FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1619/2003/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 2 Ιουνίου 2004

Αξιότιμη κ. H.,

Στις 20 Αυγούστου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξ ονόματος της ένωσης DIK. Η καταγγελία σας αφορά την απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει την επιστροφή μέρους των κονδυλίων που χορηγήθηκαν στην ένωση DIK για την υλοποίηση ενός σχεδίου Leonardo da Vinci (S 95/2/179/III.2.a).

Στις 27 Οκτωβρίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Στις 29 Ιανουαρίου 2004, έλαβα τη γνώμη της Επιτροπής, την οποία σας διαβίβασα με πρόσκληση να υποβάλετε τις παρατηρήσεις σας. Δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί παρατηρήσεις από εσάς.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:

Ο καταγγέλλων είναι ο πρόεδρος της ένωσης DIK, μιας μικρής επαγγελματικής οργάνωσης και συνδικαλιστικής οργάνωσης για, μεταξύ άλλων, βιβλιοθηκονόμους, αρχειονόμους και επαγγελματίες μουσείων. Η ένωσή της ήταν υπεύθυνη για την ανάπτυξη ενός έργου που χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του προγράμματος Leonardo da Vinci (αριθ. αναφ.: S95/2/179/III.2.α).

Το 2001, η ένωση DIK έλαβε τιμολόγιο από την Επιτροπή, με το οποίο ζητούσε την καταβολή 50 000 ευρώ, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Μετά από αρκετές προσπάθειες εξεύρεσης του αρμόδιου για το έργο υπαλλήλου, συμπεριλαμβανομένης επίσκεψης στην Επιτροπή, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τις ανησυχίες του θεσμικού οργάνου σχετικά με το έργο. Περιλάμβαναν ορισμένες παρατυπίες, όπως η έλλειψη υπογραφών από ορισμένους εταίρους, η ανάγκη να καλύψει η ένωση τα δικά της έξοδα, το υπερβολικό ποσό που χρέωνε ένας από τους εταίρους ως έξοδα ταξιδίου και το χρονικό διάστημα για το οποίο ένας εταίρος είχε ζητήσει δαπάνες. Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι αυτή η κατάσταση προέκυψε από το γεγονός ότι το σχέδιο έκθεσης σχετικά με το έργο που εκπονήθηκε αρχικά από τους επικεφαλής του έργου δεν έγινε δεκτό από τους συμμετέχοντες και ότι ένας εξωτερικός επαγγελματίας του μουσείου έπρεπε να αναλάβει την τελική σύνταξη της έκθεσης.

Λόγω των ανησυχιών που εξέφρασε η Επιτροπή, ο καταγγέλλων προέβη σε ορισμένες διορθώσεις στην έκθεση σχετικά με το έργο. Φαίνεται ότι, ως αποτέλεσμα των αλλαγών αυτών, η Επιτροπή επανεξέτασε ορισμένες από τις αιτιάσεις της και μείωσε την αίτησή της για επιστροφή σε 20 911,09 EUR. Ο καταγγέλλων επισήμανε, ωστόσο, ότι το έργο υλοποιήθηκε επιτυχώς και, επιπλέον, ότι η έκθεση της ένωσης DIK σχετικά με το έργο είχε ολοκληρωθεί και δημοσιευθεί. Συμφώνησε ότι η υλοποίηση του έργου θα μπορούσε να αποκλίνει εν μέρει από τις προδιαγραφές που ορίζονται στη σύμβαση, αν και αμφισβήτησε το ποσό που ζήτησε η Επιτροπή.

Μετά από αρκετές ανταλλαγές και προσωπικές συναντήσεις με τους αρμόδιους υπαλλήλους, ο καταγγέλλων προχώρησε στην επιστροφή του ζητηθέντος ποσού των 20 911,09 EUR. Εξέφρασε, ωστόσο, τη δυσαρέσκειά της για την απόφαση της Επιτροπής και σημείωσε ότι η δική της είναι μια μικρή οργάνωση, μεταξύ άλλων, βιβλιοθηκονόμων, αρχειονόμων και επαγγελματιών μουσείων. Το αιτούμενο χρηματικό ποσό δεν μπορούσε να καλυφθεί από τον προϋπολογισμό της ένωσης και, ως εκ τούτου, προκάλεσε χάος στα μέλη της.

Ο καταγγέλλων τόνισε ότι, παρόλο που η ένωση DIK δεν γνώριζε ορισμένους από τους κανόνες που διέπουν το έργο και ότι η υλοποίησή τους κόστιζε πολύ χρόνο και χρήμα, είχε υλοποιήσει το έργο σύμφωνα με τη σύμβαση.

