Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1509/2004/TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1509/2004/TN - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 14 Ιουνίου 2004 - Απόφαση στις Πέμπτη | 14 Απριλίου 2005
Στρασβούργο, 14 Απριλίου 2005
Αξιότιμε κ. H.,
Στις 17 Μαΐου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ.
Στις 14 Ιουνίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 29 Σεπτεμβρίου 2004. Σας την διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 20 Νοεμβρίου 2004, μαζί με συμπληρωματικές πληροφορίες που υποβάλατε στις 19 Φεβρουαρίου 2005.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.
Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας αποσκοπούν στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων είναι γεωργός του Ηνωμένου Βασιλείου ο οποίος δεν έχει λάβει την ποσόστωση γάλακτος την οποία θεωρεί ότι δικαιούται.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Η βρετανική κυβέρνηση δεν εφαρμόζει το σύστημα γαλακτοκομικών ποσοστώσεων σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς 1546/88 (1) και 857/84 (2) και ιδίως την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Thomsen (3).
Ο εκλιπών πατέρας του καταγγέλλοντος ήταν ο ενοικιαστής μιας εκμετάλλευσης, στην οποία το 1984 χορηγήθηκε γαλακτοκομική ποσόστωση. Η ποσόστωση κατανεμήθηκε στην εταιρία των M. &, V. H. &, Son, ως γαλακτοπαραγωγού που εκμεταλλεύεται την εκμισθωθείσα εκμετάλλευση. Στις 27 Φεβρουαρίου 1999, ο καταγγέλλων, ως υιός της εταιρίας, αγόρασε χωριστή εκμετάλλευση. Η παραγωγή γάλακτος μεταφέρθηκε από την παλαιά στη νέα εκμετάλλευση την 1η Μαρτίου 1990 σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Την ίδια ημέρα, ο κ. & και η κ. V H. έπαυσαν να είναι παραγωγοί, αλλά η καταγγέλλουσα συνέχισε να παράγει γάλα στη νέα εκμετάλλευση στο πλαίσιο μιας νέας εταιρικής σχέσης γνωστής ως WE & και RA H.
Τα βρετανικά δικαστήρια, ο ιδιοκτήτης, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η οικογένεια H. έκριναν ότι καμία από τις ανωτέρω ενέργειες σχετικά με την ποσόστωση γάλακτος δεν ήταν παράνομη. Όλα τα προαναφερθέντα μέρη έκριναν επίσης ότι η μεταβίβαση μέρους μιας εκμετάλλευσης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Η ποσόστωση κατανεμήθηκε στην WE & RA H. επί σειρά ετών από τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωρίζοντας πλήρως ότι η ποσόστωση γάλακτος είχε εγκαταλείψει το μισθωμένο ακίνητο.
Ωστόσο, η διαιτητική απόφαση της 15ης Ιουλίου 1991 έκρινε ότι η WE & RA H. και η νέα εκμετάλλευσή τους ήταν επιλέξιμες μόνο για λιγότερο από το 0,1 % της ποσοστώσεως, παρά τη μεταβίβαση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του κ. & V H. & Son και της WE & RA H. την 1η Μαρτίου 1990. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η διαιτητική απόφαση θα έπρεπε να είχε κατανείμει την ποσόστωση γάλακτος στην WE & RA H. ως παραγωγούς, δεδομένου ότι ο ενοικιαστής της παλαιάς εκμετάλλευσης, κ. & κα V H. & Son, δεν είχε την πρόθεση να παράγει γάλα. Αντιθέτως, η γαλακτοκομική ποσόστωση κατανεμήθηκε στον ιδιοκτήτη του παλαιού αγροκτήματος, το Staffordshire County Council, παρά το γεγονός ότι το County Council δεν διαχειριζόταν την εκμετάλλευση, δεν ήταν παραγωγοί και δεν είχε καν την πρόθεση να γίνει παραγωγός. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Thomsen. Επιπλέον, κατανέμοντας την ποσόστωση στο Staffordshire County Council, ο διαιτητής υπερέβη τα όρια της εντολής του, η οποία αφορούσε την κατανομή της γαλακτοκομικής ποσοστώσεως μεταξύ των M. &, V. H. &, Son και WE &, RA H. Ο αρμόδιος υπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου δεν κατόρθωσε να διορθώσει το ζήτημα. Η Επιτροπή, από την πλευρά της, παρέλειψε να λάβει μέτρα σχετικά με το θέμα αφού ο καταγγέλλων είχε ζητήσει, με επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2003, να επανεξεταστεί η υπόθεση υπό το πρίσμα της υπόθεσης Thomsen.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι οι ποσοστώσεις γάλακτος μετακινούνται τακτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο από τους παραγωγούς-ιδιοκτήτες/κατοίκους. Ωστόσο, οι ενοικιαστές δεν επιτρέπεται να μετακινούν ποσοστώσεις γάλακτος και αυτό αποτελεί σαφώς μια μορφή διάκρισης μεταξύ παραγωγών, αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 1546/88 ορίζει ότι «όταν ένα ή περισσότερα τμήματα μιας εκμετάλλευσης πωλούνται, μισθώνονται ή μεταβιβάζονται κληρονομικά, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που εκμεταλλεύονται την εκμετάλλευση κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γάλακτος». Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, μετά τη μεταβίβαση της ποσόστωσης την 1η Μαρτίου 1990, η WE &· η RA H. ήταν οι μόνοι παραγωγοί γάλακτος και η μόνη έκταση που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή γάλακτος ήταν η νέα εκμετάλλευση. Επομένως, η χορήγηση της γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στο Staffordshire County Council ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέλειψε να επιβάλει την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μη ενεργώντας κατά της μη συμμόρφωσης του Ηνωμένου Βασιλείου με τις κοινοτικές νομικές πράξεις και τη νομολογία σχετικά με τις ποσοστώσεις γάλακτος.
