Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) χειρίστηκε αιτήματα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με τα ψηφιακά εργαλεία του (υποθέσεις 1192/2024/MIK και 841/2025/MIK)
Απόφαση
Υπόθεση 1192/2024/MIK - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 02 Ιουλίου 2024 - Απόφαση στις Τετάρτη | 26 Νοεμβρίου 2025 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου ( Μερικώς επιτευχθείσα διευθέτηση ) - Χώρα Τσεχική Δημοκρατία
Υπόθεση 841/2025/MIK - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 14 Απριλίου 2025 - Απόφαση στις Τετάρτη | 26 Νοεμβρίου 2025 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου ( Διευθέτηση από το όργανο ) - Χώρα Τσεχική Δημοκρατία
Υποβληθείσα αναφορά
26/06/2024Ανάλυση της αναφοράς
26/06/2024Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
02/07/2024Προκαταρκτικό αποτέλεσμα
28/10/2024Αποτέλεσμα της έρευνας
26/11/2025
Οι δύο υποθέσεις αφορούν την άρνηση της Ευρωπόλ να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με τα ψηφιακά εργαλεία της για την ανάλυση εικόνων και βίντεο, το συναίσθημα κειμένου, τις πληροφορίες ανοικτής πηγής και την αναγνώριση προσώπων. Τα επίμαχα έγγραφα είναι ένα «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου», «εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία των δεδομένων» και συναφείς γνωμοδοτήσεις του υπευθύνου θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπόλ. Αρνούμενη την πρόσβαση του κοινού στα εν λόγω έγγραφα, η Ευρωπόλ αναφέρθηκε σε διάφορες εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης προστασίας του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Έκρινε ότι η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα παρείχε πληροφορίες στους εγκληματίες σχετικά με τις τεχνικές δυνατότητές της, υπονομεύοντας έτσι την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεών της.
Βάσει ελέγχου των εγγράφων που ζητήθηκαν από την ομάδα έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε πρόταση λύσης στην υπόθεση 1192/2024/MIK, ζητώντας από την Ευρωπόλ να παράσχει μερική πρόσβαση. Η Ευρωπόλ αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και χορήγησε μερική πρόσβαση στο «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου». Επιπλέον, στην υπόθεση 841/2025/MIK, η Ευρωπόλ εφάρμοσε την ίδια προσέγγιση που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής στην παράλληλη υπόθεση και χορήγησε μερική πρόσβαση σε διάφορες γνωμοδοτήσεις του υπευθύνου θεμελιωδών δικαιωμάτων της.
Μολονότι η Ευρωπόλ δεν παρείχε πρόσβαση στις εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία των δεδομένων και απέκρυψε πληροφορίες σχετικά με τις λειτουργίες των εργαλείων, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι είχε πλέον χορηγηθεί ουσιαστική πρόσβαση του κοινού στις εν λόγω υποθέσεις. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η Ευρωπόλ είχε αποδεχθεί τη λύση της. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε, σε μελλοντικές υποθέσεις, η Ευρωπόλ να εξετάζει σε μεγαλύτερο βάθος κατά πόσον οι «εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία των δεδομένων» και άλλα έγγραφα που αφορούν παρόμοια ψηφιακά εργαλεία περιέχουν μη ευαίσθητες πληροφορίες που μπορούν να δημοσιοποιηθούν. Ο Διαμεσολαβητής θα συνεχίσει να παρακολουθεί το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο μελλοντικών καταγγελιών.
Ιστορικό των αιτιάσεων
1. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) επικουρεί τα κράτη μέλη της ΕΕ στην πρόληψη και την καταπολέμηση του σοβαρού διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, του κυβερνοεγκλήματος και της τρομοκρατίας.[1] Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπόλ μπορεί να αναπτύξει προηγμένα ψηφιακά εργαλεία για την ενίσχυση των ικανοτήτων επιβολής του νόμου όσον αφορά την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των εγκληματικών δραστηριοτήτων. Τα εργαλεία αυτά συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των αναδυόμενων προκλήσεων που θέτουν οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις τις οποίες οι εγκληματίες μπορούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους.
