Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2673/2004/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2673/2004/PB - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 11 Οκτωβρίου 2004 - Απόφαση στις Τρίτη | 18 Οκτωβρίου 2005
Ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί από την Επιτροπή ότι ο κερδοσκοπικός του όμιλος δεν θα πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας του σχετικού προγράμματος της ΕΕ, το οποίο αποσκοπούσε στη διάδοση πληροφοριών στο ευρύ κοινό σχετικά με τη διεύρυνση της ΕΕ, διότι αποτελούσε μακροχρόνια διοικητική πρακτική ο αποκλεισμός κερδοσκοπικών οντοτήτων από τα εν λόγω προγράμματα.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η «διοικητική πρακτική» αποκλεισμού των κερδοσκοπικών οντοτήτων ήταν εσφαλμένη.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι ο αποκλεισμός των κερδοσκοπικών οντοτήτων από την πρόσκληση δεν αποτελούσε ζήτημα «διοικητικής πρακτικής». Αντιθέτως, η απόφαση αποκλεισμού των κερδοσκοπικών οντοτήτων (όπως αποτυπώνεται στους όρους που καθορίζονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων) βασίστηκε σε ορισμένες ειδικές εκτιμήσεις. Πρώτον, η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση κέρδους από τους αποδέκτες της. Ο κίνδυνος πραγματοποίησης κέρδους ήταν μεγαλύτερος στην περίπτωση των ιδιωτικών κερδοσκοπικών οντοτήτων απ’ ό,τι στην περίπτωση των μελών της κοινωνίας των πολιτών (στην οποία η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν περιλαμβάνονταν οι κερδοσκοπικές οντότητες). Δεύτερον, η κοινωνία των πολιτών προσφέρει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, το οποίο θεωρήθηκε χρήσιμο για το εν λόγω πρόγραμμα. Τρίτον, οι πληροφορίες σχετικά με τη διεύρυνση της ΕΕ που διανέμονται από φορείς της κοινωνίας των πολιτών που εργάζονται προς το δημόσιο συμφέρον είναι πιο αξιόπιστες για τους πολίτες από τις πληροφορίες που διανέμονται από κερδοσκοπικούς φορείς.
Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων επιλογής και των λοιπών όρων στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να εξετάσει αν τα θεσμικά όργανα ενήργησαν εντός των ορίων αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
Όσον αφορά την πρώτη εκτίμηση της Επιτροπής - δηλαδή ότι θα υπήρχε μεγαλύτερος κίνδυνος κέρδους στην περίπτωση των κερδοσκοπικών οντοτήτων - ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι ήταν θεμιτό η Επιτροπή να αποφασίσει ότι το πρόγραμμα δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση κέρδους από τους αποδέκτες των κονδυλίων της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, ωστόσο, ότι ο στόχος αυτός θα μπορούσε πιθανώς να επιτευχθεί και μέσω ρητής προϋπόθεσης στις σχετικές συμφωνίες επιχορήγησης. Ως εκ τούτου, η ανησυχία της Επιτροπής φαίνεται να βασίζεται στο τεκμήριο ότι οι κερδοσκοπικές οντότητες είναι λιγότερο πιθανό να τηρούν τους όρους της συμφωνίας επιχορήγησης από ό,τι οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ένα τέτοιο τεκμήριο θα ήταν πράγματι δικαιολογημένο. Ωστόσο, υπό το πρίσμα της διαπίστωσης σχετικά με τη δεύτερη και την τρίτη συλλογιστική (κατωτέρω), ο Διαμεσολαβητής δεν έκρινε αναγκαίο να διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα αυτό στην υπό κρίση υπόθεση.
Όσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη συλλογιστική της Επιτροπής, αυτές αφορούσαν κυρίως τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν από την επικέντρωση του προγράμματος σε φορείς της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται προς το δημόσιο συμφέρον. Δεν φαίνεται παράλογο να θεωρεί η Επιτροπή ότι τα πλεονεκτήματα αυτά θα μπορούσαν να επιτευχθούν καλύτερα με την επικέντρωση στους φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή ενήργησε πέραν των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας όταν αποφάσισε να εξαιρέσει τις κερδοσκοπικές οντότητες από την εν λόγω πρόσκληση. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
Στρασβούργο, 18 Οκτωβρίου 2005
Αξιότιμε κ. B.,
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την πρόσκληση υποβολής προτάσεων - Διεύρυνση 2004, η οποία απευθύνεται στην κοινωνία των πολιτών και σε δημόσιους φορείς του ΤΟΜΕΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αριθμός αναφοράς: APESC 2004/EU-2.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2004, μου αποστείλατε αντίγραφο πρότασης που είχατε υποβάλει στην Επιτροπή.
Στις 11 Οκτωβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στις 22 Νοεμβρίου 2004, υποβάλατε πρόσθετο ισχυρισμό. Στις 13 Δεκεμβρίου 2004, ζήτησα από την Επιτροπή να απαντήσει σε αυτόν τον πρόσθετο ισχυρισμό στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας. Σας ενημέρωσα σχετικά την ίδια ημερομηνία.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 23 Φεβρουαρίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 29 Μαρτίου 2005.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για τη διεξαγωγή αυτών των ερευνών.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης που ζει στην Τσεχική Δημοκρατία, ανήκει σε τοπική ομάδα τηλεοπτικών και κινηματογραφικών παραγωγών, δημοσιογράφων, σεναριογράφων, εμψυχωτών, προγραμματιστών ηλεκτρονικών υπολογιστών και εμπειρογνωμόνων ΤΠ. Ζήτησε από την Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής πρότασης ως απάντηση στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων - Διεύρυνση 2004, με στόχο την κοινωνία των πολιτών και τους δημόσιους φορείς του ΤΟΜΕΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αριθμός αναφοράς: APESC 2004/EU-2. Γενικός στόχος της πρόσκλησης ήταν η διάδοση πληροφοριών στο ευρύ κοινό και η ευαισθητοποίηση σχετικά με τα ακόλουθα:
- τις επιπτώσεις και τις συνέπειες της προσχώρησης δέκα νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
- τα ζητήματα που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και των υποψηφιοτήτων της Τουρκίας και της Κροατίας,
- τις επιπτώσεις της διεύρυνσης στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ με άλλες ευρωπαϊκές και μη ευρωπαϊκές χώρες.
Η ΓΔ Διεύρυνσης πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι αποτελούσε πάγια διοικητική πρακτική ο αποκλεισμός των κερδοσκοπικών οντοτήτων από το συγκεκριμένο είδος προγράμματος και ότι «[ό]σον αφορά τους πόρους που παρέχονται από τον ευρωπαίο φορολογούμενο, δεν φαίνεται σκόπιμο να στηριχθούν ιδιωτικές εταιρείες που ανταγωνίζονται άλλες εταιρείες. Αντιθέτως, θα ήταν αντίθετο προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό να χορηγούνται επιδοτήσεις σε (μεμονωμένες) ιδιωτικές εταιρείες που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος άλλων στην αγορά».
Σε μεταγενέστερες ανακοινώσεις προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την πρακτική και τα επιχειρήματα που αναφέρονται ανωτέρω. Δεν έλαβε καμία απάντηση.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ισχυρίστηκε ότι η διοικητική πρακτική στην οποία αναφέρεται η ΓΔ Διεύρυνσης ήταν αντίθετη προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό και ότι η πρακτική αυτή στην πραγματικότητα αψήφησε τους γραπτούς στόχους που αναφέρονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων, αποκλείοντας σημαντική και σχετική εμπειρογνωμοσύνη που κατέχουν ιδιωτικοί φορείς. Ως εκ τούτου, έκρινε α) ότι η ΓΔ Διεύρυνσης είχε εσφαλμένα αποφασίσει να αποκλείσει την ομάδα του από την πρόσκληση υποβολής προτάσεων και β) ότι η «διοικητική πρακτική» του αποκλεισμού κερδοσκοπικών οντοτήτων από το είδος των εν λόγω προσκλήσεων ήταν εσφαλμένη.
