FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 140/2004/(BB)PB κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης

Ο καταγγέλλων ήταν υπάλληλος ο οποίος κατήγγειλε την OLAF σχετικά με τον χειρισμό των πληροφοριών που της είχε υποβάλει σχετικά με εικαζόμενες παρανομίες σε κοινοτικό οργανισμό για τον οποίο είχε εργαστεί (καταγγελία «καταγγελίας δυσλειτουργιών»). Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, την έλλειψη πληροφοριών από την OLAF σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διεξαγωγή των ερευνών σχετικά με την καταγγελία του από την OLAF. Η σχετική διάταξη που ίσχυε τότε περιείχε τον όρο της «καταγγελίας δυσλειτουργιών», σύμφωνα με τον οποίο ο υπάλληλος είχε «επιτρέψει στην [OLAF] ή στην Επιτροπή να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα» προτού ο υπάλληλος μπορέσει να ενημερώσει τους προϊσταμένους άλλων συγκεκριμένων κοινοτικών οργάνων για τις εικαζόμενες παραβάσεις. Επιπλέον, προέβλεψε ότι «εύλογο χρονικό διάστημα είναι το χρονικό διάστημα που η Υπηρεσία ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, έχει ορίσει ως αναγκαίο για τη διεξαγωγή των ερευνών» και ότι «ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού ενημερώνεται δεόντως».

Στη γνωμοδότησή της, η OLAF υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι η διάταξη αυτή δεν αμφισβητήθηκε, διότι ο καταγγέλλων δεν ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί αρνητικές συνέπειες από τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών εκτός της Επιτροπής ή της OLAF. Ανέφερε επίσης ότι, ακόμη και αν η διάταξη ήταν εφαρμοστέα, είχε τηρηθεί πλήρως στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε αναφέρει ποτέ ότι πίστευε ότι είχε παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα.

Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η προαναφερθείσα διάταξη φαινόταν να έχει ως στόχο να καταστήσει δυνατό για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο να γνωρίζει πότε θα μπορούσε να αποκαλύψει τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF χωρίς να υποστεί αρνητικές συνέπειες. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, φαίνεται ότι η διάταξη δεν απαιτούσε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού να έχει ήδη υποστεί «δυσμενείς συνέπειες» ή ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού να έχει ζητήσει τις πληροφορίες σχετικά με το «εύλογο χρονικό διάστημα». Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η διάταξη επέβαλε σαφώς στην OLAF την υποχρέωση να παρέχει, σε όλες τις περιπτώσεις, στον υπάλληλο πληροφορίες σχετικά με το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ανέμενε να ολοκληρώσει την έρευνά της σχετικά με καταγγελία για «καταγγελία δυσλειτουργιών». Υπενθυμίζοντας ότι η ανώτατη αρχή για την έννοια και την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι το Δικαστήριο, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε, ως εκ τούτου, επικριτική παρατήρηση κατά της OLAF.

Ο τροποποιημένος κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης (2004) περιλαμβάνει πλέον ειδικούς κανόνες που διέπουν το θέμα αυτό (τίτλος II, «Δικαιώματα και υποχρεώσεις των υπαλλήλων»)


Στρασβούργο, 6 Ιουνίου 2005

Αξιότιμε κ. X.,

Στις 7 Ιανουαρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) για πιθανές παράνομες δραστηριότητες εντός της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («OPOCE»).

Στις 11 Φεβρουαρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον γενικό διευθυντή της OLAF. Η OLAF απέστειλε τη γνωμοδότησή της στις 7 Απριλίου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 20 Ιουνίου 2004.

Στις 21 Οκτωβρίου 2004, σας ενημέρωσα ότι είχα αποφασίσει να διεξάγω περαιτέρω έρευνες. Στις 30 Νοεμβρίου 2004, η OLAF απάντησε στις περαιτέρω έρευνές μου και σας διαβίβασα την απάντησή της για παρατηρήσεις. Μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας στις 16 Δεκεμβρίου 2004.

Στις [ημερομηνία ] 2005, η Επίσημη Εφημερίδα ανέφερε ότι είχατε ασκήσει προσφυγή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η προσφυγή σας ενώπιον του Πρωτοδικείου φαίνεται να αφορά έναν από τους ισχυρισμούς που είχα προβάλει στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, σας έγραψα στις 9 Μαρτίου 2005 για να σας δώσω την ευκαιρία να υποβάλετε τις απόψεις σας σχετικά με την πιθανή σημασία του άρθρου 1 παράγραφος 3 και του άρθρου 2 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή (1) για την υπόθεσή σας. Απαντήσατε στις 11 Μαρτίου 2005.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων ήταν υπάλληλος που είχε εργαστεί στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («OPOCE»), την υπηρεσία εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατήγγειλε την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF») όσον αφορά τον χειρισμό από την OLAF πληροφοριών που της είχε υποβάλει σχετικά με εικαζόμενες παρανομίες στην ΥΕΕΕΚ.

Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην ΥΕΕΕΚ, είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι οι προϊστάμενοί του στην ΥΕΕΕΚ είχαν χειριστεί σύμβαση αντίθετη προς τα συμφέροντα των Κοινοτήτων. Στις 31 Ιουλίου 2002, διαβίβασε τις πληροφορίες αυτές με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον γενικό διευθυντή της OLAF. Η OLAF επιβεβαίωσε την παραλαβή των πληροφοριών αυτών και κίνησε επίσημη έρευνα στις 13 Νοεμβρίου 2002.

Η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή αφορούσε διατάξεις της απόφασης C(2002) 845 της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2002. Η απόφαση αυτή καθόριζε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων που προτίθενται να καταγγείλουν εικαζόμενες παραβάσεις στην Επιτροπή (γνωστοί ως «καταγγέλτες»)(2).