Ο καταγγέλλων ζητεί αποζημίωση για σημαντική ζημία.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΕπί του παραδεκτού της καταγγελίας
Αναφερόμενη στο άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ και στα άρθρα 1.3 και 2.7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να κηρύξει την παρούσα καταγγελία απαράδεκτη, δεδομένου ότι τα γεγονότα που προβάλλει ο καταγγέλλων έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο νομικών διαδικασιών ή δικαστικών αποφάσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχουν εξεταστεί από την Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η καταγγελία πρέπει να κηρυχθεί αβάσιμη, δεδομένου ότι η υπόθεση του καταγγέλλοντος αντιμετωπίστηκε σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές κάθε φορά που η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο την εξέτασε. Ως εκ τούτου, βάσει του άρθρου 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δεν έχει λόγο να διεξαγάγει έρευνα.
Το ιστορικό της καταγγελίαςΟ καταγγέλλων απευθύνθηκε στην Επιτροπή σχετικά με τις ποσοστώσεις γάλακτος του Ηνωμένου Βασιλείου ήδη πριν από πολλά χρόνια. Η τελευταία ανακοίνωση του καταγγέλλοντος σχετικά με το θέμα αυτό ήταν η επιστολή του της 1ης Φεβρουαρίου 2003, με την οποία ζήτησε από την Επιτροπή να εκτελέσει την υπόθεση Thomsen, την οποία θεωρούσε πανομοιότυπη με τη δική του υπόθεση. Το επίμαχο ζήτημα ήταν αν, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, έπρεπε να χορηγηθεί γαλακτοκομική ποσόστωση στον παραγωγό ή στον γαιοκτήμονα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, στην επιστολή του καταγγέλλοντος δεν γινόταν καμία αναφορά στην κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο καταγγέλλων ζήτησε απλώς από την Επιτροπή να επανεξετάσει τα πορίσματά της σε σχέση με αναφορά που υπέβαλε ο καταγγέλλων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1995 (4). Η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα με επιστολή της 7ης Μαρτίου 2003, εκθέτοντας λεπτομερώς και αιτιολογημένα τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν συμφωνούσε με τη θέση του καταγγέλλοντος όσον αφορά την υπόθεση Thomsen. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επιστολή του καταγγέλλοντος της 1ης Φεβρουαρίου 2003 αντιμετωπίστηκε κατάλληλα.
Επί της ουσίαςΗ Επιτροπή σημειώνει την υπόθεση του καταγγέλλοντος ότι μπορούσε να μεταβιβάσει ελεύθερα την ποσόστωση γάλακτος που εκμεταλλευόταν στην εκμετάλλευση που είχε προηγουμένως μισθωθεί («παλαιά εκμετάλλευση») στην εκμετάλλευση που στη συνέχεια αγοράστηκε («νέα εκμετάλλευση»). Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η εκχώρηση σχεδόν ολόκληρης της ποσόστωσης στο κομητειακό συμβούλιο, τον ιδιοκτήτη του παλαιού αγροκτήματος, ήταν παράνομη και εισήγαγε διακρίσεις εις βάρος του ως μισθωτή.
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τη θέση του καταγγέλλοντος, η οποία δεν έχει νομική βάση και δεν υποστηρίζεται από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Κατά τον χρόνο εκείνο, εφαρμόζονταν οι διατάξεις του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής, άρθρο 7, που θεσπίστηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7 του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, ο οποίος καθόριζε, για τους σκοπούς της μεταβιβάσεως εκμεταλλεύσεων, τη σχέση μεταξύ της εκμεταλλεύσεως και της γαλακτοκομικής ποσοστώσεως. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 7 του κανονισμού 1546/88, που εφαρμόζονται στις μεταβιβάσεις ολόκληρης της εκμετάλλευσης και στις μεταβιβάσεις τμημάτων της εκμετάλλευσης, όριζαν τα εξής:
1. «Σε περίπτωση πώλησης, μίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης ολόκληρης της εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εξ ολοκλήρου στον παραγωγό που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση.»
2. «Όταν ένα ή περισσότερα τμήματα μιας εκμετάλλευσης πωλούνται, μισθώνονται ή μεταβιβάζονται κληρονομικά, οι αντίστοιχες ποσότητες κατανέμονται μεταξύ των παραγωγών που εκμεταλλεύονται την εκμετάλλευση κατ’ αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γάλακτος ή σύμφωνα με άλλα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται από τα κράτη μέλη».
