Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Προβολή 1 - 20 από 197 αποτελέσματα

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χειρίζεται τις περιπτώσεις μεταπήδησης προς ή από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα (OI/1/2022/KR)

Παρασκευή | 28 Οκτωβρίου 2022

Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια έχει αναγνωρίσει εδώ και καιρό τη μεταπήδηση δημόσιων λειτουργών στον ιδιωτικό τομέα ως ένα φαινόμενο που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού, εάν η διαχείρισή του δεν είναι η δέουσα.

Η συγκεκριμένη αυτεπάγγελτη έρευνα είχε ως στόχο να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χειρίζεται τις περιπτώσεις μεταπήδησης των μελών του προσωπικού της στον ιδιωτικό τομέα.

Δεδομένου του ρόλου της ΕΚΤ σχετικά με τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και της εποπτείας των χρηματοδοτικών και πιστωτικών ιδρυμάτων, κάθε μεταπήδηση (πρώην) μελών του προσωπικού της ΕΚΤ σε ιδιωτικά χρηματοδοτικά ή πιστωτικά ιδρύματα, ιδίως ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία της ΕΚΤ, μπορεί να ενέχει κινδύνους σύγκρουσης συμφερόντων και κινδύνους βλάβης της φήμης και της υπόληψης, καθώς και να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του κοινού.

Η έρευνα της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας αξιολόγησε συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία είχε προκαλέσει ανησυχία στο κοινό, ενώ επίσης επανεξέτασε 26 υποθέσεις αιτήσεων μελών του προσωπικού για ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων, είτε κατά τη διάρκεια άδειας άνευ αποδοχών είτε μετά την περάτωση της εργασίας τους στην ΕΚΤ. Όλοι οι φάκελοι που επανεξετάστηκαν, πλην ενός, αφορούσαν μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ που μεταπήδησαν στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων οντοτήτων και τραπεζών υπό την εποπτεία της ΕΚΤ.

Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να εφαρμόσει μια πιο αυστηρή προσέγγιση σχετικά με τη μεταπήδηση (πρώην) βαθμολογικά μεσαίων και ανώτερων στελεχών του προσωπικού της σε θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως δε στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στην ατομική περίπτωση και, γενικότερα, του τρόπου με τον οποίο η ΕΚΤ αντιμετωπίζει αυτήν την πρόκληση, η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε μια δέσμη προτάσεων για την ενίσχυση των κανόνων της ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της εν εξελίξει διαδικασίας αναθεώρησης του πλαισίου δεοντολογίας της ΕΚΤ.

Ειδικότερα, η ΕΚΤ θα πρέπει να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τα μέλη του προσωπικού που υπόκεινται σε αυστηρότερες απαιτήσεις όσον αφορά τις υποχρεώσεις κοινοποίησης ή/και τις μεταβατικές περιόδους, ή να επιλέξει μια γενική ελάχιστη απαίτηση για όλα τα μέλη του προσωπικού αντίστοιχη των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ που διαλαμβάνουν σχετικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία.

Η ΕΚΤ θα πρέπει επίσης να παρατείνει, από τους έξι μήνες στο ένα έτος, την απαγόρευση συμμετοχής πρώην ανώτερων μελών του προσωπικού της ΕΚΤ σε ομάδες άσκησης πίεσης που εστιάζουν τη δράση τους σε πρώην συναδέλφους τους.

Η ΕΚΤ θα πρέπει επίσης να βελτιώσει την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των (πρώην) μελών του προσωπικού της προς τις δεοντολογικές υποχρεώσεις και τους όρους που επιβάλλονται από την ΕΚΤ, για παράδειγμα δημοσιοποιώντας τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων από πρώην μέλη του προσωπικού μετά την αποχώρησή τους από την Τράπεζα, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός εικαζόμενων παραβάσεων.

Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια πρότεινε περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η ΕΚΤ θεωρεί ότι η αίτηση κάποιου μέλους του προσωπικού για ανάληψη επαγγελματικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια άδειας άνευ αποδοχών ενέχει κινδύνους που δεν είναι δυνατόν να μετριαστούν επαρκώς με την επιβολή περιορισμών ή ότι δεν είναι δυνατή η αποτελεσματική παρακολούθηση ή επιβολή των περιορισμών, δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή η σχετική αίτηση.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών να χορηγήσει πρόσβαση του κοινού στις ψηφοφορίες και τις συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών της αναφορικά με εικαζόμενη παραβίαση του δικαίου της ΕΕ από εθνικές εποπτικές αρχές (υπόθεση 615/2021/TE)

Δευτέρα | 07 Φεβρουαρίου 2022

Η αναφορά αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) να χορηγήσει πρόσβαση του κοινού στα πρακτικά ψηφοφορίας του συμβουλίου εποπτών της σχετικά με δύο σχέδια συστάσεων για παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου. Έπειτα από έρευνες της ΕΑΤ σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ από τις εθνικές εποπτικές αρχές, μπορούν να διατυπωθούν συστάσεις για παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου. Τα εν λόγω σχέδια συστάσεων για παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου, που απευθύνονται στις εποπτικές αρχές της Μάλτας, της Δανίας και της Εσθονίας, αφορούσαν εικαζόμενη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες από την τράπεζα Pilatus Bank της Μάλτας και το εσθονικό υποκατάστημα της Danske Bank της Δανίας.

Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρχαν συγκρούσεις συμφερόντων, καθώς υποψιαζόταν ότι μέλη του διοικητικού συμβουλίου που εκπροσωπούν τις εθνικές εποπτικές αρχές της Μάλτας, της Δανίας και της Εσθονίας είχαν συμμετάσχει στις σχετικές ψηφοφορίες.

Σε απάντηση στην προκαταρκτική αξιολόγηση της υπόθεσης από τον Διαμεσολαβητή, η ΕΑΤ δημοσίευσε τα εν λόγω δύο πρακτικά ψηφοφορίας. Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ικανοποίησή της για το βήμα αυτό και έκρινε ότι με τη δημοσιοποίηση των εγγράφων η ΕΑΤ επέλυσε αυτή την πτυχή της αναφοράς. Η Διαμεσολαβήτρια κρίνει ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω αρχείων ψηφοφορίας συμβάλλει στο να διασφαλιστεί ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΑΤ ενεργούν ανεξάρτητα και προς το συμφέρον της ΕΕ. Ενθαρρύνει την ΕΑΤ να το πράξει στο μέλλον.

Όσον αφορά το ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων, η επιθεώρηση εγγράφων από την ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή αποκάλυψε ότι τα εν λόγω μέλη του διοικητικού συμβουλίου είχαν πράγματι ψηφίσει σχετικά με το κατά πόσον η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδώσει σύσταση για παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου σχετικά με τις αντίστοιχες εποπτικές αρχές τους. Ενώ η ΕΑΤ δήλωσε ότι οι κανόνες που ίσχυαν τότε δεν προέβλεπαν τον αποκλεισμό οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού συμβουλίου από την ψηφοφορία, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, δεδομένης της απαίτησης να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το συμφέρον της ΕΕ, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν θα έπρεπε να έχουν ψηφίσει.

Δεδομένου ότι η ΕΑΤ ενέκρινε, τον Ιανουάριο του 2020, νέο εσωτερικό κανονισμό για το διοικητικό της συμβούλιο και νέα πολιτική σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων για μη μέλη του προσωπικού, που φαίνεται να αποτρέπουν την πρόκληση παρόμοιας κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σε αυτό το στάδιο. Επομένως, περάτωσε την έρευνα, εκφράζοντας και πάλι την ικανοποίησή της για τη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε ως αποτέλεσμα της προθυμίας των διοικητικών οργάνων της ΕΑΤ να υιοθετήσουν μεγαλύτερη διαφάνεια.