Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2290/2004/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2290/2004/IP - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 23 Σεπτεμβρίου 2004 - Απόφαση στις Τρίτη | 20 Φεβρουαρίου 2007
Στρασβούργο, 20 Φεβρουαρίου 2007
Αξιότιμε κ. S.,
Στις 22 Ιουλίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την απόρριψη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που υποβάλατε στις 28 Μαΐου 2004.
Στις 23 Ιουλίου 2004, στείλατε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ρωτούσατε αν είχα λάβει τις δύο (1) καταγγελίες σας που εστάλησαν την προηγούμενη ημέρα. Στις 26 Ιουλίου 2004, οι υπηρεσίες μου σας απέστειλαν απόδειξη παραλαβής. Στη συμπληρωματική επιστολή σας της 30ής Ιουλίου 2004, δηλώσατε ότι, αν και στις 22 Ιουλίου 2004 είχατε υποβάλει δύο διαφορετικές καταγγελίες, φαίνεται ότι είχαν καταχωριστεί με τον ίδιο αριθμό αναφοράς καταγγελίας. Στις 2 Αυγούστου 2004, οι υπηρεσίες μου σας ενημέρωσαν ότι, όπως ορθώς επισημάνατε, οι καταγγελίες σας είχαν αρχικά καταχωριστεί με τον ίδιο αριθμό αναφοράς καταγγελίας. Ωστόσο, στη συνέχεια καταχωρίστηκαν ως δύο χωριστές καταγγελίες. Στις 2 Αυγούστου 2004, ευχαριστήσατε τις υπηρεσίες μου για τις πληροφορίες.
Στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, διαβίβασα την παρούσα καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε την ιταλική μετάφραση της γνώμης της στις 14 Δεκεμβρίου 2004. Σας το διαβίβασα στις 16 Δεκεμβρίου 2004, με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 22 Δεκεμβρίου 2004.
Αφού εξέτασα τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις σας, θεώρησα ότι ήταν αναγκαίο να διενεργήσω περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, στις 30 Αυγούστου 2005, απηύθυνα επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής ζητώντας του να σχολιάσει τις παρατηρήσεις σας. Η Επιτροπή απέστειλε την ιταλική μετάφραση της απάντησής της στις 3 Ιανουαρίου 2006. Σας το διαβίβασα στις 11 Ιανουαρίου 2006 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία μου αποστείλατε στις 25 Ιανουαρίου 2006.
Στις 11 Απριλίου 2006, αποστείλατε τηλεομοιοτυπία στον νομικό σύμβουλο που είναι αρμόδιος για την υπόθεσή σας ζητώντας απάντηση στην τηλεομοιοτυπία σας της 11ης Μαρτίου 2006, με την οποία ζητήσατε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της παρούσας υπόθεσης, καθώς και σχετικά με τις υποθέσεις σας 1586/2005/IP, 3718/2005/IP και 454/2006. Στις 12 Απριλίου 2006, αποστείλατε το ίδιο αίτημα στο γραμματοκιβώτιο του «Ευρωμεσολαβητή». Στις 27 Απριλίου 2006, αποστείλατε νέο μήνυμα με το οποίο ζητήσατε απάντηση στην τηλεομοιοτυπία σας της 11ης Μαρτίου 2006.
Μετά από έλεγχο στη βάση δεδομένων του Διαμεσολαβητή, προέκυψε ότι το φαξ που, κατά την άποψή σας, είχατε αποστείλει στις 11 Μαρτίου 2006, δεν είχε παραληφθεί από το γραφείο μου. Το πρωί της 4ης Μαΐου 2006, ο αρμόδιος για την υπόθεσή σας νομικός υπάλληλος επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί σας προκειμένου να αποσαφηνίσει το ζήτημα αυτό, αλλά δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει μαζί σας. Την ίδια ημερομηνία, αποστείλατε νέο τηλεομοιοτυπικό έγγραφο με το οποίο ζητούσατε απάντηση στο τηλεομοιοτυπικό σας έγγραφο της 27ης Απριλίου 2006.
Στις 5 Μαΐου 2006, ο προαναφερόμενος νομικός σύμβουλος σας επικοινώνησε τηλεφωνικώς. Εξήγησε ότι δεν φαίνεται να έχει παραληφθεί τηλεομοιοτυπία με ημερομηνία 11 Μαρτίου 2006 και ότι έλαβε γνώση του μηνύματός σας της 12ης Απριλίου μόλις στις 26 Απριλίου 2006 λόγω του γεγονότος ότι βρισκόταν σε άδεια. Σας έδωσε επίσης τις πληροφορίες που ζητήσατε.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η παρούσα έρευνα.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά της καταγγελίας είναι τα ακόλουθα:
Στις 18 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πρόσβαση i) σε όλη την αλληλογραφία (συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων) που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών όσον αφορά την υπόθεση επί παραβάσει 2003/4372· ii) τα πρακτικά της συναντήσεως που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των εκπροσώπων της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών· και iii) τα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν τη σχετική υπόθεση, ιδίως τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004.
Μετά την άρνηση της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικής Αγοράς («ΓΔ MARKT») της 11ης Μαΐου 2004 να του παράσχει πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στο Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής στις 28 Μαΐου 2004. Στις 12 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση και ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα. Το κύριο επιχείρημα που προέβαλε το θεσμικό όργανο για να δικαιολογήσει την άρνησή του ήταν το γεγονός ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (2) («κανονισμός 1049/2001»), σύμφωνα με την οποία τα θεσμικά όργανα «αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία (…) του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου».
Στην επιστολή του για την έναρξη της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής συνόψισε τους ισχυρισμούς και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ως εξής:
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε i) ότι η απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα ενείχε κατάχρηση εξουσίας και εσφαλμένη εφαρμογή της εξαίρεσης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001· ii) ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της· και iii) ότι η εξαίρεση που επικαλείται η Επιτροπή έρχεται σε αντίθεση με τη γενική αρχή της παροχής στο κοινό της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της και να του χορηγήσει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η προσέγγιση του ΔιαμεσολαβητήΟ Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με τους δύο πρώτους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αφορούσε το βάσιμο της κοινοτικής νομοθεσίας και όχι περίπτωση πιθανής κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, αυτή η πτυχή της υπόθεσης περατώθηκε βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 2 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή και ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι θα μπορούσε να υποβάλει αναφορά στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η γνώμη της Ευρωπαϊκής ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε συνοπτικά τα ακόλουθα σημεία:
ΙστορικόΟ καταγγέλλων είχε υποβάλει καταγγελία στο θεσμικό όργανο κατά της Ιταλίας, η οποία είχε καταχωριστεί με αριθμό αναφοράς καταγγελίας 2003/4372. Στη συνέχεια, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει για την υπόθεση αυτή. Την 1η Απριλίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές. Την προειδοποιητική επιστολή ακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη που απεστάλη στις 18 Οκτωβρίου 2004.
Στις 18 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση πρόσβασης i) σε όλη την αλληλογραφία (συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων) που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών σχετικά με την υπόθεση επί παραβάσει 2003/4372· ii) τα πρακτικά της συναντήσεως που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των εκπροσώπων της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών· και iii) τα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν τη σχετική υπόθεση, ιδίως τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004.
Στις 11 Μαΐου 2004, η ΓΔ MARKT απέστειλε αντίγραφο των σχετικών αποσπασμάτων των πρακτικών της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, ο οποίος ενημερώθηκε επίσης για τη διεύθυνση στο Διαδίκτυο όπου μπορούσε να ανακτήσει το πλήρες κείμενο. Όσον αφορά την πρόσβαση στα άλλα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων, απορρίφθηκε. Για να δικαιολογήσει την άρνησή της, η Επιτροπή τόνισε ότι είχε εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Η ΓΔ MARKT υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τον διάλογο μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών. Η ΓΔ MARKT παρέπεμψε επίσης στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-191/99 Petrie (3), σχετικά με αίτηση πρόσβασης σε προειδοποιητικές επιστολές και αιτιολογημένες γνώμες που είχαν συνταχθεί στο πλαίσιο ερευνών και ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο δήλωσε ότι, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί στην υπόθεση T-105/95 WWF UK κατά Επιτροπής, «τα κράτη μέλη δικαιούνται να αναμένουν από την Επιτροπή να εγγυάται την εμπιστευτικότητα κατά τη διάρκεια ερευνών που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διαδικασία επί παραβάσει. Αυτή η απαίτηση εμπιστευτικότητας εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και μετά την προσφυγή στο Δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι συζητήσεις μεταξύ της Επιτροπής και του εν λόγω κράτους μέλους σχετικά με την εκούσια συμμόρφωση του τελευταίου με τις απαιτήσεις της Συνθήκης μπορούν να συνεχιστούν κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Η διατήρηση του στόχου αυτού, δηλαδή ο φιλικός διακανονισμός της διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους πριν από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, δικαιολογεί την άρνηση πρόσβασης στις προειδοποιητικές επιστολές και στις αιτιολογημένες γνώμες που συντάχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 226 για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος σχετικά με τις επιθεωρήσεις, τις έρευνες και τις δικαστικές διαδικασίες"(4).