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διατάξεων, συνήχθη το συμπέρασμα ότι «ο γεωργός που επιθυμεί να εγκατασταθεί ως γαλακτοπαραγωγός πρέπει να αποκτήσει εκμετάλλευση στην οποία αντιστοιχεί γαλακτοκομική ποσόστωση (5)». Ο γεωργός δεν έχει απόλυτο δικαίωμα στην ποσόστωση γάλακτος. Πράγματι, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «το δικαίωμα ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται από την κοινοτική έννομη τάξη δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα διάθεσης, για κερδοσκοπικούς σκοπούς, πλεονεκτήματος, όπως οι ποσότητες αναφοράς που χορηγούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγοράς, το οποίο δεν προέρχεται από τα περιουσιακά στοιχεία ή την επαγγελματική δραστηριότητα των ενδιαφερομένων (6)». Ως εκ τούτου, σε περίπτωση μεταβίβασης εκμετάλλευσης ή τμήματος εκμετάλλευσης, η κατανομή της ποσόστωσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών δεν πραγματοποιείται σε σχέση με τα εμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα, αλλά «ανάλογα με τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γάλακτος ή σύμφωνα με άλλα αντικειμενικά κριτήρια».
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η υπόθεση του καταγγέλλοντος εξετάστηκε κατά τη διάρκεια των ετών από διάφορες αρχές. Ένας διαιτητής ήταν ο πρώτος που το εξέτασε το 1990. Εκείνη την εποχή, η στάση του καταγγέλλοντος ήταν διαφορετική από την παρούσα, δεδομένου ότι δεν επικαλέστηκε την ελευθερία μεταφοράς της ποσόστωσής του από τη μία εκμετάλλευση στην άλλη, αλλά ότι «η αλλαγή της ταυτότητας της εταιρικής σχέσης και η αλλαγή της παραγωγής και η μεταφορά της παραγωγής από [την παλαιά εκμετάλλευση] στη [νέα εκμετάλλευση] δεν συνιστούσαν αλλαγή της κατοχής μέρους μιας εκμετάλλευσης σύμφωνα με το [νόμο του Ηνωμένου Βασιλείου]». Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι ο καταγγέλλων δεν αγνοούσε το γεγονός ότι η υπόθεσή του έπρεπε να εξεταστεί στο πλαίσιο των κανόνων σχετικά με τη μεταβίβαση μιας εκμετάλλευσης.
Ο διαιτητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά την παλαιά εκμετάλλευση, υπήρξαν τρεις αλλαγές επαγγέλματος κατά την περίοδο από τις 12 Φεβρουαρίου 1990 έως τις 25 Μαρτίου 1990. Όσον αφορά την κατανομή των ποσοστώσεων γάλακτος μεταξύ των δύο εκμεταλλεύσεων, δηλαδή της παλαιάς και της νέας εκμετάλλευσης, ο διαιτητής εφάρμοσε τα κριτήρια που ορίζονται στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με «τις εκτάσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή γάλακτος κατά τα πέντε έτη που προηγήθηκαν της αλλαγής επαγγέλματος». Ως εκ τούτου, ο διαιτητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανομή της γαλακτοκομικής ποσόστωσης στη νέα εκμετάλλευση θα ήταν ελάχιστη. Ο υπολογισμός του διαιτητή, με βάση τις εκτάσεις των σχετικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων και τη χρονική στιγμή της κατοχής τους, είχε ως αποτέλεσμα το κύριο μέρος της γαλακτοκομικής ποσόστωσης να κατανεμηθεί στην παλαιά γεωργική εκμετάλλευση. Ως εκ τούτου, η κατανομή της γαλακτοκομικής ποσόστωσης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 1546/88, δηλαδή «ανάλογα με τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γάλακτος ή σύμφωνα με άλλα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται από τα κράτη μέλη».
Η απόφαση του διαιτητή επανεξετάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο και το Εφετείο. Η απόφαση του τελευταίου κατέστη τελεσίδικη, καθώς δεν έγινε δεκτή περαιτέρω προσφυγή στη Βουλή των Λόρδων. Το Εφετείο απέρριψε τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με τις επιπτώσεις των αλλαγών στην κατοχή των δύο γεωργικών εκμεταλλεύσεων δηλώνοντας ότι «αν οι Α και Β και Γ καταλαμβάνουν μονάδα παραγωγής για τους σκοπούς της ποσόστωσης γάλακτος και οι Α και Β εγκαταλείπουν, τερματίζοντας την εταιρική σχέση, υπάρχει /.../ σαφώς αλλαγή επαγγέλματος όταν οι Γ και Δ σχηματίζουν νέα και διακριτή εταιρική σχέση και αναλαμβάνουν επαγγελματική δραστηριότητα. /.../ Είναι σαφές από αυτό /.../ ότι όταν οι Κανονισμοί μιλούν για «μεταβίβαση» μιλούν με όρους κατοχής και όχι νόμιμου τίτλου. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αλλαγή επαγγέλματος στις αρχές Μαρτίου είχε παρεμφερές έννομο αποτέλεσμα με την πώληση, τη μίσθωση ή την κληρονομική μεταβίβαση. Για τον λόγο αυτό επίσης /.../ Απορρίπτω την έφεση.»
