Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1298/2004/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1298/2004/PB - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 02 Ιουνίου 2004 - Απόφαση στις Τρίτη | 18 Ιανουαρίου 2005
Ο καταγγέλλων είχε υποβάλει καταγγελία παράβασης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχετικά με εικαζόμενες παραβιάσεις της κοινοτικής οδηγίας 73/239 «περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής» από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, ισχυρίστηκε κατ’ αρχάς ότι είχε λάβει μόνο μια μη ικανοποιητική εξήγηση για τη μη απάντηση σε επιστολή που εστάλη σε υπάλληλο της Επιτροπής στις 29 Μαΐου 2003.
Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή φαίνεται γενικά να έχει καταβάλει προσπάθειες για να ενεργήσει επιμελώς κατά τον χειρισμό των επικοινωνιών του καταγγέλλοντος και ότι είχε λάβει μέτρα για τη διόρθωση του ζητήματος και είχε ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για μία καθυστέρηση που όντως σημειώθηκε. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η εξήγηση της Επιτροπής για την καθυστέρηση φαινόταν αξιόπιστη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση.
Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στις ερωτήσεις της όσον αφορά i) τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή απέσυρε μια σχεδιαζόμενη διαδικασία επί παραβάσει κατά του Ηνωμένου Βασιλείου το 1978, ii) τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή επέτρεψε (κατά την άποψή της) στο Ηνωμένο Βασίλειο να παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο και iii) τον τρόπο με τον οποίο η ίδια θα μπορούσε να επιτύχει την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μετά την εξέταση της σχετικής αλληλογραφίας, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή είχε εξηγήσει στον καταγγέλλοντα i) ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν ικανοποιημένες με τη δέσμευση του Ηνωμένου Βασιλείου να θεσπίσει την απαιτούμενη νομοθεσία, ii) ότι δεν είχε θεωρήσει ότι είχε επιτρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο να παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο και iii) ότι τα εθνικά δικαστήρια θα ήταν αρμόδια να αποφανθούν σχετικά με την προηγούμενη συμμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο.
Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η Επιτροπή είχε δώσει στον καταγγέλλοντα επαρκείς απαντήσεις και, ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης.
Τέλος, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν της είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με μια καθιερωμένη διαδικασία στο Ηνωμένο Βασίλειο που να επιτρέπει σε έναν πολίτη να λάβει αποζημίωση για απώλειες ή/και ζημίες που προκλήθηκαν από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή δήλωσε ότι στις επιστολές της προς τον καταγγέλλοντα είχαν παρασχεθεί εκτενείς πληροφορίες.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν εύλογο για την Επιτροπή, στις επικοινωνίες της με ιδιώτες σχετικά με συγκεκριμένες υποθέσεις, να περιορίσει τις πληροφορίες της σχετικά με ζητήματα αγωγών αποζημίωσης κατά κρατών μελών σε πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή δεν θα μπορούσε, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, να υποχρεωθεί να παράσχει νομικές συμβουλές σχετικά με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο ισχυρισμός δεν ήταν τεκμηριωμένος και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.
Στρασβούργο, 18 Ιανουαρίου 2005
Αξιότιμε κ. X.,
Στις 16 Ιανουαρίου 2004, μου αποστείλατε καταγγελία σχετικά με τον χειρισμό από την Επιτροπή καταγγελίας παράβασης [ καταγγελία 3 ]. Κατάλαβα ότι η καταγγελία σας στρέφεται κατά της επί της ουσίας απόφασης της Επιτροπής επί του θέματος και, ως εκ τούτου, την απέρριψα διότι είχα ήδη αποφασίσει επί του θέματος αυτού στην απόφασή μου επί της [καταγγελίας 2].
Σε τηλεφωνική συνομιλία στις 29 Απριλίου 2004, ενημερώσατε τις υπηρεσίες μου ότι δεν ήσασταν ικανοποιημένοι ούτε από την αλληλογραφία της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία σας για παράβαση. Προσδιορίσατε τους ισχυρισμούς στην επιστολή σας της 16ης Ιανουαρίου 2004 τους οποίους θέλατε να διερευνήσω. Δηλώσατε επίσης ότι θα αποστείλετε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο επιστολής της Επιτροπής, πράγμα που κάνατε, την ίδια ημέρα. Την ίδια ημέρα καταχώρισα την παρούσα καταγγελία.
