Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 635/2002/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 635/2002/MF - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 23 Απριλίου 2002 - Απόφαση στις Πέμπτη | 06 Μαρτίου 2003
Αξιότιμη κυρία X.,
Στις 21 Μαρτίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ερμηνεία και τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Στις 23 Απριλίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 26 Ιουλίου 2002. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 23 Αυγούστου 2002. Οι παρατηρήσεις σας διαβιβάστηκαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με αίτημα την υποβολή περαιτέρω πληροφοριών. Στις 27 Νοεμβρίου 2002, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απάντησε στο αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. Η απάντησή της σας διαβιβάστηκε με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 6 Ιανουαρίου 2003.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Είναι Ισπανίδα υπήκοος και ζει στο Βέλγιο. Στις 4 Απριλίου 1998, συνήψε γάμο με τον G, συνταξιούχο υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπήκοο Λουξεμβούργου, ο οποίος κατοικεί στο Βέλγιο. Ο τελευταίος απεβίωσε στο Βέλγιο στις 13 Απριλίου 1998.
Στις 20 Ιουλίου 1999, ο συμβολαιογράφος που ήταν επιφορτισμένος με την κληρονομική διαδοχή του G απέστειλε επιστολή στη ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ερωτώντας αν το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: πρωτόκολλο PPI)(1) είχε εφαρμογή στην περίπτωση του G. Με έγγραφο της 11ης Αυγούστου 1999, η ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» απάντησε ότι το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου PPI δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του G, δεδομένου ότι αυτός είχε συνταξιοδοτηθεί κατά τον χρόνο του θανάτου του.
Στις 22 Νοεμβρίου 1999, η καταγγέλλουσα προσέφυγε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 90, ζητώντας την εφαρμογή του άρθρου 14 του ΑΑΠ στον σύζυγό της. Στην απόφασή της της 31ης Μαρτίου 2000, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος. Επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 14 του PPI δεν εφαρμοζόταν στον σύζυγο του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι είχε συνταξιοδοτηθεί κατά τον χρόνο του θανάτου του.
Στις 21 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον σύζυγό της.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία ήταν συνοπτικά η ακόλουθη:
Η Επιτροπή παρέπεμψε στα επιχειρήματα της αποφάσεως της ΑΔΑ της 31ης Μαρτίου 2000. Επισήμανε ότι σκοπός του άρθρου 14 του PPI ήταν η διατήρηση ενιαίας φορολογικής κατοικίας για ένα νοικοκυριό όταν ο σύζυγος και τα τέκνα συνοδεύουν τον υπάλληλο ο οποίος, αποκλειστικά και μόνο λόγω της άσκησης των καθηκόντων του, εγκαθιστά την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από τη χώρα φορολογικής κατοικίας του κατά τον χρόνο ανάληψης των καθηκόντων του στις Κοινότητες. Ο σκοπός αυτός επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το άρθρο 14 του PPI κάνει ειδική αναφορά στον σύζυγο που δεν ασκεί αυτοτελώς επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα και στα συντηρούμενα τέκνα και στα τέκνα που τελούν υπό τη φροντίδα των προσώπων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο σύζυγος της καταγγέλλουσας ήταν συνταξιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειτο πλέον στο άρθρο 14 του ΠΠΑ. Δεδομένου ότι είχε επιλέξει να διαμείνει στο Βέλγιο, δεν μπορούσε πλέον να ισχυριστεί ότι η φορολογική κατοικία του βρισκόταν στο Λουξεμβούργο.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. Συμφώνησε με την Επιτροπή όσον αφορά τον σκοπό του άρθρου 14 του PPI, ο οποίος συνίσταται στη διατήρηση ενιαίας φορολογικής κατοικίας για ένα νοικοκυριό. Διευκρίνισε ότι ήταν ακριβώς η υπάλληλος η οποία, λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων της, εγκαταστάθηκε στο έδαφος κράτους μέλους (Βέλγιο) διαφορετικού από το κράτος της φορολογικής κατοικίας της (Ισπανία) κατά την ανάληψη των καθηκόντων της στις Κοινότητες.
Προσέθεσε ότι το άρθρο 14, παράγραφος 2, του PPI είχε εφαρμογή στον σύζυγό της, δεδομένου ότι αυτός είχε συνταξιοδοτηθεί και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσε καμία επαγγελματική δραστηριότητα.
Τέλος, υποστήριξε ότι η φορολογική κατοικία της βρισκόταν στην Ισπανία και όχι στο Λουξεμβούργο. Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, του PPI, η φορολογική κατοικία του συζύγου της έπρεπε να βρίσκεται στην ίδια χώρα με τη δική της, δηλαδή στην Ισπανία.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.