Η επίδικη διάταξη της αποφάσεως αυτής ήταν το άρθρο 2, το οποίο όριζε τα εξής:

"1. Υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού που αποκαλύπτει περαιτέρω πληροφορίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, εκτός της Επιτροπής ή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης, δεν υφίσταται, ως εκ τούτου, αρνητικές συνέπειες μόνον από την Επιτροπή, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού πιστεύει έντιμα και εύλογα ότι οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται, καθώς και κάθε ισχυρισμός που περιέχεται σε αυτές, είναι ουσιαστικά αληθείς.

β) ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού έχει προηγουμένως κοινοποιήσει τις ίδιες πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης ή στην Επιτροπή και έχει παράσχει εύλογο χρονικό διάστημα στην Υπηρεσία ή στην Επιτροπή για να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα· και

γ) η γνωστοποίηση γίνεται στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· ή ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, εύλογη προθεσμία είναι η προθεσμία την οποία η Υπηρεσία ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, έχει ορίσει ως αναγκαία για τη διεξαγωγή των ερευνών και, εφόσον απαιτείται, για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων. Ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού ενημερώνεται δεόντως.

3. Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται όταν ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού μπορεί να αποδείξει ότι η περίοδος ή οι περίοδοι που ορίζει το Γραφείο ή η Επιτροπή είναι ή είναι παράλογες λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.»

Αναφερόμενος στο άρθρο 2 παράγραφος 2 που αναφέρεται ανωτέρω, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η OLAF δεν του είχε υποδείξει «εύλογο χρονικό διάστημα». Θεώρησε ότι αυτό συνιστά παράβαση του εν λόγω άρθρου.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η OLAF δεν είχε διεξαγάγει την έρευνά της αρκετά γρήγορα. Δήλωσε ότι, μετά την έναρξη της έρευνας της OLAF στις 13 Νοεμβρίου 2002, κλήθηκε σε συνέντευξη από τον γενικό διευθυντή της OLAF στις 15 Σεπτεμβρίου 2003. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο Γενικός Διευθυντής τον ενημέρωσε ότι θα λάβει πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Δεδομένου ότι δεν έλαβε περαιτέρω πληροφορίες, ο καταγγέλλων ζήτησε να ενημερωθεί είτε για το τελικό συμπέρασμα σχετικά με την έρευνα της OLAF είτε για μια καθορισμένη ημερομηνία που είχε προγραμματιστεί για την ολοκλήρωσή της. Ζήτησε τις πληροφορίες έως τις 2 Ιανουαρίου 2004. Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση στο αίτημα αυτό, ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή.

Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF καθυστέρησε αδικαιολόγητα τον χειρισμό των πληροφοριών που κοινοποιήθηκαν βάσει της απόφασης C (2002) 845 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2002, σχετικά με την έρευνα OF/[αριθμός αναφοράς]. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη της OLAF

Η καταγγελία υποβλήθηκε στην OLAF για γνωμοδότηση.

Στη γνωμοδότησή της, η OLAF διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος περί καθυστέρησης, η OLAF επισήμανε ότι το νομικό της πλαίσιο δεν προσδιόριζε την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ολοκληρωθεί η έρευνα. Έκρινε ότι το θέμα είχε διευθετηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ιδίως υπό το πρίσμα του φόρτου υποθέσεων της OLAF κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου. Εξέθεσε τα ακόλουθα σχετικά με τις ενέργειές της μετά την υποβολή από τον καταγγέλλοντα των πληροφοριών του σχετικά με την ΥΕΕΕΚ:

Στις 18 Οκτωβρίου 2002 κινήθηκε εσωτερική έρευνα· ο καταγγέλλων κλήθηκε σε συνέντευξη στις 13 Νοεμβρίου 2002 και τα σχετικά έγγραφα συγκεντρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2002· μεταξύ Οκτωβρίου 2002 και Δεκεμβρίου 2003, η υπόθεση ανατέθηκε εκ νέου δύο φορές - την πρώτη φορά επειδή ελήφθη απόφαση για την έναρξη εσωτερικής έρευνας, η οποία απαιτούσε την αντικατάσταση του αξιολογητή από ερευνητή της ομάδας εσωτερικής έρευνας, και τη δεύτερη φορά επειδή ο υπεύθυνος ερευνητής ανατέθηκε εκ νέου στην «ομάδα δράσης Eurostat», απαιτώντας την εκ νέου ανάθεση των υποθέσεών του.

Τον Δεκέμβριο του 2003, ο ανακριτής που ήταν τότε υπεύθυνος για την υπόθεση συνέταξε τελική έκθεση της υπόθεσης, στην οποία συνέστησε να περατωθεί η έρευνα χωρίς να δοθεί συνέχεια. Στις 17 Δεκεμβρίου 2003, ο ερευνητής τηλεφώνησε στον καταγγέλλοντα για να τον ενημερώσει για τα προσωρινά συμπεράσματα. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, ο καταγγέλλων διατύπωσε περαιτέρω ισχυρισμούς κατά των προϊσταμένων του στην ΥΕΕΕΚ, με αποτέλεσμα ο ερευνητής να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί. Στις 28 Ιανουαρίου 2004, ο ερευνητής τηλεφώνησε εκ νέου στον καταγγέλλοντα για να τον ενημερώσει ότι η περαιτέρω έρευνα ήταν πλήρης και ότι η σύσταση για περάτωση της υπόθεσης χωρίς παρακολούθηση παρέμεινε αμετάβλητη.

Στις 5 Φεβρουαρίου 2004, η υπόθεση περατώθηκε χωρίς να δοθεί συνέχεια. Το γεγονός αυτό κοινοποιήθηκε επισήμως στον καταγγέλλοντα στις 16 Φεβρουαρίου 2004. Ως εκ τούτου, το συνολικό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της έναρξης και της περάτωσης της έρευνας ήταν περίπου 15 μήνες.