Στις 7 Μαΐου 2004, οι υπηρεσίες μου τηλεφώνησαν στην Επιτροπή σχετικά με μία πτυχή της καταγγελίας σας. Στις 24 Μαΐου 2004, έλαβα αντίγραφο επιστολής που σας απέστειλε η Επιτροπή.
Στις 2 Ιουνίου 2004, άνοιξα την έρευνά μου σχετικά με την καταγγελία σας με επιστολή προς τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 31 Αυγούστου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Σεπτεμβρίου 2004.
Στις 30 Νοεμβρίου 2004 αποστείλατε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζητούσατε πληροφορίες σχετικά με την απάντησή μου στις παρατηρήσεις σας. Στις 8 Δεκεμβρίου 2004 απάντησα στο ηλεκτρονικό σας μήνυμα, ενημερώνοντάς σας ότι θα λάβετε τα πορίσματά μου σχετικά με την καταγγελία σας το αργότερο έως τα τέλη Ιανουαρίου 2005.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.
Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας αποσκοπούν στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΙστορικόΣτις 14 Απριλίου 1999, ο πρόεδρος της Επιτροπής Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαβίβασε αναφορά στον Διαμεσολαβητή, προτείνοντας να εξεταστεί ως καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο αναφέρων, ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση, θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε το καθήκον της να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή μιας κοινοτικής οδηγίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η οδηγία ήταν η οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής (οδηγία 73/239/ΕΟΚ της ΕΚ (1)), η φερόμενη ως πλημμελής εφαρμογή της οποίας από ορισμένους θεωρήθηκε ότι οδήγησε σε οικονομικές ζημίες για τους ασφαλιστές της Lloyd's (τα λεγόμενα ονόματα ). Η υπόθεση καταχωρίστηκε ως [ καταγγελία 1 ], και ο καταγγέλλων ενημερώθηκε στη συνέχεια ότι η καταγγελία ήταν απαράδεκτη επειδή δεν είχαν γίνει προηγούμενες διοικητικές ενέργειες.
Στις 16 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή [ καταγγελία 3 ]. Μετά από προσεκτική εξέταση της καταγγελίας αυτής, προέκυψε ότι ο ισχυρισμός κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αφορούσε τις εικαζόμενες παραβιάσεις της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ από το Ηνωμένο Βασίλειο κατά την περίοδο πριν από το 2000. Το ζήτημα αυτό είχε ήδη εξεταστεί από τον Διαμεσολαβητή στην απόφασή του επί της [ καταγγελίας 2 ] το 2003, στην οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:
«η Επιτροπή δικαιούται να επικεντρώσει την έρευνά της βάσει του άρθρου 226 στο κατά πόσον υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μετά την έναρξη ισχύος του [νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και αγορές (] Financial Services and Markets Act 2000)]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.»
Καθώς φαινόταν ότι ο καταγγέλλων, στην καταγγελία του της 16ης Ιανουαρίου 2004, επιθυμούσε επανεξέταση της θέσης της Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον το Ηνωμένο Βασίλειο είχε ενεργήσει κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου πριν από το 2000, η καταγγελία απορρίφθηκε.
Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης στην απάντησή του προς τον καταγγέλλοντα ότι φαινόταν να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε επικοινωνήσει μαζί του. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε ότι οι παρατηρήσεις αυτές ήταν αρκετά ακριβείς ώστε να ληφθούν υπόψη για έρευνα ως συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα, δηλώνοντας ότι ήταν ελεύθερος να υποβάλει ακριβείς ισχυρισμούς σχετικά με την αλληλογραφία μεταξύ του ιδίου και της Επιτροπής.
Επί της υπό κρίση αιτιάσεωςΣε τηλεφωνική συνομιλία στις 29 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι δεν ήταν ικανοποιημένος με την αλληλογραφία της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία του για παράβαση. Προσδιόρισε τα σημεία της καταγγελίας του της 16ης Ιανουαρίου 2004 (βλ. ανωτέρω) τα οποία ήθελε να διερευνήσει ο Διαμεσολαβητής. Ήταν οι εξής:
θ) Μη παροχή ερμηνευτικής ανακοινώσεως σχετικά με το δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη κράτος μέλος λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου·
ii) μη ικανοποιητικές και αμφισβητήσιμες εξηγήσεις για τη μη απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 2003 προς τον κ. T. (υπάλληλο της Επιτροπής)·
iii) μη ικανοποιητικές ή ελλείπουσες απαντήσεις σε τρεις ερωτήσεις που απηύθυνε ο καταγγέλλων στον κ. T. στην ίδια επιστολή·
iv) Μη παροχή πληροφοριών σχετικά με καθιερωμένη διαδικασία στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία παρέχει σε πολίτη τη δυνατότητα να επιτύχει την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
Τα σημεία i), ii) και iii) αναφέρθηκαν στην τέταρτη σελίδα της επιστολής του καταγγέλλοντος της 16ης Ιανουαρίου 2004. Αφορούσαν την επιστολή που απηύθυνε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα (την οποία υπέγραψε ο κ. Th., άλλος υπάλληλος της Επιτροπής) στις 10 Δεκεμβρίου 2003.