Η Επιτροπή θεωρεί σαφές από τα ανωτέρω ότι, ακόμη και αν ο καταγγέλλων θεωρεί τώρα ότι ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της γαλακτοκομικής δραστηριότητας και της σχετικής ποσόστωσης που υπήρχε στην παλαιά εκμετάλλευση και ότι θα μπορούσε να τη μεταβιβάσει στη νέα εκμετάλλευση, η άποψη αυτή, δυστυχώς, δεν αντιστοιχεί στην έννοια της γαλακτοκομικής ποσόστωσης σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς. Ο καταγγέλλων δεν έλαβε υπόψη τον υφιστάμενο δεσμό μεταξύ της ποσόστωσης και της εκμετάλλευσης και υποτίμησε τις συνέπειες των τροποποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν μέσω των διαδοχικών εταιρικών σχέσεων που εκμεταλλεύτηκαν τις δύο εκμεταλλεύσεις. Επομένως, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι υπέστη δυσμενή διάκριση ως μισθωτής είναι αβάσιμο. Η κατανομή της γαλακτοκομικής ποσοστώσεως μεταξύ των δύο εκμεταλλεύσεων έγινε λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες εκτάσεις τους και τη διάρκεια της εκμεταλλεύσεώς τους, χωρίς να έχει σημασία η προσωπική ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή του μισθωτή.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η υπόθεση Thomsen απλώς επιβεβαιώνει την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου και δεν δικαιολογεί την επανεξέταση της υπόθεσης του καταγγέλλοντος.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εμμένει στην καταγγελία του και διατυπώνει συνοπτικά τις ακόλουθες συμπληρωματικές παρατηρήσεις:
Στο Staffordshire County Council χορηγήθηκε η γαλακτοκομική ποσόστωση παρά το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ την πρόθεση να εκμισθώσει εκ νέου τη γη για παραγωγή γάλακτος. Αντ’ αυτού, το κομητειακό συμβούλιο συμπλήρωσε έντυπο του συμβουλίου εμπορίας γάλακτος ζητώντας την καταχώριση της γαλακτοκομικής ποσόστωσης στη διεύθυνση του γραφείου του, από όπου το κομητειακό συμβούλιο εκμίσθωσε τη γαλακτοκομική ποσόστωση με σημαντικό κέρδος. Οι ενέργειες αυτές έρχονται σε αντίθεση με την υπόθεση Thomsen, η οποία ορίζει ότι οι ποσοστώσεις γάλακτος πρέπει να χορηγούνται στους παραγωγούς και όχι σε εκτάσεις που δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή γάλακτος.
Οι (7) κατευθυντήριες γραμμές του MAFF προς τον πράκτορά τους, το Milk Marketing Board, ήταν ότι οι ποσοστώσεις γάλακτος μπορούσαν να μεταφερθούν από μεμονωμένους παραγωγούς. Το Συμβούλιο Εμπορίας Γάλακτος χορήγησε την ποσόστωση γάλακτος στον καταγγέλλοντα και στη σύζυγό του, δηλαδή στην εταιρεία WE & RA H., στη νέα εκμετάλλευση. Με έγγραφο της 5ης Ιουλίου 1990, η MAFF προσδιόρισε την WE &, την RA H. ως εκδοχέα και τον M. &, την V. H. &, Son ως εκχωρητή. Ωστόσο, η οικογένεια H. ενημερώθηκε από τον εκπρόσωπο του MAFF ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί μεταβίβαση μέρους μιας εκμετάλλευσης και ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην υπόθεση βάσει αυτής της συμβουλής. Ο κανονισμός 1546/88 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τους δικούς τους κανόνες, πράγμα που στο Ηνωμένο Βασίλειο σημαίνει ότι ο μεταβιβάζων και ο εκδοχέας μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τη μεταβίβαση γαλακτοκομικής ποσόστωσης (Statutory Instruments 1989, Schedule 4, Regulation 1 (3)). Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (8) επιτρέπει τη μεταφορά γαλακτοκομικών ποσοστώσεων εντός των κρατών μελών, δηλαδή μια γαλακτοκομική ποσόστωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλού από έναν παραγωγό. Επομένως, εν προκειμένω, η εταιρική σχέση μεταξύ του ζεύγους V H. & Son μπορούσε να μεταφέρει την ποσόστωση γάλακτος από τη μία εκμετάλλευση στην άλλη εντός της εκμεταλλεύσεως.
Ο διαιτητής διέθεσε την ποσόστωση γάλακτος σε «γη», όχι σε «παραγωγούς», όπως απαιτείται από την υπόθεση Thomsen. Η ενδεχόμενη χορήγηση της γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στην παλαιά εκμετάλλευση ήταν παράνομη, δεδομένου ότι η εκμετάλλευση αυτή δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή γάλακτος. Ωστόσο, το Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου εξέτασε μόνο το ζήτημα αν υπήρξε μεταβίβαση εκμετάλλευσης και αρνήθηκε να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η γαλακτοκομική ποσόστωση έπρεπε να κατανεμηθεί σε γη ή σε παραγωγό.