Μετά την έκθεση αυτή, η OLAF δήλωσε ότι διαθέτει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τις έρευνες και επανέλαβε ότι δεν υποχρεούται να ολοκληρώσει καμία συγκεκριμένη έρευνα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη την προτεραιότητα κάθε έρευνας σε σύγκριση με τις άλλες έρευνες που διεξάγονται και οι πόροι κατανέμονται αναλόγως. Η καθυστέρηση αρκετών μηνών που προκύπτει από την εκ νέου ανάθεση της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη υπό τις περιστάσεις.

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η OLAF παρέπεμψε στο άρθρο 2 της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής, δηλώνοντας ότι «[σ]την παρούσα υπόθεση, το άρθρο 2 δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, διότι ο καταγγέλλων δεν ισχυρίζεται ότι υπέστη αρνητικές συνέπειες επειδή γνωστοποίησε τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF».

Η OLAF δήλωσε επίσης ότι, ακόμη και αν εφαρμοζόταν το άρθρο 2, οι απαιτήσεις του είχαν ικανοποιηθεί πλήρως στην παρούσα υπόθεση, αναφέροντας ότι «[γ]ια την έναρξη της έρευνας έως τις 31 Ιουλίου 2003, ο καταγγέλλων δεν ανέφερε ποτέ ότι πίστευε ότι είχε παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα από την πρώτη παροχή των πληροφοριών στην OLAF και ότι σκόπευε να αποκαλύψει τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF [...]».

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η γνώμη της OLAF υποβλήθηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στους ισχυρισμούς του και υπέβαλε τις ακόλουθες πρόσθετες παρατηρήσεις:

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του σχετικά με την καθυστέρηση, ο καταγγέλλων παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες νόμιμες προθεσμίες για την ολοκλήρωση των ερευνών. Ωστόσο, αναφέρθηκε στο άρθρο 11 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(3), το οποίο προβλέπει ότι «[ό]ταν μια έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη για διάστημα μεγαλύτερο των εννέα μηνών, ο διευθυντής ενημερώνει την επιτροπή εποπτείας για τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη ακόμη δυνατό να περατωθεί η έρευνα, καθώς και για τον αναμενόμενο χρόνο ολοκλήρωσής της». Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην ετήσια έκθεση της επιτροπής εποπτείας της OLAF, η οποία δημοσιεύθηκε το 2001 (δηλαδή πριν από την έρευνα της OLAF με βάση τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος), στην οποία επισημάνθηκαν προβλήματα που σχετίζονται με καθυστερήσεις στην έρευνα και δήλωσε ότι η προθεσμία των εννέα μηνών που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 7 θα πρέπει, όσον αφορά τις εσωτερικές έρευνες, «[i] στο μέλλον ... να τηρείται καταρχήν [...]».

Ο καταγγέλλων εξέτασε επίσης το ζήτημα της προτεραιότητας. Υποστήριξε, συνοπτικώς, ότι η OLAF δεν τήρησε τα κριτήρια για τον καθορισμό των προτεραιοτήτων. Αναφέρθηκε στο εγχειρίδιο της OLAF που τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2003, το οποίο περιέχει τέτοια κριτήρια. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι παρόμοια κριτήρια θα έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί ήδη πριν από την έναρξη ισχύος του εγχειριδίου.

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό (μη ενημέρωση σχετικά με τη διάρκεια της έρευνας), ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η OLAF είχε παρερμηνεύσει το άρθρο 2 της απόφασης C(2002)845 της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το άρθρο 2 θα πρέπει λογικά να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στην OLAF την υποχρέωση να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο για το χρονικό διάστημα που η OLAF ανέμενε να διαρκέσει μια έρευνα. Θεώρησε ότι το καθήκον που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν δεσμευόταν σε καμία περίπτωση από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος είχε ζητήσει ο ίδιος από την OLAF να παράσχει τις πληροφορίες, ούτε ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος είχε ήδη υποστεί αρνητικές συνέπειες. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η ερμηνεία του υποστηρίχθηκε από το άρθρο 22β του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που τέθηκε σε ισχύ μετά τη σχετική απόφαση της Επιτροπής. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής (η υπογράμμιση δική μου):

Άρθρο 22β

1. Υπάλληλος ο οποίος γνωστοποιεί περαιτέρω πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 22α στον Πρόεδρο της Επιτροπής ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, δεν υφίσταται καμία δυσμενή συνέπεια εκ μέρους του θεσμικού οργάνου στο οποίο ανήκει, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ο υπάλληλος πιστεύει έντιμα και εύλογα ότι οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται, καθώς και κάθε ισχυρισμός που περιέχεται σε αυτές, είναι ουσιαστικά αληθείς· και

β) ο υπάλληλος έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει τις ίδιες πληροφορίες στην OLAF ή στο δικό του θεσμικό όργανο και έχει παράσχει στην OLAF ή στο εν λόγω θεσμικό όργανο την προθεσμία που έχει ορίσει η Υπηρεσία ή το θεσμικό όργανο, δεδομένης της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, για να λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Ο υπάλληλος ενημερώνεται δεόντως για την προθεσμία αυτή εντός 60 ημερών.

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η εν λόγω διάταξη απλώς όριζε ακριβέστερα έναν δασμό που ήταν εγγενής στο άρθρο 2 της απόφασης C/2002)845 της Επιτροπής.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι είχε διατυπώσει παρατηρήσεις στην καταγγελία του σχετικά με την επάρκεια της έρευνας της OLAF. Υποστήριξε στον Διαμεσολαβητή ότι το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Ισχυρίστηκε ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνά της.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της OLAF και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, φάνηκε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες.