Το σημείο iv) αναφέρθηκε στην πέμπτη σελίδα της επιστολής του καταγγέλλοντος της 16ης Ιανουαρίου 2004. Ο καταγγέλλων εξήγησε στις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι το σημείο αυτό αφορούσε διαφορετική επιστολή υπογεγραμμένη από τον κ. Θ. Η εν λόγω επιστολή είχε ημερομηνία 3 Μαΐου 2002, έφερε τα στοιχεία VM/430/2002 και απευθυνόταν σε άλλη μία από τις Lloyd’s Names. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι θα στείλει με φαξ αντίγραφο της επιστολής στον Διαμεσολαβητή. Η τηλεομοιοτυπία ελήφθη στις 29 Απριλίου 2004.
Η υπό κρίση καταγγελία πρωτοκολλήθηκε επ’ αυτής της βάσεως και φέρει ημερομηνία 29 Απριλίου 2004.
Στις 7 Μαΐου 2004, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή τηλεφώνησαν στην Επιτροπή σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος που αναφέρεται ανωτέρω. Ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής δήλωσε ότι θα εξετάσει το θέμα. Στη συνέχεια, ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι η ερμηνευτική ανακοίνωση δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί. Θα αποστείλει επιστολή στον καταγγέλλοντα παρέχοντάς του τις πληροφορίες αυτές. Στις 24 Μαΐου 2004, ο Διαμεσολαβητής έλαβε αντίγραφο της επιστολής της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα, με ημερομηνία 13 Μαΐου 2004. Η επιστολή εξηγεί ότι η ανακοίνωση δεν είχε ακόμη προετοιμαστεί από τη Γενική Γραμματεία λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας της. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ισχυρισμός φαίνεται να έχει εξεταστεί και, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να εξετάσει μόνο τους ισχυρισμούς ii), iii) και iv). Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή της 2ας Ιουνίου 2004.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή εξέτασε συνοπτικά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος ως εξής:
Ισχυρισμός ii)(2)
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επιβεβαίωσαν την παραλαβή της επιστολής του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 2003 (που πρωτοκολλήθηκε στις 3 Ιουνίου 2003). Ο αρμόδιος υπάλληλος συνέταξε αμέσως απάντηση. Τα αρχεία της Επιτροπής κατέδειξαν σαφώς ότι το εν λόγω σχέδιο επιστολής καταρτίστηκε και αποθηκεύτηκε για τελευταία φορά στην κοινή μονάδα «j» της σχετικής μονάδας. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος υπέγραψε την επιστολή και υπέθεσε ότι η επιστολή είχε αποσταλεί. Δεν διενεργήθηκε περαιτέρω έλεγχος όσον αφορά την αποστολή της επιστολής.
Ήταν σημαντικό να έχουμε κατά νου τον εξαιρετικό όγκο των εργασιών που εμπλέκονται στην υπόθεση Lloyd's. Η Επιτροπή έλαβε 35 επίσημες καταγγελίες, ορισμένες εκ των οποίων εξ ονόματος μεγάλων ενώσεων. Ελήφθη επίσης αλληλογραφία από ενδιαφερόμενα μέρη και ιδίως από πολλούς βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εκτός από τις επίσημες καταγγελίες, η Επιτροπή έλαβε επίσης αλληλογραφία από 61 πρόσωπα ή οργανισμούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στην Επιτροπή με επιστολή της 29ης Αυγούστου 2003. Μολονότι στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι «οι επιστολές προς τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για οποιονδήποτε λόγο, δεν αναγνωρίζονται ούτε απαντώνται πάντοτε», δεν αναφερόταν ότι ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει απάντηση στην επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003. Η Επιτροπή απάντησε με επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2003 εντός της προθεσμίας που ορίζεται στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της.