Ο καταγγέλλων αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο το συμβούλιο της κομητείας του Staffordshire θα μπορούσε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε διαιτησία, δεδομένου ότι ουδέποτε σκόπευε να χρησιμοποιήσει την παλαιά εκμετάλλευση για την παραγωγή γάλακτος. Αμφισβητεί επίσης τους λόγους για τους οποίους δεν επιτράπηκε στους H.s. να συμφωνήσουν μεταξύ τους σχετικά με τη μεταβίβαση της γαλακτοκομικής ποσόστωσης όταν το Milk Marketing Board αποδέχθηκε αρχικά αυτόν τον τρόπο δράσης. Αλλά κυρίως διερωτάται γιατί η Επιτροπή δεν έχει λάβει μέτρα κατά των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου επειδή αγνοούν συνεχώς τη νομοθεσία της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Επί του παραδεκτού της διοικητικής ενστάσεως1.1 Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η καταγγελία πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ και τα άρθρα 1.3 και 2.7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, δεδομένου ότι τα γεγονότα που επικαλείται ο καταγγέλλων έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο νομικών διαδικασιών ή δικαστικών αποφάσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχουν εξεταστεί από την Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι, σε κάθε περίπτωση, η καταγγελία θα πρέπει να κηρυχθεί αβάσιμη, δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέτασε την υπόθεση του καταγγέλλοντος σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές και, ως εκ τούτου, βάσει του άρθρου 195 της συνθήκης ΕΚ, δεν συντρέχουν λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
1.2 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του αφορά εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να επιβάλει την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι το ζήτημα της εικαζόμενης παράλειψης της Επιτροπής ως προς το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας. Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές κατά την εξέταση της υπόθεσης του καταγγέλλοντος, αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί από τον Διαμεσολαβητή μετά την έρευνά του. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ενήργησε σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές αφορά την ουσία της υπόθεσης και δεν επιτρέπει στον Διαμεσολαβητή να κηρύξει την καταγγελία αβάσιμη χωρίς να προβεί σε ανάλυση της υπόθεσης.
1.3 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει ήδη ασχοληθεί με την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η πάγια πρακτική του είναι να θεωρεί ότι δεν υπάρχουν λόγοι για έρευνα από τον Διαμεσολαβητή εάν άλλο αρμόδιο όργανο έχει ήδη ασχοληθεί με το θέμα. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή Αναφορών δεν φαίνεται να έχει ασχοληθεί με το καταγγελλόμενο θέμα, δηλαδή την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να επιβάλει την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
1.4 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν αποδέχεται τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με το παραδεκτό της καταγγελίας και, ως εκ τούτου, θα εξετάσει την ουσία της υπόθεσης στο μέρος 2 κατωτέρω.
2 Επί της προβαλλομένης μη τηρήσεως της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου2.1 Η καταγγελία αφορά τον χειρισμό από την Επιτροπή της ανησυχίας του καταγγέλλοντος ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν εφαρμόζει το σύστημα ποσοστώσεων γάλακτος σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς 1546/88 και 857/84 και την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Thomsen (9). Ο εκλιπών πατέρας του καταγγέλλοντος ήταν ο μισθωτής μιας εκμετάλλευσης στην οποία είχε χορηγηθεί γαλακτοκομική ποσόστωση στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης του κ. &, της κας V H. &, του υιού ως γαλακτοπαραγωγού που εκμεταλλευόταν την εκμετάλλευση («παλαιά εκμετάλλευση»). Στις 27 Φεβρουαρίου 1999, ο καταγγέλλων, ως υιός της σύμπραξης, αγόρασε χωριστή εκμετάλλευση («η νέα εκμετάλλευση»). Η παραγωγή γάλακτος μεταφέρθηκε από την παλαιά στη νέα εκμετάλλευση την 1η Μαρτίου 1990 σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Την ίδια ημέρα, ο κ. & η κ. V H. έπαυσε να είναι παραγωγοί, αλλά ο καταγγέλλων συνέχισε να παράγει γάλα στη νέα εκμετάλλευση σε μια νέα εταιρική σχέση γνωστή ως WE & RA H. Το 1991, μια διαιτητική απόφαση, η οποία αργότερα επικυρώθηκε από τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου, διαπίστωσε ότι η WE & RA H. και η νέα εκμετάλλευση ήταν επιλέξιμες μόνο για λιγότερο από το 0,1 % της ποσόστωσης, παρά τη μεταφορά που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του κ. & κα V H. & Son και WE & RA H. την 1η Μαρτίου 1990. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η διαιτητική απόφαση θα έπρεπε να είχε κατανείμει την ποσόστωση γάλακτος στην WE & RA H. ως παραγωγούς, δεδομένου ότι ο ενοικιαστής της παλαιάς εκμετάλλευσης, κ. & κα V H. & Son, δεν είχε την πρόθεση να παράγει γάλα. Αντιθέτως, η γαλακτοκομική ποσόστωση κατανεμήθηκε στον ιδιοκτήτη του παλαιού αγροκτήματος, το Staffordshire County Council, παρά το γεγονός ότι το County Council δεν διαχειριζόταν την εκμετάλλευση, δεν ήταν παραγωγοί και δεν είχε καν την πρόθεση να γίνει παραγωγός. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Thomsen. Ωστόσο, η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει μέτρα σχετικά με το θέμα αυτό αφού ο καταγγέλλων είχε ζητήσει, με επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2003, να επανεξεταστεί η υπόθεσή του υπό το πρίσμα της υπόθεσης Thomsen.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέλειψε να επιβάλει την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μη ενεργώντας κατά της μη συμμόρφωσης του Ηνωμένου Βασιλείου με τις κοινοτικές νομικές πράξεις και τη νομολογία σχετικά με τις ποσοστώσεις γάλακτος.
