FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 709/2002/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 20 Οκτωβρίου 2003

Αξιότιμε κ. X.,

Στις 10 Απριλίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξ ονόματος ισπανικής ένωσης. Η καταγγελία αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν έλεγχο στα οινοποιεία που ανήκαν στον καταγγέλλοντα τον Σεπτέμβριο του 2000, καθώς και την επακόλουθη απόφασή τους να ζητήσουν την επιστροφή μέρους της κοινοτικής συνδρομής. Στις 6 Ιουνίου 2002, αποστείλατε συμπληρωματικά έγγραφα σχετικά με την καταγγελία σας.

Στις 5 Ιουνίου 2002, απέστειλα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Διαβίβασα στην Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας στις 18 Ιουνίου 2002. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 2 Οκτωβρίου 2002. Υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 4 Νοεμβρίου 2002. Σας διαβίβασα όλα τα έγγραφα της Επιτροπής με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας στις 27 Νοεμβρίου 2002.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Στις 12 Δεκεμβρίου 1996, η οργάνωση του καταγγέλλοντος (στο εξής Υ) συνήψε συμφωνία με τις ισπανικές αρχές που είναι αρμόδιες για το πρόγραμμα Leader II της ΕΚ. Ως εκ τούτου, η Υ μετατράπηκε σε ομάδα τοπικής δράσης (ΟΤΔ) για την κατανομή των κονδυλίων του Leader II.

Κατόπιν έρευνας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων, οι αρμόδιες ισπανικές αρχές ζήτησαν από την Υ να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα στις 14 Μαρτίου 2000. Στις 25-29 Σεπτεμβρίου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν έλεγχο στις εγκαταστάσεις της Υ καθώς και σε ορισμένες επιχειρήσεις που είχαν επωφεληθεί από τη χρηματοδότηση της Υ. Κατόπιν του ελέγχου, η Επιτροπή υπέβαλε στις 13 Νοεμβρίου 2000 αίτηση επιστροφής μέρους των κεφαλαίων που χορηγήθηκαν στην Υ και διανεμήθηκαν στις συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Y στις 20 Νοεμβρίου 2000.

Τον Φεβρουάριο του 2001, οι αρμόδιες ισπανικές αρχές διαβίβασαν παρατηρήσεις στην Επιτροπή σχετικά με την αίτηση επιστροφής. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η χρήση των κοινοτικών πόρων από την Υ ήταν επαρκής, εκτός από ένα έργο. Στις 14 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή απάντησε στις περιφερειακές αρχές και επιβεβαίωσε το αρχικό αίτημά της. Στις 30 Απριλίου 2001, η Υ διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στις ισπανικές αρχές, οι οποίες τις διαβίβασαν στην Επιτροπή στις 15 Ιουνίου 2001. Στην απάντησή της της 25ης Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την προηγούμενη θέση της.

Ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος

Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος αφορούν κυρίως τις διαδικασίες της Επιτροπής:

1. Προσβολή διαδικαστικών και ουσιαστικών δικαιωμάτων:

Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στα ακόλουθα επιχειρήματα σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό:

- Έλλειψη αιτιολογίας στα διάφορα ψηφίσματα που ενέκρινε η Επιτροπή και μη σεβασμός του δικαιώματος ακρόασης του καταγγέλλοντος:

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν σεβάστηκε τόσο το δικαίωμά του ακρόασης όσο και την υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασής της.

- Αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην έγκριση του τελικού ψηφίσματος:

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι το θεσμικό όργανο χρειάστηκε υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα για να ασχοληθεί με την υπόθεση και δεν χειρίστηκε τη διαδικασία με τη δέουσα επιμέλεια, δεδομένου ότι δεν ελήφθη κανένα μέτρο από τη στιγμή που η αρμόδια περιφερειακή αρχή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της (15 Ιουνίου 2001), έως ότου το θεσμικό όργανο εξέδωσε την τελική του απόφαση (25 Φεβρουαρίου 2002). Ο Υ δεν έλαβε καμία πληροφορία κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου.

- Κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των επιθεωρητών:

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις που επισκέφθηκαν οι επιθεωρητές της Επιτροπής συνδέονταν με μία μόνο επιχείρηση (Ζ), ενώ ο έλεγχος υποτίθεται ότι είχε ευρύτερο στόχο. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι με την έναρξη διαχειριστικού ελέγχου της Υ, ενώ ο πραγματικός στόχος της ήταν να στοχοθετήσει τη χρήση των κοινοτικών κονδυλίων από τη Ζ, η Επιτροπή έκανε κατάχρηση των εξουσιών της.

Ο καταγγέλλων επισημαίνει επίσης ότι, όταν η Επιτροπή αποφάσισε να διενεργήσει επιθεώρηση των εργασιών της Υ, η επιχείρηση αυτή είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου ελέγχου από τις αρμόδιες περιφερειακές αρχές, τα πορίσματα του οποίου δεν ελήφθησαν ποτέ υπόψη από τους επιθεωρητές της Επιτροπής.

- Παράβαση διαδικαστικών και ουσιαστικών κανόνων:

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι επιθεωρητές παραβίασαν την αρχή αυτή.

- Μη τήρηση των βασικών νομικών αρχών:

Αναλογικότητα: Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ορισμένα αιτήματα της Επιτροπής για την επιστροφή του συνόλου της χρηματοδότησης δεν ήταν αναλογικά προς τη φύση της εικαζόμενης αδικοπραξίας.

Αντικειμενικότητα: Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς παράγοντες και έδωσε σε καθέναν από αυτούς τη δέουσα βαρύτητα στις αιτήσεις επιστροφής.

Ειλικρίνεια: Ο καταγγέλλων αναφέρεται σε πολλές περιπτώσεις στις οποίες είτε το αίτημα της Επιτροπής της 13ης Νοεμβρίου 2000 είτε η απάντησή της της 14ης Μαρτίου 2001 βασίζονταν σε γεγονότα των οποίων η ακρίβεια δεν μπορούσε να αποδειχθεί δεόντως.

Ευγενική παραχώρηση: Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι οι επιθεωρητές της Επιτροπής δεν ήταν ευγενικοί. Φέρονται να έδειξαν κακούς τρόπους, απευθύνθηκαν στους συνομιλητές τους με αλαζονεία και επέδειξαν ταπεινωτική στάση.