Στις 28 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, στην οποία υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής ήταν δημόσια, τα παραρτήματά τους έπρεπε επίσης να είναι δημόσια. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η νομολογία στην οποία παραπέμπει η ΓΔ MARKT είναι παρωχημένη και αντιβαίνει στο άρθρο 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στον κανονισμό 1049/2001.
Ο Γενικός Γραμματέας απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος στις 5 Ιουλίου 2004. Στην απάντησή του, εξήγησε ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής περιείχαν αναφορές σε έγγραφα που είχαν ληφθεί υπόψη από τα μέλη της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνεδρίασης. Ο Γενικός Γραμματέας δηλώνει ότι τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των πρακτικών.
Ο Γενικός Γραμματέας επισήμανε περαιτέρω ότι το γεγονός ότι τα πρακτικά της Επιτροπής είναι δημόσια και διαθέσιμα στο Διαδίκτυο δεν σημαίνει ότι όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά πρέπει να είναι δημόσια. Εξήγησε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα τρία έγγραφα που αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά αντιμετωπίστηκε ως νέο αίτημα. Όσον αφορά τα άλλα έγγραφα, ο Γενικός Γραμματέας επιβεβαίωσε την αρχική άρνηση της Επιτροπής για τους ίδιους λόγους.
Θέση της ΕπιτροπήςΤα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής περιείχαν αναφορές σε όλα τα έγγραφα που είχαν ληφθεί υπόψη από τα μέλη της κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε ότι τα σχετικά έγγραφα αποτελούσαν μέρος των πρακτικών. Τα πρακτικά, τα οποία ήταν δημόσια, είχαν δημοσιευθεί στο Διαδίκτυο, αλλά η πρόσβαση στα έγγραφα που αναφέρονταν στα πρακτικά έπρεπε να αποφασίζεται κατά περίπτωση. Η απόφαση να διεκπεραιωθεί η αίτηση για τα τρία έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά ως αρχική αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα δικαιολογούνταν από την ανάγκη τήρησης της διοικητικής διαδικασίας δύο σταδίων για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα.
Όσον αφορά την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 δεν εφαρμόζεται επειδή οι διαδικασίες επί παραβάσει δεν περιλαμβάνουν επιθεωρήσεις ή έρευνες, η Επιτροπή επισήμανε ότι η σχετική εξαίρεση καλύπτει επίσης τις διαδικασίες επί παραβάσει, όπως επιβεβαιώθηκε ρητά από το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-191/99 Petrie: «[τ]α κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να αναμένουν από την Επιτροπή να εγγυάται την εμπιστευτικότητα κατά τη διάρκεια ερευνών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαδικασία επί παραβάσει.» Επιπλέον, κατά τον χρόνο έκδοσης του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή είχε προβεί στη δική της σχετική δήλωση και ότι, σε κάθε περίπτωση, κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή διερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις. Για κάθε έγγραφο που σχετίζεται με εν εξελίξει διαδικασίες επί παραβάσει, έπρεπε να εκπονηθεί κατά περίπτωση μελέτη προκειμένου να διαπιστωθεί αν θα μπορούσε να δημοσιοποιηθεί ή όχι. Βάσει των εσωτερικών κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο διεκπεραίωσης των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα που σχετίζονται με διαδικασίες επί παραβάσει (SEC(2003)260/3), η πρόσβαση χορηγήθηκε κανονικά μετά την περάτωση της σχετικής υπόθεσης, και μερικές φορές ακόμη και πριν, ανάλογα με το αποτέλεσμα του κριτηρίου της ζημίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή έκρινε ότι η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει θα υπονόμευε την προστασία του σκοπού των ερευνών.
Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις τρέχουσες συζητήσεις με τις ιταλικές αρχές. Όσον αφορά την ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υφίστατο εν προκειμένω τέτοιο υπέρτερο συμφέρον.
Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης, φαίνεται ότι δεν ήταν δυνατή στην παρούσα υπόθεση λόγω της φύσης των ζητηθέντων εγγράφων, δηλαδή επειδή δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ποια τμήματα των εγγράφων θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν με την επιφύλαξη της εν εξελίξει ερευνητικής δραστηριότητας.
Η Επιτροπή εξέτασε επίσης το περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλε ο καταγγέλλων στο θεσμικό όργανο στις 8 Ιουνίου 2004, στην οποία ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να δημοσιεύσει στον ιστότοπό της τις αναφορές στην απόφασή της να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές στο πλαίσιο της υπόθεσης επί παραβάσει 2003/4372. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες που διέπουν τη δημοσιότητα των αποφάσεων επί παραβάσει, οι παραπομπές σε αποφάσεις για την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών στις εθνικές αρχές δεν δημοσιεύονται στον ιστότοπο της Επιτροπής. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων, υπό την ιδιότητά του ως καταγγέλλοντος στην υπόθεση 2003/4372, είχε ενημερωθεί την 1η Απριλίου 2004 ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές, δεν ελήφθησαν περαιτέρω μέτρα σχετικά με την επιστολή της 8ης Ιουνίου 2004.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι δηλώσεις της Επιτροπής δεν περιλαμβάνονταν στις πηγές δικαίου και ότι ένας κανονισμός δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ή να τροποποιηθεί erga omnes βάσει των δηλώσεων αυτών.
Όσον αφορά την παρατήρηση που διατύπωσε η Επιτροπή, στη γνώμη της, ότι κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, διερεύνησε τις εικαζόμενες παραβάσεις, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, όσον αφορά την έρευνα που διεξήχθη στην υπόθεση 2003/4372, φαινόταν ότι η Επιτροπή είχε ενεργήσει σωστά έναντι των ιταλικών αρχών και σύμφωνα με τη συνθήκη ΕΚ. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να διαπιστώσει αν σε άλλες περιπτώσεις το θεσμικό όργανο είχε κάνει ορθή χρήση των ερευνητικών εξουσιών του, δεδομένου ότι δεν διέθετε πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να διερευνήσει την ακρίβεια της δήλωσης της Επιτροπής.
Όσον αφορά την αναφορά της Επιτροπής στην υπόθεση T-191/99 Petrie, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εν λόγω νομολογία ήταν παρωχημένη και ότι θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και της έννοιας του κανονισμού 1049/2001 στην οποία, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, κακώς αναφέρθηκε η Επιτροπή όταν αποφάσισε να μην επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων.
Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι διαδικασίες για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που διεξήγαγε η Επιτροπή κατά κράτους μέλους βασίζονταν στη συνεργασία μεταξύ του θεσμικού οργάνου και του κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να εξομοιωθεί η διαδικασία αυτή με τη διαδικασία ελέγχου ή έρευνας.
Όσον αφορά τους λόγους της άρνησής του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην άποψή του ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε συγκεκριμένα την άρνησή του. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του.
Περαιτέρω έρευνεςΑίτημα για περαιτέρω πληροφορίες
Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, στις 30 Αυγούστου 2005 απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε στη γνώμη της Επιτροπής, στην οποία το θεσμικό όργανο είχε δηλώσει ότι, σύμφωνα με τις δικές του εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο χειρισμού των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα που σχετίζονται με διαδικασίες επί παραβάσει (SEC(2003)260/3), η πρόσβαση χορηγούνταν κανονικά μετά την περάτωση της σχετικής υπόθεσης, και μερικές φορές ακόμη και πριν από, ανάλογα με το αποτέλεσμα της δοκιμασίας βλάβης. Η Επιτροπή είχε επίσης επισημάνει ότι, για τα έγγραφα αυτά που αφορούσαν εν εξελίξει διαδικασίες λόγω παραβάσεως, έπρεπε να εκπονηθεί κατά περίπτωση μελέτη προκειμένου να διαπιστωθεί αν το σχετικό έγγραφο μπορούσε να δημοσιοποιηθεί ή όχι. Δεδομένου ότι δεν ήταν σαφές για τον Διαμεσολαβητή αν είχε διενεργηθεί τέτοια ατομική εξέταση στην παρούσα υπόθεση, ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει το σημείο αυτό.
Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή είχε αναφερθεί στο γεγονός ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004 είχε αντιμετωπιστεί ως νέα αίτηση για πρόσβαση σε έγγραφα. Όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της σχετικής διαδικασίας.
Τέλος, ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε στη δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή στη γνώμη της ότι η μερική πρόσβαση στα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα δεν μπορούσε να χορηγηθεί λόγω της φύσης τους. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή είχε δώσει μια μάλλον γενική εξήγηση των λόγων για τους οποίους δεν μπορούσε να παράσχει μερική πρόσβαση. Ως εκ τούτου, της ζήτησε να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τους λόγους άρνησης της μερικής πρόσβασης.
