FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα (520/2024/SF)

Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σχετικά με την κατάρρευση του συνεταιριστικού τομέα στην Κύπρο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαπίστωσε ότι τέσσερα έγγραφα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος. Χορήγησε ευρεία μερική πρόσβαση σε ένα έγγραφο και αρνήθηκε την πρόσβαση στα υπόλοιπα τρία έγγραφα στο σύνολό τους. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ επικαλέστηκε εξαιρέσεις βάσει των κανόνων της σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι τα έγγραφα περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και ότι η πλήρης γνωστοποίηση θα μπορούσε να υπονομεύσει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεών της.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν εύλογο η ΕΚΤ να θεωρήσει ότι τα επίμαχα έγγραφα περιέχουν εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες και προστατεύονται από τον νόμο. Το γεγονός ότι εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες γνωστοποιούνται σε εξεταστική επιτροπή δεν στερεί από τις πληροφορίες αυτές τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι ήταν εύλογο για την ΕΚΤ να θεωρήσει ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να υπονομεύσει τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεών της.

Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Τον Σεπτέμβριο του 2023 ο καταγγέλλων ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) πρόσβαση του κοινού [1] σε όλα τα έγγραφα που υπέβαλε ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (ΕΕΜ) στο πλαίσιο των εργασιών της «Ερευνητικής Επιτροπής» για την κατάρρευση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας (ΣΚΤ). Ειδικότερα, ζήτησαν αντίγραφα i) των πορισμάτων των «επιτόπιων επιθεωρήσεων» που διενεργήθηκαν από τον ΕΕΜ το 2015 και το 2018· ii) επιστολή που αποστέλλεται από τον ΕΕΜ στην επιτροπή του συνεταιρισμού· και iii) ερωτηματολόγιο.

2. Η ΕΚΤ προσδιόρισε τέσσερα έγγραφα ως εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πρόσβαση του κοινού, και συγκεκριμένα:

i. Τμήματα 1 και 2 της τελικής έκθεσης OSI-2015-CYCCB (έγγραφο 1)·

ii. Τμήματα 1 και 2 της τελικής έκθεσης OSI-2018-CYCCB (έγγραφο 2)·

iii. Ενημερωτική επιστολή, με ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 2018, που εστάλη στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σχετικά με τα αποτελέσματα της έκθεσης OSI-2018-CYCCB (έγγραφο 3)· και

iv. Επιστολή της 31ης Οκτωβρίου 2018 της Εξεταστικής Επιτροπής Συνεργασίας (Central Bank Govenor) με 21 ερωτήσεις προς τον ΕΕΜ (έγγραφο 4).

3. Η ΕΚΤ χορήγησε ευρεία μερική πρόσβαση στο «έγγραφο 4», αλλά αρνήθηκε την πρόσβαση στα υπόλοιπα τρία έγγραφα στο σύνολό τους. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ επικαλέστηκε δύο εξαιρέσεις βάσει των κανόνων της σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι τα επίμαχα έγγραφα περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες [2] που προστατεύονται από το δίκαιο της ΕΕ και ότι η γνωστοποίησή τους θα μπορούσε να υπονομεύσει τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεών της [3].

4. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την ΕΚΤ να επανεξετάσει την απόφασή της (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση»).

5. Όταν η ΕΚΤ ενέμεινε στη θέση της να αρνηθεί την πλήρη πρόσβαση, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Η έρευνα

6. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την άρνηση της ΕΚΤ να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση του κοινού στα ζητηθέντα έγγραφα.

7. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε τις πρόσθετες απόψεις της ΕΚΤ σχετικά με την καταγγελία. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε επίσης τα επίμαχα έγγραφα.

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

Από τον καταγγέλλοντα

8. Στην επιβεβαιωτική αίτησή του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι εξαιρέσεις που είχε επικαλεστεί η ΕΚΤ δεν ισχύουν στην περίπτωση αυτή.

9. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων 1 έως 3 δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ομαλή λειτουργία του συστήματος προληπτικής εποπτείας, καθώς αφορούν χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του οποίου η τραπεζική άδεια είχε ανακληθεί. Ως εκ τούτου, η γνωστοποίηση δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα ή την εμπιστοσύνη της εποπτευόμενης οντότητας, της ανταποκρίτριας κεντρικής τράπεζας.

10. Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Baumeister [4], δεν υπάρχει λόγος να αρνηθεί η ΕΚΤ την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Δεδομένου ότι η ανταποκρίτρια κεντρική τράπεζα απώλεσε την ιδιότητα του πιστωτικού ιδρύματος, τα ζητηθέντα έγγραφα δεν συνιστούν εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες καλύπτονται από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου και των οποίων η γνωστοποίηση ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα του προσώπου που παρέσχε τις πληροφορίες αυτές. Επιπλέον, σύμφωνα με την Baumeister, η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που αφορούν εποπτευόμενη οντότητα πρέπει να αξιολογείται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης γνωστοποίησης, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω πληροφορίες διαβαθμίστηκαν κατά τον χρόνο κοινοποίησής τους στις εθνικές αρχές [5]. Επιπλέον, οι πληροφορίες που θα μπορούσαν να συνιστούν επιχειρηματικό απόρρητο, αλλά είναι τουλάχιστον πέντε ετών, πρέπει, κατά κανόνα, λόγω της παρόδου του χρόνου, να θεωρείται ότι έχουν απολέσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους [6].

11. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι τα έγγραφα 3 και 4 δεν μπορούν να θεωρηθούν εμπιστευτικά, καθώς υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δημόσιας έρευνας.

Από την ΕΚΤ

Εμπιστευτικότητα των πληροφοριών

12. Η ΕΚΤ υποστήριξε ότι πρέπει να αρνείται την πρόσβαση όταν η κοινολόγηση θα έθιγε την προστασία της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που προστατεύονται από το δίκαιο της ΕΕ [7].

13. Ανέφερε ότι τα έγγραφα περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση απαγορεύεται από τον «κανονισμό για τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό»[8] (κανονισμός ΕΕΜ) και την «οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις»[9] (ΟΚΑ). Η ΕΚΤ δήλωσε ότι αυτό το επαγγελματικό απόρρητο καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που σχετίζονται με τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και όταν αφορά οντότητα της οποίας η τραπεζική άδεια ανακλήθηκε στη συνέχεια.

14. Η ΕΚΤ υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ [10], οι πληροφορίες είναι εμπιστευτικές όταν i) δεν είναι δημόσιες και ii) η δημοσιοποίησή τους ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος τραπεζικής εποπτείας. Η ΕΚΤ έκρινε ότι πληρούνται και τα δύο κριτήρια. Η δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο των εποπτικών καθηκόντων της είναι πιθανό να επηρεάσει αρνητικά την εμπιστοσύνη των εποπτευόμενων οντοτήτων στον χειρισμό των πληροφοριών τους από την εποπτική αρχή, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για να διασφαλιστεί ότι οι εποπτευόμενες οντότητες είναι έτοιμες να ανταλλάσσουν εποπτικές πληροφορίες με την εποπτική αρχή. Η εμπιστοσύνη των εποπτευόμενων οντοτήτων ότι η ΕΚΤ θα χειριστεί τις πληροφορίες τους εμπιστευτικά θα τεθεί σε κίνδυνο εάν θεωρήσουν ότι οι πληροφορίες τους θα μπορούσαν να δημοσιευθούν. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία του συστήματος προληπτικής εποπτείας στο σύνολό του, ανεξάρτητα από την ανάκληση της τραπεζικής άδειας της εποπτευόμενης οντότητας.

15. Η ΕΚΤ έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων 1 έως 3 θα μπορούσε επιπλέον να αποκαλύψει πληροφορίες σχετικά με τις εποπτικές μεθοδολογίες και πρακτικές, στερώντας έτσι από τις αρμόδιες αρχές εντός του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού [11] την ικανότητά τους να εφαρμόζουν συνεχώς αυτές τις εποπτικές μεθοδολογίες και στρατηγικές. Η δημοσιοποίηση θα μπορούσε επίσης να αποκαλύψει εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες σχετικά με την ένταση των εποπτικών δραστηριοτήτων έναντι συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος ή τη συνέχεια που δίνεται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές και/ή την ΕΚΤ. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα υπονόμευε σοβαρά την αποτελεσματικότητα της ΕΚΤ κατά την άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

16. Επιπλέον, η ΕΚΤ υποστήριξε ότι οι εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες δεν χάνουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους απλώς και μόνο επειδή αποτελούν μέρος έρευνας «δημόσιας έρευνας». Εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ΟΚΑ [12]. Το γεγονός ότι εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες ενδέχεται να έχουν γνωστοποιηθεί σε εξεταστική επιτροπή βάσει της ΟΚΑ [13] δεν στερεί από τις πληροφορίες αυτές τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους. Αντιθέτως, η δημοσιοποίηση αυτή υπόκειται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου. Επομένως, η κατ’ εξαίρεση γνωστοποίηση σε εξεταστική επιτροπή του Κοινοβουλίου δεν δικαιολογεί, αφ’ εαυτής, την πρόσβαση του κοινού στις εμπιστευτικές πληροφορίες.