2. Η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε δεόντως στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα:

Ο καταγγέλλων εξηγεί ότι ζήτησε από τη ΓΔ Γεωργίας της Επιτροπής πρόσβαση στα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στον φάκελο της Υ στις 12 Απριλίου 2001. Στις 3 Μαΐου 2001, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απάντησαν ότι έπρεπε να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές. Δεδομένου ότι οι αρμόδιες αρχές δεν φαίνεται να διαθέτουν όλα τα σχετικά έγγραφα, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η απάντηση της Επιτροπής συνιστά σιωπηρή άρνηση. Κατά την άποψή του, επειδή δεν ήταν σε θέση να συμβουλευθεί όλα τα σχετικά έγγραφα, αγνοήθηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του.

Επισημαίνει ότι η απάντηση της Επιτροπής της 3ης Μαΐου 2001 με την οποία αρνήθηκε την πρόσβαση δεν περιείχε καμία αιτιολογία ούτε πληροφορίες σχετικά με τα ενδεχόμενα ένδικα μέσα.

3. Καμία ένδειξη ενδεχομένων μέσων προσφυγής:

Ο καταγγέλλων εξηγεί ότι οι αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή, ιδίως η απάντησή της της 25ης Φεβρουαρίου 2002, δεν περιείχαν καμία αναφορά σε ενδεχόμενα μέσα προσφυγής.

Συνοπτικά, οι ισχυρισμοί που διατύπωσε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή είναι οι ακόλουθοι:

1. Η διαδικασία που οδήγησε στο ψήφισμα της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 2002 διεξήχθη κατά παράβαση ορισμένων διαδικαστικών και ουσιαστικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία και, ως εκ τούτου, συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στις ακόλουθες παρατυπίες προς στήριξη του ισχυρισμού του:

- Έλλειψη αιτιολογίας στα διάφορα ψηφίσματα που ενέκρινε η Επιτροπή·

- Μη σεβασμός του δικαιώματος ακρόασης του καταγγέλλοντος·

αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην έγκριση τελικού ψηφίσματος·

- Κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής που διενήργησαν τον έλεγχο·

- Παραβίαση των διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων που αναγνωρίζονται από τους ισπανικούς και κοινοτικούς κανόνες· και

Μη τήρηση βασικών νομικών αρχών, όπως η αναλογικότητα, η αντικειμενικότητα/αμεροληψία, η ειλικρίνεια και η ευγένεια.

2. Η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε δεόντως στο αίτημα του καταγγέλλοντος της 12ης Απριλίου 2001 για πρόσβαση στον φάκελο, προτείνοντας απλώς να απευθυνθεί στις εθνικές αρχές.

3. Καμία από τις αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα πιθανά μέσα προσφυγής.

Ο καταγγέλλων ζητεί από την Επιτροπή να ακυρώσει την αίτησή του για επιστροφή.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη που εξέδωσε στις 2 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή εξέθεσε αρχικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης και στη συνέχεια εξέτασε τους επιμέρους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

Νομικό και πραγματικό πλαίσιο

Στόχος της πρωτοβουλίας Leader II ήταν η παροχή χρηματοδότησης σε οικονομικούς παράγοντες από αγροτικές περιοχές μέσω επιχορηγήσεων ή ολοκληρωμένων επιχειρησιακών προγραμμάτων (1). Η βοήθεια θα κατανεμηθεί είτε μέσω ομάδων εταίρων που θα συσταθούν σε προκαθορισμένες γεωγραφικές περιοχές (οι λεγόμενες «Ομάδες Τοπικής Δράσης» [ΟΤΔ]), είτε μέσω δημόσιων/ιδιωτικών δομών.

Κατ' εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας, η εφαρμογή του προγράμματος θα γινόταν με αποκεντρωμένο τρόπο. Κατά συνέπεια, οι σχετικές εξουσίες των δήμων και των περιφερειακών κυβερνήσεων έπρεπε να αναγνωριστούν και να γίνουν σεβαστές. Το υπεύθυνο κράτος μέλος μπορεί να ορίσει έναν από τους διάφορους ενδιάμεσους φορείς, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία φερεγγυότητα και διοικητική ικανότητα. Όσον αφορά τους δημοσιονομικούς ελέγχους σχετικά με τα κονδύλια του Leader II, οι μηχανισμοί που έχουν τεθεί σε εφαρμογή στο πλαίσιο των άρθρων Στο πρόγραμμα εφαρμόζονται τα άρθρα 23 και 24 του κανονισμού αριθ. 4253/88, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό αριθ. 2082/93, σχετικά με το συντονισμό των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων.

Όσον αφορά τα κεφάλαια που διαχειρίζεται ο καταγγέλλων, το πρόγραμμα Leader II χορήγησε στις 27 Ιουλίου 1995 συνδρομή για την ανάπτυξη σχεδίων σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια της Ισπανίας. Το Υπουργείο Γεωργίας και Περιβάλλοντος της κυβέρνησης της περιφέρειας αυτής ορίστηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1995 ως ενδιάμεσος φορέας για την υλοποίηση πρωτοβουλιών στο πλαίσιο του προγράμματος Leader II.

Υπό την ιδιότητά της ως ΟΤΔ, η Υ υπέβαλε σχέδιο αγροτικής ανάπτυξης στις ισπανικές αρχές. Ο ενδιάμεσος οργανισμός και η Υ υπέγραψαν πρότυπη σύμβαση στις 12 Δεκεμβρίου 1996.

Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της εταιρικής σχέσης για την ενημέρωση του προγράμματος Leader II, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν έχουν άμεση σχέση με τους δικαιούχους, αλλά το καθήκον αυτό εναπόκειται στον ενδιάμεσο φορέα που ορίζεται από το κράτος μέλος. Η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το οποίο η αίτησή της για επιστροφή της κοινοτικής συνδρομής δεν μπορεί να απευθύνεται απευθείας σε δικαιούχο, αλλά μόνο στο υπεύθυνο κράτος μέλος. Ακόμη και μετά την εξακρίβωση της ύπαρξης παρατυπιών κατόπιν ελέγχου, η Επιτροπή μπορεί να στραφεί κατά κράτους μέλους μόνο ζητώντας την επιστροφή μέρους της συνδρομής που χορηγήθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος.

Ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος

Ένδειξη μέσων προσφυγής: Το έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 2002 αποτελούσε απλώς αίτημα υποβολής παρατηρήσεων απευθυνόμενο στο αρμόδιο κράτος μέλος, κατόπιν προηγούμενης κοινοποιήσεως των πορισμάτων του ελέγχου του. Η ανταλλαγή αυτή αποτελούσε μέρος της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, όπως τροποποιήθηκε. Βάσει της αρχής της εταιρικής σχέσης, το κράτος μέλος καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα πορίσματα της Επιτροπής εντός ορισμένης προθεσμίας. Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων αυτών, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να ενεργοποιηθεί η διαδικασία επιστροφής που ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη. Το στάδιο αυτό δεν έχει επιτευχθεί και, ως εκ τούτου, δεν έχει ακόμη ληφθεί τελική απόφαση.