Αίτημα του Διαμεσολαβητή προς την OLAF

Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα:

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η OLAF δεν τήρησε τις κατευθυντήριες γραμμές της επιτροπής εποπτείας της OLAF και δεν τήρησε τα σχετικά κριτήρια για τον καθορισμό των προτεραιοτήτων.

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ο νέος κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης περιορίστηκε να διευκρινίσει ένα καθήκον που ήταν εγγενές στο άρθρο 2 της απόφασης C/2002)845 της Επιτροπής.

Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF να παράσχει συμπληρωματική γνώμη στην οποία να εξετάζει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν υπήρξε διεξοδική έρευνα και αποτελεσματική απάντηση στην υπόθεση OF/[αριθμός αναφοράς] από την OLAF, καθώς και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνα.

Απάντηση της OLAF στις περαιτέρω έρευνες

Στην απάντησή της στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, η OLAF επισήμανε ότι η επιτροπή εποπτείας της δεν έχει νομική εξουσία να ορίζει προθεσμίες για την ολοκλήρωση των ερευνών. Ως εκ τούτου, απέρριψε την άποψη ότι δεν είχε τηρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές που είχε καθορίσει η επιτροπή.

Όσον αφορά τον καθορισμό προτεραιοτήτων, η OLAF δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν σε θέση να κρίνει κατά πόσον η OLAF άσκησε ορθά τη διακριτική της ευχέρεια όσον αφορά την εν λόγω έρευνα υπό το πρίσμα των εκατοντάδων άλλων υποθέσεων που χειρίστηκε η OLAF εκείνη την περίοδο. Δήλωσε ότι «ακόμη και αν είχε τέτοιες γνώσεις, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της OLAF δεν εμπίπτει στην έννοια της κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται δεόντως στον έλεγχο του Διαμεσολαβητή».

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η OLAF επισήμανε, συνοπτικώς, ότι το άρθρο 22β του τροποποιημένου ΚΥΚ δεν ασκεί επιρροή για την ερμηνεία του άρθρου 2 της αποφάσεως C(2002) 845 της Επιτροπής.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι υπήρξε έλλειψη διεξοδικής έρευνας και έλλειψη αποτελεσματικής απάντησης στην υπόθεση OF/[αριθμός αναφοράς] από την OLAF, καθώς και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνα, η OLAF έκρινε ότι αυτή η πτυχή της καταγγελίας δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διαμεσολαβητή να την επανεξετάσει. Αναφερόμενη στις νομικές βάσεις του Διαμεσολαβητή, διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

"... ο όρος «κακοδιοίκηση» αναφέρεται στη μορφή και τη διαδικασία με την οποία ελήφθη μια διοικητική απόφαση και όχι στην ουσία της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι αρμόδιος να ελέγχει κατά πόσον η διαδικασία έρευνας της OLAF ήταν ορθή, δίκαιη και σύμφωνη με όλες τις ισχύουσες διαδικαστικές εγγυήσεις. Αντιθέτως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της OLAF και η απόφασή της επί ουσιαστικών θεμάτων, όπως αυτά που εγείρει ο καταγγέλλων, δεν εμπίπτουν στο πρότυπο ελέγχου της κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να προβεί σε έναν τέτοιο ουσιαστικό έλεγχο μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν το περιεχόμενο μιας απόφασης της OLAF είναι προδήλως αυθαίρετο, καταχρηστικό ή έχει «υπερβολικές εξουσίες». Εν προκειμένω, όμως, δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί αφορούν ελλείψεις, όπως τις αντιλαμβάνεται ο καταγγέλλων, όσον αφορά την ποιότητα της τελικής έκθεσης για την υπόθεση, το κατά πόσον θα έπρεπε να είχαν αναληφθεί περαιτέρω δραστηριότητες έρευνας, το κατά πόσον θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη διαφορετικοί νομικοί κανόνες, το κατά πόσον ήταν δικαιολογημένες οι αποφάσεις της OLAF να θέσει την υπόθεση στο αρχείο και το κατά πόσον δεν ήταν αναγκαία η παρακολούθηση, καθώς και μια σειρά άλλων, γενικότερων ερωτήσεων. Όλα αυτά τα ζητήματα αφορούν την ουσία των αποφάσεων της OLAF επί του θέματος και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της «κακοδιοίκησης».

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η απάντηση της OLAF στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή εστάλη στον καταγγέλλοντα, ο οποίος ενέμεινε στην καταγγελία του.

Προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του δικαστηρίου

Στις [ημερομηνία] 2005, η Επίσημη Εφημερίδα ανέφερε ότι ο καταγγέλλων είχε ασκήσει προσφυγή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε α) ότι το Δικαστήριο έπρεπε να ακυρώσει την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004 να περατώσει την έρευνα της OLAF OF/[αριθμός αναφοράς] και την τελική έκθεση της υπόθεσης στην οποία βασίστηκε η εν λόγω απόφαση, και β) ότι το Δικαστήριο έπρεπε να διατάξει την Επιτροπή να κινήσει εκ νέου την έρευνα. Έτσι, η προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου φαίνεται να σχετίζεται με τον νέο ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην έρευνα μέσω των περαιτέρω ερευνών του Διαμεσολαβητή (σχετικά με την επάρκεια της έρευνας της OLAF). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 9 Μαρτίου 2005 για να του δώσει την ευκαιρία να υποβάλει τις απόψεις του σχετικά με την πιθανή σημασία του άρθρου 1 παράγραφος 3 και του άρθρου 2 παράγραφος 7 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή (4) για την υπόθεσή του.