Στην καταγγελία του 2290/2004/IP, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει στην επιστολή του της 8ης Ιουνίου 2004 με την οποία είχε επιστήσει την προσοχή του θεσμικού οργάνου στο γεγονός ότι η απόφαση της 30ής Μαρτίου 2004 για την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής στις ιταλικές αρχές δεν είχε δημοσιευθεί στον ιστότοπο «παραβάσεις» στο Διαδίκτυο. Μολονότι στην εναρκτήρια επιστολή δεν είχε ζητηθεί από την Επιτροπή να σχολιάσει αυτή την πτυχή της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή το έπραξε. Το θεσμικό όργανο δήλωσε ότι, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί την 1η Απριλίου 2004 για τις σχετικές ενέργειες του θεσμικού οργάνου, έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία καμία περαιτέρω ενέργεια σε σχέση με την επιστολή της 8ης Ιουνίου 2004. Δεδομένου ότι διεξήγαγε περαιτέρω έρευνες στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην παρούσα έρευνα. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να του διαβιβάσει αντίγραφο της επιστολής που εστάλη στον καταγγέλλοντα την 1η Απριλίου 2004.
Αίτημα για περαιτέρω γνωμοδότησηΣτις 17 Απριλίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία (1586/2005/IP) στον Διαμεσολαβητή σχετικά με την απόρριψη από την Επιτροπή της επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που είχε υποβάλει την 1η Φεβρουαρίου 2005 δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Ο καταγγέλλων είχε ζητήσει από την Επιτροπή να του παράσχει πρόσβαση σε αντίγραφο της προειδοποιητικής επιστολής και της αιτιολογημένης γνώμης που απέστειλε η Επιτροπή στις ιταλικές αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας επί παραβάσει στην υπόθεση 2003/4372.
Με επιστολή της 15ης Μαρτίου 2005, ο Γενικός Γραμματέας επιβεβαίωσε την απόφαση να μην επιτραπεί στον καταγγέλλοντα η πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Το κύριο επιχείρημα που προβλήθηκε για να δικαιολογήσει την άρνησή του ήταν ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, σύμφωνα με την οποία «τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία (…) του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου». Ο Γενικός Γραμματέας αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι η προειδοποιητική επιστολή που απέστειλε η Επιτροπή στις ιταλικές αρχές είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων στις 18 Απριλίου 2004 και επιβεβαιωτικής αίτησης που υποβλήθηκε στις 18 Μαΐου 2004.
Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η καταγγελία 2290/2004/IP θα μπορούσε να θεωρηθεί μέρος της καταγγελίας 1586/2005/IP. Δεδομένου ότι φαινόταν αναγκαίο να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες στην καταγγελία 2290/2004/IP, με την οποία το αντικείμενο της καταγγελίας 1586/2005/IP φαινόταν να συνδέεται στενά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι θα ήταν επομένως σκόπιμο να εξεταστούν τα ζητήματα που εγείρονται και στις δύο καταγγελίες στο πλαίσιο μιας και της αυτής έρευνας, όπως πρότεινε ο ίδιος ο καταγγέλλων. Ως εκ τούτου, στην επιστολή του προς την Επιτροπή, της 30ής Αυγούστου 2005, με την οποία ζητούσε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία 2290/2004/IP, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το θεσμικό όργανο συμπληρωματική γνώμη σχετικά με τα ζητήματα που θίγονται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 17ης Απριλίου 2005.
Απάντηση της ΕπιτροπήςΜε το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επισήμανε τα εξής:
Όσον αφορά το αίτημα του Διαμεσολαβητή να αποσαφηνιστεί κατά πόσον είχε διενεργηθεί ατομική εξέταση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα στην παρούσα υπόθεση και να παρασχεθούν λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τους λόγους άρνησης της μερικής πρόσβασης, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι είχε διενεργήσει κατά περίπτωση αξιολόγηση των εγγράφων στα οποία ο καταγγέλλων είχε ζητήσει πρόσβαση και ότι είχε επίσης ληφθεί υπόψη η δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης.
Η υπόθεση παράβασης 2003/4372, σχετικά με την εικαζόμενη παραβίαση από τις ιταλικές αρχές των σχετικών κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις κατά την ανάθεση του έργου για μια μονάδα επεξεργασίας υδάτων στο Stintino (Ιταλία), συζητήθηκε σε μια αποκαλούμενη «συνάντηση-πακέτο» μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών στις 12 Σεπτεμβρίου 2003. Οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 2003. Την 1η Απριλίου 2004, η Επιτροπή τους απέστειλε προειδοποιητική επιστολή και, την ίδια ημέρα, ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα. Όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την αρχική του αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα στις 18 Απριλίου 2004, η προειδοποιητική επιστολή είχε μόλις αποσταλεί και αναμενόταν απάντηση από τις ιταλικές αρχές εντός δύο μηνών. Η κοινοποίηση της προειδοποιητικής επιστολής και της προηγούμενης αλληλογραφίας με τις ιταλικές αρχές εκείνη τη στιγμή θα ήταν επιζήμια για την αναζήτηση πιθανής διευθέτησης της υπόθεσης. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στις 28 Μαΐου 2004. Η Επιτροπή απάντησε στις 12 Ιουλίου 2004. Την εποχή εκείνη, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα προσφύγει ή όχι στο Δικαστήριο και εξακολουθούσε να αναμένει την απάντηση των ιταλικών αρχών στην προειδοποιητική επιστολή της. Αφού επανεξέτασε τα έγγραφα υπό το πρίσμα της διαδικαστικής κατάστασης, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι τα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων δεν μπορούσαν να κοινοποιηθούν στο στάδιο αυτό. Η δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης είχε επίσης ληφθεί υπόψη. Ωστόσο, όλα τα έγγραφα στα οποία ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση αφορούσαν εξ ολοκλήρου την ερμηνεία νομικών εννοιών που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη υπόθεση και δεν περιείχαν τμήματα στα οποία δεν εφαρμοζόταν η εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση κατά τον χρόνο διεκπεραίωσης της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος.
Στις 20 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα αίτηση πρόσβασης στην προειδοποιητική επιστολή και στην αιτιολογημένη γνώμη που απέστειλε η Επιτροπή στις ιταλικές αρχές την 1η Απριλίου 2004 και στις 18 Οκτωβρίου 2004 αντίστοιχα. Η υπόθεση βρισκόταν σε εξέλιξη κατά τον χρόνο εκείνο και είχε φθάσει σε κρίσιμο στάδιο, δηλαδή στο ζήτημα αν μπορούσε ακόμη να επιλυθεί χωρίς να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 28 Ιανουαρίου 2005 και, μετά από επιβεβαιωτική αίτηση, στις 15 Μαρτίου 2005, ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν παρασχέθηκε πρόσβαση στην προειδοποιητική επιστολή που είχε ήδη δοθεί στον καταγγέλλοντα, δηλαδή ότι η γνωστοποίηση του εν λόγω εγγράφου θα μπορούσε να βλάψει την αναζήτηση πιθανής διευθέτησης της υπόθεσης, εξακολουθούσαν να ισχύουν και ότι οι ίδιοι λόγοι ισχύουν και για την αιτιολογημένη γνώμη.
Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν μέρη των εν λόγω εγγράφων που δεν καλύπτονταν από την εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
Στις 16 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει δικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση 2003/4372 και, την επόμενη ημέρα, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας με τις ιταλικές αρχές και η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια διευθέτησης του ζητήματος.
Όσον αφορά την εξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα τρία έγγραφα (5) που αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Απριλίου 2004 υπό τον τίτλο "Παρακολούθηση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου: παραβάσεις», το θεσμικό όργανο δήλωσε ότι, στην επιστολή του της 12ης Ιουλίου 2004 που περιείχε την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, ο Γενικός Γραμματέας τόνισε ότι τα έγγραφα αυτά δεν ήταν απλώς παραρτήματα των πρακτικών και ότι δεν ήταν αυτομάτως προσβάσιμα στο κοινό. Ως εκ τούτου, το αίτημα πρόσβασης σε αυτά θα έπρεπε να είχε αξιολογηθεί ως νέο αίτημα. Δυστυχώς, ο καταγγέλλων δεν έλαβε ποτέ απάντηση στην αίτησή του για πρόσβαση σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα και δεν υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση. Ακόμη και αν η μη απάντηση σε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα έπρεπε να θεωρηθεί αρνητική απάντηση, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, και, ως εκ τούτου, να επιτραπεί στον αιτούντα να ασκήσει προσφυγή, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της και ζήτησε συγγνώμη για την αποτυχία της, δεδομένου ότι η ορθή διοικητική πρακτική απαιτεί να δίνεται ρητή απάντηση στις αιτήσεις.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή χειρίστηκε αυτό το μέρος της παρούσας καταγγελίας σαν να επρόκειτο για επιβεβαιωτική αίτηση και κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
Όσον αφορά το σημείωμα που υπέβαλε η Νομική Υπηρεσία, αυτό αφορούσε υπόθεση παράβασης διαφορετική από εκείνη για την οποία ενδιαφερόταν ο καταγγέλλων. Στο έγγραφο εξετάστηκε η νομική βάση για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά κράτους μέλους και η σχετική υπόθεση εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Η Επιτροπή εξήγησε ότι η κοινοποίηση της γνώμης της Νομικής Υπηρεσίας θα γνωστοποιούσε τη θέση της σχετικά με την απόφαση για την αποστολή ή μη προειδοποιητικής επιστολής. Επιπλέον, η δημοσιοποίηση αυτή θα επηρέαζε την ελευθερία της Νομικής Υπηρεσίας να εκφράζει γνώμες και να παρέχει νομικές συμβουλές στην Επιτροπή και θα επηρέαζε επίσης το περιθώριο ελιγμών του θεσμικού οργάνου κατά τη λήψη της τελικής απόφασης. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή έκρινε ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, σχετικά με τις νομικές συμβουλές, εφαρμόζεται στο εν λόγω έγγραφο στο σύνολό του και ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη δημοσιοποίησή του.