2.2 Η Επιτροπή υπενθυμίζει την επιστολή του καταγγέλλοντος της 1ης Φεβρουαρίου 2003, με την οποία ζήτησε από την Επιτροπή να εκτελέσει την υπόθεση Thomsen, την οποία θεωρούσε πανομοιότυπη με τη δική του υπόθεση. Η Επιτροπή δηλώνει ότι απάντησε στον καταγγέλλοντα με επιστολή της 7ης Μαρτίου 2003, εκθέτοντας λεπτομερώς και αιτιολογημένα τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν συμφώνησε με τη θέση του καταγγέλλοντος όσον αφορά την υπόθεση Thomsen. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επιστολή του καταγγέλλοντος της 1ης Φεβρουαρίου 2003 αντιμετωπίστηκε κατάλληλα.
Όσον αφορά την ουσία των ανησυχιών που έθεσε υπόψη του ο καταγγέλλων, η Επιτροπή παραπέμπει στον τότε ισχύοντα κανονισμό 1546/88, άρθρο 7.2, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση μεταβίβασης εκμετάλλευσης ή τμήματος εκμετάλλευσης, η κατανομή της ποσόστωσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών δεν πραγματοποιείται λαμβανομένων υπόψη των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων, αλλά «ανάλογα με τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γάλακτος ή σύμφωνα με άλλα αντικειμενικά κριτήρια». Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η κατανομή της γαλακτοκομικής ποσόστωσης από τον διαιτητή, η οποία επικυρώθηκε από τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου, βασίστηκε στα κριτήρια που ορίζονται στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με «τις εκτάσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή γάλακτος κατά τα πέντε έτη που προηγήθηκαν της αλλαγής επαγγέλματος». Ο υπολογισμός του διαιτητή, με βάση τις εκτάσεις των σχετικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων και τη χρονική στιγμή της κατοχής τους, είχε ως αποτέλεσμα το κύριο μέρος της γαλακτοκομικής ποσόστωσης να κατανεμηθεί στην παλαιά γεωργική εκμετάλλευση. Ως εκ τούτου, η κατανομή της γαλακτοκομικής ποσόστωσης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 1546/88, δηλαδή «ανάλογα με τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γάλακτος ή σύμφωνα με άλλα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται από τα κράτη μέλη».
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο καταγγέλλων δεν έλαβε υπόψη τον υφιστάμενο δεσμό μεταξύ της ποσόστωσης και της εκμετάλλευσης και υποτίμησε τις συνέπειες των τροποποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν μέσω των διαδοχικών εταιρικών σχέσεων που εκμεταλλεύτηκαν τις δύο εκμεταλλεύσεις. Κατά την Επιτροπή, η κατανομή της γαλακτοκομικής ποσοστώσεως μεταξύ των δύο εκμεταλλεύσεων πραγματοποιήθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες εκτάσεις τους και τη διάρκεια της εκμεταλλεύσεώς τους, χωρίς να έχει σημασία η προσωπική ιδιότητα του κυρίου ή του μισθωτή. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν υπέστη διακρίσεις λόγω της ιδιότητάς του ως μισθωτή.
2.3 Πριν προβεί σε ανάλυση του σκεπτικού που προέβαλαν τα μέρη, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι η έρευνά του περιορίζεται στη διερεύνηση του κατά πόσον η Επιτροπή, κατά την εξέταση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 1ης Φεβρουαρίου 2003 και τη μη ανάληψη δράσης κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν και εντός των ορίων της νομικής εξουσίας της.
2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η καταγγελία περιστρέφεται γύρω από την επιστολή του καταγγέλλοντος της 1ης Φεβρουαρίου 2003 και την αντίδραση της Επιτροπής στην επιστολή αυτή. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι στην επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2003, ο καταγγέλλων παραπέμπει στην αναφορά του προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δηλώνοντας ότι η Επιτροπή «αποφάσισε ότι στην περίπτωσή του θα πρέπει να χορηγηθεί στον ιδιοκτήτη της γης η ποσόστωση γάλακτος» και ότι η Επιτροπή «απέρριψε την αναφορά [του] δηλώνοντας ότι, παρόλο που [αυτός] ήταν ο παραγωγός [αυτός] δεν δικαιούνταν την ποσόστωση γάλακτος». Ο καταγγέλλων ζητεί από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της βάσει 1) της υπόθεσης Thomsen· 2) το γεγονός ότι ο διαιτητής του Ηνωμένου Βασιλείου υπερέβη τα όρια της εντολής του κατά την κατανομή της ποσόστωσης· και 3) το γεγονός ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο οι ενοικιαστές δεν επιτρέπεται να μετακινούν τις ποσοστώσεις γάλακτος με τον ίδιο τρόπο όπως οι παραγωγοί που κατέχουν τη γεωργική τους γη. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η υπόθεση Thomsen είναι πανομοιότυπη με τη δική του κατάσταση και ότι, στην υπόθεση Thomsen, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η γαλακτοκομική ποσόστωση θα πρέπει να παραμείνει στον μισθωτή/παραγωγό εάν, κατά τη λήξη της μίσθωσης, ο ιδιοκτήτης γης δεν προτίθεται να παράγει γάλα.