Ο καταγγέλλων απάντησε στις 11 Μαρτίου 2005. Πρότεινε στον Διαμεσολαβητή να συνεχίσει την έρευνά του σχετικά με όλους τους ισχυρισμούς και την αξίωσή του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό και τον ισχυρισμό που προβλήθηκε στο πλαίσιο των περαιτέρω ερευνών του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι «υπάρχει σύνδεση» με την υπόθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, προέβαλε δύο κύρια επιχειρήματα βάσει των οποίων ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να συνεχίσει την έρευνα σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό και ισχυρισμό: i) το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη αποφανθεί επί του παραδεκτού της υπόθεσής του και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε δικαστική απόφαση με την οποία θα μπορούσε να παρέμβει ο έλεγχος του Διαμεσολαβητή· ii) η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου στρέφεται κατά της Επιτροπής και όχι κατά της OLAF.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1 Ο καταγγέλλων ήταν υπάλληλος που είχε εργαστεί στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («OPOCE»), το γραφείο εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατήγγειλε την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF») όσον αφορά τον χειρισμό από την OLAF πληροφοριών που της είχε υποβάλει σχετικά με εικαζόμενες παρανομίες στην ΥΕΕΕΚ. Είχε παράσχει σχετικές πληροφορίες στον γενικό διευθυντή της OLAF στις 31 Ιουλίου 2002. Η OLAF κίνησε επίσημη έρευνα στις 13 Νοεμβρίου 2002 [αριθμός αναφοράς]. Η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή αφορούσε διατάξεις της απόφασης C(2002) 845 της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2002. Η απόφαση αυτή καθόριζε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων που προτίθενται να καταγγείλουν εικαζόμενες παραβάσεις στην Επιτροπή (γνωστοί ως «καταγγέλτες»). Η επίδικη διάταξη της αποφάσεως αυτής ήταν το άρθρο 2, το οποίο όριζε τα εξής:

"1. Υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού που αποκαλύπτει περαιτέρω πληροφορίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, εκτός της Επιτροπής ή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης, δεν υφίσταται, ως εκ τούτου, αρνητικές συνέπειες μόνον από την Επιτροπή, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού πιστεύει έντιμα και εύλογα ότι οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται, καθώς και κάθε ισχυρισμός που περιέχεται σε αυτές, είναι ουσιαστικά αληθείς.

β) ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού έχει προηγουμένως κοινοποιήσει τις ίδιες πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης ή στην Επιτροπή και έχει παράσχει εύλογο χρονικό διάστημα στην Υπηρεσία ή στην Επιτροπή για να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα· και

γ) η γνωστοποίηση γίνεται στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· ή ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, εύλογη προθεσμία είναι η προθεσμία την οποία η Υπηρεσία ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, έχει ορίσει ως αναγκαία για τη διεξαγωγή των ερευνών και, εφόσον απαιτείται, για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων. Ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού ενημερώνεται δεόντως.

3. Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται όταν ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού μπορεί να αποδείξει ότι η περίοδος ή οι περίοδοι που ορίζει το Γραφείο ή η Επιτροπή είναι ή είναι παράλογες λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.»

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF καθυστέρησε αδικαιολόγητα τον χειρισμό των πληροφοριών που κοινοποιήθηκαν βάσει της απόφασης C (2002) 845 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2002, σχετικά με την έρευνα OF/[αριθμός αναφοράς]. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής.

1.2 Στη γνωμοδότησή της, η OLAF παρέπεμψε στο άρθρο 2 της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής, αναφέροντας ότι «[σ]την παρούσα υπόθεση, το άρθρο 2 δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, διότι ο καταγγέλλων δεν ισχυρίζεται ότι υπέστη αρνητικές συνέπειες επειδή γνωστοποίησε τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF». Η OLAF δήλωσε επίσης ότι, ακόμη και αν εφαρμοζόταν το άρθρο 2, οι απαιτήσεις του είχαν ικανοποιηθεί πλήρως στην παρούσα υπόθεση, αναφέροντας ότι «[γ]ια την έναρξη της έρευνας έως τις 31 Ιουλίου 2003, ο καταγγέλλων δεν ανέφερε ποτέ ότι πίστευε ότι είχε παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα από την πρώτη παροχή των πληροφοριών στην OLAF και ότι σκόπευε να αποκαλύψει τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF [...]».

1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων παραδέχθηκε ότι οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν όριζαν συγκεκριμένες προθεσμίες για την ολοκλήρωση των ερευνών της OLAF. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η επιτροπή εποπτείας της OLAF ανέφερε ότι θα πρέπει να τηρηθεί προθεσμία εννέα μηνών. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η OLAF δεν έδωσε προτεραιότητα στην υπόθεσή του. Αναφέρθηκε στα κριτήρια προτεραιότητας που καθορίζονται σε νέο εγχειρίδιο της OLAF. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι η OLAF ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως C(2002) 845 της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων σημείωσε επίσης ότι είχε διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την ουσιαστική επάρκεια της έρευνας της OLAF. Υποστήριξε στον Διαμεσολαβητή ότι το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Ισχυρίστηκε ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνά της.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες. Ζήτησε από την OLAF να παράσχει συμπληρωματική γνώμη στην οποία να εξετάζει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν υπήρξε διεξοδική έρευνα και αποτελεσματική απάντηση στην υπόθεση OF/[αριθμός αναφοράς] από την OLAF, καθώς και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνα.

1.5 Στην απάντησή της στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, η OLAF δήλωσε ότι η επιτροπή εποπτείας της δεν έχει νομική εξουσία να ορίζει προθεσμίες για την ολοκλήρωση των ερευνών. Ως εκ τούτου, απέρριψε την άποψη ότι δεν είχε τηρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές που είχε καθορίσει η επιτροπή.

Όσον αφορά τον καθορισμό προτεραιοτήτων, η OLAF δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν σε θέση να κρίνει κατά πόσον η OLAF άσκησε ορθά τη διακριτική της ευχέρεια όσον αφορά την εν λόγω έρευνα υπό το πρίσμα των εκατοντάδων άλλων υποθέσεων που χειρίστηκε η OLAF εκείνη την περίοδο. Δήλωσε ότι «ακόμη και αν είχε τέτοιες γνώσεις, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της OLAF δεν εμπίπτει στην έννοια της κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται δεόντως στον έλεγχο του Διαμεσολαβητή».

