Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 852/2003/OV κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 852/2003/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 04 Ιουνίου 2003 - Απόφαση στις Τετάρτη | 17 Δεκεμβρίου 2003
Στρασβούργο, 17 Δεκεμβρίου 2003
Αξιότιμε κ. Ø.,
Στις 30 Απριλίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με ισχυρισμό ότι δώσατε «ψευδείς πληροφορίες».
Στις 4 Ιουνίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Γενικό Γραμματέα της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής. Η ΟΚΕ απέστειλε τη γνωμοδότησή της στις 29 Σεπτεμβρίου 2003 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 30 Νοεμβρίου 2003.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Το ιστορικό της υπό κρίση αιτιάσεως είναι το ακόλουθο:
Στις 14 και 22 Μαΐου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (αριθ. αναφ. 0906/2002/OV) κατά της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (εφεξής «ECOSOC») για την περάτωση της διαδικασίας πρόσληψης.
Ο καταγγέλλων είχε συμμετάσχει στον διαγωνισμό PE/86/A του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για βοηθούς διοικητικούς υπαλλήλους αγγλικής γλώσσας. Με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1999, ο προϊστάμενος της υπηρεσίας ανταγωνισμού του Κοινοβουλίου τον πληροφόρησε ότι το όνομά του δεν περιλαμβανόταν στον πίνακα επιτυχόντων. Ωστόσο, ο καταγγέλλων κατάλαβε ότι η επιστολή σήμαινε ότι είχε επιτύχει στον διαγωνισμό. Ως εκ τούτου, τον Ιανουάριο του 2002 υπέβαλε αίτηση στο ECOSOC για την πλήρωση θέσεως μονίμου υπαλλήλου. Τον Φεβρουάριο του 2002, το ECOSOC του έκανε προσφορά εργασίας και ο καταγγέλλων υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2002, το ECOSOC ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να τον προσλάβει, δεδομένου ότι δεν είχε επιτύχει στον διαγωνισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δεν είχε περιληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Τον Μάιο του 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενος ότι το ECOSOC είχε αναστείλει αδικαιολόγητα τη διαδικασία πρόσληψής του.
Στις 16 Δεκεμβρίου 2002, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνά του και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το ECOSOC. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε διατυπώσει νέους ισχυρισμούς στις παρατηρήσεις του της 30ής Νοεμβρίου 2002, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι μπορούσε να υποβάλει νέα καταγγελία.
Στις 30 Απριλίου 2003, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Διαμεσολαβητή και υπέβαλε νέα καταγγελία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Στη γνώμη του σχετικά με την καταγγελία 0906/2002/OV, το ECOSOC δήλωσε ότι η διαδικασία για την πρόσληψη του καταγγέλλοντος κινήθηκε βάσει «ψευδών πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα». Η παροχή ψευδών πληροφοριών αποτελεί σοβαρό αδίκημα, καθώς συνεπάγεται την εκ προθέσεως απόκρυψη ή αλλοίωση γεγονότων με σκοπό την παραπλάνηση. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός εις βάρος του είναι αδικαιολόγητος, δεδομένου ότι ενήργησε καλόπιστα και παρέσχε οικειοθελώς στο ECOSOC όλες τις σχετικές πληροφορίες που είχε στην κατοχή του. Επιπλέον, προβάλλοντας αυτόν τον ισχυρισμό, το ECOSOC παραβίασε το άρθρο 12 («ευγένεια») του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς. Το ECOSOC θα μπορούσε να είχε επισημάνει ευγενικά στον καταγγέλλοντα ότι οι ενέργειές του βασίζονταν σε μια ατυχή παρεξήγηση και θα μπορούσε να είχε ζητήσει συγγνώμη για την αδυναμία του να εντοπίσει αυτή την παρεξήγηση.
