FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1883/2002/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 27 Μαρτίου 2003

Αξιότιμη κ. H.,

Στις 24 Οκτωβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον χειρισμό του έργου EUROCAMPER από την τελευταία (αριθ. αναφοράς LIFE99 ENV/D/000448).

Στις 12 Νοεμβρίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 10ης Δεκεμβρίου 2002, με ενημερώσατε ότι είχατε έκτοτε καταλήξει σε συμφωνία με την Επιτροπή όσον αφορά μία από τις πτυχές της καταγγελίας (τον καταλογισμό των εξόδων στους τίτλους «αναλώσιμα» και «υπηρεσίες από τρίτους»).

Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, μου διαβιβάσατε ηλεκτρονικό μήνυμα που είχατε αποστείλει στην Επιτροπή την ίδια ημέρα. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, επισημάνατε ότι, για να μην περιπλέξετε την παρούσα έρευνα, δεν ζητήσατε από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω γνώμες σχετικά με δύο άλλα ζητήματα που θέσατε στην καταγγελία σας.

Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 20 Ιανουαρίου 2003. Σας το διαβίβασα στις 23 Ιανουαρίου 2003 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 10 Φεβρουαρίου 2003.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η αρχική καταγγελία

Στις 15 Νοεμβρίου 1998, η καταγγέλλουσα, γερμανική ΜΚΟ, υπέβαλε αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής από την Κοινότητα στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE για το έργο EUROCAMPER (αριθ. αναφοράς LIFE99 ENV/D/000448). Σκοπός του έργου ήταν η ανάπτυξη και εφαρμογή ενός συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης για χώρους κατασκήνωσης. Σύμφωνα με το δικόγραφο της προσφυγής, οι δαπάνες του σχεδίου εκτιμήθηκαν σε 1 491 472 DM, εκ των οποίων 410 652 DM για το προσωπικό και 746 000 DM για τις υπηρεσίες τρίτων. Διευκρινίστηκε περαιτέρω ότι ο τελευταίος αυτός αριθμός περιλάμβανε υπηρεσίες που έπρεπε να παρέχονται από 15 χώρους κατασκήνωσης, με 110 εργάσιμες ημέρες σε ποσοστό 200 DM ανά χώρο κατασκήνωσης, δηλαδή συνολικό ποσό 330 000 DM.

Με έγγραφο που απεστάλη στον B., τον αρμόδιο για τις υποθέσεις υπάλληλο της Επιτροπής, στις 9 Ιουνίου 1999, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι είχε τροποποιήσει τα οικονομικά έντυπα που συνόδευαν την αίτησή του σύμφωνα με όσα συζητήθηκαν τηλεφωνικώς εκείνη την ημέρα. Ο καταγγέλλων επισήμανε ειδικότερα τα εξής: «Πήρα τον μονεταρισμένο χρόνο εργασίας (330 000 DM), που θα παρέχεται από τους ιδιοκτήτες και τους διαχειριστές των χώρων κατασκήνωσης στο πλαίσιο του έργου, εκτός των υπηρεσιών τρίτων και τον απέδωσα στο προσωπικό της θέσης.» Στις 11 Ιουνίου 1999, ο χειριστής υποθέσεων της Επιτροπής απέστειλε τηλεομοιοτυπία στον καταγγέλλοντα, με την οποία ενημέρωσε τον τελευταίο για τις «τροποποιημένες δαπάνες» και την «τροποποιημένη επιχορήγηση της ΕΕ» και ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να επιβεβαιώσει ότι συμφωνεί με τις εν λόγω τροποποιήσεις. Σύμφωνα με την τηλεομοιοτυπία, ο αριθμός των δαπανών «προσωπικού» αυξήθηκε με την προσθήκη των υπηρεσιών των εταίρων του σχεδίου, ενώ ο αριθμός των «υπηρεσιών από τρίτους» μειώθηκε αναλόγως σε 416 000 DM. Σε επιστολή που απέστειλε την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι συμφωνεί με τις αλλαγές αυτές.

Με απόφαση της 28ης Ιουλίου 1999, η Επιτροπή δέχθηκε την αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής του καταγγέλλοντος. Οι συνολικές επιλέξιμες δαπάνες για συνδρομή ορίστηκαν σε 688 726,52 ευρώ. Το ανώτατο ποσό της κοινοτικής επιχορήγησης ορίστηκε σε 344 363,26 ευρώ (δηλαδή στο 50 % των επιλέξιμων δαπανών).