2. Και στις δύο περιπτώσεις, ο καταγγέλλων αναζήτησε πληροφορίες σχετικά με τα εργαλεία ψηφιακής και τεχνητής νοημοσύνης που ανέπτυξε η Ευρωπόλ. Ως εκ τούτου, υπέβαλε αίτηση για πρόσβαση του κοινού σε ένα «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου» σχετικά με ένα συγκεκριμένο εργαλείο, τις «εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων» (ΕΑΠΔ)[2] σχετικά με διάφορα εργαλεία και τις σχετικές γνωμοδοτήσεις του υπευθύνου θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΥΘΔ)[3] της Ευρωπόλ. Στην υπόθεση 1192/2025/MIK, η καταγγέλλουσα ανέφερε συγκεκριμένα τα εργαλεία για την αναγνώριση του κατά πόσον οι εικόνες και τα βίντεο συνιστούν υλικό «σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών». Στην υπόθεση 841/2025/MIK, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε άλλα εργαλεία για την ανάλυση εικόνων και βίντεο, την αναγνώριση προσώπων και την ανάλυση συναισθημάτων κειμένου, καθώς και σε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης ή μηχανικής μάθησης που επιτρέπουν την ανάλυση πληροφοριών ανοικτού κώδικα.
3. Η Ευρωπόλ αρνήθηκε να κοινοποιήσει έγγραφα στην υπόθεση 1192/2024/MIK και γνωστοποίησε εν μέρει ένα στα δέκα ταυτοποιημένα έγγραφα στην υπόθεση 841/2025/MIK. Αρνούμενη να κοινοποιήσει τα περισσότερα από τα ζητηθέντα έγγραφα, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε τις εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού όσον αφορά:
- στην υπόθεση 1192/2024/MIK: την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας των ατόμων [4], την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια [5] και την προστασία μιας εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων·[6]
- στην υπόθεση 841/2025/MIK: την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις [7].
4. Κατ’ ουσίαν, η Ευρωπόλ υποστήριξε ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν στην υπόθεση 1192/2024/MIK (ένα «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου» και η σχετική ΕΑΠΔ) δεν είχαν ποτέ οριστικοποιηθεί και ότι, ως εκ τούτου, η γνωστοποίηση των εγγράφων θα υπονόμευε μια εν εξελίξει διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η Ευρωπόλ υποστήριξε επίσης ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν στην υπόθεση εκείνη περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έπρεπε να προστατευθούν. Η Ευρωπόλ υποστήριξε επίσης ότι οι ΕΑΠΔ που ζητήθηκαν και στις δύο περιπτώσεις και οι αντίστοιχες γνωμοδοτήσεις του ΥΘΔ που ζητήθηκαν στην υπόθεση 841/2025/MIK περιέχουν λεπτομέρειες σχετικά με τις προβλεπόμενες μεθόδους έρευνας και τα τεχνικά μέσα, η αποκάλυψη των οποίων θα μπορούσε να παράσχει πλεονέκτημα στους εγκληματίες, επιτρέποντάς τους να βελτιώσουν τις στρατηγικές τους, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια. Στην υπόθεση 841/2025/MIK, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε επιπλέον την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις, υποστηρίζοντας ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα επηρέαζε αρνητικά την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των εταίρων της.
5. Ο καταγγέλλων προσέβαλε τις αποφάσεις της Ευρωπόλ να αρνηθεί την πρόσβαση (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτικές αιτήσεις»). Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπόλ είχε εφαρμόσει εσφαλμένα τις εξαιρέσεις στην πρόσβαση του κοινού, δεν είχε εξετάσει το ενδεχόμενο μερικής πρόσβασης και ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, καθώς τα εν λόγω εργαλεία εγείρουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα τόσο των θυμάτων όσο και των κατηγορουμένων (στην περίπτωση των εργαλείων που παρέχουν ψευδώς αρνητικά ή ψευδώς θετικά αποτελέσματα).[8]
6. Σε απάντηση, η Ευρωπόλ επιβεβαίωσε τις αποφάσεις της να αρνηθεί την πρόσβαση.