Διαδικαστικές πλημμέλειες - Εκπρόθεσμη κοινοποίηση απόφασης: Τον Φεβρουάριο του 2000, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία η οποία αναφερόταν σε εικαζόμενες παρατυπίες στη χρήση των κοινοτικών κονδυλίων από την Υ. Προκειμένου να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς αυτούς, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από τις ισπανικές αρχές στις 20 Μαρτίου 2000. Με βάση τις πληροφορίες που διαβίβασαν οι εν λόγω αρχές στις 2 Αυγούστου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής (ΓΔ Γεωργίας) αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν επιτόπια επίσκεψη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού 4253/88, όπως τροποποιήθηκε. Στην επιστολή τους της 2ας Αυγούστου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξέθεσαν επακριβώς το αντικείμενο της επίσκεψης καθώς και τις ημερομηνίες (από τις 25 έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2000)· ανέφερε τις επιχειρήσεις στις οποίες θα πραγματοποιηθεί επίσκεψη και τόνισε την ανάγκη να συγκεντρωθούν όλα τα σχετικά έγγραφα στον ίδιο τόπο. Η κοινοποίηση στο κράτος μέλος πραγματοποιήθηκε 50 ημέρες πριν από την πραγματοποίηση της επιθεώρησης.

Κατάχρηση εξουσίας: Η Επιτροπή υπενθυμίζει το άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού 4253/88, όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το οποίο οι υπηρεσίες της έχουν το δικαίωμα να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων δειγματοληπτικών ελέγχων, όσον αφορά τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, με την επιφύλαξη των ελέγχων που διενεργούνται από τα κράτη μέλη. Κατά την άποψη του θεσμικού οργάνου, ακόμη και αν ο έλεγχος μπορεί να αφορά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, ο κύριος στόχος του είναι η αξιολόγηση των πράξεων που χρηματοδοτούνται με κοινοτικούς πόρους. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει την έκθεση που συνέταξαν οι περιφερειακές αρχές σχετικά με τις εργασίες της Υ, η οποία ήταν μόνο προκαταρκτική.

Έλλειψη λογικής - Δικαίωμα ακρόασης: Όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας και ασυνέπειας μεταξύ των ανακοινώσεων της Επιτροπής της 13ης Νοεμβρίου 2000 και της 14ης Μαρτίου 2001, το θεσμικό όργανο υπογραμμίζει ότι και οι δύο επιστολές αναφέρονταν λεπτομερώς σε κάθε προβαλλόμενη παρατυπία, αναφέρονταν στα σχετικά έγγραφα επί των οποίων είχαν βασιστεί οι διαπιστώσεις και στην εφαρμοστέα νομική διάταξη. Η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο των επιστολών ήταν αντιφατικό, δεδομένου ότι οι ανταλλαγές έπρεπε να εκληφθούν ως διαδοχική αλληλογραφία με το κράτος μέλος.

Διάρκεια της διαδικασίας: Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε μεταξύ 25ης και 29ης Σεπτεμβρίου 2000. Η συνακόλουθη έκθεση που συνέταξαν οι υπηρεσίες της διαβιβάστηκε στις ισπανικές αρχές μόλις 45 ημέρες αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου 2000. Ενώ η απάντηση των εθνικών αρχών ελήφθη στις 23 Φεβρουαρίου 2001, η απάντηση της Επιτροπής απεστάλη 19 ημέρες αργότερα, στις 13 Μαρτίου 2001. Ελλείψει περαιτέρω απάντησης, η Επιτροπή απέστειλε υπενθύμιση στις 25 Φεβρουαρίου 2002, την οποία ο καταγγέλλων εσφαλμένως έλαβε ως απόφαση. Ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο επισημαίνει ότι δεν έφερε καμία ευθύνη για τις καθυστερήσεις της διαδικασίας.

Αμεροληψία - Ανεξαρτησία - Δικαιοσύνη: Το θεσμικό όργανο επισημαίνει ότι κανένας από τους ισχυρισμούς σχετικά με τα πορίσματα της έκθεσής του δεν αφορούσε την ουσία των παρατυπιών που αποκάλυψαν οι υπηρεσίες του. Αντιθέτως, προσπάθησαν να τις υπονομεύσουν λόγω διαδικαστικών πλημμελειών ή παραβίασης γενικών αρχών του δικαίου. Προς στήριξη της θέσης της, η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων (2).

Αναλογικότητα: Η Επιτροπή παραπέμπει στην ερμηνεία της αρχής της αναλογικότητας στις προαναφερθείσες αποφάσεις. Το θεσμικό όργανο επισημαίνει ότι επιδίωξε να προσαρμόσει την εφαρμογή του σε συνάρτηση με το είδος της παρατυπίας. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα αιτήματά της για την επιστροφή του συνόλου της συνδρομής υποβλήθηκαν μόνο σε δύο είδη περιπτώσεων: i) όταν το μέγεθος της επιχείρησης υπερβαίνει εκείνο που προβλέπεται στη βάση του προγράμματος Leader II· και ii) σε περιπτώσεις σοβαρών παρατυπιών, όπως αυτές που αφορούν τον Z.

Έλλειψη ευγένειας: Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί που διατύπωσε ο καταγγέλλων τον Φεβρουάριο του 2001, αμέσως μετά τον έλεγχο, δεν περιείχαν καμία αναφορά στη στάση των επιθεωρητών. Οι οδηγίες που δόθηκαν από τους επιθεωρητές να μην επιτραπεί καμία ανταλλαγή απόψεων ή συζητήσεων δικαιολογούνταν από τη φύση του ελέγχου. Όλα τα αιτήματα των υπηρεσιών της διατυπώθηκαν με ευγενικό τρόπο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν σε θέση να παράσχει καμία απόδειξη ακατάλληλης συμπεριφοράς εκ μέρους των επιθεωρητών, η Επιτροπή απορρίπτει αυτόν τον ισχυρισμό.

