FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2202/2004/ELB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 31 Μαΐου 2005

Αξιότιμη κυρία G.,

Στις 10 Ιουλίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον αποκλεισμό σας από τον ανταγωνισμό COM/C/1/02.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 9 Νοεμβρίου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 28 Ιανουαρίου 2005.

Στις 13 Απριλίου 2005, απηύθυνα επιστολή για να σας ενημερώσω σχετικά με την πρόοδο που σημειώθηκε όσον αφορά τη διεκπεραίωση της καταγγελίας σας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Το ιστορικό της καταγγελίας έχει ως εξής:

Καταγγελία 1196/2003/ELB

Στις 24 Ιουνίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή (1196/2003/ELB).

Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό COM/C/1/02, ο οποίος αποσκοπούσε στην κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων γαλλόφωνων δακτυλογράφων (C4/C5)(1). Στις 26 Αυγούστου 2002, πληροφορήθηκε ότι είχε επιτύχει στις δοκιμασίες προεπιλογής, ότι οι γραπτές δοκιμασίες επρόκειτο να πραγματοποιηθούν τον Δεκέμβριο του 2002 και ότι ενημερωμένες πληροφορίες ήταν διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της EPSO. Στις 17 Οκτωβρίου 2002, η αίτησή της απορρίφθηκε λόγω ανεπαρκούς επαγγελματικής πείρας. Στις 25 Οκτωβρίου 2002, υπέβαλε αίτηση παροχής διευκρινίσεων, στην οποία επισύναψε αντίγραφο της συμβάσεως εργασίας της. Η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής επιβεβαιώθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2002, διότι δεν μπορούσε να προσδιοριστεί η φύση των καθηκόντων της. Στις 21 Νοεμβρίου 2002, απηύθυνε δεύτερο αίτημα παροχής διευκρινίσεων, διευκρινίζοντας ότι η φύση των καθηκόντων της περιλαμβανόταν στο παράρτημα 8 του δικογράφου της προσφυγής της. Της επετράπη να λάβει μέρος στον διαγωνισμό που διεξαγόταν την επόμενη ημέρα. Στις 7 Φεβρουαρίου 2003, πληροφορήθηκε ότι τα αποτελέσματά της στη δοκιμασία δ) ήταν ανεπαρκή (2) και αποκλείστηκε από τον διαγωνισμό.

Στις 13 Φεβρουαρίου 2003, ζήτησε αντίγραφο της βαθμολογημένης εκδοχής των γραπτών δοκιμασιών της.

Στις 24 Φεβρουαρίου 2003, απηύθυνε νέο αίτημα παροχής διευκρινίσεων και υπέβαλε διοικητική ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

Στις 17 Μαρτίου 2003, η EPSO, εξ ονόματος της εξεταστικής επιτροπής, απάντησε στο νέο της αίτημα παροχής διευκρινίσεων.

Στις 28 Μαρτίου 2003, τροποποίησε και πρόσθεσε νέα στοιχεία στην καταγγελία της βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2.

Στις 10 Ιουνίου 2003, έλαβε αρνητική απάντηση στην καταγγελία της.

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν απάντησε σε ορισμένες από τις ερωτήσεις της που αναφέρονται στην καταγγελία της βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Στις 19 Μαΐου 2004, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνα σχετικά με την καταγγελία. Θεώρησε ότι από τις εξηγήσεις που έδωσαν η Επιτροπή και η EPSO στη γνώμη τους μπορούσε να συναχθεί ότι η εξεταστική επιτροπή επέτρεψε τελικά στην καταγγέλλουσα να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες βάσει των αποδεικτικών εγγράφων που επισυνάπτονταν στην αρχική αίτησή της για τον διαγωνισμό. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα που έθεσε η καταγγέλλουσα στην αρχική καταγγελία της είχαν αποσαφηνιστεί επαρκώς και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες.

Επί της υπό κρίση αιτιάσεως: 2202/2004/ELB

Στις 10 Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Η παρούσα ένσταση στρέφεται κατά της απόφασης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 10ης Ιουνίου 2003 να απορρίψει την ένσταση του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1196/2003/ELB, η εξεταστική επιτροπή της επέτρεψε να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες βάσει των εγγράφων που επισυνάπτονταν στην αίτησή της, τα οποία είχε αποστείλει εγκαίρως. Επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με τους άλλους υποψηφίους, κλήθηκε μόνο μία ημέρα πριν από τη διεξαγωγή των δοκιμασιών. Θεωρεί ότι δεν έτυχε δίκαιης μεταχείρισης και ότι αυτή η άδικη μεταχείριση είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της από τον διαγωνισμό.

Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι έτυχε αθέμιτης μεταχείρισης επειδή κλήθηκε να συμμετάσχει στις δοκιμασίες του διαγωνισμού μόλις την παραμονή της διεξαγωγής τους. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι αυτή η άδικη μεταχείριση θα πρέπει να διορθωθεί.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής και της EPSO

Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Διαμεσολαβήτρια έλαβε γνωμοδότηση από την Επιτροπή, η οποία παρουσιάστηκε ως περιλαμβάνουσα τις κοινές απόψεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) και της Επιτροπής. Η γνωμοδότηση συνοψίζεται ως εξής:

Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η άδικη μεταχείριση πρέπει να διορθωθεί δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Εάν είχε θεωρηθεί ότι υπήρχε άδικη μεταχείριση, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής θα είχε ακυρωθεί (3). Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, απαντώντας στην ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να δώσει θετική απάντηση στην προσφυγή της καταγγέλλουσας και ότι η καθυστερημένη πρόσκληση στις δοκιμασίες δεν είχε αντίκτυπο στα αποτελέσματά της.

Μόνο μετά τη δεύτερη αίτηση επανεξέτασης η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να δεχθεί ως έγκυρη αιτιολόγηση τις εξηγήσεις της καταγγέλλουσας για την ερμηνεία των οδηγιών που περιέχονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού όσον αφορά τα παραρτήματα που πρέπει να επισυναφθούν στην υποψηφιότητά της.

Η Επιτροπή και η EPSO υπενθυμίζουν ότι η εξεταστική επιτροπή συνεδρίασε δύο ημέρες πριν από τις δοκιμασίες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πρόσκληση μπορούσε να αποσταλεί με φαξ στον καταγγέλλοντα μόνο την επόμενη ημέρα.

Η Επιτροπή και η EPSO θεωρούν ότι έχουν ληφθεί όλα τα εύλογα οργανωτικά μέτρα για τον παρόντα διαγωνισμό, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης αιτήσεων επανεξέτασης που εξετάστηκαν λίγες ημέρες πριν από τις δοκιμασίες.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Η καταγγέλλουσα επισημαίνει ότι η Επιτροπή και η EPSO, κατά τη γνώμη τους, δηλώνουν ότι κλήθηκε στις δοκιμασίες βάσει της δεύτερης αίτησης επανεξέτασής της και όχι βάσει εγγράφων που επισυνάφθηκαν στην αρχική της αίτηση. Η καταγγέλλουσα επαναλαμβάνει ότι η επιστολή της της 21ης Νοεμβρίου 2002, η οποία εσφαλμένα θεωρήθηκε ως δεύτερη αίτηση επανεξέτασης από την Επιτροπή, δεν περιείχε κανένα νέο στοιχείο. Κατά συνέπεια, η εξεταστική επιτροπή είναι υπεύθυνη για την καθυστέρηση της πρόσκλησης στις δοκιμασίες.

Η καταγγέλλουσα αναφέρει ότι απέτυχε στις δοκιμασίες λόγω της απουσίας προετοιμασίας για τις δοκιμασίες, της έλλειψης ανάπαυσης και του άγχους.

Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η Επιτροπή φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η καθυστέρηση της πρόσκλησης δεν ήταν ο λόγος της αποτυχίας της. Αυτό θα μπορούσε να γίνει συγκρίνοντας το ποσοστό επιτυχίας των υποψηφίων που προσκλήθηκαν μία ημέρα πριν από τις δοκιμασίες με το ποσοστό επιτυχίας των άλλων υποψηφίων.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη άδικη μεταχείριση και συναφής αξίωση

1.1 Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό COM/C/1/02. Η αίτησή της απορρίφθηκε. Μετά από δύο αιτήματα παροχής διευκρινίσεων, της επετράπη να συμμετάσχει στον διαγωνισμό, ο οποίος επρόκειτο να διεξαχθεί την επόμενη ημέρα. Τα αποτελέσματά της στον διαγωνισμό ήταν ανεπαρκή και αποκλείστηκε από αυτόν.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι έτυχε άδικης μεταχείρισης επειδή κλήθηκε να συμμετάσχει στις δοκιμασίες του διαγωνισμού μόλις την παραμονή της διεξαγωγής τους. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι αυτή η άδικη μεταχείριση θα πρέπει να διορθωθεί.