Συνοπτικά, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η δήλωση του ECOSOC ότι παρέσχε ψευδείς πληροφορίες είναι αβάσιμη και συνιστά πράξη κακοδιοίκησης. Ισχυρίζεται ότι ανακάλεσε πλήρως, γραπτώς, τη δήλωση και ζήτησε συγγνώμη, επίσης γραπτώς, επειδή αμφισβήτησε αδίκως την προσωπική του εντιμότητα και ακεραιότητα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής ΕπιτροπήςΤο ECOSOC παρατήρησε καταρχάς ότι, στην απόφασή του της 16ης Δεκεμβρίου 2002, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το ECOSOC, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
Στη συνέχεια, το ECOSOC δήλωσε ότι δεν υπάρχει γενική ασυνέπεια ή οποιαδήποτε συκοφαντία ή κατηγορία που πρέπει να διαβαστεί από τη διατύπωση των δηλώσεων στη γνωμοδότησή του στην υπόθεση 0906/2002/OV. Αυτές οι δηλώσεις δεν ήταν σε καμία περίπτωση δυσφημιστικές.
Ο καταγγέλλων χρησιμοποίησε την πιθανή ομοιότητα μεταξύ «επιτυχίας σε διαγωνισμό» και «επιτυχούς υποψηφίου» για μια θέση ως βάση για ολόκληρη την αμυντική στρατηγική του και για τις δύο καταγγελίες που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή. Η στρατηγική αυτή αντιβαίνει στα άρθρα 28δ και 30 και στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ο καταγγέλλων δεν ήταν απολύτως ειλικρινής έναντι των υπαλλήλων του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου (ECOSOC), οι οποίοι επικοινώνησαν πρώτα μαζί του για να κινήσουν τη διαδικασία διορισμού. Έπαιξε με την πιθανή ασάφεια των εννοιών «επιτυχία σε εξετάσεις διαγωνισμού» και «επιτυχής υποψήφιος» και οι υπεύθυνοι για την πρόσληψή του κατάλαβαν ότι είχε προστεθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Ο καταγγέλλων ήταν ο ίδιος η πηγή των ελλιπών πληροφοριών που παρασχέθηκαν στο ECOSOC και πρέπει να υποστεί τις λογικές συνέπειες της απιστίας του. Το ECOSOC σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να δυσφημίσει τον καταγγέλλοντα, ούτε διέπραξε οποιαδήποτε συκοφαντία εναντίον του.
Το ECOSOC παρατήρησε επίσης ότι, από διαδικαστική άποψη, η καταγγελία δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή διότι α) ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του ως απάντηση στις δηλώσεις του ECOSOC κατά την άσκηση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη και, ως εκ τούτου, το ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω αποτελεί πρόβλημα διαδικαστικού χαρακτήρα που πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση απόφασης επί της αρχικής καταγγελίας και β) ο καταγγέλλων δεν έχει προβεί σε προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις σε σχέση με τη νέα αυτή καταγγελία.
Το ECOSOC κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία έπρεπε, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί απαράδεκτη ή, επικουρικώς, να απορριφθεί.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε εννέα σελίδες παρατηρήσεων, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το ECOSOC δεν εκδήλωσε καμία πρόθεση να ικανοποιήσει το αίτημά του για γραπτή ανάκληση του ισχυρισμού ότι παρείχε ψευδείς πληροφορίες και για γραπτή συγγνώμη. Διατήρησε το αίτημά του και ήταν ανοιχτός σε μια φιλική λύση. Ο καταγγέλλων ήλπιζε ότι ο Διαμεσολαβητής θα λάμβανε υπόψη την αλαζονεία και την έλλειψη σεβασμού που επέδειξε το ECOSOC επιδεινώνοντας περαιτέρω μια ήδη σοβαρή κατάσταση.
Όσον αφορά το παραδεκτό, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η απόφαση του Διαμεσολαβητή να δεχθεί την παρούσα καταγγελία είναι απολύτως σύμφωνη με την ερμηνεία των διαδικασιών του από τον Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το κατά πόσον έχουν πραγματοποιηθεί προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις, η αμφιβολία αυτή θα πρέπει να ευνοεί τον καταγγέλλοντα. Επιπλέον, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η παρούσα καταγγελία ήταν γνωστά στο ECOSOC από την καταγγελία 0906/2002/OV.
Ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι η άποψή του ότι είχε επιτύχει στον γενικό διαγωνισμό PE/86/A κρίθηκε θεμιτή και καλή τη πίστει με βάση τα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα εκείνη την περίοδο. Ως εκ τούτου, ενήργησε καλόπιστα όταν ισχυρίστηκε ότι είχε επιτύχει στις επιστολές του προς το ECOSOC.
Το ECOSOC ουδέποτε ανακάλεσε τον ισχυρισμό του ότι ο καταγγέλλων του παρείχε ψευδείς πληροφορίες, ούτε προσκόμισε πραγματικά περιστατικά για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό. Αντίθετα, το ECOSOC επιδείνωσε την κατάσταση ισχυριζόμενος ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν απολύτως ειλικρινής έναντι των υπαλλήλων του ECOSOC, ότι έπαιξε με την πιθανή ασάφεια των εννοιών, ότι ήταν ο ίδιος η πηγή των ελλιπών πληροφοριών που παρασχέθηκαν στο ECOSOC και ότι θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες της απιστίας του. Αυτοί οι πρόσθετοι ισχυρισμοί είναι τόσο αβάσιμοι και αβάσιμοι όσο και ο ισχυρισμός που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας. Το ECOSOC ενήργησε και πάλι σκόπιμα για να δυσφημίσει τον καταγγέλλοντα προβάλλοντας δυσφημιστικούς ισχυρισμούς εναντίον του.
Εάν υπάλληλοι ειδικευμένοι σε θέματα προσωπικού μπορούσαν, βάσει αντιγράφων επιστολών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την υποψηφιότητά του, να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων ήταν επιλέξιμος για πρόσληψη ως μόνιμος υπάλληλος, τότε σίγουρα ένας ευρωπαίος πολίτης χωρίς λεπτομερή γνώση των διαδικασιών πρόσληψης ενός θεσμικού οργάνου θα μπορούσε να συγχωρεθεί για το γεγονός ότι κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα καλή τη πίστει. Την ευθύνη για τη γνώση των διαδικασιών πρόσληψης φέρουν τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και όχι ο πολίτης. Ο καταγγέλλων ανταποκρίθηκε σε κάθε προσωπική του ευθύνη παρέχοντας στο ECOSOC όλες τις σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των αποδεικτικών εγγράφων.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Επί του παραδεκτού της διοικητικής ενστάσεως1.1 Κατά την άποψή του, το ECOSOC αμφισβητεί το παραδεκτό της καταγγελίας για δύο λόγους: α) το ζήτημα που ανακύπτει είναι πρόβλημα διαδικαστικού χαρακτήρα που πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση απόφασης επί της αρχικής καταγγελίας και β) ο καταγγέλλων δεν έχει προβεί σε προηγούμενες διοικητικές ενέργειες σε σχέση με τη νέα αυτή καταγγελία.
1.2 Το άρθρο 2.4 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1) προβλέπει ότι «πριν από την υποβολή καταγγελίας (…) πρέπει να έχουν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα και οργανισμούς». Στην ετήσια έκθεσή του για το 1995, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε, όσον αφορά την ερμηνεία των κριτηρίων παραδεκτού, ότι «μια αδικαιολόγητα τεχνική ή νομικίστικη προσέγγιση του παραδεκτού των καταγγελιών σχετικά με πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα ή οργανισμούς θα ήταν ακατάλληλη. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, για παράδειγμα, σχετικά με το αν υπήρξε επαρκής προηγούμενη επαφή (…), η αμφιβολία αυτή θα πρέπει κανονικά να επιλυθεί υπέρ του καταγγέλλοντος. Εάν μια καταγγελία κριθεί εσφαλμένα απαράδεκτη, τα δικαιώματα του πολίτη τίθενται σε κίνδυνο»(2).