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην απάντησή της της 7ης Μαρτίου 2003, η Επιτροπή υπενθυμίζει τις διαπιστώσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην υπόθεση Thomsen, δηλαδή ότι κατά τη λήξη της μίσθωσης, ο εκμισθωτής μπορεί να αποκτήσει γαλακτοκομική ποσόστωση μόνον εάν είναι γαλακτοπαραγωγός ή εάν μεταβιβάσει τη διαθέσιμη ποσόστωση της εκμετάλλευσης σε τρίτον που είναι γαλακτοπαραγωγός. Η Επιτροπή δηλώνει, ωστόσο, ότι δεν συμφωνεί με την ερμηνεία του καταγγέλλοντος στην υπόθεση Thomsen, δηλαδή ότι σε περίπτωση που ο εκμισθωτής δεν είναι παραγωγός γάλακτος κατά τη λήξη της μίσθωσης, η ποσόστωση παραμένει στον μισθωτή/παραγωγό. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι μια γαλακτοκομική ποσόστωση συνδέεται με τη γη και ότι, όταν λήξει η μίσθωση της γης, ο μισθωτής/παραγωγός δεν έχει αξίωση να διατηρήσει την ποσόστωση λόγω του ότι ο εκμισθωτής δεν είναι γαλακτοπαραγωγός. Κατά την Επιτροπή, η σημασία της υποθέσεως Thomsen συνδέεται με τα γεγονότα που ακολούθησαν την ανακατανομή της ποσοστώσεως στον εκμισθωτή. Σε περίπτωση που ο εκμισθωτής δεν καταφέρει, εντός της κατάλληλης προθεσμίας, είτε να επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος είτε να προβεί σε νέα μεταβίβαση της εκμετάλλευσης και της ποσόστωσης, η ποσόστωση επιστρέφει στο εθνικό απόθεμα. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι ο διαιτητής υπερέβη τα όρια της εντολής του, η Επιτροπή δηλώνει ότι μπορεί να διατυπώσει παρατηρήσεις μόνο υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, βάσει του οποίου θεωρεί ότι δεν υπήρχε λόγος να χορηγηθεί η γαλακτοκομική ποσόστωση στο ζεύγος H. & Son. Το ζεύγος H. & Son είχε παύσει την παραγωγή γάλακτος πριν από τη λήξη της μισθώσεως και είχε επιπλέον μεταβιβάσει την ποσόστωση που αντιστοιχούσε στην εκμισθωθείσα εκμετάλλευση σε χωριστή εκμετάλλευση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να παράσχει καμία βοήθεια στον καταγγέλλοντα σχετικά με το θέμα.
2.5 Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος κατά της Επιτροπής βασίζεται στην άποψη ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο όπως ερμηνεύθηκε και αποσαφηνίστηκε στην υπόθεση Thomsen, οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου θα έπρεπε να είχαν κατανείμει την ποσόστωση γάλακτος στον καταγγέλλοντα και στη νέα του εκμετάλλευση και δεν θα έπρεπε να την έχουν κατανείμει στο κομητειακό συμβούλιο. Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν και εντός των ορίων της νομικής εξουσίας της κατά την εξέταση του θέματος, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να προβεί σε δική του εκτίμηση των γεγονότων και των περιστάσεων που σχετίζονται με την υπόθεση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά το διαθέσιμο υλικό και κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα.
2.6 Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η έννοια της «εκμετάλλευσης» φαίνεται να σημαίνει όλες τις μονάδες παραγωγής που διαχειρίζεται ένας παραγωγός. Επομένως, μια εκμετάλλευση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες εκμεταλλεύσεις. Ως «παραγωγός» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων που εκμεταλλεύονται μια εκμετάλλευση (10). Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων αγόρασε τη νέα εκμετάλλευση τον Φεβρουάριο του 1990 και ότι, για σύντομο χρονικό διάστημα, η παλαιά και η νέα εκμετάλλευση λειτουργούσαν από κοινού ως μία εκμετάλλευση στο πλαίσιο μιας ενιαίας εταιρικής σχέσης. Η μίσθωση του παλαιού αγροκτήματος φαίνεται να έληξε τον Μάρτιο του 1990, γεγονός που συνεπάγεται τη μεταβίβαση μέρους της εκμετάλλευσης (δηλαδή του παλαιού αγροκτήματος που επανήλθε στα χέρια του κομητειακού συμβουλίου). Σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομική διάταξη στην οποία αναφέρονται τα μέρη - άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 1546/88 - η γαλακτοκομική ποσόστωση πρέπει να «κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που εκμεταλλεύονται την εκμετάλλευση κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γάλακτος ή σύμφωνα με άλλα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται από τα κράτη μέλη». Φαίνεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε ορίσει ως αντικειμενικά κριτήρια «τις εκτάσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή γάλακτος κατά τα πέντε έτη που προηγήθηκαν της αλλαγής επαγγέλματος». Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της μεταβίβασης μέρους της εκμετάλλευσης, η παραγωγή γάλακτος στο πλαίσιο της σχετικής ποσόστωσης είχε πραγματοποιηθεί κυρίως στην παλαιά εκμετάλλευση, ο διαιτητής φαίνεται να απέδωσε το σημαντικότερο μέρος της γαλακτοκομικής ποσόστωσης στην παλαιά εκμετάλλευση και στο κομητειακό συμβούλιο.