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε σωστά το έργο, ιδίως όσον αφορά το αίτημά του για επιστροφή μέρους της χρηματοδότησης, και δεν ενημέρωσε την Ένωση ΔΙΚ για ορισμένες από τις απαιτήσεις της σύμβασης.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι ο καταγγέλλων εργάστηκε ως ανάδοχος σε έργο που χρηματοδοτήθηκε μέσω του προγράμματος Leonardo da Vinci (σύμβαση S.95.2.179.III.2.α· αριθ. 3854). Η σύμβαση διήρκεσε από την 1η Δεκεμβρίου 1995 έως τις 30 Ιανουαρίου 1997.

Το έργο αποτέλεσε αντικείμενο πολυάριθμων επαφών μεταξύ του λεγόμενου Γραφείου Τεχνικής Βοήθειας (ΓΤΒ) για λογαριασμό της Επιτροπής και του αναδόχου, προκειμένου να επιλυθούν τα πολυάριθμα προβλήματα που προέκυψαν από την αξιολόγηση της προόδου και των τελικών εκθέσεων. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι υπηρεσίες της είχαν ενημερώσει τον καταγγέλλοντα, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, για τα προβλήματα αυτά.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι σχέσεις με τον αντισυμβαλλόμενο διέπονται από σύμβαση, στην οποία επισυνάπτεται διοικητικό και οικονομικό εγχειρίδιο. Το παρόν εγχειρίδιο καθορίζει τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις δαπάνες των έργων. Το θεσμικό όργανο τόνισε ότι, ως εκ τούτου, η ανάδοχος είχε ενημερωθεί καθ’ όλη τη διάρκεια των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Το θεσμικό όργανο σημείωσε ότι η εντολή επιστροφής, την οποία αμφισβήτησε η καταγγέλλουσα, εκδόθηκε αφού οι υπηρεσίες του ολοκλήρωσαν την επεξεργασία της δεύτερης έκδοσης της τελικής έκθεσης, η οποία υποβλήθηκε στις 6 Ιουνίου 1999. Η πρώτη τελική έκθεση παρελήφθη από το ΓΤΒ στις 19 Φεβρουαρίου 1998. Δεν είχε εγκριθεί διότι η προβλεπόμενη εκροή δεν είχε ολοκληρωθεί, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την αξιολόγηση.

Λόγω των προβλημάτων που προέκυψαν από το κλείσιμο του ΓΤΒ και τη σφράγιση των φακέλων του από τις βελγικές δικαστικές αρχές, η Επιτροπή επεξεργάστηκε τη δεύτερη έκδοση της τελικής έκθεσης μόλις το 2000. Βάσει της αξιολόγησής της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκθεση ήταν ελλιπής και, ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της ζήτησαν συμπληρωματικές πληροφορίες από τον ανάδοχο στις 17 Μαΐου και στις 18 Αυγούστου 2000.

Επειδή δεν απάντησε στις αιτήσεις αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να κλείσει τον φάκελο στις 12 Δεκεμβρίου 2000 και να κηρύξει ορισμένες δαπάνες μη επιλέξιμες. Στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 12 Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή αιτιολόγησε τη θέση της για τους ακόλουθους λόγους: μόνο οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της συμβατικής περιόδου (1η Δεκεμβρίου 1995-30 Νοεμβρίου 1997) θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη· οι εκθέσεις προόδου και οι τελικές εκθέσεις δεν είχαν υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο που υπέγραψε τη σύμβαση· υπήρχαν ασυνέπειες στους πίνακες και απουσία υπογραφής σε ορισμένους από αυτούς· η δεύτερη έκδοση της τελικής έκθεσης δεν μπόρεσε να ληφθεί υπόψη, διότι υποβλήθηκε μετά την παρέλευση 10 μηνών από τη λήξη της συμβατικής περιόδου· ο καταγγέλλων δεν απάντησε στα αιτήματα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών· και οι συμβάσεις με τους εταίρους δεν είχαν παρασχεθεί. Ως εκ τούτου, ο φάκελος έκλεισε και στις 31 Μαΐου 2001 απεστάλη στον αντισυμβαλλόμενο χρεωστικό σημείωμα, συνοδευόμενο από επεξηγηματικά οικονομικά παραρτήματα.

Η ένωση DIK υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή στις 21 Ιουνίου 2001. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που περιέβαλαν το κλείσιμο του ΓΤΒ, η Επιτροπή θεώρησε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει ποτέ το αίτημά του για συμπληρωματικές πληροφορίες με ημερομηνία 17 Μαΐου 2000 και, ως εκ τούτου, αποφάσισε να ανοίξει εκ νέου τον φάκελο. Μετά τις συμπληρωματικές πληροφορίες που υπέβαλε η καταγγέλλουσα τον Σεπτέμβριο του 2001 και την επιστολή της με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή τροποποίησε την αξιολόγησή της και δέχθηκε μέρος των δαπανών που είχαν αρχικά κριθεί μη επιλέξιμες. Βάσει αυτής της νέας αξιολόγησης, η Επιτροπή εκτίμησε τις εναπομένουσες μη επιλέξιμες δαπάνες σε 20 911,09 EUR και υπέβαλε σχετική πρόταση στον ανάδοχο.