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η OLAF επισήμανε, συνοπτικώς, ότι το άρθρο 22β του τροποποιημένου ΚΥΚ δεν ασκεί επιρροή για την ερμηνεία του άρθρου 2 της αποφάσεως C(2002) 845 της Επιτροπής.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι υπήρξε έλλειψη διεξοδικής έρευνας και έλλειψη αποτελεσματικής απάντησης στην υπόθεση OF/[αριθμός αναφοράς] από την OLAF, καθώς και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνα, η OLAF έκρινε ότι, στην παρούσα υπόθεση, αυτή η πτυχή της καταγγελίας δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διαμεσολαβητή να την επανεξετάσει.

1.6 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της OLAF στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του.

1.7 Στις [ημερομηνία] 2005, η Επίσημη Εφημερίδα ανέφερε ότι ο καταγγέλλων είχε ασκήσει προσφυγή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε α) ότι το Δικαστήριο έπρεπε να ακυρώσει την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004 να περατώσει την έρευνα της OLAF OF/[αριθμός αναφοράς] και την τελική έκθεση της υπόθεσης στην οποία βασίστηκε η εν λόγω απόφαση, και β) ότι το Δικαστήριο έπρεπε να διατάξει την Επιτροπή να κινήσει εκ νέου την έρευνα. Έτσι, η προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου φαίνεται να σχετίζεται με τον νέο ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην έρευνα μέσω των περαιτέρω ερευνών του Διαμεσολαβητή (σχετικά με την επάρκεια της έρευνας της OLAF). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 9 Μαρτίου 2005 για να του δώσει την ευκαιρία να υποβάλει τις απόψεις του σχετικά με την πιθανή σημασία που μπορεί να έχουν για την υπόθεσή του τα άρθρα 1 παράγραφος 3 και 2 παράγραφος 7 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή (5). Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων δέχθηκε ότι υπήρχε «σύνδεση» με την υπόθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, υποστήριξε ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει παρόλα αυτά να συνεχίσει την έρευνα σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό και ισχυρισμό i) επειδή το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη αποφασίσει σχετικά με το παραδεκτό της υπόθεσής του και επειδή, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε δικαστική απόφαση με την οποία θα μπορούσε να παρέμβει ο έλεγχος του Διαμεσολαβητή και ii) επειδή η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν κατά της Επιτροπής και όχι κατά της OLAF. Πρότεινε στον Διαμεσολαβητή να συνεχίσει την έρευνά του σχετικά με όλους τους ισχυρισμούς και την αξίωσή του.

1.8 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί αναγκαίο να εξεταστούν δύο ζητήματα στις παρούσες εισαγωγικές παρατηρήσεις: η πρώτη είναι η προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου· η δεύτερη είναι η άποψη της OLAF σχετικά με το πεδίο αρμοδιότητας του Διαμεσολαβητή.

1.9 Όσον αφορά την προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου, φαίνεται ότι τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ο νέος ισχυρισμός που περιλήφθηκε στην έρευνα μέσω των περαιτέρω ερευνών του Διαμεσολαβητή (σχετικά με την επάρκεια της έρευνας της OLAF) αφορούν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν ασυμβίβαστο με το άρθρο 1 παράγραφος 3 και το άρθρο 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή να επανεξεταστεί ο νέος αυτός ισχυρισμός. Το γεγονός ότι η προσφυγή του καταγγέλλοντος στρέφεται κατά της Επιτροπής και όχι κατά της OLAF δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι δικαστικές προσφυγές που αφορούν πράξεις της OLAF αντιμετωπίζονται ως προσφυγές κατά της Επιτροπής από τα κοινοτικά δικαστήρια (6). Σε κάθε περίπτωση, θα υπήρχε αναπόφευκτη αλληλεπικάλυψη του ελέγχου, εάν ο Διαμεσολαβητής και το Δικαστήριο επανεξέταζαν αμφότεροι την επάρκεια της ίδιας έρευνας, ανεξάρτητα από το αν η δικαστική προσφυγή στρέφεται κατά της Επιτροπής ή της OLAF. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε α) να μην επανεξετάσει τον νέο ισχυρισμό ότι υπήρξε έλλειψη διεξοδικής έρευνας και έλλειψη αποτελεσματικής απάντησης στην υπόθεση OF/[αριθμός αναφοράς] από την OLAF και β) να μην επανεξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνα. Εάν, ωστόσο, η προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου είτε αποσυρθεί είτε απορριφθεί από το Δικαστήριο ως απαράδεκτη, ο καταγγέλλων θα είναι ελεύθερος να υποβάλει εκ νέου καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

1.10 Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της OLAF σχετικά με την έκταση της αρμοδιότητας του Διαμεσολαβητή να ελέγχει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας, φαίνεται ότι η OLAF δέχεται ότι ο Διαμεσολαβητής είναι αρμόδιος να ελέγχει διαδικαστικά ζητήματα, καθώς και ζητήματα αυθαιρεσίας, κατάχρησης εξουσίας και «υπερβολικών εξουσιών». Ωστόσο, η OLAF θεώρησε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε εγείρει τέτοια ζητήματα στην παρούσα υπόθεση.

1.11 Υπό το πρίσμα της απόφασής του α) να μην επανεξετάσει τον νέο ισχυρισμό ότι υπήρξε έλλειψη διεξοδικής έρευνας και έλλειψη αποτελεσματικής απάντησης στην υπόθεση OF/[αριθμός αναφοράς] από την OLAF, και β) να μην επανεξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η OLAF θα πρέπει να κινήσει εκ νέου την έρευνα (βλ. παράγραφο 1.9 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να σχολιάσει περαιτέρω αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2 Ισχυρισμός περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF καθυστέρησε αδικαιολόγητα τον χειρισμό των πληροφοριών που κοινοποιήθηκαν βάσει της απόφασης C (2002) 845 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2002, σχετικά με την έρευνα OF/[αριθμός αναφοράς]. Η OLAF απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, αναφέροντας την έρευνά της.