1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας συνδέεται στενά με το θέμα που εξετάστηκε στο πλαίσιο της έρευνας για την καταγγελία 0906/2002/OV. Ο καταγγέλλων διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά για τον ισχυρισμό αυτό στο πλαίσιο αυτής της προηγούμενης καταγγελίας, συγκεκριμένα στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη του ECOSOC. Το ECOSOC ενημερώθηκε σχετικά, καθώς ο Διαμεσολαβητής απέστειλε αντίγραφο της απόφασής του της 16ης Δεκεμβρίου 2002 στο ECOSOC και η απόφαση ανέφερε τον ισχυρισμό που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας.
1.4 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι στην παρούσα καταγγελία πληρούται η προϋπόθεση των «κατάλληλων» προηγούμενων διοικητικών προσεγγίσεων. Η απαίτηση από τον καταγγέλλοντα να επικοινωνήσει εκ νέου με το ECOSOC πριν υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή θα ήταν ακατάλληλη και αδικαιολόγητα νομικίστικη. Επομένως, η αιτίαση είναι παραδεκτή.
2 Η δήλωση ότι ο καταγγέλλων παρέσχε «ψευδείς πληροφορίες» και το αίτημα ανάκλησης της εν λόγω δήλωσης2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η δήλωση του ECOSOC στη γνώμη του σχετικά με την καταγγελία 0906/2002/OV ότι παρείχε ψευδείς πληροφορίες είναι αβάσιμη και συνιστά πράξη κακοδιοίκησης. Ισχυρίζεται ότι το ECOSOC θα πρέπει να ανακαλέσει πλήρως τη δήλωση γραπτώς και να ζητήσει συγγνώμη, επίσης γραπτώς, για την εσφαλμένη αμφισβήτηση της προσωπικής εντιμότητας και ακεραιότητάς του. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ενήργησε καλή τη πίστει.
2.2 Το ECOSOC υποστήριξε ότι η καταγγελία θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν υπήρχε γενική ασυνέπεια, ούτε συκοφαντία ή κατηγορία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί από τη διατύπωση των δηλώσεων στη γνωμοδότησή του στην υπόθεση 0906/2002/OV. Το ECOSOC δεν επεδίωξε σε καμία περίπτωση να δυσφημίσει τον καταγγέλλοντα. Ο καταγγέλλων έπαιξε με την πιθανή ασάφεια των εννοιών, ήταν ο ίδιος η πηγή των ελλιπών πληροφοριών που παρασχέθηκαν στο ECOSOC και πρέπει να υποστεί τις λογικές συνέπειες της απιστίας του.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος για μια θέση στο ECOSOC βασίστηκε στο ακόλουθο κείμενο της επιστολής της υπηρεσίας ανταγωνισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29ης Ιουλίου 1999 σχετικά με τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος στον γενικό διαγωνισμό PE/86/A: «Με λύπη μου σας πληροφορώ ότι δεν κατέστη δυνατό να συμπεριληφθεί το όνομά σας στον πίνακα επιτυχόντων διότι, παρόλο που λάβατε τη βάση σε καθεμία από τις δοκιμασίες και την απαιτούμενη βαθμολογία 60 % σε όλες τις γραπτές και προφορικές δοκιμασίες, δεν συγκαταλέγεστε μεταξύ των 13 καλύτερων υποψηφίων στους οποίους έπρεπε να περιοριστεί ο πίνακας επιτυχόντων». Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Διαμεσολαβητή της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την καταγγελία 0906/2002/OV, είναι σαφές από τη φράση αυτή - αρχής γενομένης από τη φράση «Με λύπη μου σας ενημερώνω» - ότι ο καταγγέλλων δεν είχε επιτύχει στον διαγωνισμό. Ως εκ τούτου, η πεποίθηση του καταγγέλλοντος ότι πέτυχε στον διαγωνισμό και μπορούσε να υποβάλει αίτηση για θέση στο ECOSOC ήταν εσφαλμένη.
