Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2168/2002/(ADB)MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2168/2002/MF - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 23 Ιανουαρίου 2003 - Απόφαση στις Παρασκευή | 19 Δεκεμβρίου 2003
Στρασβούργο, 19 Δεκεμβρίου 2003
Αξιότιμε κ. B.,
Στις 12 Δεκεμβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της G.I.M. Est κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία αφορούσε έργο που χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος Leonardo Da Vinci.
Στις 23 Ιανουαρίου 2003, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 3 Απριλίου 2003. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 28 Μαΐου 2003.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
Η εταιρεία του καταγγέλλοντος, G.I.M. Est, συμμετείχε σε πιλοτικό σχέδιο (F/95/2/1206/P/II.1.1.a) FPC) που χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού) στο πλαίσιο του προγράμματος Leonardo Da Vinci. Ο καταγγέλλων διαφώνησε με τις απόψεις της Επιτροπής σχετικά με την επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών. Ως εκ τούτου, στις 11 Απριλίου 2001, επικοινώνησε με την Επιτροπή και ζήτησε συνάντηση για να συζητήσει το ζήτημα. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα και κίνησε διαδικασία ανάκτησης για τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί.
Στις 12 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει αυθαίρετα και μονομερώς σχετικά με την επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να διοργανώσει συνεδρίαση για να συζητηθεί η επιλεξιμότητα των δαπανών.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της Ευρωπαϊκής ΕπιτροπήςΗ γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί της καταγγελίας συνοψίστηκε ως εξής:
Η αξιολόγηση της τελικής έκθεσης του καταγγέλλοντος άρχισε το 1998 στο Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας που είναι αρμόδιο για το πρόγραμμα Leonardo Da Vinci. Στις 14 Ιανουαρίου 1999, απεστάλη στον καταγγέλλοντα μια πρώτη αίτηση συμπληρωματικών εγγράφων. Ο τελευταίος κλήθηκε συγκεκριμένα να αποστείλει αντίγραφο των δελτίων μισθοδοσίας και να συμπληρώσει δεόντως τον πίνακα σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου/διαμονής εντός προθεσμίας δέκα ημερών. Το Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας δεν έλαβε απάντηση από τον καταγγέλλοντα εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1999, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απέστειλαν στον καταγγέλλοντα νέα αίτηση συμπληρωματικών εγγράφων. Στις 8 Μαΐου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από τον καταγγέλλοντα να αποστείλει τα έγγραφα εντός τριάντα ημερών, διευκρινίζοντας ότι, ελλείψει αυτών, ο φάκελος ήταν πιθανό να κλείσει βάσει των ήδη διαθέσιμων πληροφοριών. Στις 11 Ιουλίου 2000, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, ελλείψει απάντησης εντός δέκα ημερών, η Επιτροπή θα έκλεινε τον φάκελο και θα ζητούσε την πλήρη επιστροφή του κονδυλίου Leonardo Da Vinci. Στις 24 Ιουλίου 2000, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, πέραν της τελικής προθεσμίας των δέκα ημερών, δεν θα γίνονταν δεκτά άλλα έγγραφα και ο φάκελος θα περατωνόταν.
Με επιστολή της 1ης Αυγούστου 2000, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα έκδοση της τελικής έκθεσης και συμπληρωματικά έγγραφα τα οποία είχαν αξιολογηθεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Το τελευταίο έκρινε ότι τα ζητηθέντα περαιτέρω έγγραφα αφορούσαν τις δαπάνες προσωπικού που δεν είχαν παρασχεθεί και ότι ο πίνακας σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου δεν είχε συμπληρωθεί δεόντως. Σύμφωνα με το άρθρο III.3.3 του διοικητικού και οικονομικού εγχειριδίου που επισυνάπτεται στη σύμβαση, ο φάκελος έκλεισε από την Επιτροπή και καταρτίστηκε πρόταση ανάκτησης ύψους 44 484 EUR. Στις 2 Απριλίου 2001, απεστάλη στον καταγγέλλοντα χρεωστικό σημείωμα με την επιστολή περάτωσης και επεξηγηματικά συνημμένα σχετικά με τις μη επιλέξιμες δαπάνες. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί για τις δαπάνες που θεωρήθηκαν μη επιλέξιμες.
Στις 11 Απριλίου 2001, ο καταγγέλλων είχε υποβάλει μια πρώτη καταγγελία στην Επιτροπή μετά την επιστολή του της 2ας Απριλίου 2001. Είχε διαφωνήσει ως προς τις δαπάνες που θεωρήθηκαν μη επιλέξιμες από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και ζήτησε τη διοργάνωση συνεδρίασης. Στα έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν επισυνάφθηκε καμία εξήγηση ή περαιτέρω δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με δαπάνες που κρίθηκαν μη επιλέξιμες. Δεδομένου ότι η επιστολή της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2000 όριζε ότι δεν θα γίνονταν δεκτά περαιτέρω έγγραφα πέραν της δεκαήμερης προθεσμίας, αποφασίστηκε να διατηρηθεί η απόφαση με την οποία ζητείται ανάκτηση ποσού 44 484 ευρώ.