2.2 Από το νομικό πλαίσιο της OLAF προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει ορίσει συγκεκριμένες προθεσμίες για την ολοκλήρωση των σχετικών ερευνών. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η επιτροπή εποπτείας της OLAF ασχολήθηκε με το ζήτημα της καθυστέρησης. Ωστόσο, φαίνεται ότι η επιτροπή εποπτείας δεν είναι αρμόδια να θεσπίζει ειδικούς διαδικαστικούς κανόνες για τις έρευνες της OLAF. Ως εκ τούτου, η OLAF δεν είναι νομικά υποχρεωμένη να τηρεί τις προθεσμίες που προτείνει η επιτροπή εποπτείας στις εκθέσεις της.

2.3 Ως εκ τούτου, ο έλεγχος του Διαμεσολαβητή αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρξαν παράλογες ή αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην έρευνα της OLAF.

2.4 Από την καταγγελία, τη γνώμη της OLAF και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος προκύπτει ότι, μετά την παραλαβή των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος κατά της ΥΕΕΕΚ στις 31 Ιουλίου 2002, η OLAF κίνησε έρευνα στις 18 Οκτωβρίου 2002· ο καταγγέλλων ερωτήθηκε από την OLAF στις 13 Νοεμβρίου 2002 και τα σχετικά έγγραφα συγκεντρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2002· μεταξύ Οκτωβρίου 2002 και Δεκεμβρίου 2003, η υπόθεση ανατέθηκε εκ νέου δύο φορές - σύμφωνα με την OLAF, την πρώτη φορά επειδή ελήφθη απόφαση για την έναρξη εσωτερικής έρευνας, η οποία απαιτούσε την αντικατάσταση του αξιολογητή από ερευνητή της ομάδας εσωτερικής έρευνας, και τη δεύτερη φορά επειδή ο υπεύθυνος ερευνητής ανατέθηκε εκ νέου στην «ειδική ομάδα Eurostat», απαιτώντας την εκ νέου ανάθεση των υποθέσεών του. Στις 31 Ιουλίου 2003, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με τον διευθυντή της OLAF επειδή θεωρούσε ότι ο χειρισμός του φακέλου του δεν ήταν ικανοποιητικός. Ο διευθυντής της OLAF πραγματοποίησε συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα στις 15 Σεπτεμβρίου 2003. Τον Δεκέμβριο του 2003, ο ερευνητής της OLAF που ήταν τότε υπεύθυνος για την υπόθεση συνέταξε τελική έκθεση της υπόθεσης, στην οποία συνέστησε να περατωθεί η έρευνα χωρίς να δοθεί συνέχεια. Στις 17 Δεκεμβρίου 2003, ο ερευνητής τηλεφώνησε στον καταγγέλλοντα για να τον ενημερώσει για τα προσωρινά συμπεράσματα. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, ο καταγγέλλων διατύπωσε περαιτέρω ισχυρισμούς κατά των προϊσταμένων του στην ΥΕΕΕΚ, με αποτέλεσμα ο ερευνητής να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και περαιτέρω αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί. Στις 28 Ιανουαρίου 2004, ο ερευνητής τηλεφώνησε εκ νέου στον καταγγέλλοντα για να τον ενημερώσει ότι η περαιτέρω έρευνα ήταν πλήρης και ότι η σύσταση για περάτωση της υπόθεσης χωρίς παρακολούθηση παρέμεινε αμετάβλητη. Στις 5 Φεβρουαρίου 2004, η υπόθεση περατώθηκε χωρίς να δοθεί συνέχεια. Το γεγονός αυτό κοινοποιήθηκε επισήμως στον καταγγέλλοντα στις 16 Φεβρουαρίου 2004. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν υπήρξαν ερευνητικές δραστηριότητες μεταξύ Δεκεμβρίου 2002 και Αυγούστου 2003.

2.5 Από τη γνώμη της OLAF προκύπτει ότι η OLAF αναγνωρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση αρκετών μηνών. Η OLAF φαίνεται να θεωρεί ότι η καθυστέρηση αυτή εξηγείται επαρκώς από το γεγονός ότι ο φάκελος ανατέθηκε εκ νέου δύο φορές και από τον σημαντικό φόρτο υποθέσεων εκείνη την περίοδο. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι ισχυρισμοί του αφορούσαν σύνθετο ζήτημα που περιλαμβανόταν σε μεγάλο φάκελο. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι οι δύο επανατοποθετήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε αυτή τη σύνθετη υπόθεση θα μπορούσαν κάλλιστα να εξηγήσουν, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων περί του αντιθέτου, την έλλειψη προηγούμενης ολοκλήρωσης της έρευνας. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν έχει λόγο να υποθέσει ότι η OLAF ανέθεσε εκ νέου την έρευνα για καταχρηστικούς λόγους.

2.6 Βάσει των ανωτέρω, ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν φαίνεται να έχει τεκμηριωθεί.

3 Μη ενημέρωση

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διεξαγωγή της έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής.

3.2 Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό, η OLAF δήλωσε ότι «[σ]την παρούσα υπόθεση, το άρθρο 2 δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, διότι ο καταγγέλλων δεν ισχυρίζεται ότι υπέστη αρνητικές συνέπειες επειδή γνωστοποίησε τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF». Η OLAF δήλωσε επίσης ότι, ακόμη και αν εφαρμοζόταν το άρθρο 2, οι απαιτήσεις του είχαν ικανοποιηθεί πλήρως στην παρούσα υπόθεση, αναφέροντας ότι «[γ]ια την έναρξη της έρευνας έως τις 31 Ιουλίου 2003, ο καταγγέλλων δεν ανέφερε ποτέ ότι πίστευε ότι είχε παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα από την πρώτη παροχή των πληροφοριών στην OLAF και ότι σκόπευε να αποκαλύψει τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF [...]».

