριξη της καταγγελίας παράβασης. Παρείχε χάρτες και φωτογραφίες του υγροτόπου και συνέχισε, μετά την υποβολή της καταγγελίας παράβασης, να παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με την εικαζόμενη καταστροφή του υγροτόπου. Οι πληροφορίες αυτές αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την κατασκευή οικοδομικού συγκροτήματος στον υγρότοπο, την εγκατάσταση σηπτικής δεξαμενής σχετικά με τις κατασκευαστικές εργασίες, καθώς και διάφορες φωτογραφίες του χώρου. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης σε δηλώσεις, διατυπωμένες με μάλλον γενικούς όρους, δύο προσώπων που τάσσονταν υπέρ της διατήρησης των εν λόγω εκτάσεων.
Στην επιστολή της με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 2003, η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Επιτροπής ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι i) από τις πληροφορίες που είχε παράσχει δεν ήταν προφανές ότι οι υγρότοποι στους οποίους αναφέρεται η καταγγέλλουσα ήταν σύμφωνοι με την επιστημονική περιγραφή της οδηγίας για τους οικοτόπους· και ii) θα ήταν αναγκαίο να υπάρχουν λεπτομερέστερες οικολογικές πληροφορίες για να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι υγρότοποι αποτελούσαν παραδείγματα βάλτου και υπερυψωμένου τυρφώνα (18). Σε αυτή τη βάση, ουσιαστικά λόγω της αδυναμίας του καταγγέλλοντος να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα οικολογικά χαρακτηριστικά και τον προστατευόμενο χαρακτήρα (σύμφωνα με το παράρτημα Ι της οδηγίας) του εν λόγω τόπου, η Επιτροπή προφανώς αποφάσισε να μην αναλάβει περαιτέρω δράση σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος για παραβίαση της οδηγίας. Στη συμπληρωματική γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι οι πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν αποδείκνυαν ότι ο εν λόγω υγρότοπος ήταν είτε τυρφώνας είτε τυρφώνας υψιπέδων. Επισήμανε, ειδικότερα, ότι δεν υπήρχε ακριβής επιστημονική περιγραφή του υγροτόπου που να αποδεικνύει ότι αυτός φιλοξενούσε έναν από αυτούς τους τύπους οικοτόπων.
2.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, όπως αναφέρεται στο σημείο 2.4 ανωτέρω, η Επιτροπή θα μπορούσε εύλογα να απαιτήσει από την καταγγέλλουσα να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της σχετικά με την παραβίαση της οδηγίας, παρέχοντάς της συγκεκριμένα και αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τη φύση και τον προστατευόμενο χαρακτήρα, σύμφωνα με το παράρτημα Ι της οδηγίας, του εν λόγω τόπου, τουλάχιστον εάν αυτό δεν φαινόταν να είναι άμεσα εμφανές. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι ο καταγγέλλων ούτε υποστήριξε ούτε επιχείρησε να αποδείξει ότι ήταν αμέσως προφανές ότι οι εν λόγω υγρότοποι αντιστοιχούσαν σε έναν από τους τύπους φυσικών οικοτόπων που καθορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας. Επιπλέον, ούτε προέβαλε με επαρκή ακρίβεια ούτε, εν πάση περιπτώσει, απέδειξε ότι υπέβαλε στην Επιτροπή ή επέστησε την προσοχή της σε άμεσα διαθέσιμα ειδικά επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τα οικολογικά χαρακτηριστικά και τον προστατευόμενο χαρακτήρα, σύμφωνα με το παράρτημα I της οδηγίας, του οικείου τόπου. Απλές φωτογραφίες του οικοπέδου ή οι δηλώσεις των J. Laureano και J. Cook σχετικά με τη φύση του τόπου και την ανάγκη διασφαλίσεως της προστασίας του θα μπορούσαν ευλόγως να θεωρηθούν από την Επιτροπή, ελλείψει ειδικών επιστημονικών στοιχείων προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, ότι δεν συνιστούν τέτοια δεδομένα. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω υγρότοποι δεν καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο, αρκεί η παρατήρηση ότι η Επιτροπή δεν αποφάσισε να απόσχει από περαιτέρω ενέργειες, διότι οι υγρότοποι αυτοί δεν καλύπτονταν από το κοινοτικό δίκαιο· αλλά ότι έλαβε την απόφαση αυτή λόγω της αδυναμίας του καταγγέλλοντος να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα οικολογικά χαρακτηριστικά και τον προστατευόμενο χαρακτήρα (σύμφωνα με το παράρτημα Ι της οδηγίας) του εν λόγω τόπου.