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στις 23 Νοεμβρίου 2003, διευκρινίζοντας αυτή τη φορά ότι δεν είχε λάβει απάντηση στην επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διερεύνησαν αμέσως το θέμα και εξεπλάγησαν όταν διαπίστωσαν ότι η υπογεγραμμένη επιστολή δεν είχε αποσταλεί.
Η Επιτροπή απάντησε αμέσως με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2003, και πάλι σύμφωνα με τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της. Ζήτησε συγγνώμη για τη μη απάντηση στην επιστολή της 29ης Μαΐου 2003.
Η Επιτροπή ζήτησε εκ νέου συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την εποπτεία, αναφερόμενη στον πολύ μεγάλο φόρτο εργασίας του.
Ισχυρισμός iii)
Η Επιτροπή αναφέρθηκε καταρχάς στο γεγονός ότι τα ουσιαστικά ζητήματα της επιστολής του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 2003 είχαν ήδη τεθεί εξ ονόματος του καταγγέλλοντος από τον κ. Perry, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε επιστολή προς την Επιτροπή της 16ης Απριλίου 2002. Λεπτομερής απάντηση δόθηκε με επιστολή της 6ης Ιουνίου 2002.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε εξετάσει τα τρία ζητήματα που τέθηκαν στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 2003 ως εξής:
Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, ο καταγγέλλων είχε ρωτήσει γιατί «το 1978, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέσυρε τη σχεδιαζόμενη διαδικασία επί παραβάσει κατά της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου για μη μεταφορά της οδηγίας 73/239 για τις ασφαλίσεις στο αγγλικό δίκαιο (αφού επέτρεψε τη μέγιστη παράταση του χρόνου)».
Η Επιτροπή δήλωσε ότι μπορούσε μόνο να επαναλάβει τις πληροφορίες και τα συμπεράσματα που είχε προηγουμένως δώσει στον καταγγέλλοντα, δηλαδή ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν ικανοποιημένες με τη δέσμευση του Ηνωμένου Βασιλείου να θεσπίσει την απαιτούμενη νομοθεσία. Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν υποβάλει σχέδια κανονισμών και είχαν επιβεβαιώσει ότι έκαναν χρήση της διακριτικής τους ευχέρειας για να ασκούν την εποπτεία του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με την οδηγία. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι τούτο επιβεβαιώθηκε ειδικώς με έγγραφο των βρετανικών αρχών της 20ής Δεκεμβρίου 1977.
Η Επιτροπή προσέθεσε ότι δεν γνώριζε για ποιο λόγο υπήρξε καθυστέρηση τεσσάρων ετών μεταξύ της δέσμευσης του Ηνωμένου Βασιλείου και της θέσπισης σχετικής νομοθεσίας.
Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, ο καταγγέλλων είχε ρωτήσει γιατί «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέτρεψε στην αρμόδια αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου να επιτρέψει στη Lloyd's να συνεχίσει τις συναλλαγές της για τέσσερα έτη εκτός του κοινοτικού δικαίου μέχρι το 1982, όταν η οδηγία μεταφέρθηκε τελικά στο αγγλικό δίκαιο μέσω του νόμου περί ασφαλιστικών εταιρειών της εν λόγω ημερομηνίας».
Η Επιτροπή ανέφερε εκ νέου ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν επιβεβαιώσει ότι έκαναν χρήση της διακριτικής τους ευχέρειας για να ασκούν τον έλεγχο του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με την οδηγία. Επιπλέον, ανέφερε ότι υπήρχε μια σειρά από ασφαλιστικές νομοθεσίες του Ηνωμένου Βασιλείου που εφαρμόζονταν στους ασφαλιστές βάσει του νόμου περί ασφαλιστικών εταιρειών του 1974 και της σχετικής νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή επέτρεπε στις βρετανικές ασφαλιστικές εταιρίες να συναλλάσσονται κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Όσον αφορά το τρίτο ζήτημα, ο καταγγέλλων είχε δηλώσει τα εξής:
«Θα ήθελα να αμφισβητήσω τη συμβατότητα του Lloyd's Act 1982 με την οδηγία 73/239. Δεδομένου ότι αυτό μπορεί να απαιτεί την έκδοση οριστικής απόφασης από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σας παρακαλώ να με ενημερώσετε σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί αυτό. Είναι απίθανο ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να εκδοθεί από τα εθνικά δικαστήρια ενός κράτους μέλους, όταν το αποτέλεσμα θα τείνει να είναι έντονα μεροληπτικό υπέρ του κράτους μέλους».