7. Δυσαρεστημένος από τις απαντήσεις της Ευρωπόλ, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή και αμφισβήτησε και τις δύο αποφάσεις.
8. Πέραν της ουσίας των αποφάσεων της Ευρωπόλ, ο καταγγέλλων έθεσε ένα διαδικαστικό ζήτημα, ήτοι ότι οι αρχικές και οι επιβεβαιωτικές αποφάσεις του είχαν κοινοποιηθεί από την ίδια μονάδα εντός της Ευρωπόλ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα αίτησης επανεξέτασης της αρχικής απόφασης σχετικά με την πρόσβαση του κοινού (με την υποβολή «επιβεβαιωτικής αίτησης»), όπως προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001, συνεπάγεται «προσφυγή μέσω ανεξάρτητης επανεξέτασης», η οποία, κατά την άποψή του, δεν έγινε σεβαστή στην προκειμένη περίπτωση.
Οι έρευνες
9. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνες σχετικά με την άρνηση της Ευρωπόλ να δημοσιοποιήσει τα επίμαχα έγγραφα στις υποθέσεις 1192/2024/MIK και 841/2025/MIK [9].
10. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, η Διαμεσολαβήτρια επιθεώρησε τα έγγραφα για τα οποία η Ευρωπόλ διαπίστωσε ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αιτήσεων πρόσβασης του κοινού και η ερευνητική της ομάδα πραγματοποίησε δύο συναντήσεις με εκπροσώπους της Ευρωπόλ για να συζητήσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπόλ εφάρμοσε τις εξαιρέσεις στην πρόσβαση του κοινού. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής έλαβε επίσης τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τις δύο εκθέσεις συνεδριάσεων. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έλαβε εξηγήσεις από την Ευρωπόλ σχετικά με το διαδικαστικό ζήτημα που έθεσε ο καταγγέλλων.
Υπόθεση 1192/2024/MIK
11. Στην υπόθεση 1192/2024/MIK, η Διαμεσολαβήτρια εξέδωσε πρόταση λύσης.
12. Ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε τη θέση της Ευρωπόλ ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων που αφορούν επιχειρησιακές δραστηριότητες φορέων επιβολής του νόμου, όπως η Ευρωπόλ, θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα των εν λόγω δραστηριοτήτων.
13. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε ότι η Ευρωπόλ εξακολουθεί να δεσμεύεται από τη νομοθεσία της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001). Ως εκ τούτου, η Ευρωπόλ μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση μόνον όταν η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά ένα ή περισσότερα από τα συμφέροντα που προστατεύονται από τον κανονισμό 1049/2001. Δεν αρκεί τα ζητούμενα έγγραφα να αφορούν προστατευόμενο συμφέρον [10].
14. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι τα επίμαχα έγγραφα περιγράφουν το ψηφιακό εργαλείο που προβλέπει η Ευρωπόλ και τη λειτουργία του με σχετικά γενικούς όρους. Ως εκ τούτου, δεν ήταν σαφές στον Διαμεσολαβητή με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση των περισσότερων πληροφοριών που περιέχονται στα ζητούμενα έγγραφα θα μπορούσε να υπονομεύσει τις επιχειρησιακές δραστηριότητες της Ευρωπόλ.
15. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι η Ευρωπόλ επικαλέστηκε την ανάγκη προστασίας της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων σχετικά με το επίμαχο ψηφιακό εργαλείο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Ευρωπόλ, η συγκεκριμένη διαδικασία διακόπηκε. Μολονότι η Ευρωπόλ διευκρίνισε ότι το έργο ενδέχεται να επανεξεταστεί στο μέλλον, αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη [11].
16. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η Ευρωπόλ δεν είχε εξετάσει διεξοδικά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με την ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση.
17. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην Ευρωπόλ να επανεξετάσει τη θέση της σχετικά με το αίτημα πρόσβασης του κοινού, με σκοπό τη χορήγηση μερικής πρόσβασης στα ζητούμενα έγγραφα.
18. Σε απάντηση, η Ευρωπόλ επαναξιολόγησε τα ζητηθέντα έγγραφα και χορήγησε μερική πρόσβαση στο «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου», απαλείφοντας παράλληλα τεχνικές πληροφορίες σχετικά με το προβλεπόμενο εργαλείο. Η Ευρωπόλ διατήρησε την άρνησή της να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση στην αντίστοιχη ΕΑΠΔ.
19. Όσον αφορά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, η Ευρωπόλ εξήγησε ότι, ενώ ο ΥΘΔ αναγνώρισε ορισμένες ανησυχίες σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα σε σχέση με το εργαλείο, διαπίστωσε ότι «δεν υπάρχει κίνδυνος παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων sensu stricto για την εκτέλεση του έργου [...]».
20. Η Ευρωπόλ διευκρίνισε επίσης ότι η ΕΑΠΔ δεν είχε οριστικοποιηθεί και η δημοσιοποίησή της θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπόλ, δεδομένου ότι το έγγραφο περιείχε εσωτερικές γνώμες στο πλαίσιο προκαταρκτικών συζητήσεων εντός της Ευρωπόλ.[12] Ειδικότερα, η Ευρωπόλ υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση του σχεδίου ΕΑΠΔ θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή της Ευρωπόλ σε δημόσιο έλεγχο για έγγραφο που δεν έχει επικυρωθεί από τους εμπειρογνώμονες και τη διοίκηση της Ευρωπόλ, ενώ το εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να εξακολουθήσει να υπόκειται σε σημαντικές αναθεωρήσεις. Κατά την άποψη της Ευρωπόλ, το κοινό θα μπορούσε να αντλήσει «ακούσια, εσφαλμένα συμπεράσματα» με βάση ένα τέτοιο σχέδιο σχετικά με έναν πολύ ευαίσθητο τομέα, τον αγώνα κατά της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών».
21. Επιπλέον, η Ευρωπόλ ενέμεινε στη θέση της ότι, εάν δημοσιοποιούνταν οι τεχνικές λεπτομέρειες του προβλεπόμενου εργαλείου και οι δυνητικές πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ θα έχανε την ικανότητά της να στηρίζει αποτελεσματικά τις αρχές επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη και πέραν αυτών, καθώς οι εγκληματίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις γνωστοποιούμενες πληροφορίες για τη βελτίωση των μεθόδων τους.
22. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη μερική πρόσβαση που χορηγήθηκε από την Ευρωπόλ. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την άρνηση χορήγησης πρόσβασης στην ΕΑΠΔ, καθώς, κατά την άποψή του, αυτό εμποδίζει τον δημόσιο έλεγχο του τρόπου με τον οποίο η Ευρωπόλ χρησιμοποιεί τις νέες τεχνολογίες στις δραστηριότητές της και κατά πόσον σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα εν προκειμένω.
Υπόθεση 841/2025/MIK
23. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση 841/2025/MIK, οι εκπρόσωποι της Ευρωπόλ εξήγησαν ότι η Ευρωπόλ αρνήθηκε να χορηγήσει δημόσια πρόσβαση στις ΕΑΠΔ σχετικά με άλλα ψηφιακά εργαλεία για παρόμοιους λόγους όπως στην υπόθεση 1192/2024/MIK. Προσθέτουν ότι η Ευρωπόλ δεν θεωρεί ότι οι γνώμες του ΥΘΔ σχετικά με τα ίδια εργαλεία αποτελούν αυτοτελή έγγραφα, αλλά έγγραφα που συνδέονται με τις αντίστοιχες ΕΑΠΔ.
