Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1128/2003/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1128/2003/JMA - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 29 Σεπτεμβρίου 2003 - Απόφαση στις Τετάρτη | 25 Μαΐου 2005
Στρασβούργο, 25 Μαΐου 2005
Αξιότιμε κ. O.,
Στις 23 Ιουνίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξ ονόματος της κ. S. Η καταγγελία σας αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής να μην λάβει πειθαρχικά μέτρα κατά των ανωτέρων της καταγγέλλουσας για λόγους ηθικής παρενόχλησης και να απορρίψει το αίτημά της για νομική συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2003, ο Διαμεσολαβητής κήρυξε την καταγγελία εμπιστευτική βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών. Κατόπιν του αιτήματός σας της 9ης Οκτωβρίου 2003 για δημόσια εξέταση της καταγγελίας σας, αποφάσισα ότι η καταγγελία σας δεν θα πρέπει πλέον να θεωρείται εμπιστευτική. Στις 2 Δεκεμβρίου 2003, απηύθυνα επιστολή σε εσάς και στον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής, κ. Kinnock, για να σας εξηγήσω ότι η καταγγελία θα εξεταστεί δημοσίως.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2003, ενημέρωσα τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καταγγελία σας και του ζήτησα να υποβάλει γνωμοδότηση. Στις 16 Δεκεμβρίου 2003, έλαβα τη γνώμη της Επιτροπής, την οποία σας διαβίβασα για παρατηρήσεις. Στις 15 Ιανουαρίου 2004, σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Με επιστολές της 12ης και 24ης Φεβρουαρίου 2004 ζητήσατε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή των παρατηρήσεών σας, την οποία έδωσα στις 16 Μαρτίου 2003. Στις 27 Μαΐου 2004, υποβάλατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Στις 17 Ιουνίου 2004, ζήτησα από την Επιτροπή να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με προσφυγή που είχατε ασκήσει στο Πρωτοδικείο. Η Επιτροπή απέστειλε τη δεύτερη γνώμη της στις 3 Αυγούστου 2004, την οποία σας διαβίβασα με αίτημα υποβολής παρατηρήσεων. Στις 28 Οκτωβρίου 2004, ζητήσατε παράταση κατά ένα μήνα της προθεσμίας για την υποβολή των παρατηρήσεών σας, την οποία χορήγησα στις 4 Νοεμβρίου 2004. Στις 29 Νοεμβρίου 2004, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Η καταγγέλλουσα είναι πρώην υπάλληλος της ΕΚ, η οποία εντάχθηκε στη ΓΔ Eurostat της Επιτροπής το 1993, όπου εργάστηκε μέχρι τον Νοέμβριο του 2002. Εκείνη την εποχή, αναγκάστηκε να συνταξιοδοτηθεί για ιατρικούς λόγους. Το 1995 ανέλαβε την ευθύνη του στατιστικού προγράμματος "Prodcom". Υπό την ιδιότητα αυτή, έπρεπε να διαχειρίζεται σειρά συμβάσεων με εξωτερικούς αναδόχους, μεταξύ των οποίων και η εταιρία «Eurogramme Ltd». Η εργασιακή της σχέση με τους υπεύθυνους διευθυντές της Eurogramme υποχώρησε και βρέθηκε να κατηγορείται ότι παρεμβαίνει αδικαιολόγητα στην εσωτερική διαχείριση της εταιρείας. Στη συνέχεια, ο ιεραρχικά ανώτερός της έλαβε ορισμένες ανακοινώσεις από την Eurogramme, οι οποίες, κατά την άποψη της καταγγέλλουσας, συνιστούσαν ψευδείς κατηγορίες. Ελλείψει σθεναρότερης απάντησης, η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι ο προϊστάμενος της μονάδας της δεν ανταποκρίθηκε δεόντως στις εν λόγω κατηγορίες. Είχε αρκετές σκληρές επαφές με τον προϊστάμενό της σχετικά με την παρακολούθηση του έργου που υλοποίησε η Eurogramme. Τον Οκτώβριο του 2000, απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά της στο πλαίσιο του εν λόγω σχεδίου και μετατέθηκε σε άλλη υπηρεσία. Ως αποτέλεσμα της κατάστασης, η φυσική κατάσταση της καταγγέλλουσας επιδεινώθηκε και αισθάνθηκε ανίκανη να συνεχίσει τα επαγγελματικά της καθήκοντα. Αφού αναγνώρισε την αναπηρία της, η Επιτροπή χορήγησε στην καταγγέλλουσα πρόωρη συνταξιοδότηση στις 8 Νοεμβρίου 2002.