Όσον αφορά τα πρακτικά της συνεδρίασης των προϊσταμένων των ιδιαίτερων γραφείων, το παρόν έγγραφο αντικατοπτρίζει τις παρατηρήσεις και τις απόψεις των συμμετεχόντων σχετικά με τις υποθέσεις που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Η δημοσιοποίηση των πρακτικών θα είχε αποκαλύψει εσωτερικές συζητήσεις κατά την προετοιμασία της απόφασης της Επιτροπής σχετικά με τις υποθέσεις παράβασης και αυτό θα επηρέαζε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, δεδομένου ότι θα υπονόμευε τον συλλογικό τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή έλαβε τις σχετικές αποφάσεις. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή έκρινε ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερη περίπτωση 6 του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζεται στο εν λόγω έγγραφο στο σύνολό του και ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη δημοσιοποίησή του. Επιπλέον, η Επιτροπή ανέφερε ότι η υπόθεση επί παραβάσει 2003/4372 δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης κατά τη συνάντηση αυτή και, ως εκ τούτου, δεν είχε αναφερθεί στα πρακτικά.
Όσον αφορά τον κατάλογο των υποθέσεων επί παραβάσει και τις σχετικές αποφάσεις που πρότειναν οι προϊστάμενοι των ιδιαίτερων γραφείων, ο κατάλογος αυτός περιλάμβανε περισσότερες από 1400 υποθέσεις. Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής, τα οποία ήταν προσβάσιμα στο κοινό μέσω του Διαδικτύου, ανέφεραν την έγκριση των προτεινόμενων αποφάσεων. Όσον αφορά την υπόθεση 2003/4372, ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί δεόντως για την απόφαση της Επιτροπής να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά την παράβαση του κοινοτικού δικαίου (7). Η Επιτροπή θεώρησε ότι ο καταγγέλλων είχε λάβει τις πληροφορίες που αναζητούσε, δεδομένου ότι φαινόταν ότι ενδιαφερόταν για μια συγκεκριμένη υπόθεση και όχι για τον πλήρη κατάλογο των προτεινόμενων αποφάσεων σχετικά με υποθέσεις επί παραβάσει πέραν της υπόθεσης 2003/4372. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, σε κάθε περίπτωση, η δημοσιοποίηση του πλήρους καταλόγου των προτεινόμενων αποφάσεων σχετικά με εκκρεμείς υποθέσεις επί παραβάσει θα είχε επηρεάσει τον σκοπό των εν εξελίξει ερευνών, δεδομένου ότι θα είχε επηρεάσει τις τρέχουσες συζητήσεις με τα κράτη μέλη και θα είχε μειώσει τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας για τις σχετικές υποθέσεις χωρίς να τις παραπέμψει στο Δικαστήριο. Επιπλέον, το θεσμικό όργανο έκρινε ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα ανακοίνωση, οι καταγγέλλοντες ενημερώνονται για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με υποθέσεις επί παραβάσει για τις οποίες έχουν συμφέρον.
Τέλος, η Επιτροπή τόνισε ότι, όσον αφορά την αίτηση πρόσβασης στα τρία προαναφερθέντα έγγραφα, η κοινοποίηση των αποφάσεων που ελήφθησαν σχετικά με τις υποθέσεις επί παραβάσει αποτελούσε την τελική της απόφαση επί της αίτησης. Ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να υποβάλει καταγγελία για την απόφαση αυτή είτε υποβάλλοντας νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή είτε προσφεύγοντας στο Πρωτοδικείο υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 230 της συνθήκης ΕΚ. Από την άποψη αυτή, η ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα ήταν η ημερομηνία κοινοποίησης, από τον Διαμεσολαβητή, της απάντησης της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα.
Όσον αφορά την επιστολή του καταγγέλλοντος της 8ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή δήλωσε ότι, όπως είχε δηλώσει στη γνώμη της, οι αποφάσεις για την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής γενικά δεν αναρτώνται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής. Μόλις το οικείο κράτος μέλος απαντήσει στην προειδοποιητική επιστολή, είτε η υπόθεση τίθεται στο αρχείο είτε η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη προς το κράτος μέλος. Οι αποφάσεις για την αποστολή αιτιολογημένης γνώμης αναρτώνται γενικά στον ιστότοπο της Επιτροπής, όπως στην περίπτωση της καταγγελίας 2003/4372. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε καμία παράλειψη εκ μέρους της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δεν ελήφθησαν περαιτέρω μέτρα σε σχέση με την επιστολή του καταγγέλλοντος της 8ης Ιουνίου 2004. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι θα ήταν σκόπιμο να είχε ενημερώσει σχετικά τον καταγγέλλοντα σε απάντηση στην επιστολή του της 8ης Ιουνίου 2004.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, σε αντίθεση με όσα είχε δηλώσει η Επιτροπή, οι αναφορές σε προειδοποιητικές επιστολές που απέστειλε το θεσμικό όργανο στις εθνικές αρχές στο πλαίσιο διαδικασιών επί παραβάσει αναρτώνται συχνά στον ιστότοπο της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων τόνισε περαιτέρω ότι η όλη διαδικασία που αφορούσε την καταγγελία του 2003/4372 χαρακτηριζόταν συχνά από τεταμένες σχέσεις με το θεσμικό όργανο. Επομένως, το έγγραφο της 8ης Ιουνίου 2004 έπρεπε να γίνει αντιληπτό στο πλαίσιο αυτό και η τυπική πτυχή της μη απαντήσεως αποτελούσε ήσσονος σημασίας πτυχή σε σχέση με την ουσία των αιτιάσεών του.
Όσον αφορά την άλλη πτυχή της υπόθεσής του, σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να του επιτρέψει την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής να του επιτρέψει την πρόσβαση στα τρία έγγραφα που αναφέρονταν στα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 30ής Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει τη θέση της ήταν αλυσιτελείς, ακόμη και ανύπαρκτοι.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις1.1 Στη γνωμοδότησή της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή ανέφερε ότι, κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, διερευνά τις καταγγελλόμενες παραβάσεις.
1.2 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, όσον αφορά την έρευνα που διεξήχθη στην υπόθεση 2003/4372, φάνηκε ότι η Επιτροπή είχε ενεργήσει σωστά έναντι των ιταλικών αρχών και σύμφωνα με τη συνθήκη ΕΚ. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι, σε άλλες περιπτώσεις, το θεσμικό όργανο είχε κάνει χρήση των ερευνητικών εξουσιών του, δεδομένου ότι δεν διέθετε πληροφορίες σχετικά με το ζήτημα αυτό. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων πρότεινε να διερευνήσει ο Διαμεσολαβητής την ακρίβεια της δήλωσης στην οποία προέβη η Επιτροπή στη γνώμη της ότι, κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, διερευνά εικαζόμενες παραβάσεις.
1.3 Φαίνεται ότι το σημείο αυτό αναφέρθηκε για πρώτη φορά στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
Το άρθρο 195 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι ο Διαμεσολαβητής διεξάγει, σύμφωνα με τα καθήκοντά του, τις έρευνες που κρίνει δικαιολογημένες, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει καταγγελιών που του υποβάλλονται.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, λόγω του μάλλον γενικού χαρακτήρα του ισχυρισμού και δεδομένης της έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την έναρξη έρευνας σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
1.4 Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει στην Επιτροπή μια πρώτη αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα στις 18 Απριλίου 2004. Στις 11 Μαΐου 2004, το θεσμικό όργανο επέτρεψε την πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα, ήτοι στα αποσπάσματα των πρακτικών της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004. Η πτυχή της υπόθεσης που σχετίζεται με την παρούσα αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα θα εξεταστεί στο σημείο 2 κατωτέρω.