17. Επιπλέον, η ΕΚΤ επισήμανε ότι οποιαδήποτε γνωστοποίηση από τρίτους χωρίς προηγούμενη διαβούλευση ή συμφωνία με την ΕΚΤ δεν δημοσιοποιεί τις πληροφορίες.

18. Η ΕΚΤ δήλωσε ότι αξιολόγησε τα έγγραφα όταν έλαβε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση του κοινού. Με βάση την αξιολόγηση αυτή, έκρινε ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα 1 έως 3 και στα μέρη του εγγράφου 4 που έχουν απαλειφθεί αποτελούν εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες που προστατεύονται από το δίκαιο της ΕΕ.

Σκοπός των εποπτικών επιθεωρήσεων

19. Η ΕΚΤ υποστήριξε επίσης ότι πρέπει να αρνείται την πρόσβαση όταν η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεων [14].

20. Η ΕΚΤ δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια των εποπτικών επιθεωρήσεων, οι εποπτευόμενες οντότητες υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες, να υποβάλλουν έγγραφα, βιβλία και αρχεία και να απαντούν σε ερωτήσεις. Ως εκ τούτου, οι εποπτικές αλληλεπιδράσεις πρέπει να διεξάγονται με αποτελεσματικό τρόπο, ενώ οι εποπτευόμενες οντότητες πρέπει να είναι βέβαιοι ότι οι πληροφορίες τους παραμένουν εμπιστευτικές και δεν θα αποκαλυφθούν. Τα ζητούμενα έγγραφα περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την εποπτική μεθοδολογία και στρατηγική που εφαρμόζει η ΕΚΤ. Η γνωστοποίησή τους θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεων.

21. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι οι πληροφορίες είναι τουλάχιστον πέντε ετών και, σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ [15], πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν απολέσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους, η ΕΚΤ δήλωσε ότι δεν επικαλέστηκε την εξαίρεση που αφορά τα εμπορικά συμφέροντα [16]. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια νομολογία της Ένωσης, η πάροδος του χρόνου δεν επηρεάζει τις πληροφορίες των οποίων ο εμπιστευτικός χαρακτήρας δικαιολογείται για λόγους άλλους από τη σημασία των πληροφοριών αυτών σε σχέση με την εμπορική θέση της οικείας επιχείρησης. Αυτό ισχύει ιδίως για τις πληροφορίες σχετικά με τη μεθοδολογία και τη στρατηγική εποπτείας που χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές. Οι λόγοι για την εμπιστευτικότητα των ζητούμενων εγγράφων αφορούν την ορθή λειτουργία του συστήματος τραπεζικής εποπτείας στην ΕΕ και τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεων. Τυχόν χρονικά περιορισμένες επιπτώσεις στην εμπορική κατάσταση της ανταποκρίτριας κεντρικής τράπεζας δεν επηρέασαν την αξιολόγηση ή την απόφαση που ελήφθη για άρνηση πλήρους δημοσιοποίησης.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

22. Η ΕΚΤ, από κοινού με τις εθνικές εποπτικές αρχές των συμμετεχόντων κρατών μελών, είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των τραπεζών στην Ευρώπη.[17] Αυτός ο εποπτικός ρόλος αποσκοπεί στη διασφάλιση της ασφάλειας και της ευρωστίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και στην ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Τα καθήκοντα της ΕΚΤ στον τομέα αυτό περιλαμβάνουν την παρακολούθηση της συμμόρφωσης της εποπτευόμενης τράπεζας με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και τον εντοπισμό πιθανών προβλημάτων στη διοίκηση μιας εποπτευόμενης τράπεζας ή στην ικανότητά της να καλύπτει κινδύνους.

23. Ένα από τα μέσα με τα οποία η ΕΚΤ συλλέγει πληροφορίες για την εκπλήρωση της εποπτικής της λειτουργίας είναι μέσω επιτόπιων επιθεωρήσεων [18]. Κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, η ΕΚΤ δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο [19]. Το εν λόγω καθήκον τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου ισχύει και για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών [20].

24. Σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΚΤ για την πρόσβαση του κοινού, η ΕΚΤ πρέπει να αρνείται την πρόσβαση εάν η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα υπονόμευε την ανάγκη προστασίας των πληροφοριών που θεωρούνται εμπιστευτικές βάσει του δικαίου της ΕΕ [21] και/ή το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τις εποπτικές επιθεωρήσεις [22]. Αυτές οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού είναι απόλυτες, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούν να παραμεριστούν από άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό συμφέρον.

Εμπιστευτικότητα των ζητούμενων πληροφοριών

25. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι ζητούμενες πληροφορίες δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται εμπιστευτικές, καθώς είναι παλαιότερες των πέντε ετών.

26. Σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ, πληροφορίες ηλικίας τουλάχιστον πέντε ετών πρέπει, κατά κανόνα, λόγω της παρόδου του χρόνου, να θεωρείται ότι έχουν απολέσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους [23], εκτός εάν ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών δικαιολογείται για λόγους άλλους από τις πληροφορίες που συνιστούν επιχειρηματικό απόρρητο [24].

27. Η ΕΚΤ δεν ισχυρίστηκε ότι οι ζητούμενες πληροφορίες συνιστούν επιχειρηματικά απόρρητα. Αντιθέτως, η ΕΚΤ υποστήριξε ότι οι πληροφορίες είναι εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες που προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο [25].

28. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ [26], δεν μπορούν να θεωρηθούν άνευ όρων όλες οι πληροφορίες που αφορούν εποπτευόμενη οντότητα ως εμπιστευτικές πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Οι πληροφορίες πρέπει να πληρούν δύο κριτήρια για να θεωρηθούν εμπιστευτικές, και συγκεκριμένα i) οι πληροφορίες δεν πρέπει να είναι δημόσιες και ii) η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα του φυσικού ή νομικού προσώπου που παρείχε τις εν λόγω πληροφορίες ή τρίτων ή την ορθή λειτουργία του συστήματος προληπτικής εποπτείας.

Ενημέρωση του κοινού

29. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι πληροφορίες υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια δημόσιας έρευνας και, ως εκ τούτου, ήταν δημόσιες. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ανέφερε στην αίτησή του για πρόσβαση του κοινού ότι τα ζητηθέντα έγγραφα αναφέρονταν σε δημόσια έκθεση [27].

30. Ο κανονισμός ΕΕΜ [28] σε συνδυασμό με την ΟΚΑ [29] επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επιτρέπουν την αποκάλυψη εμπιστευτικών εποπτικών πληροφοριών σε εξεταστικές κοινοβουλευτικές επιτροπές στο κράτος μέλος τους, εφόσον i) οι εν λόγω οντότητες έχουν συγκεκριμένη εντολή βάσει του εθνικού δικαίου· ii) οι πληροφορίες είναι απολύτως αναγκαίες για την εκπλήρωση της παρούσας εντολής· και iii) τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες με εκείνες που ορίζονται στην ΟΚΑ. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι ζητούμενες εμπιστευτικές πληροφορίες έχουν διαβιβαστεί εντός του εν λόγω νομικού πλαισίου, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και ισχύει η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.

31. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ [30], η άνευ αδείας κοινολόγηση εγγράφου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφο που καλύπτεται από μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 της απόφασης ΕΚΤ/2004/3.

32. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες δεν είναι δημόσιες.

Ορθή λειτουργία της προληπτικής εποπτείας

33. Σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ [31], η ΕΚΤ διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό του κατά πόσον η γνωστοποίηση ορισμένων πληροφοριών θα μπορούσε να θίξει δημόσιο συμφέρον, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης ΕΚΤ/2004/3. Η ΕΚΤ διαθέτει την ίδια ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό του κατά πόσον η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος προληπτικής εποπτείας και εξυγίανσης.

34.  Δεδομένης αυτής της ευρείας διακριτικής ευχέρειας, η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας επιδίωξε να διαπιστώσει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης στην εκτίμηση της ΕΚΤ.

35. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε τα ζητηθέντα έγγραφα. Βάσει της εν λόγω επιθεώρησης, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν υπήρξε πρόδηλο σφάλμα στην εκτίμηση της ΕΚΤ ότι τα ζητούμενα έγγραφα περιέχουν πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ομαλή λειτουργία του συστήματος προληπτικής εποπτείας στο σύνολό του.

Προστασία του σκοπού των εποπτικών επιθεωρήσεων

36. Η ΕΚΤ υποστήριξε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την εποπτική μεθοδολογία της και ότι η γνωστοποίησή τους θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεων.

37. Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, η ΕΚΤ διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια προκειμένου να κρίνει αν η γνωστοποίηση ορισμένων πληροφοριών θα μπορούσε να θίξει δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, της απόφασης ΕΚΤ/2004/3, το οποίο περιλαμβάνει τον σκοπό των εποπτικών επιθεωρήσεων. Ως εκ τούτου, η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας αποσκοπούσε στο να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση της ΕΚΤ ως προς το ζήτημα αυτό.

38. Βάσει της επιθεώρησης, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι δεν υπήρχε πρόδηλο σφάλμα στην εκτίμηση της ΕΚΤ.

39. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ΕΚΤ βασίμως αρνήθηκε την (πλήρη) πρόσβαση του κοινού στα ζητηθέντα έγγραφα.

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα [32]:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Ο καταγγέλλων και η ΕΚΤ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Rosita Hickey
Διευθυντής Ερευνών


Στρασβούργο, 17/5/2024

 

 

[1] Σύμφωνα με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 4ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (απόφαση ΕΚΤ/2004/3): https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A32004D0003%2801%29 

[2] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης ΕΚΤ/2004/3

[3] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) ένατη περίπτωση της απόφασης ΕΚΤ/2004/3.

[4] Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 19ης Ιουνίου 2018 στην υπόθεση C-15/16, Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?language=en&num=C-15/16

[5] Ό.π., σκέψη 50.

[6] Ό.π., σκέψη 57.

[7] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης ΕΚΤ/2004/3.

[8] το άρθρο 27 του κανονισμού 1024/2013 του Συμβουλίου για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (στο εξής: κανονισμός ΕΕΜ)· διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:32013R1024·

[9] τα άρθρα 53 επ. της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ΟΚΑ)· διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex%3A32013L0036

[10] C-15/16, Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister, σκέψη 46· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-827/17, Aeris Invest Sàrl κατά ΕΚΤ, σκέψη 194· διατίθεται στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=247114&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1574014

[11] Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός είναι ένα σύστημα σε επίπεδο ΕΕ για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στη ζώνη του ευρώ και στα κράτη μέλη της ΕΕ που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ και επέλεξαν να συμμετάσχουν στον μηχανισμό. Για περισσότερες πληροφορίες βλ.: https://finance.ec.europa.eu/banking/banking-union/single-supervisory-mechanism_en

[12] Άρθρο 53 της ΟΚΑ.

[13] Άρθρο 59 παράγραφος 2 της ΟΚΑ.

[14] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) ένατη περίπτωση της απόφασης ΕΚΤ/2004/3.

[15] C-15/16, Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister, σκέψη 56.

[16] Άρθρο 4 παράγραφος 2 της απόφασης ΕΚΤ/2004/3.

[17] Εντός των συμμετεχόντων κρατών μελών. Για τον κατάλογο των εποπτευόμενων οντοτήτων, βλ.: https://www.bankingsupervision.europa.eu/ecb/pub/pdf/ssm.listofsupervisedentities202404.en.pdf

[18] Άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού ΕΕΜ.

[19] Βλ. άρθρο 27 του κανονισμού ΕΕΜ.

[20] Βλ. άρθρο 53 της ΟΚΑ.

[21] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης ΕΚΤ/2004/3.

[22] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) ένατη περίπτωση της απόφασης ΕΚΤ/2004/3.

[23] C-15/16, Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister· παράγραφος 54.

[24] Ό.π. σκέψη 56.

[25] Άρθρο 27 του κανονισμού ΕΕΜ σε συνδυασμό με το άρθρο 53 της ΟΚΑ.

[26] C-15/16, Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister, σκέψη 46.

[27] Έκθεση σχετικά με την κατάρρευση του συνεταιριστικού πιστωτικού συστήματος· διατίθεται στα ελληνικά μόνο στη διεύθυνση: https://www.pio.gov.cy/assets/pdf/newsroom/2019/03/EKTHESI%20EREYNITIKIS%20EPITROPIS%20GIA%20SYNERGATISMO.pdf?fbclid=IwAR3A1GL5Qz1og441gnR3P2WTvsANvDKydOtEV9bk4uChuHqH75eGioUFHdY

[28] Άρθρο 27 του κανονισμού ΕΕΜ.

[29] Άρθρο 59 παράγραφος 2 της ΟΚΑ.

[30] T-827/17, Aeris Invest Sàrl κατά ΕΚΤ, σκέψεις 218-219.

[31] Ό.π., σκέψη 252

[32] Η παρούσα καταγγελία εξετάστηκε στο πλαίσιο του κατ’ εξουσιοδότηση χειρισμού υποθέσεων, σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!