Η προθεσμία για την υποβολή προτάσεων έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου 2004. Με την ελπίδα ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να αλλάξει την άποψή της επί του θέματος, ο καταγγέλλων υπέβαλε πρόταση στην Επιτροπή στις 25 Σεπτεμβρίου 2004 και διαβίβασε αντίγραφό της στον Διαμεσολαβητή στις 30 Σεπτεμβρίου 2004.
Στις 22 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε πρόσθετο ισχυρισμό, δηλώνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε επιβεβαιώσει την παραλαβή της πρότασης της ομάδας του ή δεν είχε απαντήσει με άλλο τρόπο σε αυτήν. Η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να ζητήσει από την Επιτροπή να απαντήσει σε αυτόν τον πρόσθετο ισχυρισμό στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία.
Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος ήταν οι ακόλουθοι:
- Η ΓΔ Διεύρυνσης κακώς αποφάσισε να αποκλείσει την ομάδα του από την προαναφερθείσα πρόσκληση υποβολής προτάσεων.
- Η «διοικητική πρακτική» του αποκλεισμού των κερδοσκοπικών οντοτήτων από το είδος των σχετικών προσκλήσεων ήταν εσφαλμένη.
- Η Επιτροπή παρέλειψε να επιβεβαιώσει την παραλαβή ή να απαντήσει με άλλον τρόπο στην πρόταση της ομάδας του.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η πρόταση της ομάδας του θα πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή για την πρόσκληση υποβολής προτάσεων.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Πρώτος ισχυρισμόςΗ πρόταση που υπέβαλε ο καταγγέλλων απορρίφθηκε για τους ακόλουθους λόγους:
- η πρόταση δεν είχε υποβληθεί στο υποχρεωτικό έντυπο αίτησης·
- τα έγγραφα της πρότασης δεν είχαν υπογραφεί·
- ο όμιλος του καταγγέλλοντος ήταν κερδοσκοπική οντότητα (η πρόσκληση ανέφερε ρητά ότι ο αιτών θα πρέπει να είναι «μη κερδοσκοπικός», μέρος III, 7 τρίτη περίπτωση)·
- τα έγγραφα που υποβλήθηκαν μαζί με την πρόταση δεν περιείχαν τις απαιτούμενες πληροφορίες·
- δεν ήταν σαφές από την πρόταση ότι η ενίσχυση είχε πράγματι ζητηθεί· αντ’ αυτού, τα υποβληθέντα έγγραφα περιείχαν διάφορες παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να επιτευχθούν οι στόχοι που περιγράφονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή εξήγησε ότι ο αποκλεισμός των κερδοσκοπικών οντοτήτων από την πρόσκληση δεν αποτελούσε ζήτημα «διοικητικής πρακτικής». Αντιθέτως, η απόφαση να αποκλειστούν οι κερδοσκοπικές οντότητες βασίστηκε σε ορισμένες ειδικές εκτιμήσεις. Πρώτον, η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση κέρδους από τους αποδέκτες της. Ο κίνδυνος πραγματοποίησης κέρδους ήταν μεγαλύτερος στην περίπτωση των ιδιωτικών κερδοσκοπικών οντοτήτων απ’ ό,τι στην περίπτωση των μελών της κοινωνίας των πολιτών. Δεύτερον, η κοινωνία των πολιτών προσφέρει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, το οποίο θεωρήθηκε χρήσιμο για το εν λόγω πρόγραμμα. Τρίτον, οι πληροφορίες σχετικά με τη διεύρυνση της ΕΕ που διανέμονται από φορείς της κοινωνίας των πολιτών που εργάζονται προς το δημόσιο συμφέρον αναμένεται να είναι πιο αξιόπιστες για τους πολίτες από τις πληροφορίες που διανέμονται από κερδοσκοπικούς φορείς.
Η Επιτροπή εξήγησε ότι το περιεχόμενο της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων αποτέλεσε αντικείμενο εκτενών διαβουλεύσεων στο πλαίσιο των υπηρεσιών της.
Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι η πρόσκληση είχε οδηγήσει μόνο στην παρούσα καταγγελία. Η πρόσκληση κάλυπτε και τα 25 κράτη μέλη και είχαν υποβληθεί 576 προτάσεις. Στο πλαίσιο προηγούμενων προσκλήσεων υποβολής προτάσεων, το 2002 και το 2003, για τις οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί πανομοιότυπες προϋποθέσεις παραδεκτού, δεν είχε υποβληθεί ούτε μία καταγγελία.
Επί του τρίτου ισχυρισμούΗ Επιτροπή δήλωσε ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού των αιτήσεων που παρελήφθησαν (576), αποφάσισε να μην αποστείλει αποδείξεις παραλαβής.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του και εξέφρασε έντονη διαφωνία με τους τρεις λόγους που προέβαλε η Επιτροπή για τον αποκλεισμό των κερδοσκοπικών οντοτήτων από την πρόσκληση.
Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων ρώτησε πώς ήταν δυνατόν 576 αιτούντες «οι οποίοι εργάστηκαν επί μήνες για τις προτάσεις τους» να μην επιδείχθηκαν με απόδειξη παραλαβής.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εικαζόμενος αδικαιολόγητος αποκλεισμός από την πρόσκληση1.1 Ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης που ζει στην Τσεχική Δημοκρατία, ανήκει σε μια τοπική ομάδα τηλεοπτικών και κινηματογραφικών παραγωγών, δημοσιογράφων, σεναριογράφων, εμψυχωτών, προγραμματιστών υπολογιστών και ειδικών πληροφορικής. Ζήτησε από την Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής πρότασης ως απάντηση στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων - Διεύρυνση 2004, με στόχο την κοινωνία των πολιτών και τους δημόσιους φορείς του ΤΟΜΕΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αριθμός αναφοράς: APESC 2004/EU-2. Γενικός στόχος της πρόσκλησης ήταν η διάδοση πληροφοριών στο ευρύ κοινό και η ευαισθητοποίηση σχετικά με τα ακόλουθα: α) τις επιπτώσεις και τις συνέπειες της προσχώρησης δέκα νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, β) τα ζητήματα που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και των υποψηφιοτήτων της Τουρκίας και της Κροατίας, γ) τις επιπτώσεις της διεύρυνσης στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ με άλλες ευρωπαϊκές και μη ευρωπαϊκές χώρες. Απαντώντας σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στη Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι αποτελούσε πάγια διοικητική πρακτική ο αποκλεισμός κερδοσκοπικών οντοτήτων από το συγκεκριμένο είδος προγράμματος και ότι, ως εκ τούτου, η ομάδα του δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή υποστηρίζοντας ότι η διοικητική πρακτική στην οποία αναφέρεται η ΓΔ Διεύρυνσης ήταν αντίθετη προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό και ότι η πρακτική αυτή στην πραγματικότητα αψήφησε τους γραπτούς στόχους που αναφέρονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων, αποκλείοντας σημαντική και σχετική εμπειρογνωμοσύνη που κατείχαν ιδιωτικοί φορείς. Ωστόσο, με την ελπίδα ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να αλλάξει την άποψή της επί του θέματος, ο καταγγέλλων υπέβαλε πρόταση στην Επιτροπή στις 25 Σεπτεμβρίου 2004.
1.2 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΓΔ Διεύρυνσης της Επιτροπής είχε εσφαλμένα αποφασίσει να αποκλείσει την ομάδα του από την προαναφερόμενη πρόσκληση υποβολής προτάσεων.
1.3 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η πρόταση που υπέβαλε ο καταγγέλλων είχε απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους:
- η πρόταση δεν είχε υποβληθεί στο υποχρεωτικό έντυπο αίτησης·
- τα έγγραφα της πρότασης δεν είχαν υπογραφεί·
- ο όμιλος του καταγγέλλοντος ήταν κερδοσκοπική οντότητα (η πρόσκληση ανέφερε ρητά ότι ο αιτών θα πρέπει να είναι «μη κερδοσκοπικός», μέρος III, 7 τρίτη περίπτωση)·
- τα έγγραφα που υποβλήθηκαν μαζί με την πρόταση δεν περιείχαν τις απαιτούμενες πληροφορίες·
- δεν ήταν σαφές από την πρόταση ότι η ενίσχυση είχε πράγματι ζητηθεί· αντ’ αυτού, τα υποβληθέντα έγγραφα περιείχαν διάφορες παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να επιτευχθούν οι στόχοι που περιγράφονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων.