Οι διοικητικές, τεχνικές και οικονομικές διατάξεις που εφαρμόζονταν στο σχέδιο περιλαμβάνονταν στο παράρτημα 2 της αποφάσεως. Τα σημεία 3.1 και 3.2 των εν λόγω διατάξεων προέβλεπαν προκαταβολή και ενδιάμεση πληρωμή αντίστοιχα. Σύμφωνα με το σημείο 3.3, το υπόλοιπο έπρεπε να καταβληθεί με την παραλαβή «αποδεικτικού των πραγματικών συνολικών δαπανών».

Στις 13 και 14 Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή διενήργησε έλεγχο σχετικά με το σχέδιο. Στις 7 Μαρτίου 2002 συντάχθηκε έκθεση σχετικά με τον εν λόγω έλεγχο. Οι ελεγκτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που οι ώρες εργασίας των εταίρων του έργου (των χώρων κατασκήνωσης) που είχαν χρεωθεί στο πλαίσιο των δαπανών προσωπικού είχαν αιτιολογηθεί με δελτία χρόνου εργασίας, τα δηλωθέντα αριθμητικά στοιχεία δεν συνεπάγονταν ταμειακές ροές και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες.

Στις 4 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, με την ευκαιρία του ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι, όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρείχαν οι χώροι κατασκήνωσης, κανείς δεν είχε υποβληθεί σε δαπάνες που θα μπορούσαν να αποδειχθούν. Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες αυτές έπρεπε να θεωρηθούν ως υπηρεσίες σε είδος και ως μη επιλέξιμες για χρηματοδοτική συνδρομή από την Κοινότητα.

Στην απάντησή του της 7ης Ιουνίου 2002, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι σχετικές υπηρεσίες είχαν παρασχεθεί εν μέρει από εργαζομένους, αλλά κυρίως από ανεξάρτητους επιχειρηματίες. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο προσωπικών συνομιλιών με τον B., τον χειριστή υποθέσεων της Επιτροπής, συμφωνήθηκε να εκτιμηθούν και να τιμολογηθούν οι εν λόγω υπηρεσίες με κατ’ αποκοπή ποσό 200 DM ανά άτομο και ημέρα. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την προσέγγιση αυτή όταν ζήτησε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις οικονομικές πτυχές του σχεδίου τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2001. Ο καταγγέλλων επισήμανε περαιτέρω ότι μόνο με την ευκαιρία συζήτησης στις 30 Μαΐου 2002 ενημερώθηκε από τον νέο χειριστή υποθέσεων της Επιτροπής ότι ο κ. B. ενδέχεται να μην είχε εξουσιοδοτηθεί να συμφωνήσει με την προσέγγιση που περιγράφεται ανωτέρω.

Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε αποδεικτικά στοιχεία στην Επιτροπή προκειμένου να αποδείξει ότι το κόστος που είχε χρεωθεί ήταν κατάλληλο. Ωστόσο, με επιστολή της 23ης Ιουλίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποφασίσει ότι, με βάση την επανεξέτασή της, η χρηματοδοτική συνδρομή της ΕΕ ανερχόταν μόνο σε 271 093,21 ευρώ. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ήδη διαθέσει 275 490,60 ευρώ, θα προχωρούσε στην ανάκτηση του υπολοίπου (4 397,39 ευρώ). Ο υπολογισμός της Επιτροπής βασίστηκε, μεταξύ άλλων, σε έκπτωση 250 685,26 DM για το κόστος των υπηρεσιών που παρείχαν οι χώροι κατασκήνωσης.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε (1) ότι το αίτημα της Επιτροπής για επιστροφή των ήδη χορηγηθεισών επιχορηγήσεων παραβίαζε τη σχετική συμφωνία καθώς και την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης (2) ότι η Επιτροπή τον είχε ενημερώσει για τη μη επιλεξιμότητα αυτών των δαπανών μόνο πέντε μήνες μετά τη λήξη του έργου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, θα είχε τη δυνατότητα να προσπαθήσει να προβεί σε αλλαγές εάν είχε ειδοποιηθεί νωρίτερα για το πρόβλημα. Τέλος, ο καταγγέλλων επέκρινε (3) ότι, παρά τα επτά αιτήματα, η έκθεση ελέγχου του είχε αποσταλεί μόλις πέντε μήνες μετά τη διενέργεια του ελέγχου.

Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι αμφισβήτησε επίσης ορισμένες πτυχές του καταλογισμού των δαπανών στους τίτλους «αναλώσιμα» και «υπηρεσίες από τρίτους».

Μεταγενέστερες εξελίξεις

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 10ης Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε καταλήξει σε συμφωνία με την Επιτροπή όσον αφορά τον καταλογισμό των εξόδων στους τίτλους «αναλώσιμα» και «υπηρεσίες από τρίτους».

Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων διαβίβασε στο Διαμεσολαβητή ηλεκτρονικό μήνυμα που είχε αποστείλει στην Επιτροπή την ίδια ημέρα σχετικά με τους αριθμούς αναφοράς (2) και (3). Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, για να μην περιπλέξει την παρούσα έρευνα, δεν ζήτησε από την Επιτροπή να διατυπώσει περαιτέρω γνώμες σχετικά με τα ζητήματα αυτά.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις όσον αφορά τον κύριο ισχυρισμό (1):

Το αίτημα να αναγνωριστούν ως πραγματικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου οι μη καταβληθείσες συνεισφορές των εταίρων δεν μπορούσε να γίνει δεκτό. Τα στρογγυλοποιημένα ποσά που προτάθηκαν ως εκτιμώμενες δαπάνες προσωπικού των εταίρων του έργου είχαν γίνει δεκτά ως μέρος των αρχικώς προϋπολογισθεισών συνολικών δαπανών προσωπικού. Ωστόσο, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπήρχε πρόθεση να γίνουν δεκτές είτε αυτές οι εκτιμώμενες δαπάνες είτε οι συνεισφορές των εταίρων ως δαπάνες επιλέξιμες για χρηματοδότηση κατά την εκτέλεση του έργου. Το σημείο 3.3 του παραρτήματος 2 της απόφασης περιόριζε σαφώς την επιλεξιμότητα για χρηματοδότηση στις πραγματικές δαπάνες και, ως εκ τούτου, απέκλειε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη περί του αντιθέτου.

Η μη αμειβόμενη εργασία σε είδος σαφώς δεν συνεπαγόταν πραγματικές δαπάνες. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε λόγος να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή, αποδεχόμενη το ποσό που ζητήθηκε για τις δαπάνες προσωπικού στον προτεινόμενο προϋπολογισμό του έργου ως μέρος των συνολικών δαπανών προσωπικού, είχε αποδεχθεί έμμεσα την επιλεξιμότητα των εκτιμώμενων δαπανών και της μη καταβληθείσας στήριξης σε είδος.

Επιπλέον, η ενδιάμεση πληρωμή δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά την αποδοχή της στήριξης σε είδος ως πραγματικής δαπάνης. Στις επιστολές της που συνόδευαν την ενδιάμεση πληρωμή, η Επιτροπή είχε υπογραμμίσει ότι η ενδιάμεση πληρωμή δεν σήμαινε τελική αποδοχή των αιτούμενων δαπανών.

Η Επιτροπή υπέβαλε αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 2002 του δικηγόρου του καταγγέλλοντος. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία για δαπάνες προσωπικού ύψους 113 371,39 DM ως συνημμένα στην εν λόγω επιστολή.

Η Επιτροπή υπέβαλε επίσης αντίγραφο της επιστολής που είχε απευθύνει στον καταγγέλλοντα στις 12 Δεκεμβρίου 2002. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, οι δαπάνες προσωπικού ύψους 113 371,39 DM είχαν γίνει δεκτές βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή στις 6 Νοεμβρίου 2002. Λαμβάνοντας υπόψη άλλα στοιχεία, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι πρότεινε να του καταβάλει ποσό 25 650,36 ευρώ.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Κατά την άποψή της, οι εργασίες που πραγματοποίησαν οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές των χώρων κατασκήνωσης αντιπροσώπευαν υπηρεσία οικονομικής αξίας και, ως εκ τούτου, μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει μόνο το έργο που επιτελούσαν οι εργαζόμενοι και όχι το έργο που επιτελούσαν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές. Ο B., πρώην χειριστής υποθέσεων της Επιτροπής, είχε επιβεβαιώσει τον Οκτώβριο του 2002 ότι θα είχε αποδεχθεί (ή θα είχε συστήσει στους συναδέλφους του να αποδεχθούν) και τον δεύτερο.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το πρόβλημα αυτό δημιούργησε το κύριο ερώτημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που εργάζονταν χωρίς να λαμβάνουν επίσημο μισθό θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε έργα LIFE. Ο καταγγέλλων διερωτήθηκε κατά πόσον ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο είχε ενεργήσει σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.1 Η καταγγέλλουσα, γερμανική ΜΚΟ, συνήψε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσει της οποίας η τελευταία θα παρείχε χρηματοδοτική συνδρομή στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE για το έργο EUROCAMPER (αριθ. αναφοράς LIFE99 ENV/D/000448). Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή τελικά αρνήθηκε εσφαλμένα να αποδεχθεί ορισμένες δαπάνες υπό τον τίτλο «προσωπικό» (βλ. σημείο 2 κατωτέρω).