Όσον αφορά την υπόθεση Thomsen, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 3950/92 (11), κατά τη λήξη της μίσθωσης μιας εκμετάλλευσης γαλακτοπαραγωγής, η γαλακτοκομική ποσόστωση που συνδέεται με αυτήν, κατ' αρχήν, επιστρέφεται στον εκμισθωτή μόνο όταν αυτός έχει την ιδιότητα του γαλακτοπαραγωγού. Το Δικαστήριο συνεχίζει, ωστόσο, διευκρινίζοντας ότι το άρθρο 7.2 δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να εμποδίζει τον εκμισθωτή να μεταβιβάσει την εκμετάλλευση σε τρίτο γαλακτοπαραγωγό, με την ποσόστωση γάλακτος που συνδέεται με την εκμετάλλευση αυτή, όταν ο ίδιος δεν προτίθεται να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της μισθώσεως. Συναφώς, η προσωρινή απόκτηση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως από μη παραγωγό εκμισθωτή επιτρέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά για όσο το δυνατόν μικρότερο χρονικό διάστημα (12).
2.7 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη την ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση του καταγγέλλοντος βάσει της νομοθεσίας και της πρακτικής του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η υπόθεση Thomson - η οποία αποτελεί το κρίσιμο σημείο της καταγγελίας - αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 3950/92 και όχι την ερμηνεία του άρθρου 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 1546/88. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι, με βάση την υπόθεση Thomsen, το άρθρο 7.2 του κανονισμού 3950/92 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ορίζει ότι μια γαλακτοκομική ποσόστωση πρέπει να παραμένει στον γαλακτοπαραγωγό μισθωτή όταν, κατά τη λήξη της μίσθωσης, ο ιδιοκτήτης της γης στην οποία συνδέεται η ποσόστωση δεν προτίθεται να παράγει γάλα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο είναι η ανώτατη αρχή για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
2.8 Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή φαίνεται ότι ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν και εντός των ορίων της νομικής εξουσίας της, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, παρά την υπόθεση Thomsen, δεν μπορεί να βοηθήσει τον καταγγέλλοντα όσον αφορά το ζήτημα που τον αφορά. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
3 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή πρέπει να τον αποζημιώσει για σημαντική ζημία.
3.2 Λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσης στο σημείο 2.8 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
4 Περαιτέρω επιχειρήματα του καταγγέλλοντος4.1 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι το Staffordshire County Council είχε καταχωρίσει την ποσόστωση γάλακτος στη διεύθυνση του γραφείου του, από όπου την εκμίσθωσε με σημαντικό κέρδος. Ο καταγγέλλων αμφισβητεί επίσης τον τρόπο με τον οποίο το κομητειακό συμβούλιο θα μπορούσε να είναι συμβαλλόμενο μέρος στη διαιτησία και τον λόγο για τον οποίο δεν επιτράπηκε στα H.s να συμφωνήσουν μεταξύ τους σχετικά με τη μεταβίβαση γαλακτοκομικής ποσόστωσης.
4.2 Όσον αφορά το θέμα της εκμίσθωσης της γαλακτοκομικής ποσόστωσης, ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να έχει θέσει το θέμα αυτό υπόψη της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν έχει το δικαίωμα να διερευνήσει τις πιθανές ενέργειες της Επιτροπής σχετικά με το θέμα. Εάν ο καταγγέλλων διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις τρέχουσες πρακτικές όσον αφορά τη μίσθωση ποσοστώσεων γάλακτος, ο Διαμεσολαβητής προτείνει στον καταγγέλλοντα να απευθυνθεί απευθείας στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα.
4.3 Όσον αφορά τη διαιτησία και τη συμφωνία για τη μεταβίβαση της γαλακτοκομικής ποσόστωσης μεταξύ των μερών, ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να υποστηρίζει ότι οι αρχές του ΗΒ χειρίστηκαν τα θέματα αυτά κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο που ίσχυε τότε. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής προτείνει στον καταγγέλλοντα να αναζητήσει περαιτέρω απαντήσεις ή επανόρθωση σε εθνικό επίπεδο σχετικά με τα θέματα αυτά.
5 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 804/68.
(2) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
(3) Υπόθεση C-401/99, Peter Heinrich Thomsen κατά Amt für ländliche Räume Husum (Προδικαστική παραπομπή), Συλλογή 2002, σ. I-5775.
(4) Αναφορά αριθ. 320/95.
(5) Υπόθεση C-2/92, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gulmann της 20ής Απριλίου 1993 (Συλλογή 1994, σ. I-955, σημείο 2).
(6) Υπόθεση C-2/92, The Queen κατά Ministry of Agriculture, Fisheries and Food, ex parte Dennis Clifford Bostock (Προδικαστική παραπομπή), Συλλογή 1994, σ. I-955, σκέψη 19.
(7) Το πρώην Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων του Ηνωμένου Βασιλείου.
(8) Υπόθεση C-5/88, Hubert Wachauf κατά Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (Προδικαστική παραπομπή), Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 13.
(9) Υπόθεση C-401/99, Peter Heinrich Thomsen κατά Amt für ländliche Räume Husum (Προδικαστική παραπομπή), Συλλογή 2002, σ. I-5775.
(10) Άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
(11) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
(12) Υπόθεση C-401/99, Peter Heinrich Thomsen κατά Amt für ländliche Räume Husum (Προδικαστική παραπομπή), Συλλογή 2002, σ. I-5775, σκέψεις 41-43.