Η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι η Eurogramme είχε εξαπολύσει ψευδείς κατηγορίες εναντίον της και ότι ο προϊστάμενος της μονάδας της είχε χρησιμοποιήσει εσφαλμένα τους ισχυρισμούς αυτούς για να δυσφημίσει το έργο της.
Απαντώντας στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν από τους υπαλλήλους της Eurogramme, ο καταγγέλλων κατέθεσε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου του Λονδίνου, όπου η εταιρεία είχε την έδρα της. Προκειμένου να δώσει συνέχεια σε αυτή τη νομική υπόθεση, ζήτησε από την Επιτροπή την άδεια να αποκαλύψει πληροφορίες που γνώριζε βάσει της εργασίας της, όπως απαιτείται από το άρθρο 19 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα στις 26 Απριλίου 2002. Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής στις 19 Ιουλίου 2002. Μη απαντώντας επισήμως στην προσφυγή της, η Επιτροπή απέρριψε σιωπηρώς την προσφυγή της καταγγέλλουσας. Κατά της σιωπηρής αυτής απόρριψης, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου στις 13 Δεκεμβρίου 2002 (T-387/02), η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί. Η καταγγέλλουσα εξήγησε ότι η αγωγή της για συκοφαντική δυσφήμιση κατά της Eurogramme διευθετήθηκε πρόσφατα κατόπιν προσφοράς αποζημίωσης την οποία αποδέχθηκε.
Η καταγγέλλουσα επιδίωξε επίσης να κινήσει νομικές διαδικασίες κατά των ιεραρχικά ανωτέρων της. Στις 23 Φεβρουαρίου 2001, ζήτησε επισήμως από το θεσμικό όργανο να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του πρώην προϊσταμένου της μονάδας της λόγω ηθικής παρενοχλήσεως σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Κατόπιν αιτήματός της, η εσωτερική Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχίας της Επιτροπής (IDOC) πραγματοποίησε σειρά συνεντεύξεων με διάφορους μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένης της καταγγέλλουσας και των ανωτέρων της, και συνέταξε έκθεση επί του θέματος («έκθεση IDOC»). Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν είχε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και το υλικό που αφορούσαν την έρευνα, ιδίως στα συμπεράσματα της έκθεσης της IDOC και στις καταθέσεις των μαρτύρων.
Η Επιτροπή δεν απάντησε στο αίτημα της καταγγέλλουσας για πειθαρχική δίωξη κατά του πρώην προϊσταμένου μονάδας της. Ελλείψει επίσημης απάντησης εντός τεσσάρων μηνών, το αίτημά της έπρεπε να θεωρηθεί απορριπτέο. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2001, η καταγγέλλουσα άσκησε προσφυγή κατά της σιωπηρής αυτής άρνησης, με την οποία ζήτησε από την Επιτροπή να της παράσχει νομική συνδρομή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Στις 25 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή απέρριψε την προσφυγή με την αιτιολογία ότι δεν είχε διαπιστωθεί καμία παράβαση εκ μέρους του πρώην προϊσταμένου της μονάδας της κατά τον χειρισμό της καταστάσεως. Το θεσμικό όργανο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες του εξωτερικού αναδόχου (Eurogramme) και ο τρόπος με τον οποίο οι υπάλληλοί του είχαν εκφράσει τις απόψεις τους φαίνονταν ακατάλληλοι, αλλά ότι η φύση του αδικήματος και οι περιστάσεις του δεν δικαιολογούσαν νομική συνδρομή από την Επιτροπή.
Ο καταγγέλλων είχε ορισμένες γραπτές επαφές με τον κ. Kinnock, ο οποίος ήταν τότε αντιπρόεδρος της Επιτροπής για θέματα προσωπικού. Μετά τη διευθέτηση της νομικής υπόθεσης της καταγγέλλουσας ενώπιον του High Court του Λονδίνου, ο κ. Kinnock της απέστειλε επιστολή στις 22 Μαΐου 2003 και αναγνώρισε στην επιστολή του ότι «ενδέχεται να σημειώθηκαν ορισμένα λάθη κατά τη διάρκεια της διοικητικής έρευνας [της Επιτροπής]». Ως εκ τούτου, προσέφερε στον καταγγέλλοντα ποσό 3 000 ευρώ ως μερική αποζημίωση για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε.