24. Μετά τη συνάντηση με την ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας, η Ευρωπόλ χορήγησε μερική πρόσβαση στις επίμαχες γνωμοδοτήσεις του ΥΘΔ, αποκρύπτοντας πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές λεπτομέρειες των εργαλείων και άλλες ευαίσθητες πληροφορίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπόλ στηρίχθηκε στην ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις.
25. Απαντώντας στη μερική πρόσβαση που χορηγήθηκε από την Ευρωπόλ, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι απαλείψεις της Ευρωπόλ ήταν υπερβολικές, καθώς ακόμη και τα ονόματα των εργαλείων είχαν απαλειφθεί. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, δεν ήταν δυνατόν, βάσει των εγγράφων που δημοσιοποίησε η Ευρωπόλ, να γίνει κατανοητό ποια συγκεκριμένα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης αναπτύσσονται στην Ευρωπόλ. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Ευρωπόλ γνωστοποίησε ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης που καλύπτονται από το πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας της, υπό το πρίσμα των οποίων ήταν δύσκολο για αυτόν να κατανοήσει τη συνέπεια της απάντησης της Ευρωπόλ [13].
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
26. Κατά τη διάρκεια των ερευνών της Διαμεσολαβήτριας, η Ευρωπόλ συμφώνησε να δημοσιεύσει εν μέρει το «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου» (στην υπόθεση 1192/2024/MIK) και τις γνώμες του ΥΘΔ (στην υπόθεση 841/2025/MIK), παρέχοντας έτσι ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με τα εργαλεία για τα οποία ενδιαφέρεται ο καταγγέλλων. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει επίσης ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύει η Ευρωπόλ σχετικά με τις δραστηριότητές της στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας όσον αφορά τα ψηφιακά εργαλεία δεν αφορούν συγκεκριμένα εργαλεία και τις λειτουργίες τους [14].
27. Τούτου λεχθέντος, η Ευρωπόλ συνέχισε να παρακρατεί τις ΕΑΠΔ και τμήματα των δημοσιοποιημένων εγγράφων που περιέχουν τα ονόματα και τις περιγραφές των λειτουργικών δυνατοτήτων των εργαλείων, προκειμένου να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις, καθώς και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
28. Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του κατά πόσον η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα έθιγε οποιοδήποτε από τα δημόσια συμφέροντα που προστατεύονται βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001, όπως η προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις.[15] Ως εκ τούτου, η έρευνα του Διαμεσολαβητή αποσκοπούσε στην αξιολόγηση του κατά πόσον υπήρχε πρόδηλο σφάλμα στην εκτίμηση της Ευρωπόλ ως προς το θέμα αυτό.
29. Όσον αφορά τις ΕΑΠΔ, η Ευρωπόλ παρείχε συγκεκριμένα παραδείγματα στις συναντήσεις με την ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι εγκληματίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις τεχνικές πληροφορίες σχετικά με τις λειτουργίες των εργαλείων που παρέχονται στα εν λόγω έγγραφα για τη βελτίωση των μεθόδων τους, υπονομεύοντας έτσι την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις πρόσθετες πληροφορίες που έλαβε από την Ευρωπόλ σε εμπιστευτική βάση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν ήταν προδήλως εσφαλμένο για την Ευρωπόλ να υποστηρίξει ότι δεν μπορεί να αποκαλύψει αυτές τις συγκεκριμένες ΕΑΠΔ με βάση την ανάγκη προστασίας της δημόσιας ασφάλειας.
30. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν φαίνεται να περιέχουν όλες οι ΕΑΠΔ που επιθεωρήθηκαν στο πλαίσιο των ερευνών εξίσου ευαίσθητες και λεπτομερείς τεχνικές πληροφορίες. Σε περίπτωση μελλοντικών αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε ΕΑΠΔ σχετικά με παρόμοια εργαλεία, η Ευρωπόλ θα πρέπει να υποβάλλει τις εν λόγω ΕΑΠΔ σε όσο το δυνατόν διεξοδικότερη ατομική αξιολόγηση βάσει του κανονισμού 1049/2001 και να αξιολογεί τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης. Η Ευρωπόλ μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού στα εν λόγω έγγραφα μόνον εάν μπορεί να αποδείξει ότι η αποκάλυψη των τεχνικών πληροφοριών που περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από εγκληματίες (ακόμη και αν οι εν λόγω λεπτομέρειες δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στις απαντήσεις της στην αίτηση πρόσβασης του κοινού προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι ευαίσθητες πληροφορίες που επιδιώκει να προστατεύσει η Ευρωπόλ). Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής θα υποβάλει αντίστοιχη πρόταση βελτίωσης.
31. Όσον αφορά τις διαγραφές στο «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου» και στις γνωμοδοτήσεις του ΥΘΔ, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ορισμένες από τις διαγραφές φαίνεται να καλύπτουν μόνο γενικές πληροφορίες σχετικά με τα εργαλεία και όχι τεχνικές λεπτομέρειες. Επιπλέον, ορισμένες από τις πληροφορίες που έχουν απαλειφθεί ενδέχεται να έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της διακριτικής ευχέρειας της Ευρωπόλ όσον αφορά την εφαρμογή της εξαίρεσης στην πρόσβαση του κοινού σχετικά με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ευρωπόλ υπέπεσε εν προκειμένω σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια θα συνεχίσει να παρακολουθεί την πρακτική της Ευρωπόλ στο πλαίσιο αυτό.
32. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν προδήλως εσφαλμένο για την Ευρωπόλ να αρνηθεί την πρόσβαση στις ΕΑΠΔ και σε μέρη άλλων εγγράφων προκειμένου να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, δεν είναι αναγκαίο ο Διαμεσολαβητής να αξιολογήσει κατά πόσον η Ευρωπόλ εφάρμοσε ορθά τις άλλες δύο εξαιρέσεις που επικαλέστηκε.
33. Υπό το πρίσμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Ευρωπόλ αποδέχθηκε την πρότασή της για λύση στην υπόθεση 1192/2024/MIK, επανεξετάζοντας τη θέση της σχετικά με το αίτημα πρόσβασης του κοινού με σκοπό τη χορήγηση μερικής πρόσβασης στα ζητούμενα έγγραφα. Στη συνέχεια, η Ευρωπόλ εφάρμοσε την ίδια προσέγγιση στην υπόθεση 841/2025/MIK και, ως εκ τούτου, την διευθέτησε.
34. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
35. Πρώτον, μολονότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει η Διαμεσολαβήτρια την εφαρμογή από την Ευρωπόλ της εξαίρεσης σχετικά με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι εξετάζει επί του παρόντος το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της έρευνάς της για την υπόθεση 376/2025/PVV [16].
36. Δεύτερον, στην επιβεβαιωτική απόφασή της στην υπόθεση 1192/2024/MIK, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε την ανάγκη προστασίας μιας εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων σχετικά με το εν λόγω εργαλείο. Ωστόσο, ανταποκρινόμενη στην πρόταση λύσης του Διαμεσολαβητή, η Ευρωπόλ ανέφερε την ανάγκη προστασίας στοιχείων και μιας κλειστής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, δηλαδή «γνώμες για εσωτερική χρήση κατά την εσωτερική προκαταρκτική ανάπτυξη και διαβούλευση με την επιχείρηση προστασίας δεδομένων».[17]
37. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο κανονισμός 1049/2001 προστατεύει από τη δημοσιοποίηση μόνο ορισμένα στοιχεία των κλειστών διαδικασιών λήψης αποφάσεων, και συγκεκριμένα «γνώμες για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου», και μόνο εάν η δημοσιοποίησή τους θα «υπονόμευε σοβαρά» τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου στο μέλλον.[18] Ενώ τα εν λόγω εσωτερικά σχόλια φαίνονται στην προκειμένη περίπτωση περιθωριακά, δεν είναι σαφές στον Διαμεσολαβητή πώς ακριβώς η δημοσιοποίηση, εν γένει, εσωτερικών σχολίων σχετικά με σχέδιο ΕΑΠΔ θα μπορούσε να «υπονομεύσει σοβαρά» τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπόλ στο μέλλον.
38. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι και τα μη οριστικοποιημένα έγγραφα υπόκεινται στον κανονισμό 1049/2001 και ότι ο προκαταρκτικός χαρακτήρας των εγγράφων από μόνος του δεν αποτελεί λόγο άρνησης της πρόσβασης του κοινού. Το κοινό είναι απολύτως σε θέση να κατανοήσει ότι ορισμένα έγγραφα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και υπόκεινται σε τροποποίηση [19]. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπόλ δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι πρέπει να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού για να προστατευθεί από τον έλεγχο όσον αφορά τα μη οριστικά έγγραφά της.
39. Τρίτον, και γενικότερα, οι εκπρόσωποι της Ευρωπόλ υποστήριξαν κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή ότι, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 4 του κανονισμού Ευρωπόλ [20], ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) τηρεί μη δημόσιο μητρώο όλων των πράξεων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν κοινοποιηθεί στον ΕΕΠΔ. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους της Ευρωπόλ, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι ΕΑΠΔ είναι τουλάχιστον εν μέρει ευαίσθητα έγγραφα.
40. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία [21], οι τομεακοί κανονισμοί που διέπουν μεμονωμένα όργανα της ΕΕ - ελλείψει ειδικών διατάξεων - δεν υπερισχύουν του κανονισμού 1049/2001. Επιπλέον, ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται πλήρως στην Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 του κανονισμού Ευρωπόλ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Ευρωπόλ μπορεί να λαμβάνει υπόψη ειδικές τομεακές διατάξεις κατά την ερμηνεία εξαιρέσεων από την πρόσβαση του κοινού βάσει του κανονισμού 1049/2001, αλλά δεν θα πρέπει να ερμηνεύει τις εν λόγω ειδικές τομεακές διατάξεις ως εισαγωγή νέων εξαιρέσεων από την πρόσβαση του κοινού ή τεκμηρίων μη δημοσιοποίησης.
41. Τέλος, όσον αφορά τη διαδικαστική ανησυχία του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει τις εξηγήσεις της Ευρωπόλ ότι η επιβεβαιωτική απόφαση στην υπόθεση 841/2025/MIK ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 [22]. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο εκτελεστικός διευθυντής της Ευρωπόλ εκδίδει την επιβεβαιωτική απόφαση, ενώ ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής που είναι αρμόδιος για την οικεία υπηρεσία λαμβάνει την αρχική απόφαση σχετικά με την πρόσβαση του κοινού. Μολονότι οι αρχικές και οι επιβεβαιωτικές αποφάσεις απεστάλησαν στον καταγγέλλοντα από την ίδια διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η Ευρωπόλ ανέφερε στον καταγγέλλοντα την αρχή λήψης αποφάσεων που είναι αρμόδια για την έκδοση της επιβεβαιωτικής απόφασης. Στο πλαίσιο αυτό, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Ευρωπόλ δεν σεβάστηκε το δικαίωμα του καταγγέλλοντος σε «διοικητική διαδικασία δύο σταδίων»[23] όσον αφορά την επεξεργασία της αίτησής του για πρόσβαση του κοινού.
Συμπεράσματα
Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει τις δύο αυτές υποθέσεις με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η Ευρωπόλ αποδέχθηκε την πρόταση λύσης της Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση 1192/2024/MIK παρέχοντας μερική πρόσβαση στο «έγγραφο έναρξης ερευνητικού έργου».