1.5 Ωστόσο, από την καταγγελία προκύπτει ότι, στις 28 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, με την οποία υποστήριζε ότι, δεδομένου ότι τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής ήταν δημόσια, τα παραρτήματά τους έπρεπε επίσης να είναι δημόσια. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στα τρία έγγραφα που αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
Στην απάντησή του της 5ης Ιουλίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας εξήγησε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα τρία έγγραφα (8) που αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά θεωρήθηκε νέο αίτημα.
1.6 Στην αίτησή του για περαιτέρω πληροφορίες που υπέβαλε στην Επιτροπή στις 30 Αυγούστου 2005, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της σχετικής διαδικασίας.
1.7 Στην απάντησή της, η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους για τους οποίους τα τρία σχετικά έγγραφα δεν μπορούσαν, κατά την άποψή της, να κοινοποιηθούν στον καταγγέλλοντα:
Όσον αφορά το πρώτο έγγραφο, δηλαδή σημείωμα που υπέβαλε η Νομική Υπηρεσία, το έγγραφο αυτό εξέτασε τη νομική βάση για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά κράτους μέλους και αφορούσε υπόθεση διαφορετική από εκείνη για την οποία ενδιαφερόταν ο καταγγέλλων. Η Επιτροπή εξήγησε ότι η κοινοποίηση της γνώμης της Νομικής Υπηρεσίας, ενώ η εν λόγω υπόθεση εξακολουθούσε να εκκρεμεί, θα είχε αποκαλύψει τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας σχετικά με την απόφαση αποστολής ή μη προειδοποιητικής επιστολής. Επιπλέον, η δημοσιοποίηση αυτή θα είχε επηρεάσει την ελευθερία της Νομικής Υπηρεσίας να εκφράζει γνώμες και να παρέχει νομικές συμβουλές στην Επιτροπή και θα είχε επίσης επηρεάσει αρνητικά το περιθώριο ελιγμών του θεσμικού οργάνου κατά τη λήψη της τελικής απόφασης. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή έκρινε ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, σχετικά με τις νομικές συμβουλές, εφαρμόζεται στο εν λόγω έγγραφο στο σύνολό του και ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη δημοσιοποίησή του.
Όσον αφορά το δεύτερο έγγραφο, το οποίο αφορούσε τα πρακτικά ειδικής συνεδρίασης των προϊσταμένων των ιδιαίτερων γραφείων σχετικά με την περιοδική επανεξέταση των υποθέσεων παράβασης, αυτό αντανακλούσε τις παρατηρήσεις και τις απόψεις των συμμετεχόντων σχετικά με τις υποθέσεις που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Η δημοσιοποίηση των πρακτικών θα είχε αποκαλύψει εσωτερικές συζητήσεις κατά την προετοιμασία της απόφασης της Επιτροπής σχετικά με τις υποθέσεις παράβασης και θα είχε επηρεάσει σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, δεδομένου ότι θα υπονόμευε τον συλλογικό τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή έλαβε τις σχετικές αποφάσεις. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή έκρινε ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερη περίπτωση (9) του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζεται στο εν λόγω έγγραφο στο σύνολό του και ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη δημοσιοποίησή του. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι η υπόθεση επί παραβάσει 2003/4372 δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως κατά τη συνάντηση αυτή και, ως εκ τούτου, δεν μνημονεύθηκε στα πρακτικά.
Όσον αφορά το τρίτο έγγραφο, το οποίο συνίστατο στον κατάλογο των υποθέσεων επί παραβάσει και στις σχετικές αποφάσεις που πρότειναν οι προϊστάμενοι των ιδιαίτερων γραφείων, αυτό περιλάμβανε περισσότερες από 1400 υποθέσεις. Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής, τα οποία ήταν προσβάσιμα στο κοινό μέσω του Διαδικτύου, ανέφεραν την έγκριση των προτεινόμενων αποφάσεων. Όσον αφορά την υπόθεση 2003/4372, ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί δεόντως για την απόφαση της Επιτροπής να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές. Η Επιτροπή θεώρησε ότι ο καταγγέλλων είχε λάβει τις πληροφορίες που αναζητούσε, δεδομένου ότι φαινόταν ότι ενδιαφερόταν για μια συγκεκριμένη υπόθεση και όχι για τον πλήρη κατάλογο των προτεινόμενων αποφάσεων σχετικά με υποθέσεις επί παραβάσει πέραν της υπόθεσης 2003/4372. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, σε κάθε περίπτωση, η δημοσιοποίηση του πλήρους καταλόγου των προτεινόμενων αποφάσεων σχετικά με εκκρεμείς υποθέσεις επί παραβάσει θα είχε επηρεάσει τον σκοπό των εν εξελίξει ερευνών, δεδομένου ότι θα είχε επηρεάσει τις τρέχουσες συζητήσεις με τα κράτη μέλη και θα είχε μειώσει τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας για τις σχετικές υποθέσεις χωρίς να τις παραπέμψει στο Δικαστήριο.
1.8 Η Επιτροπή τόνισε ότι ο καταγγέλλων δυστυχώς δεν έλαβε ποτέ απάντηση στην αίτησή του για πρόσβαση σχετικά με τα σχετικά έγγραφα και ότι δεν υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση. Ακόμη και αν, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, η παράλειψη απάντησης σε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα έπρεπε να θεωρηθεί αρνητική απάντηση και, ως εκ τούτου, να επιτραπεί στον αιτούντα να ασκήσει προσφυγή, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της και ζήτησε συγγνώμη για την αποτυχία της, δεδομένου ότι η ορθή διοικητική πρακτική απαιτεί να δίνεται ρητή απάντηση στις αιτήσεις.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή χειρίστηκε αυτό το μέρος της παρούσας καταγγελίας σαν να επρόκειτο για επιβεβαιωτική αίτηση και τόνισε ότι η κοινοποίηση των αποφάσεων που ελήφθησαν σχετικά με τις υποθέσεις παράβασης αποτελούσε την τελική της απόφαση όσον αφορά την αίτηση πρόσβασης στα τρία προαναφερθέντα έγγραφα. Το θεσμικό όργανο πρόσθεσε επίσης ότι ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να υποβάλει καταγγελία για την απόφαση αυτή είτε υποβάλλοντας νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή είτε προσφεύγοντας στο Πρωτοδικείο υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 230 της συνθήκης ΕΚ. Από την άποψη αυτή, η ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα ήταν η ημερομηνία κοινοποίησης, από τον Διαμεσολαβητή, της απάντησης της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα.
1.9 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή διατύπωσε τη θέση της σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα τρία έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004, μόνο στην απάντησή της στο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η πρόταση της Επιτροπής να θεωρηθεί η απάντηση αυτή ως η τελική της απόφαση σχετικά με την αίτηση πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα είναι τόσο κατάλληλη όσο και εποικοδομητική. Πράγματι, δεν θα είχε νόημα να απαιτηθεί από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει περαιτέρω (επιβεβαιωτική) αίτηση πρόσβασης στην παρούσα υπόθεση. Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω έρευνες, η Επιτροπή πρότεινε επίσης ότι ο καταγγέλλων ήταν ελεύθερος να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή κατά της εν λόγω απόφασης. Η απάντηση της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα στις 11 Ιανουαρίου 2006. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν υποβλήθηκε νέα καταγγελία από τον καταγγέλλοντα κατά της απόφασης άρνησης της πρόσβασης στα τρία έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης. Ωστόσο, ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τη σχετική απόφαση, εφόσον το επιθυμεί.
1.10 Στις 20 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε τρίτη αίτηση πρόσβασης στην προειδοποιητική επιστολή και στην αιτιολογημένη γνώμη που απέστειλε η Επιτροπή στις ιταλικές αρχές σχετικά με την υπόθεση 2003/4372. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης εξετάζεται στο σημείο 3 κατωτέρω.
2 Εικαζόμενη παράνομη απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα που υποβλήθηκε τον Απρίλιο του 20042.1 Στις 18 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση πρόσβασης σε i) όλη την αλληλογραφία (συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων) που είχε ανταλλαγεί μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών σχετικά με την υπόθεση παράβασης 2003/4372· ii) τα πρακτικά της συναντήσεως που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των εκπροσώπων της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών· και iii) τα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν τη σχετική υπόθεση, ιδίως τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004.
Μετά την απόφαση της Επιτροπής να μην του επιτρέψει την πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στις 28 Μαΐου 2004. Στις 12 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση με την αιτιολογία ότι τα σχετικά έγγραφα καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (10) («κανονισμός 1049/2001»), σύμφωνα με την οποία το θεσμικό όργανο «αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία (…) του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου».
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα ενείχε κατάχρηση εξουσίας και εσφαλμένη εφαρμογή της εξαίρεσης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε βασικά ότι, δεδομένου ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα αφορούσαν τη διαδικασία επί παραβάσει στην υπόθεση 2003/4372, η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη, η γνωστοποίησή τους θα μπορούσε να έχει επηρεάσει αρνητικά τις συζητήσεις με τις ιταλικές αρχές σχετικά με το θέμα αυτό.