1.2 Η EPSO και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, αν είχε συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρξε άδικη μεταχείριση, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής θα είχε ακυρωθεί (4). Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, απαντώντας στη διοικητική ένσταση που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να δώσει θετική απάντηση στην προσφυγή της καταγγέλλουσας και ότι η καθυστερημένη πρόσκληση στις δοκιμασίες δεν είχε καμία επίπτωση στα αποτελέσματά της. Μόνο μετά τη δεύτερη αίτηση επανεξέτασης η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να δεχθεί ως έγκυρη αιτιολόγηση τις εξηγήσεις της καταγγέλλουσας για την ερμηνεία των οδηγιών που περιέχονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού όσον αφορά τα παραρτήματα που πρέπει να επισυναφθούν στην υποψηφιότητά της. Η Επιτροπή και η EPSO υπενθυμίζουν ότι η εξεταστική επιτροπή συνεδρίασε δύο ημέρες πριν από τις δοκιμασίες. Εξηγούν ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πρόσκληση συμμετοχής στις δοκιμασίες μπορούσε να αποσταλεί με φαξ στον καταγγέλλοντα μόνο την επόμενη ημέρα.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να υπενθυμίσει καταρχάς τα πορίσματα της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 1196/2003/ELB (σημείο 2.4):

«Όσον αφορά το γεγονός ότι η αρχική αίτηση της καταγγέλλουσας και το πρώτο αίτημα παροχής διευκρινίσεων απορρίφθηκαν, ενώ το δεύτερο αίτημά της έγινε δεκτό, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η εξήγηση που δόθηκε στην καταγγέλλουσα από την Επιτροπή και την EPSO στη γνώμη τους σχετικά με την καταγγελία φαίνεται να διαφέρει από εκείνη που δόθηκε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στην απάντησή της στην καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι από τις εξηγήσεις που έδωσαν η Επιτροπή και η EPSO στη γνώμη τους μπορεί να συναχθεί ότι η εξεταστική επιτροπή επέτρεψε τελικά στην καταγγέλλουσα να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες βάσει των αποδεικτικών εγγράφων που επισυνάφθηκαν στην αρχική αίτησή της για τον διαγωνισμό.» (Παραλείπονται δύο υποσημειώσεις).

Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή και την EPSO στη γνώμη τους στην παρούσα υπόθεση συνάδουν με τα ανωτέρω πορίσματα.

1.4 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι έτυχε άδικης μεταχείρισης, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει καταρχάς ότι η ημερομηνία διεξαγωγής των δοκιμασιών αναφερόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού και στην επιστολή με την οποία η καταγγέλλουσα ενημέρωνε την καταγγέλλουσα ότι είχε επιτύχει στις δοκιμασίες προεπιλογής. Σημειώνει επίσης ότι πληροφορίες σχετικά με το χρονοδιάγραμμα του διαγωνισμού ήταν διαθέσιμες στον ιστότοπο της EPSO. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων, μαζί με άλλους υποψηφίους, ενημερώθηκε επαρκώς για την ημερομηνία διεξαγωγής των δοκιμασιών (5). Ως εκ τούτου, το κρίσιμο ερώτημα για την έρευνα της Διαμεσολαβήτριας είναι αν η καταγγέλλουσα έτυχε άδικης μεταχείρισης διότι, μολονότι ενημερώθηκε επαρκώς για την ημερομηνία διεξαγωγής των εξετάσεων, δεν γνώριζε ότι θα της επιτρεπόταν να συμμετάσχει στις εν λόγω εξετάσεις μέχρι την προηγουμένη της διεξαγωγής τους.

1.5 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει την ακόλουθη χρονολογική σειρά βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών: μετά την απόρριψη της αίτησής της στις 17 Οκτωβρίου 2002, η καταγγέλλουσα υπέβαλε ένα πρώτο αίτημα παροχής διευκρινίσεων στις 25 Οκτωβρίου 2002, το οποίο απορρίφθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2002, ακολουθούμενο από ένα δεύτερο αίτημα στις 21 Νοεμβρίου 2002, το οποίο έγινε δεκτό σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε δύο ημέρες πριν από τις δοκιμές, στις 27 Νοεμβρίου 2002. Στις 28 Νοεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων κλήθηκε με τηλεομοιοτυπία να συμμετάσχει στις δοκιμασίες την επόμενη ημέρα.