2.7 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις για την αμφισβητούμενη παράλειψη της να αναλάβει περαιτέρω δράση, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
3 Εικαζόμενη παράλειψη ανάληψης δράσης σχετικά με την καταγγελία για παράβαση της οδηγίας για τα απόβλητα3.1 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή αποφάσισε να καταχωρίσει την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος για εξέταση ενδεχόμενης παραβίασης της οδηγίας για τα απόβλητα (βλέπε επιστολή της Επιτροπής της 15ης Σεπτεμβρίου 2003). Με επιστολή της 6ης Αυγούστου 2004, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι είχε ασκήσει γενική αγωγή κατά της Ιρλανδίας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κάλυπτε, μεταξύ άλλων, την προσέγγιση της μη επιτρεπόμενης διάθεσης αποβλήτων σε υγροτόπους. Η Επιτροπή ζήτησε από την καταγγέλλουσα να κατανοήσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όσον αφορά την αντιμετώπιση «κάθε μεμονωμένης περίπτωσης μη εγκεκριμένης διάθεσης αποβλήτων» και την ενημέρωσε ότι θα μπορούσε να θέσει τις ανησυχίες της απευθείας υπόψη ενός νεοσυσταθέντος Γραφείου Περιβαλλοντικής Επιβολής, στην Ιρλανδία. Στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή εξήγησε ότι «δεδομένου του γενικού χαρακτήρα της υπόθεσης C-494/01, προτάθηκε να συσχετιστεί η καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος με τον φάκελο της Επιτροπής σχετικά με τη νομική της δράση (αριθ. αναφοράς 1999/5112). Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 2005 (19). Η επιστολή της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 2005 είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα με τον ίδιο τρόπο ότι «δεδομένου του περιεχομένου της καταγγελίας σας, προτείνεται να συνδεθεί με τη γενική υπόθεση εν αναμονή της απόφασης του Δικαστηρίου». Ο όρος «συνδέεται με» δεν εξηγείται στην επιστολή. Ωστόσο, είναι σαφές από τη γνώμη της Επιτροπής που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να μην διερευνήσει περαιτέρω τη συγκεκριμένη περίπτωση του καταγγέλλοντος, η οποία θα μπορούσε να συνεπάγεται διάθεση αποβλήτων κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας για τα απόβλητα.
3.2 Στη συμπληρωματική γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή ανέπτυξε τα ακόλουθα σχετικά με τους λόγους της προαναφερθείσας απόφασής της:
- Η διασφάλιση της συμμόρφωσης με την κοινοτική περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των αρχών των κρατών μελών.
- Η προαναφερθείσα δικαστική υπόθεση κατά της Ιρλανδίας (δηλαδή η υπόθεση C-494/01) είχε ως αντικείμενο την ανάγκη βελτίωσης των γενικών διοικητικών ρυθμίσεων της Ιρλανδίας για την αντιμετώπιση της μη εγκεκριμένης διάθεσης αποβλήτων.
- Βασικό στοιχείο των ανωτέρω ήταν, μεταξύ άλλων, η επιθυμία να αποφευχθεί μια κατάσταση στην οποία η Επιτροπή θα καλούνταν συνεχώς να αντιμετωπίσει κατά τρόπο ad hoc μεμονωμένες υποθέσεις που αφορούν επίσημες ελλείψεις. Όταν υπάρχουν γενικές και διαρκείς παραβιάσεις των κοινοτικών απαιτήσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δικοί της πεπερασμένοι διοικητικοί πόροι χρησιμοποιούνται καλύτερα για την επιδίωξη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε επίπεδο κρατών μελών παρά για την πραγματοποίηση διαδοχικών ad hoc παρεμβάσεων. Έκρινε ότι η υπόθεση C-494/01, η οποία οδήγησε στη διαπίστωση παραβίασης της οδηγίας για τα απόβλητα από την Ιρλανδία, έδειξε ότι είχε καταβάλει σοβαρές προσπάθειες για να επιφέρει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Ιρλανδία σε σχέση με το είδος των περιστάσεων που είχε επισημάνει ο καταγγέλλων. Ενώ η έλλειψη ειδικής παρέμβασης στην περίπτωσή της άφησε την καταγγέλλουσα ζημιωμένη, η Επιτροπή θεώρησε ότι η προσέγγιση που είχε υιοθετήσει προσέφερε ένα καλύτερο μέσο για την αντιμετώπιση των ανησυχιών των πολιτών μακροπρόθεσμα.
- Μία από τις μεταρρυθμίσεις που έθεσε σε εφαρμογή η Ιρλανδία για να ανταποκριθεί στις ανησυχίες της Επιτροπής συνίστατο στη δημιουργία, το 2003, του Γραφείου Περιβαλλοντικής Επιβολής. Η εν λόγω υπηρεσία διερευνά καταγγελίες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι μια τοπική αρχή δεν έχει εφαρμόσει ορθά τις αρμοδιότητές της όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας για τα απόβλητα. Η Επιτροπή θεωρεί εύλογο να έχει επισημάνει τη δημιουργία του εν λόγω Γραφείου στην καταγγέλλουσα και να της έχει προτείνει να το χρησιμοποιήσει. Ενώ η καταγγέλλουσα φαίνεται να επικοινώνησε με την ΥΠΠ, δεν ήταν προφανές ότι είχε κάνει χρήση του ΟΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω ότι συζητούσε με τις ιρλανδικές αρχές τρόπους με τους οποίους οι καταγγελίες των πολιτών σχετικά με τα απόβλητα στην Ιρλανδία θα μπορούσαν να αντιμετωπίζονται καλύτερα και με μεγαλύτερη συνέπεια από τις εθνικές αρχές. Αυτό περιλάμβανε τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών για τον χειρισμό καταγγελιών.