3.3 Ο καταγγέλλων έκρινε στις παρατηρήσεις του ότι η OLAF είχε παρερμηνεύσει το άρθρο 2 παράγραφος 2. Αναφέρθηκε στο άρθρο 22β του νέου ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει ότι το θεσμικό όργανο οφείλει, εντός 60 ημερών, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο πληροφορίες σχετικά με την προβλεπόμενη περίοδο έρευνας. Στην απάντησή της στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, η OLAF απέρριψε το επιχείρημα αυτό.

3.4 Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, σκοπός του άρθρου 2 της απόφασης C(2002) 845 της Επιτροπής ήταν να καθορίσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου ένας υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού να μπορεί να αποκαλύψει πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF χωρίς να υποστεί αρνητικές συνέπειες. Το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) περιείχε μια τέτοια προϋπόθεση, δηλαδή ότι ο υπάλληλος είχε «επιτρέψει στην Υπηρεσία [δηλαδή στην OLAF] ή στην Επιτροπή να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα». Το άρθρο 2 παράγραφος 2 όριζε ότι «[...] εύλογο χρονικό διάστημα είναι το χρονικό διάστημα το οποίο η Υπηρεσία ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, έχει υποδείξει [η υπογράμμιση δική μου] ως αναγκαίο για τη διενέργεια των ερευνών [...]» και ότι «[ο] υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού ενημερώνεται δεόντως». Το άρθρο 2 παράγραφος 3 αναφέρεται σε «[...] την περίοδο ή τις περιόδους που υποδεικνύει η Υπηρεσία ή η Επιτροπή [...]» (η υπογράμμιση δική μου). Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές φαίνεται ότι αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν δυνατό για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού να γνωρίζει πότε θα μπορούσε να αποκαλύψει τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, φαίνεται ότι το άρθρο 2 δεν απαιτούσε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού να έχει υποστεί «δυσμενείς συνέπειες» ή ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού να έχει ζητήσει τις πληροφορίες σχετικά με το «εύλογο χρονικό διάστημα». Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το άρθρο 2 επέβαλε σαφώς στην OLAF την υποχρέωση να παρέχει, σε κάθε περίπτωση, στον υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού πληροφορίες σχετικά με το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ανέμενε να ολοκληρώσει την έρευνά της. Ωστόσο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ανώτατη αρχή για την έννοια και την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι το Δικαστήριο.

4 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Σκοπός του άρθρου 2 της αποφάσεως C(2002) 845 της Επιτροπής ήταν ο καθορισμός των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου ένας υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού να μπορεί να αποκαλύψει πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF χωρίς να υποστεί αρνητικές συνέπειες. Το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) περιείχε μια τέτοια προϋπόθεση, δηλαδή ότι ο υπάλληλος είχε «επιτρέψει στην Υπηρεσία [δηλαδή στην OLAF] ή στην Επιτροπή να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα». Το άρθρο 2 παράγραφος 2 όριζε ότι «[...] εύλογο χρονικό διάστημα είναι το χρονικό διάστημα που η Υπηρεσία ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, έχει ορίσει ως αναγκαίο για τη διενέργεια των ερευνών [...]» και ότι «[ο] υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού ενημερώνεται δεόντως». Το άρθρο 2 παράγραφος 3 αναφέρεται σε «[...] την περίοδο ή τις περιόδους που υποδεικνύει το Γραφείο ή η Επιτροπή [...]». Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές φαίνεται ότι αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν δυνατό για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού να γνωρίζει πότε θα μπορούσε να αποκαλύψει τις πληροφορίες εκτός της Επιτροπής ή της OLAF. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, φαίνεται ότι το άρθρο 2 δεν απαιτούσε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού να έχει υποστεί «δυσμενείς συνέπειες» ή ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού να έχει ζητήσει τις πληροφορίες σχετικά με το «εύλογο χρονικό διάστημα». Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το άρθρο 2 επέβαλε σαφώς στην OLAF την υποχρέωση να παρέχει, σε κάθε περίπτωση, στον υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού πληροφορίες σχετικά με το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ανέμενε να ολοκληρώσει την έρευνά της. Ωστόσο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ανώτατη αρχή για την έννοια και την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι το Δικαστήριο.

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη της OLAF να παράσχει στον καταγγέλλοντα πληροφορίες σχετικά με το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ανέμενε να ολοκληρώσει την έρευνά της συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης αφορά διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Γενικός Διευθυντής της OLAF θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Τα άρθρα αυτά περιορίζουν την αρμοδιότητα έρευνας του Διαμεσολαβητή όσον αφορά τις υποθέσεις που εκδικάζονται από τα δικαστήρια.

(2) Οι σχετικοί κανόνες περιλαμβάνονται πλέον στον τροποποιημένο κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, βλ. κατωτέρω.

(3) Επίσημη Εφημερίδα 1999 L 136 σ. 1.

(4) Τα άρθρα αυτά περιορίζουν την αρμοδιότητα έρευνας του Διαμεσολαβητή όσον αφορά τις υποθέσεις που εκδικάζονται από τα δικαστήρια.

(5) Τα άρθρα αυτά περιορίζουν την αρμοδιότητα έρευνας του Διαμεσολαβητή όσον αφορά τις υποθέσεις που εκδικάζονται από τα δικαστήρια.

(6) Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση T-193/04 R, Tillack κατά Επιτροπής, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Οκτωβρίου 2004 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!