Στην καταγγελία της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η καταγγέλλουσα αμφισβήτησε τους λόγους που προέβαλε η Επιτροπή για να αρνηθεί τη λήψη πειθαρχικών μέτρων κατά του πρώην προϊσταμένου μονάδας της για λόγους ηθικής παρενόχλησης και να απορρίψει το αίτημά της για νομική συνδρομή δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα κατά της Επιτροπής. Ο ισχυρισμός για τον οποίο ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη ήταν ο ακόλουθος:
Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή απέρριψε το αίτημά της βάσει έκθεσης που συνέταξαν οι υπηρεσίες της («έκθεση IDOC»), στην οποία δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση, κατά παράβαση του άρθρου 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Επειδή δεν μπόρεσε να συμβουλευτεί την έκθεση, η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής της.
Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της με βάση το περιεχόμενο της επιστολής του κ. Kinnock προς την καταγγέλλουσα, της 22ας Μαΐου 2003, η οποία αναγνωρίζει ορισμένες ελλείψεις στον χειρισμό της υπόθεσής της από την Επιτροπή και της προσφέρει αποζημίωση ύψους 3 000 ευρώ. Η καταγγέλλουσα ζητεί από την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της τιμής και της υπόληψής της και ζητεί την πλήρη καταβολή της αμοιβής του δικηγόρου της.
Αφού εξέτασε τη φύση της καταγγελίας και το γεγονός ότι ορισμένα από τα έγγραφα που συμπεριέλαβε ο καταγγέλλων στον φάκελο φαίνονταν εμπιστευτικά, ο Διαμεσολαβητής κήρυξε την καταγγελία εμπιστευτική στις 29 Σεπτεμβρίου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 10.1 των διατάξεων εφαρμογής του (1). Κατόπιν αιτήματος της καταγγέλλουσας, της 9ης Οκτωβρίου 2003, για δημόσια εξέταση της καταγγελίας της, ο Διαμεσολαβητής ανακάλεσε την αρχική του απόφαση. Στις 2 Δεκεμβρίου 2003, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τόσο τον καταγγέλλοντα όσο και τον κ. Kinnock ότι η καταγγελία θα εξεταζόταν στο εξής σε μη εμπιστευτική βάση, δεδομένου ότι δεν φαινόταν να υπάρχει λόγος να διατηρήσει την εμπιστευτικότητα της καταγγελίας προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος και, ως εκ τούτου, ότι όλα τα έγγραφα του φακέλου θα καταστούν προσβάσιμα στο κοινό σύμφωνα με το άρθρο 14.4 των διατάξεων εφαρμογής του Διαμεσολαβητή (2). Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής έδωσε στον κ. Kinnock την ευκαιρία να διατυπώσει γνώμη σχετικά με το σημείο αυτό όσον αφορά την επιστολή του προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 22 Μαΐου 2003, η οποία χαρακτηρίστηκε εμπιστευτική.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη που εξέδωσε στις 16 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή επισήμανε ότι η απόφασή της της 26ης Απριλίου 2002 να απορρίψει την αίτηση συνδρομής του καταγγέλλοντος αποτελούσε αντικείμενο εκκρεμούς προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου (υπόθεση T-387/02) [στο εξής, το Πρωτοδικείο]. Το θεσμικό όργανο υποστήριξε ότι η καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή ήταν, στο σύνολό της, πανομοιότυπη με την προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Σημείωσε ότι, σε σύγκριση με την εκκρεμή προσφυγή του Δικαστηρίου, τα μόνα νέα σημεία που τέθηκαν στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή αφορούσαν το περιεχόμενο της επιστολής του τότε Αντιπροέδρου της Επιτροπής, κ. Kinnock, με ημερομηνία 22 Μαΐου 2003. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό είχε πράγματι εξεταστεί στο υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλε η Επιτροπή στο Πρωτοδικείο. Το θεσμικό όργανο έκρινε ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου και ότι, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να κηρύξει την υπόθεση απαράδεκτη.