3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή εξήγησε εκτενώς τον τρόπο με τον οποίο, προκειμένου να προστατεύσει το κοινοτικό συμφέρον στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ανέλαβε ενεργά πρωτοβουλίες βάσει μιας συνολικής (και όχι ad hoc) προσέγγισης, με στόχο τη λήψη διαρθρωτικών διορθωτικών μέτρων. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή απάντησε στο συγκεκριμένο πρόβλημα παράβασης που ανέφερε η καταγγέλλουσα, παρέχοντάς της χρήσιμες συμβουλές σχετικά με τη δυνατότητα χρήσης ενός μηχανισμού εξωδικαστικών καταγγελιών σε εθνικό επίπεδο, ο οποίος δημιουργήθηκε ειδικά με σκοπό την αποκατάσταση των παραβιάσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, όπως ο εν λόγω μηχανισμός που σχετίζεται με την οδηγία για τα απόβλητα.
3.4 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις για την αμφισβητούμενη παράλειψή της να αναλάβει περαιτέρω δράση, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ΕΕ 1992, L 206, σ. 7.
(2) Πληροφορίες σχετικά με τον IPOGEA διατίθενται στο διαδίκτυο (http://www.laureano.it/ipogea/indexing.htm).
(3) Σύμφωνα με τον ιστότοπό της, η Bord na Móna plc είναι εταιρεία η οποία, μεταξύ άλλων, είναι ιρλανδός προμηθευτής ενέργειας και αναπτύσσει τους πόρους τύρφης της Ιρλανδίας (http://www.bnm.ie/corporate/index.jsp).
(4) Οδηγία περί οικοτόπων (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7) και 79/409/ΕΟΚ περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 1979, L 103, σ. 1).
(5) ΕΕ 1992, L 206, σ. 7.
(6) Οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 49).
(7) Οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 78, σ. 32).
(8) Υπόθεση C-494/01 Επιτροπή κατά Ιρλανδίας [2005] Συλλογή I-3331. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία περί αποβλήτων.
(9) ΕΕ 1992, L 206, σ. 7.
(10) Οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 49), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ σ. 32).
(11) Το παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 1), μέρη Α και Β, της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα κριτήρια:
«Α. Κριτήρια αξιολόγησης τόπου για δεδομένο τύπο φυσικού οικοτόπου του παραρτήματος Ι
α) Βαθμός αντιπροσωπευτικότητας του τύπου φυσικού οικοτόπου στον τόπο.
β) Έκταση του τόπου που καλύπτεται από τον τύπο φυσικού οικοτόπου σε σχέση με τη συνολική έκταση που καλύπτεται από τον εν λόγω τύπο φυσικού οικοτόπου εντός της εθνικής επικράτειας.
γ) Βαθμός διατήρησης της δομής και των λειτουργιών του συγκεκριμένου τύπου φυσικού οικοτόπου και δυνατότητες αποκατάστασης.
δ) Συνολική εκτίμηση της αξίας του τόπου για τη διατήρηση του συγκεκριμένου τύπου φυσικού οικοτόπου.Β. Κριτήρια αξιολόγησης τόπου για δεδομένο είδος του παραρτήματος ΙΙ α)
Μέγεθος και πυκνότητα του πληθυσμού των ειδών που απαντώνται στον τόπο σε σχέση με τους πληθυσμούς που απαντώνται εντός της εθνικής επικράτειας.
β) Βαθμός διατήρησης των χαρακτηριστικών του οικοτόπου που είναι σημαντικά για τα σχετικά είδη και δυνατότητες αποκατάστασης.
γ) Βαθμός απομόνωσης του πληθυσμού που υπάρχει στον τόπο σε σχέση με την περιοχή φυσικής κατανομής του είδους.
δ) Συνολική εκτίμηση της αξίας του τόπου για τη διατήρηση των σχετικών ειδών.»
(12) ΕΕ 1997, L 107, σ. 1.
(13) Βλ. υπόθεση C-67/99, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2001, σ. I-5757, σκέψη 33.
(14) Βλ. υπόθεση C-371/98 First Corporate Shipping [2000] Συλλογή I-9235, σκέψη 22.
(15) Βλ. υπόθεση C-117/03 Società Italiana Dragaggi SpA κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I-167, σκέψεις 21 και 25.
(16) Βλ. υπόθεση C-117/03, Società Italiana Dragaggi SpA και λοιποί, όπ.π., σκέψεις 26, 27, 29.
(17) Βλ. υπόθεση C-244/05, Bund Naturschutz in Bayern eV κ.λπ., απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, μη δημοσιευθείσα ακόμη, σκέψεις 46-47.
(18) Το παράρτημα Ι της οδηγίας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τους «αγρότες» (κωδικός 3180) και τους «ενεργούς υπερυψωμένους τυρφώνες» (κωδικός 7110).
(19) Υπόθεση C-494/01 Επιτροπή κατά Ιρλανδίας [2005] Συλλογή I-3331. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία περί αποβλήτων.