Όσον αφορά την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 δεν εφαρμόζεται επειδή οι διαδικασίες επί παραβάσει δεν περιλαμβάνουν επιθεωρήσεις ή έρευνες, η Επιτροπή επισήμανε ότι, όπως επιβεβαιώθηκε ρητά από το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-191/99 Petrie, η σχετική εξαίρεση καλύπτει επίσης τις διαδικασίες επί παραβάσει.
Τέλος, η Επιτροπή έκρινε ότι, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα επηρέαζε αρνητικά τις εν εξελίξει συζητήσεις με τις ιταλικές αρχές. Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα, το θεσμικό όργανο έκρινε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων.
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η νομολογία που ανέφερε η Επιτροπή ήταν παρωχημένη και ότι θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, έκρινε ότι η Επιτροπή κακώς παρέπεμψε στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 όταν αποφάσισε να μην επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που ζήτησε.
2.4 Στην αίτησή του για περαιτέρω πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, α) σύμφωνα με τις εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο χειρισμού των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα που σχετίζονται με διαδικασίες επί παραβάσει (SEC(2003)260/3), η πρόσβαση χορηγούνταν κανονικά μετά την περάτωση της σχετικής υπόθεσης, και μερικές φορές ακόμη και πριν από αυτήν, ανάλογα με το αποτέλεσμα της δοκιμασίας βλάβης, και β) για τα έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει διαδικασίες επί παραβάσει, έπρεπε να διεξαχθεί κατά περίπτωση μελέτη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον το σχετικό έγγραφο μπορούσε να δημοσιοποιηθεί ή όχι. Δεδομένου ότι δεν ήταν σαφές αν η Επιτροπή είχε διενεργήσει τέτοια ατομική εξέταση στην υπό κρίση υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το θεσμικό όργανο να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί του σημείου αυτού.
Όσον αφορά τη θέση της Επιτροπής ότι η μερική πρόσβαση στα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να χορηγηθεί λόγω της φύσης τους, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το θεσμικό όργανο να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τους λόγους άρνησης της μερικής πρόσβασης.
2.5 Στην απάντησή της, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι είχε προβεί σε κατά περίπτωση αξιολόγηση των εγγράφων στα οποία ο καταγγέλλων είχε ζητήσει πρόσβαση και ότι είχε επίσης ληφθεί υπόψη η δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η υπόθεση επί παραβάσει 2003/4372 συζητήθηκε σε μια αποκαλούμενη «συνάντηση-πακέτο» μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών στις 12 Σεπτεμβρίου 2003. Οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 2003. Την 1η Απριλίου 2004, η Επιτροπή τους απέστειλε προειδοποιητική επιστολή και, την ίδια ημέρα, ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα.
Ως εκ τούτου, όταν, στις 18 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε την αρχική του αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με την υπόθεση επί παραβάσει 2003/4372, είχε μόλις αποσταλεί προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές και αναμενόταν απάντηση από αυτές εντός δύο μηνών. Η κοινοποίηση της προειδοποιητικής επιστολής και της προηγούμενης αλληλογραφίας με τις ιταλικές αρχές εκείνη τη στιγμή θα ήταν επιζήμια για την αναζήτηση πιθανής διευθέτησης της υπόθεσης. Όσον αφορά το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε επιβεβαιώσει την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα μετά την υποβολή της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος στις 28 Μαΐου 2004, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, την εποχή εκείνη, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα προσφύγει ή όχι στο Δικαστήριο και εξακολουθούσε να αναμένει την απάντηση των ιταλικών αρχών στην προειδοποιητική επιστολή της. Η δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης είχε επίσης ληφθεί υπόψη. Ωστόσο, όλα τα έγγραφα στα οποία ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση αφορούσαν εξ ολοκλήρου την ερμηνεία νομικών εννοιών που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη υπόθεση και δεν περιείχαν τμήματα στα οποία δεν εφαρμοζόταν η εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση κατά τον χρόνο διεκπεραίωσης της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος.
2.6 Η Επιτροπή προσέθεσε επίσης ότι, στις 16 Μαρτίου 2005, αποφάσισε να κινήσει δικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση 2003/4372. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας με τις ιταλικές αρχές και η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια διευθέτησης του ζητήματος.
2.7 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε ουσιαστικά στην καταγγελία του.
2.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις 11 Μαΐου 2004, η Επιτροπή επέτρεψε την πρόσβαση σε ορισμένα από τα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων στις 18 Απριλίου 2004, και συγκεκριμένα στα αποσπάσματα των πρακτικών της συνεδρίασης της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004. Ως εκ τούτου, η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στην επαλήθευση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όταν αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στα άλλα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα (βλ. σημείο 2.1).
2.9 Το άρθρο 1 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι «[η] Συνθήκη αυτή σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στη διαδικασία δημιουργίας μιας ολοένα στενότερης ένωσης μεταξύ των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά (…)». Το άρθρο 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι σκοπός του κανονισμού είναι να εξασφαλίσει «την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα».
Ωστόσο, ο κανονισμός 1049/2001 περιέχει ορισμένες εξαιρέσεις.
Μία από τις εξαιρέσεις αυτές προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση, σύμφωνα με το οποίο «[τ]ο θεσμικό όργανο αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία (…) του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον».
2.10 Ωστόσο, το γεγονός ότι ένα έγγραφο για το οποίο ζητήθηκε πρόσβαση αφορά έρευνες που συνδέονται με εν εξελίξει διαδικασίες λόγω παραβάσεως τις οποίες διεξάγει η Επιτροπή κατά κράτους μέλους δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να δικαιολογήσει την εφαρμογή της εξαιρέσεως την οποία επικαλείται το θεσμικό όργανο. Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, κάθε εξαίρεση από το γενικό δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των κοινοτικών οργάνων πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά, ώστε να μην παρεμποδίζεται η εφαρμογή της γενικής αρχής της παροχής στο κοινό της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα αυτά (11). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να διαπιστώσει αν, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα κατά την εκτίμησή της ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία του σκοπού των ερευνών και ότι δεν υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση.
2.11 Ο Διαμεσολαβητής έχει ήδη λάβει τη θέση ότι η εξαίρεση που βασίζεται σε επιθεωρήσεις και έρευνες θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν τα ζητούμενα έγγραφα έχουν συνταχθεί κατά τη διάρκεια της σχετικής ερευνητικής δραστηριότητας (12).
2.12 Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων στις 18 Απριλίου 2004 συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια έρευνας που αφορούσε διαδικασία επί παραβάσει η οποία, όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα στις 18 Απριλίου 2004, βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της προδικασίας, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα έπρεπε να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο (13).
2.13 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι διαδικασίες για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου που διεξάγει η Επιτροπή κατά των κρατών μελών βασίζονται στη συνεργασία μεταξύ του θεσμικού οργάνου και του κράτους μέλους και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν αυτού του είδους οι διαδικασίες με εκείνες στις οποίες διενεργείται επιθεώρηση ή έρευνα.
Ωστόσο, τα κοινοτικά δικαστήρια αναφέρονται διαρκώς στη δραστηριότητα που ασκείται στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ ως δραστηριότητα ελέγχου και έρευνας. Για παράδειγμα, στην απόφασή του στην υπόθεση T-105/95 WWF UK (14), το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ως δικαιολογημένη την άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με «έρευνες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διαδικασία επί παραβάσει», και στην υπόθεση T-191/99 Petrie, στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[τ]α κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να αναμένουν από την Επιτροπή να εγγυάται την εμπιστευτικότητα κατά τη διάρκεια ερευνών που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διαδικασία επί παραβάσει». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ερμηνεία της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η δραστηριότητα που ασκείται κατά τη διάρκεια διαδικασιών επί παραβάσει αφορά όντως ερευνητική δραστηριότητα είναι σύμφωνη με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.
Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η προαναφερθείσα νομολογία βασίστηκε στους κανόνες που θεσπίστηκαν με την απόφαση 94/90 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (15), ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά τον κανονισμό 1049/2001, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 3 Δεκεμβρίου 2001.
Ωστόσο, η απόφαση 94/90 της Επιτροπής προβλέπει ότι τα θεσμικά όργανα «θα αρνούνται την πρόσβαση όταν η κοινολόγηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία των επιθεωρήσεων και των ερευνών». Βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, το θεσμικό όργανο «αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία (…) του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον».
Επομένως, προκύπτει ότι η σχετική εξαίρεση που προβλέπει ο κανονισμός 1049/2001 καλύπτει, κατ’ ουσίαν, την ίδια κατηγορία εγγράφων με την απόφαση 94/90 της Επιτροπής.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε αντίθεση με την άποψη του καταγγέλλοντος, η νομολογία στην οποία η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της να μην χορηγήσει πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα δεν μπορεί να θεωρηθεί παρωχημένη και ότι εξακολουθεί να είναι συναφής ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1049/2001.