1.4 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε αυτές τις υποτιθέμενες ελλείψεις στην πρόταση της ομάδας του.
1.5 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά την εν λόγω πρόσκληση υποβολής προτάσεων. Υπό το πρίσμα των όρων που καθορίζονται σε αυτήν και των πραγματικών περιστατικών στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να κηρύξει την πρόταση απαράδεκτη φαίνεται να είναι δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
1.6 Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η πρόταση της ομάδας του πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή για την πρόσκληση υποβολής προτάσεων.
2 Εικαζόμενη εσφαλμένη απόφαση αποκλεισμού κερδοσκοπικών οντοτήτων2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η «διοικητική πρακτική» του αποκλεισμού των κερδοσκοπικών οντοτήτων από το εν λόγω είδος κλήσεων ήταν εσφαλμένη.
2.2 Η Επιτροπή εξήγησε ότι ο αποκλεισμός των κερδοσκοπικών οντοτήτων από την πρόσκληση δεν αποτελούσε ζήτημα «διοικητικής πρακτικής». Αντιθέτως, η απόφαση να αποκλειστούν οι κερδοσκοπικές οντότητες βασίστηκε σε ορισμένες ειδικές εκτιμήσεις. Πρώτον, η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση κέρδους από τους αποδέκτες της. Ο κίνδυνος πραγματοποίησης κέρδους ήταν μεγαλύτερος στην περίπτωση των ιδιωτικών κερδοσκοπικών οντοτήτων απ’ ό,τι στην περίπτωση των μελών της κοινωνίας των πολιτών. Δεύτερον, η κοινωνία των πολιτών προσφέρει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, το οποίο θεωρήθηκε χρήσιμο για το εν λόγω πρόγραμμα. Τρίτον, οι πληροφορίες σχετικά με τη διεύρυνση της ΕΕ που διανέμονται από φορείς της κοινωνίας των πολιτών που εργάζονται προς το δημόσιο συμφέρον είναι πιο αξιόπιστες για τους πολίτες από τις πληροφορίες που διανέμονται από κερδοσκοπικούς φορείς.
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του και εξέφρασε έντονη διαφωνία με τους τρεις λόγους της Επιτροπής για τον αποκλεισμό των κερδοσκοπικών οντοτήτων από την πρόσκληση.
2.4 Τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων επιλογής και των λοιπών όρων στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάσει αν τα θεσμικά όργανα ενήργησαν εντός των ορίων αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
2.5 Όσον αφορά την πρώτη εκτίμηση της Επιτροπής - δηλαδή ότι θα υπήρχε μεγαλύτερος κίνδυνος κέρδους στην περίπτωση των κερδοσκοπικών οντοτήτων - ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι ήταν θεμιτό η Επιτροπή να αποφασίσει ότι το πρόγραμμα δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση κέρδους από τους αποδέκτες των κονδυλίων της ΕΕ. Ωστόσο, ο σκοπός αυτός θα μπορούσε προφανώς να επιτευχθεί και μέσω ρητής προϋποθέσεως στις οικείες συμφωνίες επιχορηγήσεως. Ως εκ τούτου, η ανησυχία της Επιτροπής φαίνεται να βασίζεται στο τεκμήριο ότι οι κερδοσκοπικές οντότητες είναι λιγότερο πιθανό να τηρούν τους όρους της συμφωνίας επιχορήγησης από ό,τι οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Ο Διαμεσολαβητής διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ένα τέτοιο τεκμήριο θα ήταν πράγματι δικαιολογημένο. Ωστόσο, υπό το πρίσμα της διαπιστώσεως που παρατίθεται στο σημείο 2.6 κατωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα αυτό στην υπό κρίση υπόθεση.