2.4 Στη γνώμη του σχετικά με την καταγγελία 0906/2002/OV, το ECOSOC δήλωσε ότι ο καταγγέλλων παρείχε «ψευδείς» πληροφορίες. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, μεταξύ των συνήθων εννοιών της λέξης «ψευδής», είναι «εσκεμμένα αναληθής». Στη γνώμη του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, το ECOSOC δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο καταγγέλλων παρείχε εσκεμμένα αναληθείς πληροφορίες. Το ECOSOC θα μπορούσε, κατά τη γνώμη του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, να αποσύρει την καταγγελία και να ζητήσει συγγνώμη για οποιαδήποτε υπόνοια ότι ο καταγγέλλων δεν ενήργησε καλή τη πίστει. Αντ’ αυτού, το ECOSOC προέβη σε περαιτέρω υπαινιγμούς κακής πίστης - χωρίς να τους τεκμηριώνει - δηλώνοντας ότι ο καταγγέλλων «χρησιμοποίησε την πιθανή ομοιότητα μεταξύ των δύο αυτών εννοιών ως βάση για ολόκληρη την αμυντική στρατηγική του», «έπαιξε με την πιθανή ασάφεια των εννοιών» και «πρέπει τώρα να υποστεί τις λογικές συνέπειες της ανέντιμης δράσης του».
2.5 Όταν ένα κοινοτικό όργανο ή οργανισμός θεωρεί ότι ενήργησε σωστά και ότι δεν μπορεί να κατηγορηθεί για κακοδιοίκηση, τότε είναι χρήσιμο το όργανο ή ο οργανισμός να εξηγήσει τις ενέργειές του και να αιτιολογήσει τις ενέργειες αυτές. Αυτό συνήθως προάγει την κατανόηση των ενεργειών της διοίκησης. Οι εσφαλμένες διατυπώσεις απλώς προκαλούν και ενισχύουν την αρνητική εντύπωση του οικείου θεσμικού οργάνου και της κοινοτικής διοίκησης εν γένει (3). Οι ανωτέρω φράσεις στη γνωμοδότηση του ECOSOC δείχνουν ότι το ECOSOC απάντησε σε γλώσσα διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιείται συνήθως από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς στις γνωμοδοτήσεις τους προς τον Διαμεσολαβητή.
2.6 Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν οι θεσμοί να είναι ορθοί και ευγενικοί στις σχέσεις τους με το κοινό. Εάν προκύψει σφάλμα, το οποίο επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ενός μέλους του κοινού, το θεσμικό όργανο απολογείται για το σφάλμα αυτό και προσπαθεί να διορθώσει τις αρνητικές επιπτώσεις που προκύπτουν από το σφάλμα αυτό (4). Εν προκειμένω, το ECOSOC παρέβη την υποχρέωση ευγένειας. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την επικριτική παρατήρηση που ακολουθεί.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν οι θεσμοί να είναι ορθοί και ευγενικοί στις σχέσεις τους με το κοινό. Εάν προκύψει σφάλμα, το οποίο επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ενός μέλους του κοινού, το θεσμικό όργανο απολογείται για το σφάλμα αυτό και προσπαθεί να διορθώσει τις αρνητικές επιπτώσεις που προκύπτουν από το σφάλμα αυτό (5). Εν προκειμένω, το ECOSOC παρέβη την υποχρέωση ευγένειας. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης αφορά διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος και λαμβανομένης υπόψη της θέσης που υιοθέτησε το ECOSOC στις γνωμοδοτήσεις του σχετικά με την παρούσα υπόθεση και την υπόθεση 0906/2002/OV, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός του ζητήματος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Γενικός Γραμματέας του ECOSOC θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του, ΕΕ L 113 της 4ης Μαΐου 1994, σ. 15.
(2) Ετήσια έκθεση του Διαμεσολαβητή 1995, σελίδες 20-21.
(3) Βλ. απόφαση του Διαμεσολαβητή της 13ης Μαρτίου 2002 στην αυτεπάγγελτη έρευνα OI/1/2002/OV σχετικά με το CEDEFOP, Ετήσια έκθεση του Διαμεσολαβητή 2002, σ. 204. Βλ. επίσης http://www.ombudsman.europa.eu/decision/en/02oi1.htm.
(4) Άρθρα 12.1 και 12.3 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
(5) Άρθρα 12.1 και 12.3 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.