Η Επιτροπή δήλωσε ότι ανέκαθεν προσπαθούσε να επισημάνει στους καταγγέλλοντες ότι τα εθνικά δικαστήρια ήταν αρμόδια να αποφαίνονται σχετικά με τη συμμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της ΕΕ στο παρελθόν.
Όσον αφορά τις διαδικασίες κατά κράτους μέλους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στις επιστολές της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα είχαν παρασχεθεί εκτενείς λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένων παραπομπών στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή παρέπεμψε στην επιστολή της της 10ης Δεκεμβρίου 2003 (που αναφέρεται ανωτέρω), στην οποία είχε επίσης καταστεί σαφές στον καταγγέλλοντα ότι κάθε προσφυγή έπρεπε να ασκηθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Δεν διατυπώθηκε σύσταση προς τον καταγγέλλοντα να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η εν λόγω αίτηση ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα ήταν απαράδεκτη.
Όσον αφορά τη δράση της Επιτροπής για την έκδοση οριστικής απόφασης από το Δικαστήριο, η Επιτροπή είχε επανειλημμένα καταστήσει σαφές σε όλους τους καταγγέλλοντες στον «φάκελο Lloyd» ότι «στόχος της διαδικασίας επί παραβάσει βάσει του δικαίου της ΕΕ είναι η διαπίστωση ή η αποκατάσταση της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της ΕΕ —και όχι η έκδοση απόφασης σχετικά με τη συμβατότητα ή το ασυμβίβαστο εθνικού δικαίου στο παρελθόν».
Ισχυρισμός iv)
Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή θεώρησε ότι είχε δοθεί κατάλληλη απάντηση σε αυτό στις εξηγήσεις της σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό.
Η Επιτροπή διατύπωσε επίσης πρόσθετες παρατηρήσεις για να υπογραμμίσει το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του φακέλου της Lloyd's και να αποδείξει ότι είχε επικοινωνήσει εκτενώς με τον καταγγέλλοντα.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον χειρισμό της παρούσας καταγγελίας και της σχετικής καταγγελίας από τον Διαμεσολαβητή [ C ], αναφέροντας τα εξής:
1) Δεν θεώρησε ότι ο Διαμεσολαβητής είχε διαβάσει το κείμενο της αρχικής του [ καταγγελίας 3 ] αρκετά προσεκτικά («υπάρχουν αρκετά άλλα ζητήματα που έθεσα τα οποία [ το προσωπικό σας ] δεν έχει επιλέξει να ερευνήσει [ στην παρούσα έρευνα ]. Θα εκτιμούσα μια πλήρη απάντηση σε όλες, και όχι μόνο σε ορισμένες, από τις ανησυχίες μου").
2) Θεώρησε ότι η απάντηση του Διαμεσολαβητή στην αρχική του [ καταγγελία 3 ] ήταν εσφαλμένη, δεδομένου ότι η απόφαση περί απαραδέκτου βασιζόταν (σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα) σε απόφαση του Διαμεσολαβητή που δεν αφορούσε τα ζητήματα που τον απασχολούσαν (δηλαδή την απόφαση επί της καταγγελίας Α)· δήλωσε ότι η απόφαση του Διαμεσολαβητή αφορούσε μόνο παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου κατά την περίοδο μετά το 2000, ενώ τα ζητήματα που έθεσε ο ίδιος αφορούσαν εικαζόμενες παραβιάσεις κατά την περίοδο 1978-2000.
Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι στις 20 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε δελτίο τύπου στο οποίο ανέφερε ότι «θα αποφασίσει κατά πόσον θεωρεί ότι υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου». Ζητεί από τον Διαμεσολαβητή να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους δεν έχει ληφθεί ποτέ τέτοια απόφαση.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό που δεν έγινε δεκτός για έρευνα, δηλαδή τον ισχυρισμό περί μη παροχής της ερμηνευτικής ανακοίνωσης σχετικά με το δικαίωμα αξίωσης αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε λόγω παραβίασης του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, ο καταγγέλλων φαίνεται να ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να δημοσιεύσει την εν λόγω ανακοίνωση.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις1.1 Στις 16 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε στο Διαμεσολαβητή [ καταγγελία 3 ] σχετικά με τον χειρισμό από την Επιτροπή καταγγελίας παράβασης που αφορούσε εικαζόμενες παραβιάσεις της οδηγίας 73/239 ΕΚ από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι η καταγγελία ήταν αντίθετη προς την επί της ουσίας απόφαση της Επιτροπής επί του θέματος και, ως εκ τούτου, την απέρριψε διότι είχε ήδη αποφανθεί επί του θέματος αυτού με την απόφασή του επί της [ καταγγελίας 2 ]. Σε τηλεφωνική συνομιλία στις 29 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι δεν ήταν ικανοποιημένος ούτε από την αλληλογραφία της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία του για παράβαση. Προσδιόρισε τους ισχυρισμούς στην επιστολή του της 16ης Ιανουαρίου 2004, την οποία ήθελε να διερευνήσει ο Διαμεσολαβητής. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε την παρούσα έρευνα.