Στη γνωμοδότηση της Επιτροπής επισυνάφθηκε επίσης σύντομη απάντηση του Αντιπροέδρου Kinnock στην επιστολή του Διαμεσολαβητή της 2ας Δεκεμβρίου 2003. Το θεσμικό όργανο ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι συμφωνεί με την εφαρμογή του άρθρου 14.4 των διατάξεων εφαρμογής του Διαμεσολαβητή στην επιστολή του κ. Kinnock προς τον καταγγέλλοντα της 22ας Μαΐου 2003.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα επανέλαβε τους ισχυρισμούς που διατύπωσε στην καταγγελία της. Επισημαίνει ότι η εκκρεμής υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου και η καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή αφορούσαν δύο διαφορετικές καταστάσεις. Κατά την άποψή της, η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου αποσκοπούσε στη χορήγηση συνδρομής από την Επιτροπή στη νομική υπόθεση της καταγγέλλουσας ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων, ενώ η καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 2002 να αρνηθεί τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών σχετικά με τους ισχυρισμούς της περί ηθικής παρενόχλησης. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου και το αντικείμενο της καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή ήταν ανόμοια και, ως εκ τούτου, ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να συνεχίσει την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ
Αφού εξέτασε τον αντιφατικό χαρακτήρα των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες. Με επιστολή της 17ης Ιουνίου 2004, ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει λεπτομερώς αν, κατά την άποψή της, η εκκρεμής προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή αφορούσαν παρόμοια πραγματική κατάσταση.
Η δεύτερη γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη δεύτερη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, παρά τις δηλώσεις του καταγγέλλοντος, η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή κάλυπτε επίσης την αίτηση συνδρομής που τελεί επί του παρόντος υπό εξέταση από το Πρωτοδικείο. Η Επιτροπή παρέθεσε το συγκεκριμένο τμήμα της καταγγελίας που αναφέρεται στον ισχυρισμό αυτό. Σε σχέση με τον κύριο ισχυρισμό που διατυπώνεται στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή, το θεσμικό όργανο επισήμανε ότι η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμά της ακρόασης παραβιάστηκε επειδή δεν της επετράπη η πρόσβαση στις δηλώσεις του προϊσταμένου της μονάδας της και άλλων μαρτύρων στην έκθεση στην οποία η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της. Η Επιτροπή επισήμανε ότι το ίδιο ακριβώς ζήτημα είχε τεθεί και από την καταγγέλλουσα στην προσφυγή της προς το Πρωτοδικείο. Με βάση τα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ήταν σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπη με την προσφυγή που ασκήθηκε στο Πρωτοδικείο.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της ΕπιτροπήςΣτις παρατηρήσεις του σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι το Πρωτοδικείο είχε αποφασίσει να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και ότι και τα δύο μέρη είχαν κληθεί από τον εισηγητή δικαστή να συναντηθούν στις 14 Δεκεμβρίου 2004 για να εκτιμήσουν κατά πόσον ήταν ακόμη δυνατή μια φιλική λύση. Ενόψει των εξελίξεων αυτών, ο καταγγέλλων πρότεινε στον Διαμεσολαβητή να αναστείλει την εξέταση της υπόθεσης και δεσμεύτηκε να τον τηρεί ενήμερο για τυχόν περαιτέρω εξελίξεις. Επισύναψε στις παρατηρήσεις της αντίγραφο της εκθέσεως ακροατηρίου που συνέταξε ο εισηγητής δικαστής στις 15 Νοεμβρίου 2004. Στο έγγραφο περιγράφονται λεπτομερώς οι ισχυρισμοί και οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος, καθώς και τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντίκρουσης.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Η απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πειθαρχικές κυρώσεις1.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή απέρριψε το από 23 Φεβρουαρίου 2001 αίτημά της να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του πρώην προϊσταμένου μονάδας της βάσει έκθεσης που συνέταξαν οι υπηρεσίες της («έκθεση IDOC»), στην οποία δεν είχε πρόσβαση, κατά παράβαση του άρθρου 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (3). Επειδή δεν μπόρεσε να συμβουλευτεί την έκθεση, η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής της.
Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της με βάση το περιεχόμενο της επιστολής που της απέστειλε ο πρώην αντιπρόεδρος της Επιτροπής, κ. Kinnock, με ημερομηνία 22 Μαΐου 2003, η οποία αναγνώρισε ορισμένες ελλείψεις στον χειρισμό της υπόθεσης από την Επιτροπή και της πρόσφερε αποζημίωση ύψους 3 000 ευρώ. Η καταγγέλλουσα ζητεί από την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της τιμής και της υπόληψής της και ζητεί την πλήρη καταβολή της αμοιβής του δικηγόρου της.
1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, στο σύνολό της, φαίνεται να είναι πανομοιότυπη με προσφυγή που άσκησε ο καταγγέλλων κατά της απόφασής του της 26ης Απριλίου 2002 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αρωγής του καταγγέλλοντος, η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Πρωτοδικείου (υπόθεση T-387/02). Το θεσμικό όργανο επισημαίνει ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή αποτελούν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου και ότι, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να κηρύξει την υπόθεση απαράδεκτη.