2.14 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι, όπως έχει ήδη κρίνει σε προηγούμενες αποφάσεις, από τη δομή και τη διατύπωση της σχετικής διάταξης προκύπτει ότι η ύπαρξη «υπερισχύοντος δημόσιου συμφέροντος» στη δημοσιοποίηση πρέπει κανονικά να αποδεικνύεται από το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση (16). Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων.
2.15 Όσον αφορά τη δυνατότητα παροχής μερικής πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001, φαίνεται ότι, αρχικά στην απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος και, ειδικότερα, στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη της, δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα. Ο κύριος λόγος που επικαλέστηκε η Επιτροπή ήταν ότι, λόγω της φύσης των σχετικών εγγράφων, δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ποια τμήματα των εγγράφων θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν με την επιφύλαξη της συνεχιζόμενης ερευνητικής δραστηριότητας, δεδομένου ότι αφορούσαν εξ ολοκλήρου την ερμηνεία νομικών εννοιών που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη υπόθεση 2003/4372.
2.16 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η θέση της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων το 2004 φαίνεται εύλογη και σύμφωνη με τον κανονισμό 1049/2001 και ότι η θέση της δεν φαίνεται να πάσχει από κατάχρηση εξουσίας.
2.17 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο είναι η ανώτατη αρχή για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
3 Η αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 20053.1 Στις 20 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πρόσβαση σε αντίγραφο της προειδοποιητικής επιστολής (που καλύπτεται ήδη από την αίτηση πρόσβασης που υπέβαλε ο καταγγέλλων το 2004) και στην αιτιολογημένη γνώμη που απέστειλε η Επιτροπή στις ιταλικές αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τη διαδικασία επί παραβάσει στην υπόθεση 2003/4372. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων κατήγγειλε την απόφαση της Επιτροπής να μην του χορηγήσει τα ζητηθέντα έγγραφα.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή τόνισε ότι, όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την αίτησή του για πρόσβαση στα προαναφερθέντα έγγραφα, η σχετική υπόθεση βρισκόταν σε εξέλιξη και είχε φθάσει σε κρίσιμο στάδιο, δηλαδή στο ζήτημα του κατά πόσον θα μπορούσε ακόμη να επιλυθεί χωρίς να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε στις 28 Ιανουαρίου 2005 και, μετά από επιβεβαιωτική αίτηση, στις 15 Μαρτίου 2005, ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν επετράπη η πρόσβαση στην προειδοποιητική επιστολή που είχε ήδη δοθεί στον καταγγέλλοντα, δηλαδή ότι η γνωστοποίηση του εν λόγω εγγράφου θα μπορούσε να βλάψει την αναζήτηση πιθανής διευθέτησης της υπόθεσης, εξακολουθούσαν να ισχύουν και ότι εφαρμόστηκαν επίσης στην αιτιολογημένη γνώμη που εστάλη στις ιταλικές αρχές. Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν τμήματα των εν λόγω εγγράφων που δεν καλύπτονταν από την εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
3.3 Η Επιτροπή προσέθεσε επίσης ότι, στις 16 Μαρτίου 2005, αποφάσισε να κινήσει δικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση 2003/4372. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας με τις ιταλικές αρχές και η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια διευθέτησης του ζητήματος.
3.4 Με βάση την ανωτέρω εξήγηση που έδωσε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την απόφασή της να μην χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η θέση της Επιτροπής φαίνεται εύλογη και σύμφωνη με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι το σκεπτικό που εκτίθεται στα σημεία 2.9 έως 2.14 της παρούσας απόφασης ισχύει και για την αιτιολογημένη γνώμη που απέστειλε η Επιτροπή στις ιταλικές αρχές, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο του αιτήματος του καταγγέλλοντος της 20ής Ιανουαρίου 2005.
3.5 Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
4 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως της Επιτροπής να αιτιολογήσει την απόφασή της4.1 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που είχε ζητήσει αρχικά στις 18 Απριλίου 2004 και στη συνέχεια στις 28 Μαΐου 2004 μέσω επιβεβαιωτικής αίτησης.
4.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, στην απάντησή του της 5ης Ιουλίου 2004 στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος της 28ης Μαΐου 2004, ο Γενικός Γραμματέας είχε αιτιολογήσει την άρνηση με το σκεπτικό ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
4.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον αρχικό ισχυρισμό του. Έκρινε ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να του παράσχει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα χωρίς να αιτιολογήσει συγκεκριμένα την απόφασή της.
4.4 Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι η κοινοποίηση της προειδοποιητικής επιστολής και της προηγούμενης ανταλλαγής επιστολών με τις ιταλικές αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας επί παραβάσει 2003/4372 θα ήταν επιζήμια για την αναζήτηση πιθανής διευθέτησης της υπόθεσης.
Όσον αφορά τον κατάλογο των υποθέσεων παράβασης και των σχετικών αποφάσεων που πρότειναν οι προϊστάμενοι των ιδιαίτερων γραφείων, οι οποίες αναφέρθηκαν στα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής, ο κατάλογος αυτός περιλάμβανε περισσότερες από 1400 υποθέσεις. Τα πρακτικά αυτά ήταν προσβάσιμα στο κοινό μέσω του Διαδικτύου. Όσον αφορά την υπόθεση 2003/4372, ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί δεόντως για την απόφαση της Επιτροπής να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η δημοσιοποίηση του πλήρους καταλόγου των προτεινόμενων αποφάσεων σχετικά με εκκρεμείς υποθέσεις επί παραβάσει θα είχε επηρεάσει τον σκοπό των εν εξελίξει ερευνών, δεδομένου ότι θα είχε επηρεάσει τις τρέχουσες συζητήσεις με τα κράτη μέλη και θα είχε μειώσει τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας για τις σχετικές υποθέσεις χωρίς να τις παραπέμψει στο Δικαστήριο. Επιπλέον, το θεσμικό όργανο έκρινε ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα ανακοίνωση, οι καταγγέλλοντες ενημερώνονται για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με υποθέσεις επί παραβάσει για τις οποίες έχουν συμφέρον.
4.5 Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης, η Επιτροπή τόνισε ότι είχε διενεργήσει κατά περίπτωση αξιολόγηση των εγγράφων στα οποία ο καταγγέλλων είχε ζητήσει πρόσβαση και ότι είχε επίσης ληφθεί υπόψη η δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης. Ωστόσο, δεν ήταν δυνατόν να παρασχεθεί εν προκειμένω τέτοια μερική πρόσβαση, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των ζητηθέντων εγγράφων, ήτοι διότι δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ποια τμήματα των εγγράφων μπορούσαν να γνωστοποιηθούν με την επιφύλαξη της εν εξελίξει ερευνητικής δραστηριότητας.
4.6 Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει τη θέση της ήταν άνευ σημασίας, ακόμη και ανύπαρκτοι.
4.7 Κατά πάγια νομολογία του κοινοτικού δικαστή, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 της Συνθήκης ΕΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του.
4.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, στην απόφασή του της 26ης Απριλίου 2005 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου (17), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, στην περίπτωση αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα, όταν το οικείο θεσμικό όργανο αρνείται την πρόσβαση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του, ότι τα έγγραφα στα οποία ζητείται πρόσβαση εμπίπτουν πράγματι στις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στον κανονισμό 1049/2001.
Εναπόκειται στο θεσμικό όργανο που αρνήθηκε την πρόσβαση σε έγγραφο να παράσχει αιτιολογία από την οποία να μπορεί να γίνει κατανοητό και να εξακριβωθεί, αφενός, αν το ζητούμενο έγγραφο εμπίπτει πράγματι στον τομέα που καλύπτεται από την προβαλλόμενη εξαίρεση και, αφετέρου, αν η σχετική με την εξαίρεση αυτή ανάγκη προστασίας είναι πραγματική.
Η συντομία της αιτιολογίας του οικείου θεσμικού οργάνου θα μπορούσε, κατά το Γενικό Δικαστήριο, να γίνει δεκτή, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η μνεία συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως όσον αφορά το περιεχόμενο των οικείων εγγράφων, θα μπορούσε να αναιρεί τον σκοπό των προβαλλομένων εξαιρέσεων.
4.9 Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, πρώτον, στην αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα και, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των ερευνών που διενεργήθηκαν σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή εξήγησε σαφώς ότι η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα μπορούσε, κατά την άποψή της, να θέσει σε κίνδυνο τον διάλογο μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών στο πλαίσιο των εν εξελίξει διαδικασιών επί παραβάσει και αιτιολόγησε τη μη χορήγηση μερικής πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα.