1.2 Ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε επίσης στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε καταλογίσει τα έξοδα στους τίτλους «αναλώσιμα» και «υπηρεσίες τρίτων». Ωστόσο, σε ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε καταλήξει σε συμφωνία με την Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό. Επομένως, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση αυτής της πτυχής της καταγγελίας.

1.3 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η Επιτροπή τον ενημέρωσε μόνο για τη μη επιλεξιμότητα των εν λόγω δαπανών πέντε μήνες μετά τη λήξη του έργου και ότι, παρά τα επτά αιτήματα, η έκθεση ελέγχου του είχε αποσταλεί μόλις πέντε μήνες μετά τη διενέργεια του ελέγχου. Ωστόσο, στις 11 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι δεν ζητούσε από την Επιτροπή να διατυπώσει περαιτέρω γνώμες σχετικά με τα θέματα αυτά. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι περαιτέρω διερεύνησης των εν λόγω πτυχών της καταγγελίας.

1.4 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων διερωτήθηκε κατά πόσον ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο είχε ενεργήσει σε άλλες υποθέσεις. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να ζητήσει από την Επιτροπή τις πληροφορίες αυτές, δεδομένου ότι η εξέταση της καταγγελίας μπορεί να βασιστεί στα αποδεικτικά στοιχεία που του έχουν ήδη υποβληθεί. Ωστόσο, ο καταγγέλλων είναι ελεύθερος να απευθυνθεί γραπτώς στην Επιτροπή για να ζητήσει τις πληροφορίες που αναζητά.

2 Επιλεξιμότητα δαπανών

2.1 Το έργο του καταγγέλλοντος περιλάμβανε εργασίες που πραγματοποιήθηκαν από τους ιδιοκτήτες και τους διαχειριστές των χώρων κατασκήνωσης που συμμετείχαν στο έργο και το προσωπικό τους. Μετά την περάτωση του έργου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες για χρηματοδοτική συνδρομή. Αφού αφαίρεσε το ποσό που είχε δηλωθεί για τις εν λόγω υπηρεσίες (250 685,26 DM) και λαμβάνοντας υπόψη μια προκαταβολή και μια ενδιάμεση πληρωμή που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων έπρεπε να επιστρέψει ποσό ύψους 4 397,39 ευρώ.

2.2 Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή παραβίασε τη σχετική συμφωνία καθώς και την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων υποστήριξε ειδικότερα ότι η προσέγγισή του είχε συζητηθεί με τον χειριστή υποθέσεων της Επιτροπής κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και είχε γίνει δεκτή από τον τελευταίο.

2.3 Φαίνεται ότι μετά την υποβολή της καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποδέχθηκε ποσό 113 371,39 γερμανικών μάρκων (DM) λόγω της εργασίας που εκτελούσαν οι υπάλληλοι των ιδιοκτητών και των διευθυντών των εν λόγω χώρων κατασκήνωσης και ότι, ως εκ τούτου, πρότεινε την καταβολή ποσού 25 650,36 ευρώ στον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι οι δαπάνες λόγω των εργασιών που πραγματοποίησαν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες ή οι διαχειριστές των χώρων κατασκήνωσης δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτές.

2.4 Η Επιτροπή έκρινε ότι η μη αμειβόμενη εργασία σε είδος σαφώς δεν συνεπαγόταν πραγματικές δαπάνες. Τόνισε ότι το σημείο 3.3 του παραρτήματος 2 της απόφασης περιόριζε σαφώς την επιλεξιμότητα για χρηματοδότηση στις πραγματικές δαπάνες και, ως εκ τούτου, απέκλειε τη θεμιτή προσδοκία περί του αντιθέτου.

2.5 Επομένως, η παρούσα υπόθεση αφορά τα δικαιώματα που απορρέουν από σύμβαση μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής.

2.6 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες «που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει. Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.

2.7 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.

2.8 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, είναι δικαιολογημένο να περιορίζεται η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το κοινοτικό θεσμικό όργανο ή οργανισμός του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.

2.9 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή παρουσίασε μια συνεκτική και εύλογη έκθεση των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι οι σχετικές υπηρεσίες δεν μπορούν να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες.

2.10 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Η Επιτροπή υπέβαλε επίσης παρατηρήσεις σχετικά με τον καταλογισμό των δαπανών στους τίτλους «αναλώσιμα» και «υπηρεσίες από τρίτους». Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι είχε επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με το θέμα αυτό, οι παρατηρήσεις αυτές δεν παρατίθενται εδώ.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!