1.2 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον χειρισμό από τον Διαμεσολαβητή της παρούσας καταγγελίας του και της [ καταγγελίας 3 ]. Ουσιαστικά έθιξε δύο ζητήματα: 1) ο Διαμεσολαβητής δεν είχε εντοπίσει όλους τους ισχυρισμούς του για την παρούσα έρευνα· 2) ο Διαμεσολαβητής, στην απόφασή του επί της [ καταγγελίας 3 ], κακώς παρέπεμψε στην προηγούμενη απόφασή του επί της [ καταγγελίας 2 ], δεδομένου ότι, κατά την άποψή του, η απόφαση αυτή αφορούσε μόνο την περίοδο μετά το 2000. Εκτός από τα δύο αυτά ζητήματα, προέβαλε (1) ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να δημοσιεύσει απόφαση σχετικά με την ύπαρξη παραβίασης του κοινοτικού δικαίου από το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά το γεγονός ότι δήλωσε σε ανακοινωθέν Τύπου ότι θα το έπραττε, και (2) ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να δημοσιεύσει την ερμηνευτική ανακοίνωση σχετικά με το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για ζημία που υπέστη λόγω παραβίασης του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος (3).
1.3 Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση του καταγγέλλοντος κατά του χειρισμού των καταγγελιών του από τον Διαμεσολαβητή, κατέστη ήδη σαφές στην απάντηση του Διαμεσολαβητή σε αυτόν [καταγγελία 3 ] ότι οι πολυάριθμες δηλώσεις και παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στην επιστολή καταγγελίας του δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένες ώστε να ληφθούν υπόψη για έρευνα ως ισχυρισμοί ή αξιώσεις. Κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή και του καταγγέλλοντος, ο τελευταίος διευκρίνισε τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική του, απέστειλε στον καταγγέλλοντα επιστολή με την οποία τον ενημέρωσε σχετικά με τους ισχυρισμούς που είχαν τεθεί προς διερεύνηση. Ο καταγγέλλων δεν απάντησε στην επιστολή αυτή για να ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή ότι θεωρούσε τον κατάλογο των ισχυρισμών εσφαλμένο ή ελλιπή. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η συμπερίληψη πρόσθετων ισχυρισμών σε αυτό το στάδιο της έρευνας θα καθυστερούσε αδικαιολόγητα την επανεξέταση των ισχυρισμών που έχει αναλάβει για έρευνα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν εξέτασε το κείμενο της [ καταγγελίας 2 ] προκειμένου να προσπαθήσει να εντοπίσει τυχόν τέτοιους πρόσθετους ισχυρισμούς. Ωστόσο, ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία στην οποία εκθέτει τους ακριβείς ισχυρισμούς και ισχυρισμούς του.
1.4 Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση του καταγγέλλοντος κατά του χειρισμού των καταγγελιών του από τον Διαμεσολαβητή, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την [ καταγγελία 2 ] δεν αφορούσε την περίοδο μετά το 2000, αλλά δήλωσε (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως) ότι «η Επιτροπή δικαιούται να επικεντρώσει την έρευνά της βάσει του άρθρου 226 στο κατά πόσον υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μετά την έναρξη ισχύος του [νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και αγορές (] Financial Services and Markets Act 2000)]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.» (Η υπογράμμιση δική μου.) Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε την απόφαση της Επιτροπής να μην διερευνήσει την περίοδο πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τις αγορές. Δεδομένου ότι οι ανησυχίες του καταγγέλλοντος αφορούν την περίοδο 1978-2000, η απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της [ καταγγελίας 2 ] ήταν συναφής.
