FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1053/2003/(ADB)PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 15 Σεπτεμβρίου 2004

Αξιότιμε κύριε και κυρία G.,

Στις 5 Μαΐου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει δεόντως την καταγγελία σας για παράβαση κατά της Γερμανίας.

Στις 21 Ιουλίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 18 Νοεμβρίου 2003. Σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας έως τις 31 Ιανουαρίου 2004.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2003, ο δικηγόρος σας μου έστειλε νομική γνωμοδότηση.

Στις 21 Δεκεμβρίου 2003, μου ζητήσατε να σας διαβιβάσω αντίγραφο ενός γερμανικού διατάγματος εφαρμογής που αναφέρεται στη γνώμη της Επιτροπής.

Στις 5 Ιανουαρίου 2004, ο δικηγόρος σας μου έστειλε νέα νομική γνωμοδότηση.

Στις 26 Ιανουαρίου 2004, σας απέστειλα αντίγραφο του προαναφερθέντος γερμανικού διατάγματος εφαρμογής.

Στις 29 Ιανουαρίου 2004, έλαβα τις παρατηρήσεις σας, οι οποίες εστάλησαν στις 21 Ιανουαρίου 2004.

Στις 5 Φεβρουαρίου 2004, μου αποστείλατε επιστολή με την οποία εκφράζατε την επιθυμία να υποβάλετε συμπληρωματικές παρατηρήσεις. Απαντώντας σε αυτό, έθεσα ως προθεσμία την 31η Μαρτίου 2004 για τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις σας.

Στις 8 Φεβρουαρίου 2004, ο δικηγόρος σας μου έστειλε άλλη νομική γνωμοδότηση.

Στις 14 Φεβρουαρίου 2004, μου στείλατε άλλη μια επιστολή.

Στις 21 Μαρτίου 2004, μου στείλατε άλλη μια επιστολή για να με ενημερώσετε σχετικά με απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Στις 20 Απριλίου, 21 Ιουνίου και 15 Αυγούστου 2004 μου αποστείλατε συμπληρωματικές ανακοινώσεις.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.

Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας αποσκοπούν στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η καταγγελία υποβλήθηκε από δύο γερμανούς πολίτες τον Μάρτιο του 2003 και αφορούσε την εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παραπέμψει τη Γερμανία ενώπιον του Δικαστηρίου όσον αφορά τη νομοθεσία για ορισμένες φυλές σκύλων.

Το ιστορικό της καταγγελίας ήταν μια σειρά νομοθετικών μέτρων που ελήφθησαν σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο στη Γερμανία για τη μείωση ή την εξάλειψη του αντιληπτού κινδύνου που ενέχουν οι σκύλοι που αναφέρονται ευρέως ως σκύλοι «μαχητές». Τα μέτρα πυροδοτήθηκαν από ένα περιστατικό το 2000, όπου δύο σκυλιά σκότωσαν ένα εξάχρονο αγόρι. Οι καταγγέλλοντες στην παρούσα υπόθεση ήταν ιδιοκτήτες σκύλων που ανήκαν στις εν λόγω φυλές.

Από τον Ιούλιο του 2000, οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν την Επιτροπή σχετικά με την ισχύουσα ή προτεινόμενη γερμανική νομοθεσία, ζητώντας από την Επιτροπή να λάβει μέτρα κατά της Γερμανίας. Οι καταγγέλλοντες περιέγραψαν μια κατάσταση η οποία, κατά την άποψή τους, θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη θανάτωση ή ταλαιπωρία χιλιάδων σκύλων. Η Επιτροπή ενημέρωσε επανειλημμένα τους καταγγέλλοντες ότι εξέταζε το θέμα και θα απαντούσε το συντομότερο δυνατόν.

Με επιστολή της 2ας Οκτωβρίου 2000, η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής απέστειλε συνοπτικά στους καταγγέλλοντες τα ακόλουθα έγγραφα: Πρώτον, η κατάσταση που περιέγραψαν οι καταγγέλλοντες ήταν πράγματι ανησυχητική από την άποψη της προστασίας των ζώων. Επιπλέον, δεν επιτρεπόταν στα κράτη μέλη να ενεργούν αυθαίρετα κατά τη θέσπιση μέτρων που επηρεάζουν αρνητικά την ελεύθερη κυκλοφορία των ζώων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η προστασία των ανθρώπων έναντι ορισμένων φυλών σκύλων δεν ρυθμίστηκε σε κοινοτικό επίπεδο. Επομένως, στα εθνικά δικαστήρια εναπέκειτο να εκτιμήσουν αν τα μέτρα που θεσπίστηκαν σε εθνικό επίπεδο για την προστασία του ανθρώπου ήταν σύμφωνα με οποιαδήποτε νομοθεσία σχετικά με τα δικαιώματα των ζώων.

Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν περαιτέρω επιστολές στην Επιτροπή, στις οποίες περιέγραφαν αυτό που θεωρούσαν αδικαιολόγητη θανάτωση και βάναυση μεταχείριση των σκύλων.

Στις 23 Νοεμβρίου 2000, το ιδιαίτερο γραφείο του Επιτρόπου David Byrne απέστειλε επιστολή στους καταγγέλλοντες για να τους εξηγήσει ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας ήταν περιορισμένη όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων των ζώων. Η επιστολή προς τους καταγγέλλοντες τόνισε, ωστόσο, ότι ένα ζήτημα που θα μπορούσε να είναι σημαντικό για την Επιτροπή να εξετάσει ήταν η πρόθεση της Γερμανίας να απαγορεύσει την εισαγωγή ορισμένων συγκεκριμένων φυλών σκύλων, καθώς αυτό θα επηρέαζε την ελεύθερη κυκλοφορία των ζώων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις 13 Δεκεμβρίου 2000, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής ενημέρωσε γραπτώς τους καταγγέλλοντες ότι η Επιτροπή επικοινώνησε επισήμως με τις γερμανικές αρχές στο πλαίσιο της οδηγίας 98/34/ΕΚ (1). Όσον αφορά τα άρθρα 28-30 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή είχε ζητήσει από τις γερμανικές αρχές να υποβάλουν επιστημονικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη σχεδιαζόμενη απαγόρευση εισαγωγής των Staffordshire Bull Terrier, Pitbull Terrier και American Staffordshire Terrier. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε ζητήσει από τις γερμανικές αρχές να εξετάσουν τα λιγότερο δραστικά μέτρα που θεσπίστηκαν στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία.

Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν συμπληρωματικές επιστολές στην Επιτροπή και έλαβαν απάντηση από τον Επίτροπο David Byrne, με ημερομηνία 30 Ιανουαρίου 2001, η οποία επανέλαβε το περιεχόμενο της επιστολής της 13ης Δεκεμβρίου 2000.

Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν περαιτέρω επιστολές στην Επιτροπή, σε απάντηση των οποίων έλαβαν αποδείξεις παραλαβής.

Με επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2001, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν εκ νέου επιστολή στην Επιτροπή, ζητώντας της να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας όσον αφορά τη γερμανική εθνική νομοθεσία για τους λεγόμενους επικίνδυνους σκύλους. Η νομοθεσία περιείχε διατάξεις που θα απαγόρευαν την εισαγωγή και άλλη ελεύθερη κυκλοφορία συγκεκριμένων φυλών σκύλων. Φαίνεται ότι η εν λόγω νομοθεσία ήταν ο Hundeverbringungs- und einfuhrbeschränkungsgesetz (2) - νόμος σχετικά με την κατοχή και τον περιορισμό των εισαγωγών σκύλων - ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 12 Απριλίου 2001 (στο εξής «η εθνική νομοθεσία για τους σκύλους»).

Με επιστολή της 23ης Φεβρουαρίου 2001, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει ακόμη καμία απάντηση από τις γερμανικές αρχές.

Στις 16 Μαρτίου 2001, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιστολής των καταγγελλόντων της 14ης Φεβρουαρίου 2001, με την οποία τους ενημέρωνε ότι είχε καταχωρίσει επίσημη καταγγελία παράβασης εξ ονόματός τους και με αριθμό αναφοράς 2001/4226.

Με επιστολή της 9ης Απριλίου 2001, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι οι θέσεις των διαφόρων κρατών μελών επί του θέματος ήταν πολύ διαφορετικές και ότι η Επιτροπή δεν διέθετε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ή στατιστικά στοιχεία που να καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της επικινδυνότητας συγκεκριμένων φυλών σκύλων. Η επιστολή ανέφερε επίσης ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει ορισμός του όρου «επικίνδυνος σκύλος».

Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες απέστειλαν στην Επιτροπή ορισμένες επιστολές και έγγραφα με σκοπό να αποδείξουν ότι η έννοια των εγγενώς επιθετικών ή «επικίνδυνων» σκύλων ήταν αβάσιμη.

Στις 27 Απριλίου 2001, ο δικηγόρος των καταγγελλόντων διαβίβασε στην Επιτροπή νομική γνωμοδότηση με την οποία υποστήριξε ότι η γερμανική εθνική νομοθεσία περί σκύλων δεν ήταν δικαιολογημένη.

Με επιστολή της 8ης Δεκεμβρίου 2001, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής επιβεβαίωσε στους καταγγέλλοντες ότι η Επιτροπή εξακολουθούσε να εξετάζει κατά πόσον η Γερμανία παραβίαζε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας.

Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν περαιτέρω επιστολές στην Επιτροπή, σε απάντηση των οποίων έλαβαν αποδείξεις παραλαβής.

Στις 20 Μαρτίου 2002, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής απέστειλε στους καταγγέλλοντες επιστολή η οποία, συνοπτικά, περιείχε τις ακόλουθες πληροφορίες: η Επιτροπή είχε λάβει πολυάριθμες καταγγελίες σχετικά με εικαζόμενη κακομεταχείριση των εν λόγω σκύλων. Ωστόσο, ήταν πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί μια κοινοτική διάσταση που θα επέτρεπε στην Επιτροπή να αναλάβει οποιαδήποτε δράση, δεδομένου ότι το εν λόγω ζήτημα δημόσιας ασφάλειας θεωρήθηκε ότι αποτελεί ζήτημα επικουρικότητας που εναπόκειται αποκλειστικά στα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν. Ως εκ τούτου, ο Επίτροπος Byrne (αρμόδιος για την υγεία και την προστασία των καταναλωτών) αποφάσισε να δώσει προτεραιότητα σε τομείς προστασίας των ζώων με σαφή κοινοτική διάσταση.

Η επιστολή αυτή ενημέρωσε επίσης τους καταγγέλλοντες ότι οι προσπάθειες αντιμετώπισης του ζητήματος στο πλαίσιο της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, της γεωργικής πολιτικής και της ελεύθερης κυκλοφορίας ήταν εξίσου ανεπιτυχείς.

Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν στην Επιτροπή περαιτέρω υλικό και έλαβαν αποδείξεις παραλαβής.

Στις 29 Αυγούστου 2002, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών της Επιτροπής απέστειλε στους καταγγέλλοντες επιστολή που περιείχε το επίσημο συμπέρασμά της σχετικά με την καταγγελία παράβασης 2001/4226. Η επιστολή ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών θα πρότεινε στην Επιτροπή να κλείσει ο φάκελος της καταγγελίας τους για παράβαση. Επισήμανε εν συντομία ότι οι επιστολές και τα έγγραφα που ελήφθησαν από τους καταγγέλλοντες δεν επαρκούσαν για να λάβει η Επιτροπή μέτρα κατά της Γερμανίας όσον αφορά την εν λόγω νομοθεσία. Στην επιστολή τονιζόταν ότι η Επιτροπή μπορούσε να αναλάβει δράση μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το εν λόγω κράτος μέλος παραβίαζε το κοινοτικό δίκαιο. Σύμφωνα με τις διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχονται στα πρόσωπα που υποβάλλουν καταγγελίες επί παραβάσει, η επιστολή ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι μπορούσαν να υποβάλουν νέα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της καταγγελίας τους εντός ενός μηνός.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2002, οι καταγγέλλοντες απέστειλαν στην Επιτροπή την απάντησή τους με συμπληρωματικά στοιχεία προς στήριξη της καταγγελίας τους.

Στις 16 Δεκεμβρίου 2002, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι εμμένει στην πρόθεσή της να συστήσει την περάτωση του φακέλου της καταγγελίας τους. Παρόμοια επιστολή εστάλη στους καταγγέλλοντες στις 13 Φεβρουαρίου 2003. Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν συμπληρωματικές επιστολές και έγγραφα στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων επιστολή με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 2003 προς τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Prodi.