Πρόσβαση στα έγγραφα: Η Επιτροπή εξηγεί ότι, μετά από ένα πρώτο αίτημα που υπέβαλε ο καταγγέλλων στις 12 Απριλίου 2001, οι υπηρεσίες της πρότειναν να έλθει σε επαφή με τον ενδιάμεσο φορέα στις 3 Μαΐου 2001. Ο καταγγέλλων το έπραξε στις 20 Μαρτίου 2002. Στις 10 Απριλίου 2002, οι αρμόδιες ισπανικές αρχές διαβίβασαν το αίτημα του καταγγέλλοντος στις ισπανικές αρχές, οι οποίες με τη σειρά τους το διαβίβασαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Στην απάντησή της, της 5ης Μαΐου 2002, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι υπηρεσίες της δεν θα έπρεπε, καταρχήν, να διαθέτουν κανένα έγγραφο άγνωστο στον καταγγέλλοντα. Παραδέχονται, ωστόσο, ότι, στην περίπτωση αυτή, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο αποστολής αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απάντηση των υπηρεσιών της ήταν σύμφωνη με τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες. Το θεσμικό όργανο θεωρεί ότι η αίτηση πρόσβασης του κοινού που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της πρώτης απόφασης 94/90/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994, και της 3ης Δεκεμβρίου 2001, του κανονισμού αριθ. 1049/2001. Κατά την άποψή της, οι κανόνες αυτοί ισχύουν μόνο για αιτήματα του κοινού. Το θεσμικό όργανο θεωρεί ότι ο κανονισμός αριθ. 1049/2001 δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε αιτήσεις πολιτών που έχουν συγκεκριμένο συμφέρον από το ζητούμενο έγγραφο. Κατά συνέπεια, στην απάντησή της στο αίτημα της Υ δεν έγινε καμία αναφορά στη δυνατότητα υποβολής επιβεβαιωτικής αίτησης στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.

Στη γνώμη της, ωστόσο, η Επιτροπή συμφώνησε να επιτρέψει την πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα και επισύναψε ορισμένα έγγραφα. Ωστόσο, το θεσμικό όργανο αρνείται να παράσχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την καταγγελία που είχε λάβει κατά της Y τον Φεβρουάριο του 2000 για λόγους εμπιστευτικότητας. Η δεδηλωμένη θέση της Επιτροπής είναι ότι η ταυτότητα του καταγγέλλοντος πρέπει να αντιμετωπίζεται εμπιστευτικά.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξετάζει ορισμένα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή στη γνώμη της.

Ένδειξη των μέσων προσφυγής: Ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι η επιστολή της Επιτροπής είχε άμεσες έννομες συνέπειες γι' αυτόν, ακόμη και αν εφαρμόζονταν από τρίτη διοίκηση.

Κατάχρηση εξουσίας: Ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι η επιστολή της Επιτροπής της 2ας Αυγούστου 2000 αναφερόταν στην επαλήθευση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, ενώ οι έλεγχοι που όντως διενεργήθηκαν βασίζονταν αποκλειστικά σε πράξεις που χρηματοδοτήθηκαν από πόρους της ΕΚ.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1. Εικαζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος από τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή στο ψήφισμά της της 25ης Φεβρουαρίου 2002

1.1 Ο καταγγέλλων, εξ ονόματος της Υ, ισχυρίζεται ότι η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 2002 διεξήχθη κατά παράβαση ορισμένων διαδικαστικών και ουσιαστικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία και, ως εκ τούτου, συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Αναφέρεται στις ακόλουθες εικαζόμενες παρατυπίες προς στήριξη του ισχυρισμού του:

- Έλλειψη αιτιολογίας στα διάφορα ψηφίσματα που ενέκρινε η Επιτροπή·

- Μη σεβασμός του δικαιώματος ακρόασης του καταγγέλλοντος·

αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην έγκριση τελικού ψηφίσματος·

- Κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής που διενήργησαν τον έλεγχο·

- Παραβίαση των διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων που αναγνωρίζονται από τους ισπανικούς και κοινοτικούς κανόνες· και

Μη τήρηση βασικών νομικών αρχών, όπως η αναλογικότητα, η αντικειμενικότητα/αμεροληψία, η ειλικρίνεια και η ευγένεια.

1.2 Πριν από την εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών αυτών, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η διαδικασία επιστροφής των κοινοτικών κονδυλίων, η επάρκεια των οποίων φαίνεται να αποτελεί το κύριο διακυβευόμενο ζήτημα στην καταγγελία, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Η αποκαλούμενη κοινοτική πρωτοβουλία Leader II για την αγροτική ανάπτυξη, από την οποία ο καταγγέλλων έλαβε χρηματοδοτική συνδρομή, συστάθηκε από την Επιτροπή την 1η Ιουλίου 1994 μέσω των κατευθυντήριων γραμμών του θεσμικού οργάνου για τις συνολικές επιδοτήσεις ή τα ολοκληρωμένα επιχειρησιακά προγράμματα (3). Η νομική βάση της πρωτοβουλίας αυτής βρίσκεται στο άρθρο 11 του κανονισμού αριθ. 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό αριθ. 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (4) (κανονισμός εφαρμογής). Σε περιπτώσεις ενδεχόμενων παρατυπιών που αφορούν την υλοποίηση ενός έργου, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τις πράξεις που εκτελούνται από τον δικαιούχο. Το άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά τις ενέργειες που χρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία και τις λεπτομέρειες διαχείρισης και εποπτείας τους. Αν, στο πλαίσιο των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η υλοποίηση ορισμένων πράξεων πάσχει από παρατυπίες, μπορεί στη συνέχεια να επιδιώξει την ανάκτηση μέρους ή του συνόλου της συνδρομής της. Το άρθρο 24 παράγραφος 1 προβλέπει ότι, εάν μια πράξη ή ένα μέτρο δεν φαίνεται να δικαιολογεί τη χορηγούμενη συνδρομή, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της υπόθεσης. Θα πρέπει να ζητήσει από το κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2, μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή να αναστείλει τη χρηματοδοτική συνδρομή για τη συγκεκριμένη ενέργεια ή μέτρο.

1.3 Από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προκύπτει ότι η Επιτροπή διενήργησε έλεγχο, τα πορίσματα του οποίου αντικατοπτρίζονται στο έγγραφο του θεσμικού οργάνου της 13ης Νοεμβρίου 2000. Στη συνέχεια, βάσει των διαπιστώσεών της, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να ενεργοποιήσει την εφαρμογή της διαδικασίας ανάκτησης που προβλέπεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού. Ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο ενημέρωσε τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τις προθέσεις του και τους ζήτησε να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα πορίσματα της Επιτροπής εντός δύο μηνών (επιστολή της 14ης Μαρτίου 2001). Ελλείψει επίσημης απάντησης, η Επιτροπή ζήτησε εκ νέου τη γνώμη των αρμόδιων εθνικών αρχών με επιστολή της 25ης Φεβρουαρίου 2002.

Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη εκδώσει τελική απόφαση σχετικά με τη μείωση ή την αναστολή της χρηματοδοτικής συνδρομής, όπως απαιτείται από το άρθρο 24 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού. Η Επιτροπή ανέφερε ότι εξακολουθεί να αναμένει τη γνώμη των αρμόδιων εθνικών αρχών προκειμένου να εξετάσει την τελική της θέση.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος αφορούν τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή ως αποτέλεσμα του ελέγχου της. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι προσωρινές και υπόκεινται σε αναθεώρηση υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που πρέπει να διαβιβαστούν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Η Επιτροπή θα πρέπει στη συνέχεια να αιτιολογήσει δεόντως την τελική της απόφαση με επαρκή αιτιολόγηση.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σκόπιμο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, να λάβει θέση επί ορισμένων ισχυρισμών του καταγγέλλοντος σχετικά με ουσιαστικές και διαδικαστικές ελλείψεις στα προσωρινά πορίσματα της Επιτροπής. Οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν:

θ) Έλλειψη αιτιολογίας στα διάφορα ψηφίσματα που ενέκρινε η Επιτροπή·

ii) παραβίαση των διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων που αναγνωρίζονται από τους ισπανικούς και κοινοτικούς κανόνες· και

iii) μη τήρηση βασικών νομικών αρχών, όπως η αναλογικότητα, η αντικειμενικότητα/αμεροληψία και η ειλικρίνεια.

Για τον ίδιο λόγο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμο να εξεταστεί το αίτημα του καταγγέλλοντος να ακυρώσει η Επιτροπή την αίτησή του για επιστροφή εξόδων. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται αναγκαία καμία περαιτέρω έρευνα από τον Διαμεσολαβητή σε σχέση με αυτές τις πτυχές της υπόθεσης.

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, όταν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση, ο καταγγέλλων θα έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τυχόν διαδικαστικές και/ή ουσιαστικές παρατυπίες είτε ζητώντας από τον Διαμεσολαβητή να εξετάσει την ύπαρξη κρούσματος κακοδιοίκησης είτε ζητώντας από το Πρωτοδικείο την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης υπό την ιδιότητά του ως άμεσα και ατομικά θιγόμενου μέρους (5).

Δικαίωμα ακρόασης

1.5 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αγνόησε τον αντιφατικό χαρακτήρα της διαδικασίας επιστροφής της κοινοτικής συνδρομής, μη σεβόμενη το δικαίωμά του ακροάσεως.

1.6 Η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό και υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της εταιρικής σχέσης που διέπουν το πρόγραμμα Leader II, οι υπηρεσίες της δεν είχαν άμεση σχέση με τους δικαιούχους. Κατά την άποψή της, το καθήκον αυτό εναπέκειτο στον ενδιάμεσο φορέα που είχε ορίσει το κράτος μέλος. Η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 24 του κανονισμού εφαρμογής, σύμφωνα με το οποίο η αίτησή της για επιστροφή της κοινοτικής συνδρομής δεν μπορεί να απευθύνεται απευθείας στον δικαιούχο, αλλά στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους.

1.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σε υποθέσεις που αφορούν την αναστολή ή τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής της ΕΚ, στις οποίες η Επιτροπή αναφέρεται ρητώς σε κονδύλια που χορηγούνται σε μεμονωμένους δικαιούχους, τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά τους εν λόγω δικαιούχους (6). Ως αποτέλεσμα αυτής της ερμηνείας, κατά την αναστολή ή τη μείωση της κοινοτικής συνδρομής, η Επιτροπή δημιουργεί άμεση σχέση με τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους. Δεδομένου ότι τα δικαιώματα άμυνας των δικαιούχων αυτών πρέπει να γίνονται σεβαστά, το κοινοτικό δικαστικό σώμα έχει υποστηρίξει ότι, όταν η Επιτροπή επιδιώκει να μειώσει τη συνδρομή της, πρέπει πρώτα να παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα, ή να διασφαλίζει ότι έχει τη δυνατότητα, να εκθέσει αποτελεσματικά τις απόψεις του σχετικά με την προτεινόμενη μείωση (7).

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν αποδέχεται τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με την έλλειψη ευθύνης της έναντι του καταγγέλλοντος.

Ωστόσο, με βάση τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων είχε πράγματι τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του κατά τη διάρκεια του ελέγχου που διενήργησε η Επιτροπή και, πριν από την υποβολή οποιουδήποτε αιτήματος, να σχολιάσει τις απαιτήσεις του θεσμικού οργάνου για την επιστροφή μέρους της συνδρομής (επιστολές προς την Επιτροπή του Φεβρουαρίου 2001 και της 30ής Απριλίου 2001).

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην έγκριση τελικού ψηφίσματος

1.8 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι το θεσμικό όργανο δεν χειρίστηκε τη διαδικασία με τη δέουσα επιμέλεια, δεδομένου ότι δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο κατά τη διάρκεια περιόδου οκτώ μηνών, δηλαδή από τη στιγμή που η αρμόδια εθνική αρχή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της (15 Ιουνίου 2001), μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης της Επιτροπής (25 Φεβρουαρίου 2002).

1.9 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για τη διάρκεια της διαδικασίας και τις ενδεχόμενες καθυστερήσεις της. Επισήμανε ότι ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε μεταξύ 25ης και 29ης Σεπτεμβρίου 2000. Η επακόλουθη έκθεση που συνέταξαν οι υπηρεσίες της διαβιβάστηκε στις ισπανικές αρχές στις 13 Νοεμβρίου 2000, δηλαδή 45 ημέρες αργότερα. Ενώ η απάντηση των εθνικών αρχών ελήφθη στις 23 Φεβρουαρίου 2001, η απάντηση της Επιτροπής απεστάλη 19 ημέρες αργότερα, στις 13 Μαρτίου 2001. Ελλείψει περαιτέρω απάντησης, η Επιτροπή απέστειλε υπενθύμιση, την οποία ο καταγγέλλων εσφαλμένα θεώρησε απόφαση, στις 25 Φεβρουαρίου 2002.

1.10 Από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι στην υπόθεση αυτή πραγματοποιήθηκαν διάφορα στάδια ως εξής:

- 12 Δεκεμβρίου 1996: Η Υ συνάπτει συμφωνία για την κατανομή των κονδυλίων στο πλαίσιο του προγράμματος Leader II με τις αρμόδιες αρχές της Ισπανίας.