1.3 Η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις όσον αφορά το παραδεκτό μιας καταγγελίας. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να κινήσει έρευνα μόνον εφόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις.
Το άρθρο 195 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ορίζει ότι:
«Ο Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι, εκτός εάν τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας.»
Επιπλέον, το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ορίζει ότι:
«Όταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω δικαστικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με πραγματικά περιστατικά που έχουν προβληθεί, πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να περατώσει την εξέτασή της, το αποτέλεσμα των ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι τότε κατατίθεται χωρίς περαιτέρω ενέργειες.»
1.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι ισχυρισμοί που διατυπώνονται στην καταγγελία είναι διττοί: i) η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 2002 να μην λάβει πειθαρχικά μέτρα κατά της προϊσταμένης της καταγγέλλουσας για λόγους ηθικής παρενόχλησης βασίστηκε σε έκθεση που συνέταξαν οι υπηρεσίες της στην οποία δεν της δόθηκε πρόσβαση, κατά παράβαση του άρθρου 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· και ii) ισχυρίζεται επίσης ότι, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους της επιστολής του κ. Kinnock της 22ας Μαΐου 2003, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της της 26ης Απριλίου 2002 να μην παράσχει στην καταγγέλλουσα οικονομική βοήθεια για να συνεχίσει τη συκοφαντική δυσφήμιση, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της τιμής και της υπόληψής της και να καταβάλει πλήρως την αμοιβή του δικηγόρου της.
1.5 Αφού εξέτασε προσεκτικά την έκταση της εκκρεμούσας υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου (υπόθεση T-387/02), όπως εκτίθεται στην έκθεση ακροατηρίου που συνέταξε ο εισηγητής δικαστής [στο εξής, RfH], ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ένας από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής της 26ης Απριλίου 2002, την οποία το Πρωτοδικείο κλήθηκε να ακυρώσει (παράγραφος 60 RfH).
Φαίνεται επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα της καταγγέλλουσας για έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά των ανωτέρων της αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πραγματικής κατάστασης ενώπιον του Πρωτοδικείου (σ. 34-36, 38, 40-44 RfH), και ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης εξετάστηκε ειδικά στους ισχυρισμούς που υπέβαλαν αμφότερα τα μέρη στο Πρωτοδικείο προς στήριξη των συμπερασμάτων τους (σ. 71· 78, 79 και 81 RfH).
1.6 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων και αφού αξιολόγησε τους ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις που διατύπωσε η καταγγέλλουσα στην καταγγελία της, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά φαίνεται να αποτελούν αντικείμενο νομικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ενώπιον του Πρωτοδικείου και, ως εκ τούτου, ότι το άρθρο 195 ΕΚ θα πρέπει να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 2.7 του Καταστατικού του, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να περατώσει την εξέταση της καταγγελίας και να υποβάλει τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής χωρίς περαιτέρω ενέργειες.
2 ΣυμπέρασμαΜε βάση τις έρευνες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, αποφάσισα να περατώσω την εξέταση της καταγγελίας και να καταθέσω το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής χωρίς περαιτέρω ενέργειες.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) «Εφόσον το ζητήσει ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής χαρακτηρίζει μια καταγγελία ως εμπιστευτική. Εάν κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων του καταγγέλλοντος ή τρίτου, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να χαρακτηρίσει μια καταγγελία ως εμπιστευτική με δική του πρωτοβουλία.» Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων, η οποία εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου 2002 και τροποποιήθηκε με απόφαση του Διαμεσολαβητή της 5ης Απριλίου 2004· διατίθεται στην ιστοσελίδα του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(2) «Οι αιτήσεις πρόσβασης στα ακόλουθα έγγραφα χορηγούνται αυτομάτως, εκτός από τις καταγγελίες που χαρακτηρίζονται εμπιστευτικές σύμφωνα με το άρθρο 10.1 ανωτέρω: [...] β) καταγγελίες και έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτές από τον καταγγέλλοντα»· βλ. ανωτέρω υποσημείωση 1.
(3) «Ο ατομικός φάκελος υπαλλήλου περιλαμβάνει:
α) όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά του·
[...] Τα
έγγραφα καταχωρίζονται, αριθμούνται και κατατίθενται με αύξουσα σειρά· τα έγγραφα που αναφέρονται στο στοιχείο α) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή να αντιταχθούν από το όργανο κατά υπαλλήλου μόνον εφόσον του κοινοποιήθηκαν πριν από την κατάθεσή τους.
[...]
Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων του, να λάβει γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου του και να λάβει αντίγραφά τους.»