1.6 Βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξεταστική επιτροπή φαίνεται να έχει απαντήσει στα αιτήματα του καταγγέλλοντος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

1.7 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η αρχή της ισότητας απαιτεί τη διεξαγωγή των γραπτών δοκιμασιών την ίδια ημερομηνία για όλους τους υποψηφίους (6). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν δυνατόν να επιτραπεί στον καταγγέλλοντα να συμμετάσχει στις δοκιμασίες αργότερα από ό,τι σε άλλους υποψηφίους.

1.8 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αναβολή των δοκιμασιών για όλους τους υποψηφίους, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την άδικη μεταχείριση όλων των άλλων υποψηφίων που είχαν διευθετήσει τη συμμετοχή τους στις δοκιμασίες κατά την ημερομηνία που ανακοινώθηκε.

1.9 Η Διαμεσολαβήτρια κατανοεί και εκφράζει τη λύπη της για την ανησυχία που πρέπει να είχε βιώσει η καταγγέλλουσα ως αποτέλεσμα της αβεβαιότητας της, σχεδόν μέχρι την τελευταία στιγμή, ως προς το αν θα της επιτρεπόταν ή όχι να συμμετάσχει στις δοκιμασίες. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί εύλογη την άποψη της καταγγέλλουσας ότι οι επιδόσεις της στις δοκιμασίες ενδέχεται να επηρεάστηκαν από την κατάσταση αυτή. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων στα σημεία 1.6 έως 1.8 ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η καταγγέλλουσα έτυχε άδικης μεταχείρισης, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι απορρίψεις της αρχικής αίτησής της και του πρώτου αιτήματός της για διευκρινίσεις προέκυψαν από σφάλματα της εξεταστικής επιτροπής κατά την αξιολόγηση της επαγγελματικής της πείρας. Τυχόν τέτοια σφάλματα διορθώθηκαν με τη διαδικασία που περιγράφεται για τον σκοπό αυτό στην προκήρυξη του διαγωνισμού (7). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος περί καταχρηστικότητας.

1.10 Λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσης του σημείου 1.9 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι θα ήταν χρήσιμο να προβεί σε περαιτέρω έρευνες, όπως προτείνει ο καταγγέλλων.

1.11 Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα στο σημείο 1.9 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος περί καταχρηστικότητας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) ΕΕ C 18 A της 22.1.2002.

(2) Η δοκιμασία δ) αποσκοπούσε στην αξιολόγηση της γνώσης της γαλλικής γλώσσας από τους υποψηφίους. Οι υποψήφιοι κλήθηκαν να διορθώσουν περίπου 50 γραμμές που περιείχαν ορθογραφικά, γραμματικά και συντακτικά λάθη. Ο καταγγέλλων έλαβε 8,6 μονάδες από τις 20.

(3) Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η Επιτροπή και η EPSO παραπέμπουν στην απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, της 7ης Φεβρουαρίου 2003, να αποκλείσει την καταγγέλλουσα από τον διαγωνισμό, επειδή τα αποτελέσματά της στη δοκιμασία δ) ήταν ανεπαρκή.

(4) Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η Επιτροπή και η EPSO παραπέμπουν στην απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, της 7ης Φεβρουαρίου 2003, να αποκλείσει την καταγγέλλουσα από τον διαγωνισμό, επειδή τα αποτελέσματά της στη δοκιμασία δ) ήταν ανεπαρκή.

(5) Όσον αφορά την απαίτηση επαρκούς προειδοποίησης, βλ. υπόθεση 155/85, Dieter Strack κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 3561.

(6) Βλ. υπόθεση 130/75 Vivien Prais κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1976, σ. 1589, σκέψη 14· Υπόθεση T-132/89, Vincenzo Gallone κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II-549, σκέψη 36.

(7) Σχετικά με το σημείο αυτό, βλ. υπόθεση T-173/99, Ekaïm Mazuel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. IA-101, II-433, σκέψη 103.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!