- 2 Αυγούστου 2000: Η Επιτροπή κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές την πρόθεσή της να διενεργήσει έλεγχο τόσο στην Υ όσο και στους δικαιούχους της.

- 25-29 Σεπτεμβρίου 2000: Η Επιτροπή διενεργεί τον επιτόπιο έλεγχο.

- 13 Νοεμβρίου 2000: Η Επιτροπή ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές για τα πορίσματα του ελέγχου της, ώστε να μπορέσουν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

- Φεβρουάριος 2001: Οι ισπανικές και περιφερειακές αρχές, καθώς και η Υ διαβιβάζουν τις κοινές παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή σχετικά με την έκθεση των επιθεωρητών και τα πορίσματα που προκύπτουν.

- 14 Μαρτίου 2001: Αφού αξιολόγησε τις παρατηρήσεις του δικαιούχου και των αρμόδιων αρχών, η Επιτροπή ενημερώνει επίσημα τις ισπανικές αρχές για την πρόθεσή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής και ζητεί την επιστροφή μέρους της συνδρομής της. Στην επιστολή της, η Επιτροπή ζητεί από τις ισπανικές αρχές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός δύο μηνών.

- 30 Απριλίου 2001: Η Υ διαβιβάζει τις παρατηρήσεις της στις αρμόδιες ισπανικές αρχές, οι οποίες τις διαβίβασαν στην Επιτροπή στις 15 Ιουνίου 2001.

- 25 Φεβρουαρίου 2002: Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι έλαβε τις παρατηρήσεις της Υ, αλλά επιβεβαιώνει τις διαπιστώσεις που περιέχονται στις προηγούμενες ανταλλαγές της 13ης Νοεμβρίου 2000 και της 14ης Μαρτίου 2001. Ελλείψει επίσημης απαντήσεως των ισπανικών αρχών στο έγγραφο της Επιτροπής της 14ης Μαρτίου 2001, το θεσμικό όργανο ζητεί εκ νέου τις παρατηρήσεις τους.

1.11 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα στη διεκπεραίωση των υποθέσεών του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 17 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.

Όπως έχει κρίνει ο κοινοτικός δικαστής, το ζήτημα του εύλογου χαρακτήρα της διάρκειας μιας διοικητικής διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υποθέσεως και, ιδίως, με το πλαίσιό της, τα διάφορα διαδικαστικά στάδια που ακολουθήθηκαν, την πολυπλοκότητα της υποθέσεως και τη σημασία της για τους διαφόρους διαδίκους (8).

1.12 Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, μετά την αποστολή των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος στις 15 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή αντέδρασε μόλις στις 25 Φεβρουαρίου 2002, όταν επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιστολής, και επιβεβαίωσε εκ νέου τη θέση που είχε διατυπώσει στις προηγούμενες ανταλλαγές επιστολών της 13ης Νοεμβρίου 2000 και της 14ης Μαρτίου 2001.

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η κύρια αιτία αυτής της καθυστέρησης φαίνεται να είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζονται οι αρμόδιες εθνικές αρχές για να απαντήσουν στην Επιτροπή, ώστε να μπορέσει να εκδοθεί τελική απόφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν δικαιολογούν τη διαπίστωση ότι η καθυστέρηση συνιστά παράλειψη της Επιτροπής να εκπληρώσει την ευθύνη της να διασφαλίσει ότι καθένα από τα διαδικαστικά στάδια που είναι αναγκαία για την έκδοση της τελικής της απόφασης ολοκληρώθηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής που διενήργησαν τον έλεγχο

1.13 Ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις που επισκέφθηκαν οι επιθεωρητές της Επιτροπής αφορούσαν μία μόνο επιχείρηση (Ζ), ενώ ο έλεγχος υποτίθεται ότι είχε ευρύτερο στόχο.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι η επιστολή της Επιτροπής της 2ας Αυγούστου 2000 αναφερόταν στην επαλήθευση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, ενώ οι έλεγχοι που όντως διενεργήθηκαν βασίζονταν αποκλειστικά σε πράξεις που χρηματοδοτήθηκαν από κονδύλια της ΕΚ.

1.14 Η Επιτροπή αναφέρθηκε στο άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής και επεσήμανε ότι ο κύριος στόχος κάθε ελέγχου ήταν η αξιολόγηση των ενεργειών που χρηματοδοτούνται με κοινοτικούς πόρους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε τη νομική εξουσία να επικεντρώσει τον έλεγχό της στην Υ καθώς και στους δικαιούχους της μέσω της αξιολόγησης συγκεκριμένων εγγράφων και όχι απλώς μέσω της επαλήθευσης των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

1.15 Η νομική βάση για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων από την Επιτροπή σε δράσεις που χρηματοδοτούνται από την ΕΚ βρίσκεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (9).

Η διάταξη αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ελέγχου όσον αφορά τόσο τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου όσο και τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία. Από το κείμενο της επιστολής της Επιτροπής της 2ας Αυγούστου 2000 προκύπτει ότι η επίσκεψη θα εξέταζε όχι μόνο τα συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου, αλλά και όλες τις πράξεις στις οποίες συμμετείχε η Υ.

Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι η Επιτροπή ενήργησε στο πλαίσιο της νομικής εξουσίας της όταν αποφάσισε να επικεντρώσει τον έλεγχό της σε ορισμένες πράξεις Leader II στις οποίες συμμετείχε η Υ.

1.16 Προκειμένου να εκτιμηθεί αν με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή επιδίωκε πράγματι την επίτευξη του μη δηλωθέντος σκοπού της στοχοποιήσεως μιας μόνον επιχειρήσεως (Ζ), ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, όπως έχουν κρίνει τα κοινοτικά δικαστήρια, ένα μέτρο μπορεί να συνιστά κατάχρηση εξουσίας μόνον αν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινόντων στοιχείων, ότι ελήφθη με σκοπό την επίτευξη σκοπού διαφορετικού από αυτόν που προβλέπουν οι εφαρμοστέοι κανόνες (10).

Η Επιτροπή ανέφερε ρητά στην επιστολή της 2ας Αυγούστου 2000 ότι ο έλεγχός της έπρεπε να επαληθεύσει όλες τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν τόσο από την Υ όσο και από τους τελικούς αποδέκτες της συνδρομής του Leader II. Δεδομένου ότι ο Z ήταν ένας από τους εν λόγω δικαιούχους, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο καταγγέλλων δεν μπόρεσε να αποδείξει κανένα αντικειμενικό, συναφές και συνεκτικό στοιχείο που να υποδηλώνει ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Μη τήρηση βασικών νομικών αρχών: Ευγενική προσφορά

1.17 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής που διενήργησαν τον έλεγχο του Υ δεν ήταν ευγενικές. Αναφέρει ότι οι επιθεωρητές δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή διαλόγου ή την υποβολή παρατηρήσεων. Αυτοί οι επιθεωρητές φέρονται να έδειξαν κακούς τρόπους, απευθύνθηκαν στους συνομιλητές τους με αλαζονεία και επέδειξαν ταπεινωτική στάση απέναντι στον κύριο διαχειριστή του Ζ.