Στις 25 Μαρτίου 2003, η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών απάντησε στην επιστολή των καταγγελλόντων της 27ης Φεβρουαρίου 2003 εξ ονόματος του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η επιστολή πληροφόρησε και πάλι τους καταγγέλλοντες ότι η ΓΔ Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών δεν είχε λόγο να μην προτείνει στην Επιτροπή να κλείσει ο φάκελος της καταγγελίας τους για παράβαση. Η επιστολή ανέφερε ότι η εκτροφή και η εκτροφή σκύλων που θεωρούνται επικίνδυνοι ήταν καθαρά εθνικό ζήτημα και ότι, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη είχαν το δικαίωμα να λάβουν τα μέτρα που έκριναν αναγκαία. Στην επιστολή τονιζόταν ότι τα κράτη μέλη ήταν φυσικά υποχρεωμένα να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο κατά τη θέσπιση τέτοιων μέτρων.

Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες απέστειλαν συμπληρωματικές επιστολές στην Επιτροπή.

Στις 5 Μαΐου 2003, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν την καταγγελία τους στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Στην καταγγελία τους, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή αγνόησε σαφείς παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

1. Οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν, στις 14 Φεβρουαρίου 2001, καταγγελία στο Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο γερμανικής νομοθεσίας για τους επικίνδυνους σκύλους που απαγορεύουν ορισμένες φυλές για λόγους δημόσιας ασφάλειας. Στην καταγγελία τους, οι καταγγέλλοντες είχαν θεωρήσει ότι η γερμανική νομοθεσία δεν ήταν σύμφωνη με το κοινοτικό κεκτημένο.

2. Η Επιτροπή είχε καταχωρίσει την καταγγελία με αριθμό 2001/4226 και είχε ενημερώσει σχετικά τους καταγγέλλοντες με επιστολή της 16ης Μαρτίου 2001.

3. Οι γερμανικές αρχές είχαν ενημερωθεί για την προαναφερθείσα νομοθεσία στο πλαίσιο της διαδικασίας της οδηγίας 98/34. Η Επιτροπή είχε ενημερώσει τις γερμανικές αρχές ότι η απαγόρευση εισαγωγής ορισμένων φυλών στη Γερμανία δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 28 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ούτε με το άρθρο 4 του κανονισμού 827/68/ΕΟΚ, διότι συνιστούσε παραβίαση των κανόνων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Μετά τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, η Γερμανία εξέδωσε διάταγμα εφαρμογής (3), το οποίο περιλάμβανε εξαιρέσεις από την απαγόρευση εισαγωγής προκειμένου να συμμορφωθεί με τους προαναφερθέντες κανόνες της Συνθήκης.

4. Αφού έλαβε υπόψη το κείμενο του διατάγματος εφαρμογής και αφού αξιολόγησε προσεκτικά όλα τα στοιχεία της καταγγελίας, η Επιτροπή αποφάσισε να κλείσει τον φάκελο επειδή έκρινε ότι η Γερμανία δεν παραβίαζε το κοινοτικό δίκαιο. Η εξέταση του θέματος από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν ιδιαίτερα διεξοδική και περιλάμβανε διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής. Για το θέμα αυτό ζητήθηκε η γνώμη των Γενικών Διευθύνσεων Γεωργίας, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και Εσωτερικής Αγοράς.

5. Η θέση των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με το θέμα αυτό είχε συνοψιστεί στους καταγγέλλοντες με επιστολή της 29ης Αυγούστου 2002. Οι καταγγέλλοντες είχαν ενημερωθεί ότι, με βάση τα αποτελέσματα της εξέτασης του θέματος από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, θα προτεινόταν να κλείσει η Επιτροπή τον φάκελο της καταγγελίας τους για παράβαση.

6. Δεδομένου ότι οι καταγγέλλοντες δεν έδωσαν νέες σχετικές πληροφορίες στην επιστολή τους της 8ης Σεπτεμβρίου 2002, η απόφαση για το κλείσιμο του φακέλου ελήφθη στις 16 Οκτωβρίου 2002.

7. Η απόφαση της Επιτροπής να κλείσει τον φάκελο βασίστηκε στο γεγονός ότι τα ζητήματα που έθιξαν οι καταγγέλλοντες δεν καλύπτονταν στην πραγματικότητα από το κοινοτικό κεκτημένο.

8. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η καταγγελία που υποβλήθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή δεν περιείχε καμία καταγγελία κατά της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Οι καταγγέλλοντες δεν ήταν βασικά ικανοποιημένοι με το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να ενεργήσει κατά της Γερμανίας λόγω έλλειψης νομικής βάσης και εξέφρασαν απλώς γενικές κατηγορίες σχετικά με την «εσφαλμένη πολιτική» των γερμανικών αρχών, τις οποίες, κατά την άποψη των καταγγελλόντων, υποστήριξε η Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, η καταγγελία αυτή περιείχε και πάλι τα ίδια στοιχεία που είχε ήδη εξετάσει η Επιτροπή στις επιστολές της που εστάλησαν στους καταγγέλλοντες κατά τα προηγούμενα 3 έτη.

Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντων

Οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με επιστολές της 21ης Ιανουαρίου, της 8ης Φεβρουαρίου και της 23ης Φεβρουαρίου 2004. Συνοπτικά, με τους ισχυρισμούς αυτούς προβλήθηκε ότι η γερμανική εθνική νομοθεσία για τους σκύλους παραβίαζε τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διότι ο περιορισμός του εμπορίου που περιλαμβανόταν σε αυτήν ήταν αδικαιολόγητος. Κατά την άποψή τους, η παράβαση αυτή ουδόλως εξαλείφθηκε με το γερμανικό διάταγμα εφαρμογής που αναφέρεται στη γνώμη της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες ενέμειναν στον ισχυρισμό τους ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη σαφείς παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου.

Στις 26 Μαρτίου 2004, οι καταγγέλλοντες επέστησαν την προσοχή του Διαμεσολαβητή σε απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (4). Η απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16 Μαρτίου 2004, αφορούσε τη νομιμότητα της γερμανικής εθνικής νομοθεσίας για τους σκύλους. Ενώπιον του Δικαστηρίου είχε αμφισβητηθεί ότι η νομοθεσία ήταν δυσανάλογη και επιστημονικά αδικαιολόγητη και ότι παραβίαζε τα κοινοτικά δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο διευκρίνισε ρητώς ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τη συμβατότητα της νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο (μέρος B., II, σκέψη 55). Εξέτασε, ωστόσο, κατά πόσον η απαγόρευση εισαγωγών ήταν αναλογική και επιστημονικά δικαιολογημένη. Μολονότι αναγνώρισε ότι οι επιστήμονες φαίνεται να συμφωνούν σταθερά ότι η επικινδυνότητα ενός σκύλου δεν μπορεί να συναχθεί αποκλειστικά από τη γενετική σύνθεση του σκύλου, το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα γονίδια να συμβάλλουν στο επίπεδο επικινδυνότητας (μέρος Γ, I., σκέψη 75). Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένης της μεγάλης αξίας της ανθρώπινης ζωής στο γερμανικό Σύνταγμα, ο Γερμανός νομοθέτης διέθετε επαρκή βάση για τη θέσπιση της επίμαχης νομοθεσίας, μέρος Γ, I., σημείο 79), και ότι η νομοθεσία ήταν αναλογική (μέρος Γ, I., σημείο 80).

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτική παρατήρηση

1.1 Εκτός από τον ισχυρισμό τους ότι η Επιτροπή αγνόησε σαφείς παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας, οι καταγγέλλοντες προέβαλαν τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση της μεταχείρισης των σκύλων από τις γερμανικές αρχές στη Γερμανία.

Η Επιτροπή εξήγησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αρμοδιότητα να νομοθετεί ή να αντιμετωπίζει με άλλον τρόπο τα ζητήματα της καλής μεταχείρισης των ζώων στα οποία αναφέρονται οι καταγγέλλοντες και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να προτείνει ή να εγκρίνει μέτρα σχετικά με το θέμα αυτό. Φαίνεται ότι το συμπέρασμα αυτό ήταν αποτέλεσμα εκτενούς διαλόγου με τα κράτη μέλη σχετικά με το κατά πόσον η αρχή της επικουρικότητας θα επέτρεπε στην Ένωση να αναλάβει δράση.

1.2 Η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις όσον αφορά το παραδεκτό μιας καταγγελίας. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να κινήσει έρευνα μόνον εφόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις. Μία από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το άρθρο 2 παράγραφος 2 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (5):

«Κάθε πολίτης της Ένωσης (...) μπορεί (...) να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με κρούσμα κακοδιοίκησης...»

Οι καταγγελίες που αφορούν την εξουσία της Επιτροπής να προτείνει νομοθεσία δεν αφορούν πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, αλλά πολιτική αρμοδιότητα του εν λόγω θεσμικού οργάνου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητά του να εξετάσει τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων ότι η Επιτροπή εσφαλμένα παρέλειψε να προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση της μεταχείρισης των σκύλων στη Γερμανία.