1.5 Όσον αφορά τους πρόσθετους ισχυρισμούς (1) ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να δημοσιεύσει απόφαση σχετικά με την ύπαρξη παραβίασης του κοινοτικού δικαίου από το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά το γεγονός ότι δήλωσε σε ανακοινωθέν τύπου ότι θα το έπραττε, και (2) ότι ήταν επίσης κακοδιοίκηση να μην δημοσιεύσει την ερμηνευτική ανακοίνωση σχετικά με το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω παραβίασης του κοινοτικού δικαίου από ένα κράτος μέλος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κανένας από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν είναι αναγκαίος για την εξέταση των ισχυρισμών που έλαβε υπόψη για έρευνα. Ως εκ τούτου, για να μην καθυστερήσει άσκοπα η εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς, ο Διαμεσολαβητής δεν έθεσε προς διερεύνηση τους πρόσθετους ισχυρισμούς που αναφέρονται εδώ. Ωστόσο, ο καταγγέλλων είναι ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία.
2 Επί της ανεπαρκούς αιτιολογήσεως της ελλείψεως απαντήσεως στο έγγραφο της 29ης Μαΐου 20032.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει μόνο μια μη ικανοποιητική και αμφισβητήσιμη εξήγηση για τη μη απάντηση στην επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003 προς τον Τ. (υπάλληλο της Επιτροπής). Στην επιστολή αυτή, ο καταγγέλλων είχε υποβάλει ερωτήσεις σχετικά με αυτό που θεωρούσε ότι ήταν η παράνομη παράλειψη της Επιτροπής να λάβει μέτρα κατά του Ηνωμένου Βασιλείου λόγω μη συμμόρφωσης με την οδηγία 73/239 της ΕΚ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι υπήρχε πολύ μεγάλος φόρτος εργασίας στον εν λόγω τομέα και ότι η αρχική της παράλειψη απάντησης οφειλόταν σε διοικητική παράλειψη. Η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε επιβεβαιώσει την παραλαβή της επιστολής του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 2003 (που πρωτοκολλήθηκε στις 3 Ιουνίου 2003) και ότι στη συνέχεια ο αρμόδιος υπάλληλος συνέταξε αμέσως απάντηση. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος είχε υπογράψει την επιστολή και υπέθεσε ότι η επιστολή είχε αποσταλεί. Όταν ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή στις 23 Νοεμβρίου 2003 ότι δεν είχε λάβει απάντηση στην επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής διερεύνησαν αμέσως το θέμα και συνειδητοποίησαν ότι η επιστολή δεν είχε αποσταλεί. Η Επιτροπή κατέληξε δηλώνοντας ότι είχε απαντήσει με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2003, ζητώντας συγγνώμη για τη μη απάντηση στην επιστολή της 29ης Μαΐου 2003.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε διεξοδικά την αλληλογραφία που του υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή. Με βάση την εξέταση αυτή, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή φαίνεται γενικά να έχει καταβάλει προσπάθειες για να ενεργήσει επιμελώς κατά τον χειρισμό των επικοινωνιών του καταγγέλλοντος. Όταν ο καταγγέλλων ανέφερε σε επιστολή του της 23ης Νοεμβρίου 2003 ότι δεν είχε λάβει απάντηση στην επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003, η Επιτροπή διερεύνησε αμέσως το θέμα, απάντησε με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2003 και ζήτησε συγγνώμη για την αρχική της παράλειψη απάντησης.
2.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 2003 ήταν σαφώς περίπτωση κακοδιοίκησης. Ωστόσο, η Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη διόρθωση του ζητήματος και ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για τη μη απάντησή του. Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση της Επιτροπής φαίνεται αξιόπιστη και, ως εκ τούτου, δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι η παράλειψη αυτή οφειλόταν σε οποιονδήποτε άλλο λόγο πέραν της μεμονωμένης διοικητικής παράλειψης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς την έλλειψη απάντησης στην επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003 δεν έχει τεκμηριωθεί και, ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
3 Επί της ελλείψεως απαντήσεως στα ερωτήματα που τέθηκαν με το έγγραφο της 29ης Μαΐου 20033.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είτε δεν απάντησε είτε του έδωσε μη ικανοποιητικές απαντήσεις ή δεν απάντησε σε τρεις ερωτήσεις που απηύθυνε στον Τ. με την επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003. Συνοπτικά, ρώτησε γιατί η Επιτροπή απέσυρε μια σχεδιαζόμενη διαδικασία επί παραβάσει κατά του Ηνωμένου Βασιλείου το 1978, γιατί η Επιτροπή επέτρεψε (κατά την άποψή του) στο Ηνωμένο Βασίλειο να παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο και πώς ο ίδιος θα μπορούσε να επιτύχει την έκδοση απόφασης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε σε ανακοινώσεις που είχε αποστείλει είτε απευθείας στον καταγγέλλοντα είτε σε απάντηση αιτήματος που είχε υποβάλει βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξ ονόματος του καταγγέλλοντος.