1.18 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν σε θέση να αποδείξει οποιαδήποτε ακατάλληλη συμπεριφορά εκ μέρους των επιθεωρητών. Επισήμανε ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος, του Φεβρουαρίου 2001, με τις παρατηρήσεις του αμέσως μετά την επιτόπια επίσκεψη, δεν περιείχε καμία αναφορά στη στάση των επιθεωρητών· ότι οι οδηγίες που δόθηκαν από τους επιθεωρητές να μην επιτρέψουν καμία ανταλλαγή ή συζήτηση δικαιολογούνταν από τη φύση του ελέγχου· και ότι όλες οι ερωτήσεις που απευθύνθηκαν στον δικαιούχο διατυπώθηκαν με ευγενικό τρόπο.

1.19 Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι φαίνεται να υπάρχει πραγματική διάσταση απόψεων όσον αφορά το επίπεδο συμπεριφοράς που επέδειξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατά τη διάρκεια του ελέγχου τους. Το άρθρο 12 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς ορίζει ότι οι υπάλληλοι πρέπει να είναι εξυπηρετικοί, ορθοί, ευγενικοί και προσβάσιμοι στις σχέσεις τους με το κοινό. Δεδομένου ότι η ευγένεια μπορεί να εμφανίζεται ως ζήτημα γνώμης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οποιαδήποτε εικαζόμενη παράβαση του καθήκοντος αυτού πρέπει να επιβεβαιώνεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Αφού εξέτασε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν αποδείξεις ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής παραβίασαν το καθήκον ευγένειας που υπέχουν, κατά παράβαση των υποχρεώσεών τους βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 1 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2. Απάντηση στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον σχετικό φάκελο

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε δεόντως στο αίτημά του για πρόσβαση στον φάκελο της 12ης Απριλίου 2001, προτείνοντας απλώς να απευθυνθεί στις εθνικές αρχές. Δεδομένου ότι οι αρμόδιες ισπανικές αρχές δεν φαίνεται να έχουν στη διάθεσή τους όλα τα έγγραφα που συνέλεξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής στον φάκελό τους, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η απάντηση του θεσμικού οργάνου συνιστούσε σιωπηρή απόρριψη του αιτήματός του.

Επισημαίνει επίσης ότι η απάντηση της Επιτροπής της 3ης Μαΐου 2001 με την οποία αρνήθηκε την πρόσβαση δεν περιείχε ούτε αιτιολογία ούτε πληροφορίες σχετικά με τα ενδεχόμενα ένδικα μέσα.

2.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αίτηση πρόσβασης του κοινού που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της πρώτης απόφασης 94/90/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994, και της 3ης Δεκεμβρίου 2001, του κανονισμού αριθ. 1049/2001. Κατά την άποψή της, οι κανόνες αυτοί ισχύουν μόνο για αιτήματα του ευρέος κοινού και όχι για αιτήματα πολιτών που έχουν συγκεκριμένο συμφέρον από το ζητούμενο έγγραφο.

Ωστόσο, μετά την έρευνα του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή συμφώνησε να επιτρέψει την πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων, εκτός από εκείνα που σχετίζονται με την αρχική καταγγελία κατά του Υ, τα οποία πρέπει να θεωρούνται εμπιστευτικά έγγραφα. Τα δημοσιευμένα έγγραφα επισυνάφθηκαν στη γνώμη της Επιτροπής.

2.3 Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 1049/2001 (και προηγουμένως της απόφασης 94/90), ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι οι κανόνες του εφαρμόζονται γενικά στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα που προέρχονται από το κοινό (11). Όπως έκρινε ο κοινοτικός δικαστής, αν ο αιτών έχει ιδιαίτερο συμφέρον σε φάκελο που τον αφορά άμεσα και για τον οποίο υπάρχουν ειδικοί κανόνες πρόσβασης του κοινού, διατηρεί ωστόσο τη δυνατότητα να ζητήσει πρόσβαση στο ίδιο έγγραφο σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες για την πρόσβαση του κοινού. Ως εκ τούτου, η χρήση του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού από τους πολίτες που καλύπτονται από ειδικές διατάξεις δεν αποκλείει την επίκλησή τους από τους γενικούς κανόνες (12). Επιπλέον, οι εν λόγω ειδικοί κανόνες δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο αντίθετο προς τους γενικούς κανόνες (13). Μια πιο περιοριστική ερμηνεία θα αντέβαινε σε έναν από τους βασικούς στόχους του κανονισμού αριθ. 1049/2001, δηλαδή να δοθεί στους πολίτες η δυνατότητα να ελέγχουν αποτελεσματικότερα τη νομιμότητα της άσκησης των δημόσιων εξουσιών.

2.4 Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Επιτροπή συμφώνησε να δημοσιοποιήσει τα περισσότερα από τα ζητηθέντα έγγραφα, δεν φαίνεται αναγκαία καμία περαιτέρω έρευνα από τον Διαμεσολαβητή σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Όσον αφορά τα έγγραφα του φακέλου τα οποία η Επιτροπή δεν έχει δημοσιοποιήσει για λόγους εμπιστευτικότητας, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμεί, να ζητήσει επισήμως από την Επιτροπή πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1049/2001.

3. Παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα μέσα προσφυγής

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι καμία από τις αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή, ιδίως η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2002, δεν τον ενημέρωσε για τα ενδεχόμενα μέσα προσφυγής. Υπογραμμίζει ότι οι επιστολές της Επιτροπής είχαν άμεσες νομικές συνέπειες για τον ίδιο, ακόμη και αν έπρεπε να εφαρμοστούν από διαφορετική διοίκηση.