Με επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 2001, ο αντισυμβαλλόμενος αποδέχθηκε επίσημα την πρόταση αυτή. Στις 13 Αυγούστου 2003 κατέβαλε στην Επιτροπή το ποσό των 20 911,09 ευρώ που όφειλε για το σχέδιο. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η πληρωμή αυτή επιβεβαίωσε τη συμφωνία του αναδόχου με την τελική του απόφαση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Χειρισμός του έργου από την Επιτροπή

1.1 Η καταγγελία αφορά την απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει την επιστροφή μέρους των κονδυλίων που χορηγήθηκαν στην ένωση DIK για την υλοποίηση ενός σχεδίου Leonardo da Vinci. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε σωστά το έργο, ιδίως όσον αφορά το αίτημά του για επιστροφή μέρους της χρηματοδότησης, και δεν ενημέρωσε την ένωση DIK για ορισμένες από τις συμβατικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, παρόλο που η ένωση DIK δεν γνώριζε ορισμένους από τους κανόνες που διέπουν το έργο και η υλοποίησή τους κόστισε πολύ χρόνο και χρήμα, είχε εκτελέσει το έργο σύμφωνα με τη σύμβαση.

1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της με τον αντισυμβαλλόμενο διέπονταν από σύμβαση, στην οποία προσαρτήθηκε διοικητικό και οικονομικό εγχειρίδιο. Το παρόν εγχειρίδιο καθορίζει τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις δαπάνες των έργων. Το θεσμικό όργανο τόνισε ότι, ως εκ τούτου, η ανάδοχος είχε ενημερωθεί καθ’ όλη τη διάρκεια των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Όσον αφορά τη διαχείριση της σύμβασης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ζήτησε την επιστροφή ορισμένων εξόδων, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τελική έκθεση που απέστειλε ο καταγγέλλων ήταν ελλιπής.

Μετά την παραλαβή των συμπληρωματικών πληροφοριών που απέστειλε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή αποδέχθηκε μέρος των δαπανών που αρχικά κρίθηκαν μη επιλέξιμες. Βάσει αυτής της νέας αξιολόγησης, η Επιτροπή εκτίμησε τις εναπομένουσες μη επιλέξιμες δαπάνες σε 20 911,09 ευρώ και υπέβαλε σχετική πρόταση στον ανάδοχο, ο οποίος αποδέχθηκε επίσημα την πρόταση στις 23 Οκτωβρίου 2001.

1.3 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες «που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (1). Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.

1.4 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η έκταση του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένη. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το θέμα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.

1.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, είναι δικαιολογημένο να περιορίζεται η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το κοινοτικό θεσμικό όργανο ή οργανισμός του έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης.

Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.

1.6 Βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, φαίνεται ότι η σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής και της ένωσης του καταγγέλλοντος (S.95.2.179.III.2.α· 3854) περιείχε ορισμένα παραρτήματα, συμπεριλαμβανομένου ενός διοικητικού και οικονομικού εγχειριδίου του σχεδίου. Το παρόν έγγραφο καθορίζει λεπτομερώς τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις δαπάνες του έργου. Δεδομένου ότι τα κριτήρια για τον καθορισμό των δαπανών που πρέπει να καταβάλει η Επιτροπή αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης που υπεγράφη και συμφωνήθηκε από τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή παρέσχε στον καταγγέλλοντα επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση.

1.7 Όσον αφορά τη διαχείριση της σύμβασης από την Επιτροπή, ιδίως την απόφαση να ζητηθεί η επιστροφή μέρους της χρηματοδότησής της, από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε τις αιτήσεις της για επιστροφή μέρους της συνδρομής, με την αιτιολογία ότι ορισμένες από τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο καταγγέλλων δεν ήταν επιλέξιμες. Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε τη θέση της αναφέροντας διάφορες συμβατικές απαιτήσεις που δεν φαίνεται να έχουν αμφισβητηθεί από τον καταγγέλλοντα, όπως, μεταξύ άλλων, ότι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη μόνο οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της συμβατικής περιόδου (1η Δεκεμβρίου 1995-30 Νοεμβρίου 1997)· ότι οι εκθέσεις προόδου και οι τελικές εκθέσεις δεν φαίνεται να έχουν υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο που υπέγραψε την αρχική σύμβαση· ή ότι υπήρχαν ασυνέπειες στους πίνακες και απουσία υπογραφής σε ορισμένους από αυτούς.

1.8 Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η θέση που έλαβε η Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό δεν φαίνεται παράλογη και ότι η Επιτροπή φαίνεται να έχει ενημερώσει επαρκώς τον καταγγέλλοντα για τους λόγους της θέσης της.

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έρευνα δεν αποκάλυψε κρούσμα κακοδιοίκησης.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997 του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, σ. 22.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!