3.3 Οι τρεις ερωτήσεις που απηύθυνε ο καταγγέλλων στον Τ. αφορούν όλες τις ενέργειες της Επιτροπής σχετικά με την περίοδο πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 περί χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και αγορών. Όπως προαναφέρθηκε, ο Διαμεσολαβητής, στην έρευνά του σχετικά με την [ καταγγελία 2 ]], κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η Επιτροπή δικαιούται να επικεντρώσει την έρευνά της βάσει του άρθρου 226 στο κατά πόσον υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μετά την έναρξη ισχύος του [νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και αγορές (] Financial Services and Markets Act 2000)]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας." Υπό το πρίσμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η έρευνά του σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος αποσκοπεί αποκλειστικά στην αξιολόγηση του κατά πόσον η Επιτροπή έχει δώσει επαρκείς απαντήσεις βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών. Σκοπός της έρευνάς του δεν είναι να εκτιμηθεί αν η Επιτροπή επανεξέτασε το ζήτημα αν το Ηνωμένο Βασίλειο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο κατά την περίοδο από το 1978 έως την έναρξη ισχύος του νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 περί χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και αγορών.
3.4 Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και την απάντησή της στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 2003, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή εξήγησε στον καταγγέλλοντα i) ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν ικανοποιημένες με τη δέσμευση του Ηνωμένου Βασιλείου να θεσπίσει την απαιτούμενη νομοθεσία, ii) ότι δεν θεωρούσε ότι είχε επιτρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο να παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο και iii) ότι τα εθνικά δικαστήρια θα ήταν αρμόδια να αποφανθούν σχετικά με την προηγούμενη συμμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο. Η Επιτροπή εξήγησε στη γνώμη της ότι δεν είχε συστήσει στον καταγγέλλοντα να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο, δεδομένου ότι μια τέτοια αίτηση ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα ήταν απαράδεκτη.
3.5 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έδωσε στον καταγγέλλοντα επαρκείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που τέθηκαν στην επιστολή του της 29ης Μαΐου 2003. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
4 Μη παροχή πληροφοριών σχετικά με τις διαδικασίες του Ηνωμένου Βασιλείου4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να του παράσχει πληροφορίες σχετικά με μια καθιερωμένη διαδικασία στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία επιτρέπει σε έναν πολίτη να λάβει αποζημίωση για απώλειες ή/και ζημίες που προκλήθηκαν από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
4.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι στις επιστολές της προς τον καταγγέλλοντα είχαν παρασχεθεί εκτενείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων παραπομπών στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, και ότι είχε επίσης καταστεί σαφές στον καταγγέλλοντα ότι κάθε προσφυγή έπρεπε να επιδιωχθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
4.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι εύλογο για την Επιτροπή, στις επικοινωνίες της με ιδιώτες σχετικά με συγκεκριμένες υποθέσεις, να περιορίζει τις πληροφορίες της σχετικά με ζητήματα αγωγών αποζημίωσης κατά κρατών μελών σε πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή δεν μπορεί, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, να υποχρεωθεί να παράσχει νομικές συμβουλές σχετικά με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο τέταρτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν έχει τεκμηριωθεί και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.
5 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Πρώτη οδηγία του Συμβουλίου περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, Επίσημη Εφημερίδα 1973, L 228, σ. 3.
(2) Ο ισχυρισμός i) δεν προβλήθηκε για έρευνα για τον λόγο που εξηγείται ανωτέρω.
(3) Αυτό αφορούσε τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (σχετικά με τη μη παροχή ερμηνευτικής ανακοίνωσης σχετικά με το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω παραβίασης του κοινοτικού δικαίου από ένα κράτος μέλος), ο οποίος δεν υποβλήθηκε σε έρευνα επειδή φαινόταν ότι δεν υπήρχε ερμηνευτική ανακοίνωση που θα μπορούσε να παρασχεθεί.