Στις 11 Απριλίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στην Επιτροπή, με την οποία αμφισβήτησε την ανάκτηση ποσού 44 484 ευρώ και ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με τις διάφορες δαπάνες είχαν συμμορφωθεί με τη σύμβαση που είχε υπογραφεί μεταξύ των δύο μερών. Η απόφαση της Επιτροπής να προβεί σε ανάκτηση ποσού 44 484 ευρώ διατηρήθηκε.
Η εταιρεία του καταγγέλλοντος, παρά τις συμβατικές της υποχρεώσεις (1), δεν είχε υποβάλει τα δικαιολογητικά έγγραφα που ζητήθηκαν επανειλημμένα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Ελλείψει τέτοιων εγγράφων, ο φάκελός της είχε κλείσει βάσει των ήδη διαθέσιμων πληροφοριών, σύμφωνα με τους κανόνες της σύμβασης, όπως είχε συμβεί με όλους τους άλλους συμμετέχοντες.
Η Επιτροπή δήλωσε ότι, ελλείψει των ζητηθέντων εγγράφων, η διοργάνωση συνεδρίασης δεν θα είχε τροποποιήσει την απόφαση να κλείσει ο φάκελος βάσει των πληροφοριών που είχαν ήδη παρασχεθεί και δεν θα είχε αλλάξει την απάντηση που δόθηκε στον καταγγέλλοντα.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Στην απάντησή του της 28ης Μαΐου 2003, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση προέβλεπε την κατάρτιση ενδιάμεσης έκθεσης που θα διαβιβαζόταν στην Επιτροπή. Οι τελευταίοι είχαν αποδεχθεί την ανανέωση του έργου και είχαν καταβάλει περαιτέρω κονδύλια που είχαν διατεθεί για το δεύτερο μέρος του έργου, βάσει ενδιάμεσης έκθεσης στην οποία αναφέρονταν λεπτομερώς οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν σε σχέση με το 5 % του αρχικού ποσού. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ενήργησε με χαλαρότητα και δεν θεώρησε ότι οι εργασίες αυτές δεν ήταν τυπικές στο παρόν στάδιο και αντιστοιχούσαν μόνο στο 5 % του συνόλου των εργασιών. Η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες επί του παρόντος. Κατά το πρώτο έτος του προγράμματος δεν απορρίφθηκαν δαπάνες.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή αποφάσισε αυθαίρετα και μονομερώς την επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών1.1 Η εταιρεία του καταγγέλλοντος, G.I.M. Est, συμμετείχε σε πιλοτικό σχέδιο (F/95/2/1206/P/II.1.1.a) FPC) που χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού) στο πλαίσιο του προγράμματος Leonardo Da Vinci. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει αυθαίρετα και μονομερώς σχετικά με την επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών.
1.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι ο καταγγέλλων, παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις της εταιρείας του, δεν είχε υποβάλει τα δικαιολογητικά έγγραφα που ζητήθηκαν επανειλημμένα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Ελλείψει τέτοιων εγγράφων, ο φάκελός της είχε κλείσει βάσει των ήδη διαθέσιμων πληροφοριών, σύμφωνα με τους κανόνες της σύμβασης, όπως είχε συμβεί με όλους τους άλλους συμμετέχοντες.
1.3 Η παρούσα καταγγελία αφορά ισχυρισμούς που απορρέουν από σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος.
1.4 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες «που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος οργανισμός παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει.(2) Κατά συνέπεια, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.
1.5 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
1.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.
1.7 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή παρουσίασε μια συνεκτική και εύλογη έκθεση των λόγων για τους οποίους είχε αποφασίσει να κλείσει τον φάκελο του καταγγέλλοντος με βάση τις ήδη διαθέσιμες πληροφορίες, αιτιολογώντας έτσι την απόφασή της σχετικά με την επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών.
1.8 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
2 Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να διοργανώσει συνάντηση προκειμένου να συζητηθεί η επιλεξιμότητα των δαπανών2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να διοργανώσει συνεδρίαση για να συζητηθεί η επιλεξιμότητα των δαπανών.
2.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι, ελλείψει των ζητηθέντων εγγράφων, η διοργάνωση συνεδρίασης δεν θα είχε τροποποιήσει την απόφαση να κλείσει ο φάκελος βάσει των πληροφοριών που είχαν ήδη παρασχεθεί και δεν θα είχε αλλάξει την απάντηση που δόθηκε στον καταγγέλλοντα.
2.3 Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν είχε συμβατική υποχρέωση να διοργανώσει συνεδρίαση προκειμένου να συζητήσει την επιλεξιμότητα των δαπανών. Θεωρεί επίσης ότι η θέση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία μια συνάντηση δεν θα ήταν χρήσιμη ελλείψει των ζητηθέντων εγγράφων, φαίνεται εύλογη.
2.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Άρθρα 8.3 και 8.4 της σύμβασης
(2) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997, σ. 22.