2 Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη σαφείς παραβάσεις

2.1 Στην καταγγελία παράβασης που υπέβαλαν στην Επιτροπή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η γερμανική νομοθεσία σχετικά με την εισαγωγή και τη διατήρηση ορισμένων φυλών σκύλων ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Υποστήριξαν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει μέτρα κατά της Γερμανίας. Η Επιτροπή καταχώρισε την καταγγελία και ενημέρωσε σχετικά τους καταγγέλλοντες. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι, ενόψει της εξέτασης του θέματος, δεν θα παραπέμψει τη Γερμανία στο Δικαστήριο.

Στην καταγγελία τους προς το Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή αγνόησε σαφείς παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου.

2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι η προαναφερθείσα νομοθεσία είχε κοινοποιηθεί στις γερμανικές αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας της οδηγίας 98/34 (6). Η Επιτροπή είχε ενημερώσει τις γερμανικές αρχές για την άποψή της ότι η απαγόρευση εισαγωγής στη Γερμανία ορισμένων φυλών δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 28 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ούτε με το άρθρο 4 του κανονισμού 827/68/ΕΟΚ (7), διότι συνιστούσε παραβίαση των κανόνων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Μετά τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, η Γερμανία εξέδωσε διάταγμα εφαρμογής (8), το οποίο περιλάμβανε εξαιρέσεις από την απαγόρευση εισαγωγών προκειμένου να συμμορφωθεί με τους προαναφερθέντες κανόνες της Συνθήκης.

Αφού έλαβε υπόψη το νέο κείμενο του διατάγματος εφαρμογής και αφού αξιολόγησε προσεκτικά όλα τα στοιχεία της καταγγελίας, η Επιτροπή αποφάσισε να κλείσει τον φάκελο επειδή έκρινε ότι η Γερμανία δεν παραβίαζε το κοινοτικό δίκαιο. Η εξέταση του θέματος από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν ιδιαίτερα διεξοδική και περιλάμβανε διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής. Για το θέμα αυτό ζητήθηκε η γνώμη των Γενικών Διευθύνσεων Γεωργίας, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και Εσωτερικής Αγοράς.

2.3 Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες ενέμειναν στον ισχυρισμό τους.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η παρούσα έρευνά του αποσκοπεί στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτό σημαίνει ότι ο Διαμεσολαβητής εξετάζει κατά πόσον η Επιτροπή χειρίστηκε την καταγγελία παράβασης σύμφωνα με τα καθήκοντα χρηστής διοίκησης που υπέχει και κατά πόσον το συμπέρασμά της εξήχθη εντός των ορίων της νομικής εξουσίας της Επιτροπής και χωρίς πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης.

Από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής προκύπτει ότι η Επιτροπή ενημέρωσε τις γερμανικές αρχές ότι, κατά την άποψή της, η σχετική γερμανική νομοθεσία παραβίαζε το κοινοτικό δίκαιο και ότι αυτό οδήγησε στην έκδοση γερμανικού διατάγματος εφαρμογής με σκοπό τη διόρθωση της παράβασης. Επιπλέον, φαίνεται ότι η Επιτροπή κατέληξε στη συνέχεια στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία δεν παραβίαζε πλέον το κοινοτικό δίκαιο και ότι το έπραξε μετά από εκτεταμένες διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις.

Σε αυτή τη βάση, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο ισχυρισμός των καταγγελλόντων ότι η Επιτροπή αγνόησε σαφείς παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένος. Φαίνεται, επομένως, ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37).

(2) Bundesgesetzblatt I 2001, αριθ. 16, S. 530.

(3) Verordnung über Ausnahmen zum Verbringungs- und Einfuhrverbot von gefährlichen Hunden in das Inland, 3. Απρίλιος 2002, BGBl I 2002, 1248.

(4) Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 2004 (BVerfG, 1 BvR 1778/01 vom 16.3.2004).

(5) ΕΕ 1994, L 113, σ. 15.

(6) Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37).

(7) Κανονισμός (ΕΟΚ) 827/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς για ορισμένα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 49).

(8) Verordnung über Ausnahmen zum Verbringungs- und Einfuhrverbot von gefährlichen Hunden in das Inland, 3. Απρίλιος 2002, BGBl I 2002, 1248.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!