3.2 Η Επιτροπή δικαιολόγησε την έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στα ενδεχόμενα μέσα προσφυγής στην επιστολή της της 25ης Φεβρουαρίου 2002, με το αιτιολογικό ότι, αφενός, ο αποδέκτης ήταν κράτος μέλος και όχι ο δικαιούχος και, αφετέρου, η θέση της δεν είναι ακόμη οριστική.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία σε υποθέσεις που αφορούν την αναστολή ή τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής της ΕΚ στις οποίες η Επιτροπή αναφέρεται ρητά σε κονδύλια που χορηγούνται σε μεμονωμένους δικαιούχους, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά τους εν λόγω δικαιούχους (14). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, όπως επισημαίνεται στο σημείο 1.7 της παρούσας απόφασης ανωτέρω, ότι η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να εκδώσει τέτοια απόφαση χωρίς προηγουμένως να δώσει στον δικαιούχο τη δυνατότητα, ή να διασφαλίσει ότι έχει τη δυνατότητα, να διατυπώσει αποτελεσματικά τις απόψεις του.

Λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας των διαδικασιών και της πληθώρας των διοικήσεων που εμπλέκονται σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι ο δικαιούχος της κοινοτικής συνδρομής, για να είναι σε θέση να διατυπώσει αποτελεσματικά τις απόψεις του, πρέπει να γνωρίζει τη νομική του κατάσταση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο δικαιούχος λαμβάνει ή έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ενέργειες που στρέφονται εναντίον του, ιδίως όσον αφορά τη φύση της διαδικασίας, τα στάδιά της και τις δυνατότητες προσφυγής.

3.4 Από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για να ενημερώσει τον δικαιούχο ή για να βεβαιωθεί ότι γνώριζε τη φύση της διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του, τα στάδιά της και τις δυνατότητες προσφυγής.

Ελλείψει τέτοιων πληροφοριών, είναι κατανοητό ότι η καταγγέλλουσα εσφαλμένα έλαβε την επιστολή της Επιτροπής της 13ης Νοεμβρίου 2000 με την οποία κοινοποιήθηκαν τα πορίσματα του ελέγχου της ως επίσημη αίτηση επιστροφής και την υπενθύμισή της στις εθνικές αρχές της 25ης Μαρτίου 2002 ως τελική θέση του θεσμικού οργάνου. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να γνωρίζει ότι, όπως δήλωσε η Επιτροπή, η τελική θέση του θεσμικού οργάνου σχετικά με την αίτηση επιστροφής δεν έχει ακόμη επιτευχθεί λόγω της παράλειψης των εθνικών αρχών να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παράλειψη της Επιτροπής να διασφαλίσει ότι ο καταγγέλλων έλαβε ή είχε τη δυνατότητα να λάβει κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τα διοικητικά μέτρα που ελήφθησαν εναντίον του, ιδίως όσον αφορά τη φύση της διαδικασίας, τα στάδιά της και τις δυνατότητες προσφυγής, συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Επικριτική παρατήρηση θα απευθυνθεί στην Επιτροπή όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

4. Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, κρίνεται αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας των διαδικασιών και της πληθώρας των διοικήσεων που εμπλέκονται σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι ο δικαιούχος της κοινοτικής συνδρομής, για να είναι σε θέση να διατυπώσει αποτελεσματικά τις απόψεις του, πρέπει να γνωρίζει τη νομική του κατάσταση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο δικαιούχος λαμβάνει ή έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ενέργειες που στρέφονται εναντίον του, ιδίως όσον αφορά τη φύση της διαδικασίας, τα στάδιά της και τις δυνατότητες προσφυγής.

Από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για να ενημερώσει τον δικαιούχο ή για να βεβαιωθεί ότι γνώριζε τη φύση της διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του, τα στάδιά της και τις δυνατότητες προσφυγής.

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παράλειψη της Επιτροπής να διασφαλίσει ότι ο καταγγέλλων έλαβε ή είχε τη δυνατότητα να λάβει κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τα διοικητικά μέτρα που ελήφθησαν εναντίον του, ιδίως όσον αφορά τη φύση της διαδικασίας, τα στάδιά της και τις δυνατότητες προσφυγής, συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ως αποτέλεσμα της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η καταγγέλλουσα γνωρίζει πλέον τη φύση και τη διαδικασία των διοικητικών ενεργειών που έχει κινήσει η Επιτροπή εναντίον της. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, η καταγγέλλουσα μπορεί τώρα να απευθυνθεί στην Επιτροπή σε περίπτωση που χρειαστεί περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα επόμενα στάδια της διαδικασίας. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν απαιτείται περαιτέρω δράση και, ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Ανακοίνωση της Επιτροπής αριθ. 94/C 180/12

(2) Υπόθεση T-216/96 Conserve Italia Soc. Coop. arl πρώην Massalombarda Colombani SpA κατά Επιτροπής [1999] Συλλογή II-03139, υπόθεση C-500/99 P Conserve Italia Soc. Coop. arl κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-00867

(3) Κοινοποίηση της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, προς τα κράτη μέλη, με την οποία καθορίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές για τις συνολικές επιδοτήσεις ή τα ολοκληρωμένα επιχειρησιακά προγράμματα για τα οποία καλούνται να υποβάλουν αιτήσεις συνδρομής στο πλαίσιο κοινοτικής πρωτοβουλίας για την αγροτική ανάπτυξη (ΕΕ 1994, C 180, σ. 48).

(4) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88 για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 όσον αφορά το συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 193 της 31.7.1993, σ. 20).

(5) Βλ. κατωτέρω, τμήμα 1.7 της απόφασης.

(6) Υπόθεση C-32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I-5373, σκέψεις 24 και 28· υπόθεση T-450/93 Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-1177, σκέψη 45.

(7) Υπόθεση C-462/98 P Mediocurso κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-07183, σκέψη 36.

(8) Υπόθεση T-181/96 Mediocurso κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. II-03481, σκέψη 115· υπόθεση T-182/96 Partex κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-02673, σκέψη 177.

(9) «Με την επιφύλαξη των ελέγχων που διενεργούνται από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις [...], οι υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων δειγματοληπτικών ελέγχων, όσον αφορά τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου».

(10) Βλ. ανωτέρω, υπόθεση T-182/96 Partex, σκέψη 202· υπόθεση T-72/97 Proderec κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. II-02847, σκέψη 118· υπόθεση T-465/93 Consorzio gruppo di azione locale "Murgia Messapica" κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-00361, σκέψη 66.

(11) Βλ. άρθρα 4, 11, 14 και άρθρα 2 (1), (4) και 14 (1) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).

(12) Υπόθεση T-92/98 Interporc Im- und Export GmbH κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-03521, σκέψεις 44-45.

(13) Υπόθεση T-123/99 JT's Corporation Ltd, κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-03269, σκέψη 50.

(14) Βλ. ανωτέρω παράγραφο 1.7 της απόφασης, υπόθεση C-32/95 P Lisrestal.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!