2.6 Όσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη συλλογιστική της Επιτροπής, αυτές αφορούν κυρίως τα πλεονεκτήματα που μπορούν να προκύψουν από την επικέντρωση του προγράμματος στους φορείς της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται προς το δημόσιο συμφέρον. Τα προαναφερθέντα πλεονεκτήματα είναι, αφενός, το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα της κοινωνίας των πολιτών και, αφετέρου, η προσδοκία ότι οι πληροφορίες θα θεωρούνται πιο αξιόπιστες όταν παρέχονται από φορείς της κοινωνίας των πολιτών παρά από κερδοσκοπικούς φορείς. Δεν φαίνεται παράλογο να θεωρεί η Επιτροπή ότι τα πλεονεκτήματα αυτά θα μπορούσαν να επιτευχθούν καλύτερα με την εστίαση στους φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή ενήργησε πέραν των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας όταν αποφάσισε να εξαιρέσει τις κερδοσκοπικές οντότητες από την εν λόγω πρόσκληση. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3 Εικαζόμενη παράλειψη απόδειξης παραλαβής3 .1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε επιβεβαιώσει την παραλαβή της πρότασης της ομάδας του ή δεν είχε απαντήσει με άλλο τρόπο σε αυτήν.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού των αιτήσεων που παρελήφθησαν (576), είχε αποφασίσει να μην αποστείλει αποδείξεις παραλαβής.
3.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ρώτησε πώς ήταν δυνατόν να μην επιδεικνύεται σε 576 αιτούντες η ευγένεια της απόδειξης παραλαβής.
3.4 Από τη γνώμη της Επιτροπής προκύπτει ότι κατάλαβε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορούσε κυρίως την έλλειψη απόδειξης παραλαβής. Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την κατανόηση του ισχυρισμού, ο οποίος επομένως εξετάστηκε αναλόγως.
3.5 Σύμφωνα με την ορθή διοικητική πρακτική, θα πρέπει να αναγνωρίζεται η παραλαβή γραπτών ανακοινώσεων που απαιτούν απάντηση, εκτός εάν μπορεί να δοθεί ουσιαστική απάντηση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος (1). Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει, κατά τον χρόνο υποβολής του σχετικού ισχυρισμού, ούτε απόδειξη παραλαβής ούτε απάντηση επί της ουσίας. Η Επιτροπή εξήγησε ότι ο μεγάλος αριθμός προτάσεων που υποβλήθηκαν ως απάντηση στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δεν έπρεπε να αποσταλεί απόδειξη παραλαβής. Ωστόσο, δεδομένων των τεχνικών δυνατοτήτων προετοιμασίας απαντήσεων για μεγάλο αριθμό προτάσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο αριθμός των προτάσεων στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσε εύλογα να δικαιολογήσει την απόφαση της Επιτροπής να μην αποστείλει απόδειξη παραλαβής. Ως εκ τούτου, η μη αποστολή απόδειξης παραλαβής ήταν περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Σύμφωνα με την ορθή διοικητική πρακτική, θα πρέπει να αναγνωρίζεται η παραλαβή γραπτών ανακοινώσεων που απαιτούν απάντηση, εκτός εάν μπορεί να δοθεί ουσιαστική απάντηση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει, κατά τον χρόνο υποβολής του σχετικού ισχυρισμού, ούτε απόδειξη παραλαβής ούτε απάντηση επί της ουσίας. Η Επιτροπή εξήγησε ότι ο μεγάλος αριθμός προτάσεων που υποβλήθηκαν ως απάντηση στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δεν έπρεπε να αποσταλεί απόδειξη παραλαβής. Ωστόσο, δεδομένων των τεχνικών δυνατοτήτων προετοιμασίας απαντήσεων για μεγάλο αριθμό προτάσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο αριθμός των προτάσεων στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσε εύλογα να δικαιολογήσει την απόφαση της Επιτροπής να μην αποστείλει απόδειξη παραλαβής. Ως εκ τούτου, η μη αποστολή απόδειξης παραλαβής συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Πρβλ. άρθρο 14 του «Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Πρακτικής» που προτάθηκε από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).