Η Ευρωπόλ διευθέτησε την υπόθεση 841/2025/MIK παρέχοντας μερική πρόσβαση στις γνωμοδοτήσεις του ΥΘΔ.
Ο καταγγέλλων και η Ευρωπόλ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Πρόταση βελτίωσης
Σε περίπτωση αιτημάτων πρόσβασης του κοινού στις ΕΑΠΔ και σε άλλα έγγραφα που αφορούν ψηφιακά εργαλεία, η Ευρωπόλ θα πρέπει να επιδιώκει τη χορήγηση μερικής πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα, με την απαλοιφή μόνο των συγκεκριμένων τεχνικών πληροφοριών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από εγκληματίες με συγκεκριμένο τρόπο για την υπονόμευση της αποτελεσματικότητας αυτών των ίδιων των εργαλείων.
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 26/11/2025
[1] Άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), ΕΕ L 135/53, https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2016/794/oj/eng.
[2] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις ΕΑΠΔ, βλ.: https://www.edps.europa.eu/data-protection-impact-assessment-dpia_en.
[3] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπόλ, βλ.: https://www.europol.europa.eu/about-europol/governance-accountability/fundamental-rights (στα αγγλικά).
[4] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ L 145/43, https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj/eng (όπως εφαρμόζεται με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ της 13ης Δεκεμβρίου 2016, https://www.europol.europa.eu/sites/default/files/documents/decision_of_the_mb_rules_applying_reg_1049_2001.pdf).
[5] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[6] Άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.
[7] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[8] Ο καταγγέλλων παρέπεμψε στη γνώμη του υπευθύνου θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπόλ που είχε προηγουμένως δημοσιοποιηθεί μέσω αιτήματος πρόσβασης του κοινού: https://www.europol.europa.eu/publications-events/publications/briefing-note-non-biding-opinion-innovation-labs-project-cse-image-classification#downloads (στα αγγλικά).
[9] Η έρευνα δεν αφορούσε την εφαρμογή από την Ευρωπόλ της νόμιμης εξαίρεσης από την πρόσβαση του κοινού όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001), η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον καταγγέλλοντα.
[10] Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2019, υπόθεση T-31/18, Izuzquiza και Semsrott κατά Frontex, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=221083&pageIndex=0&doclang=en&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=4082546, σκέψεις 61-62.
[11] Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία, βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2022, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-371/20 και T-554/20, Pollinis France κατά Επιτροπής, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?mode=DOC&pageIndex=0&docid=265442&part=1&doclang=EN&text=&dir=&occ=first&cid=22239, σκέψεις 55-60.
[12] Άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.
[13] https://www.europol.europa.eu/publications-events/publications/general-scope-for-research-and-innovation-projects-document#downloads.
[14] Βλ. υποσημείωση ανωτέρω.
[15] Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C‑266/05 P, σκέψη 64, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?language=en&num=C-266/05· Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 2019, Izuzquiza και Semsrott κατά Frontex, T-31/18, σκέψη 65, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=T-31/18.
[16] https://www.ombudsman.europa.eu/en/case/en/68246
[17] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.
[18] Βλ. άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο και δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.
[19] Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 2025, De Capitani κατά Συμβουλίου, σκέψη 113 και εκεί παρατιθέμενη προγενέστερη νομολογία, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=%2522Public%2Bopinion%2Bis%2Bperfectly%2Bcapable%2Bof%2Bunderstanding%2Bthat%2Bthe%2Bauthor%2522&docid=305619&pageIndex=0&doclang=en&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=8117999#ctx1.
[20] Κανονισμός 2016/794 (βλ. υποσημείωση 1).
[21] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 1ης Σεπτεμβρίου 2021, Homoki κατά Επιτροπής, T-517/19, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=245503&pageIndex=0&doclang=FR&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2802978, σκέψη 56.
[22] Βλ. υποσημείωση 4.
[23] Αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1049/2001.