4.10 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε την απόφασή της να μην επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα και παρέθεσε τους λόγους που φαίνεται να επαρκούν για να μπορέσει ο καταγγέλλων να τα κατανοήσει.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
5 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως της Επιτροπής να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 8ης Ιουνίου 20045.1 Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, εκτός από τους ισχυρισμούς που εξετάζονται στα σημεία 2 και 3 της παρούσας απόφασης, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει στην επιστολή του της 8ης Ιουνίου 2004, με την οποία είχε επισημάνει ότι το θεσμικό όργανο είχε παραλείψει να δημοσιεύσει στον ιστότοπό του την παραπομπή στην απόφασή του της 30ής Μαρτίου 2004 να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές. Μολονότι στην εναρκτήρια επιστολή της Διαμεσολαβήτριας δεν είχε ζητηθεί από την Επιτροπή να σχολιάσει αυτή την πτυχή της υπόθεσης, στη γνώμη της η Διαμεσολαβήτρια ανέφερε ότι, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες που διέπουν τη δημοσιότητα των αποφάσεων επί παραβάσει, οι παραπομπές σε αποφάσεις για την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών στις εθνικές αρχές γενικά δεν δημοσιεύονται στον ιστότοπο της Επιτροπής. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί την 1η Απριλίου 2004 για τα σχετικά μέτρα που έλαβε το θεσμικό όργανο στο πλαίσιο της υπόθεσης επί παραβάσει 2003/4372, έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η λήψη περαιτέρω μέτρων όσον αφορά την επιστολή της 8ης Ιουνίου 2004.
Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στην παρούσα έρευνα και στην αίτησή του για περαιτέρω πληροφορίες, η οποία εστάλη στην Επιτροπή στις 30 Αυγούστου 2005, ζήτησε από το θεσμικό όργανο να του διαβιβάσει αντίγραφο της επιστολής που εστάλη στον καταγγέλλοντα την 1η Απριλίου 2004.
5.2 Αντίγραφο του σχετικού εγγράφου διαβιβάστηκε από την Επιτροπή με την από 3 Ιανουαρίου 2006 απάντησή της στον Διαμεσολαβητή. Αφού ανέλυσε το περιεχόμενο του μηνύματος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, την 1η Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε πράγματι ότι, κατά τη συνεδρίασή της στις 30 Μαρτίου 2004, η Επιτροπή είχε αποφασίσει να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 226.
5.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, απαντώντας στο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι αποφάσεις για την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής γενικά δεν αναρτώνται στον ιστότοπο της Επιτροπής, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τις αποφάσεις για την αποστολή αιτιολογημένης γνώμης στο οικείο κράτος μέλος. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι θα ήταν σκόπιμο να ενημερώσει σχετικά τον καταγγέλλοντα σε απάντηση στην επιστολή του της 8ης Ιουνίου 2004.
5.4 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, σε αντίθεση με όσα είχε δηλώσει η Επιτροπή, οι αναφορές σε προειδοποιητικές επιστολές που απέστειλε το θεσμικό όργανο στις εθνικές αρχές στο πλαίσιο διαδικασιών επί παραβάσει αναρτώνται συχνά στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων τόνισε περαιτέρω ότι η όλη διαδικασία που αφορούσε την καταγγελία του 2003/4372 χαρακτηριζόταν συχνά από τεταμένες σχέσεις με το θεσμικό όργανο. Επομένως, το έγγραφο της 8ης Ιουνίου 2004 έπρεπε να ερμηνευθεί στο πλαίσιο αυτό και η τυπική πτυχή της μη απαντήσεως αποτελεί ήσσονος σημασίας πτυχή σε σχέση με την ουσία των αιτιάσεών του.
5.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δικαιολόγησε την παράλειψη της να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 8ης Ιουνίου 2004 από το γεγονός ότι i) δεν υπήρξε καμία παράλειψη εκ μέρους της όσον αφορά την εικαζόμενη παράλειψη δημοσίευσης των στοιχείων αναφοράς της απόφασής της να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές στον ιστότοπό της και ότι ii) ο καταγγέλλων είχε ήδη ενημερωθεί, την 1η Απριλίου 2004, για την απόφαση αυτή.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι, αφού έλεγξε τον ιστότοπο της Επιτροπής, φαίνεται ότι, όπως ανέφερε ο καταγγέλλων, ορισμένες φορές δημοσιεύονται σε αυτόν παραπομπές σε προειδοποιητικές επιστολές που αποστέλλει η Επιτροπή στο οικείο κράτος μέλος. Αντιθέτως, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να προβαίνει σε τέτοιες αποσπάσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά την παράβαση του κοινοτικού δικαίου (18), «οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με υποθέσεις παράβασης δημοσιεύονται εντός μίας εβδομάδας από την έγκρισή τους στο δικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας (...). Οι αποφάσεις για την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης σε κράτος μέλος ή για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο δημοσιεύονται επίσης με ανακοινωθέν Τύπου, εκτός εάν η Επιτροπή αποφασίσει διαφορετικά». Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι δεν προβλέπεται καμία υποχρέωση δημοσιοποίησης της απόφασης αποστολής προειδοποιητικής επιστολής στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει.
5.6 Ακόμη και αν, επομένως, φαίνεται ότι το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής να μη δημοσιεύσει την παραπομπή στην απόφασή της να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές στο πλαίσιο της καταγγελίας 2003/4372 δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλειψη υποχρέωσης εκ μέρους της, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι δεν ήταν αναγκαία η γραπτή απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 8ης Ιουνίου 2004. Επιπλέον, θεωρεί ότι το γεγονός ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε την 1η Απριλίου 2004 ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη απάντηση στη σχετική επιστολή. Επομένως, η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι θα ήταν σκόπιμο να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος και ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η τυπική πτυχή της παράλειψης απάντησης αντιπροσώπευε μια ήσσονος σημασίας πτυχή σε σύγκριση με την ουσία της καταγγελίας του, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να διατυπώσει επικριτική παρατήρηση σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
6 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος6.1 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της και να του παράσχει πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα.
6.2 Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος που συνάγεται στα σημεία 2.17, 3.5 και 4.10 ανωτέρω, φαίνεται ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος πρέπει να απορριφθεί.
7 ΣυμπέρασμαΜε βάση τις έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος που εξετάζονται στα σημεία 2, 3 και 4 της παρούσας απόφασης και όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος που εξετάζεται στο σημείο 5 της παρούσας απόφασης, φαίνεται ότι η εικαζόμενη παράλειψη απάντησης της Επιτροπής συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ωστόσο, για τους λόγους που εκτίθενται στο σημείο 5.6 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να διατυπώσει επικριτική παρατήρηση σχετικά με την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Η επιστολή του καταγγέλλοντος που εστάλη στις 22 Ιουλίου 2004 είχε αρχικά καταχωριστεί ως μία καταγγελία, με αριθμό αναφοράς καταγγελίας 2290/2004/IP. Ωστόσο, με βάση την επιστολή του καταγγέλλοντος της 23ης Ιουλίου 2004, καταχωρίστηκε μια δεύτερη καταγγελία με αριθμό αναφοράς καταγγελίας 2391/2004/IP.
(2) ΕΕ L 145, σ. 43.
(3) Υπόθεση T-191/99 Petrie και λοιποί κατά Επιτροπής [2001] Συλλογή II-3677.
(4) Υπόθεση T-191/99 Petrie κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-3677, σκέψη 68.
(5) Τα εν λόγω τρία έγγραφα ήταν τα εξής:
- σημείωμα που υπέβαλε η Νομική Υπηρεσία σχετικά με μια συγκεκριμένη υπόθεση παράβασης (η οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν ήταν η υπόθεση για την οποία ενδιαφερόταν ο καταγγέλλων), SEC(2004) 381·
- Πρακτικά ειδικής συνεδρίασης των προϊσταμένων των ιδιαίτερων γραφείων σχετικά με την περιοδική επανεξέταση των εικαζόμενων υποθέσεων παράβασης, SEC(2004) 393·
- Ο κατάλογος των εικαζόμενων διαδικασιών επί παραβάσει με τις προτεινόμενες αποφάσεις, SEC(2004) 396.
(6) «Η πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει απόψεις για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου απορρίπτεται ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον».
(7) COM(2002) 141 τελικό.
(8) Βλ. υποσημείωση 5.
(9) «Η πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει απόψεις για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου απορρίπτεται ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον».
(10) ΕΕ L 145, σ. 43.
(11) υπόθεση C-41/00 P Interporc κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-2125, σκέψη 48· Υπόθεση T-84/03 Turco κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2004, σ. II-4061, σκέψη 71.
(12) Βλ. αποφάσεις του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 271/2000/(IJH)JMA και επί της καταγγελίας 790/2003/GG (http://www.ombudsman.europa.eu).
(13) Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή τον ενημέρωσε ότι στις 16 Μαρτίου 2005 αποφάσισε να κινήσει δικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση 2003/4372.
(14) Υπόθεση T-105/95 WWF UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-313, σκέψη 63.
(15) ΕΕ 1994, L 46, σ. 58.
(16) Βλ. αποφάσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή 412/2003/GG και 2403/2003/MF, διαθέσιμες στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(17) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, απόφαση της 26ης Απριλίου 2005, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψεις 62-63. Οι συνεκδικαζόμενες αυτές υποθέσεις αποτελούν αντικείμενο αναιρέσεως (C-266/05 P).
(18) COM(2002) 141 τελικό.