Ο Διαμεσολαβητής απέστειλε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μαζί με αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει τους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 14 του ΠΠΑ στον σύζυγο της καταγγέλλουσας ενόσω αυτή ήταν υπάλληλος της Επιτροπής.
Περαιτέρω γνώμη της ΕπιτροπήςΣτην απάντησή της, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την προηγούμενη γνώμη της. Διευκρίνισε ότι το άρθρο 14 του PPI δεν έχει εφαρμογή στον G. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο στους υπαλλήλους που εγκαθίστανται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από τη χώρα καταγωγής τους λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων τους. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 14 του ΑΑΠ ισχύουν και για τον/τη σύζυγο των υπαλλήλων, υπό την προϋπόθεση ότι πρέπει επίσης να εγκαταστήσει την κατοικία του/της στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από τη χώρα φορολογικής κατοικίας του/της. Ο G επέλεξε να μεταβεί και να ζήσει στο Βέλγιο μετά τη συνταξιοδότησή του και πριν από τον γάμο του με τον καταγγέλλοντα. Επομένως, δεν υποχρεώθηκε να εγκαταστήσει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος της φορολογικής κατοικίας του.
Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΗ καταγγέλλουσα δήλωσε ότι η συμπληρωματική γνώμη της Επιτροπής έρχεται σε αντίθεση με την απάντησή της της 31ης Μαρτίου 2000 στην προσφυγή της βάσει της διαδικασίας του άρθρου 90. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι η εφαρμογή του άρθρου 14 του ΑΑΠ ενέπιπτε στις αρμοδιότητες των κρατών μελών και ότι η γνώμη της διοικήσεως δεν ήταν καθοριστική. Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή απέρριψε την εφαρμογή του άρθρου 14. Διατήρησε το παράπονό της.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Επί της φερομένης ως εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
1.2 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι σκοπός του άρθρου 14 του PPI ήταν η διατήρηση ενιαίας φορολογικής κατοικίας για ένα νοικοκυριό όταν ο/η σύζυγος και τα τέκνα μεταβαίνουν με τον υπάλληλο ο οποίος, αποκλειστικά και μόνο λόγω της άσκησης των καθηκόντων του/της, εγκαθιδρύει την κατοικία του/της στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από τη χώρα φορολογικής κατοικίας του/της κατά τον χρόνο ανάληψης των καθηκόντων του/της στις Κοινότητες.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων της, εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο, χώρα διαφορετική από εκείνη της φορολογικής κατοικίας, η οποία είναι εν προκειμένω η Ισπανία, κατά την ανάληψη των καθηκόντων της στις Κοινότητες. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του PPI, θεωρείται ότι διατήρησε την κατοικία της στο κράτος της φορολογικής κατοικίας, δηλαδή στην Ισπανία.
1.4 Ο Συνήγορος του Πολίτη σημειώνει επίσης ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 14 ορίζει ότι «Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης σε σύζυγο, στον βαθμό που ο τελευταίος δεν ασκεί αυτοτελώς επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα και σε τέκνα που συντηρούνται από και τελούν υπό τη φροντίδα των προσώπων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο». Στην προκειμένη περίπτωση, ο σύζυγος του καταγγέλλοντος συνταξιοδοτήθηκε και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσε καμία επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι ο σύζυγος του καταγγέλλοντος ζούσε ήδη στο Βέλγιο πριν από τον γάμο του. Επομένως, δεν υποχρεώθηκε να εγκαταστήσει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος της φορολογικής κατοικίας του προκειμένου να ακολουθήσει τη σύζυγό του.
1.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ερμηνεία του άρθρου 14 του ΠΠΑ από την Επιτροπή φαίνεται εύλογη. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι το Δικαστήριο είναι η ανώτατη αρχή σε θέματα εφαρμογής και ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου.
2 Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 14 του ΑΑΠ στον σύζυγο της καταγγέλλουσας2.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην κληρονομική διαδοχή του συζύγου της.
2.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο σύζυγος της καταγγέλλουσας ήταν συνταξιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειτο πλέον στο άρθρο 14. Δεδομένου ότι είχε επιλέξει να διαμείνει στο Βέλγιο, δεν μπορούσε πλέον να ισχυριστεί ότι η φορολογική κατοικία του βρισκόταν στο Λουξεμβούργο.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ερμηνεία της Επιτροπής φαίνεται εύλογη. Επομένως, δεν φαίνεται να συντρέχει περίπτωση κακής διοικήσεως εκ μέρους της Επιτροπής. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι το Δικαστήριο είναι η ανώτατη αρχή σε θέματα εφαρμογής και ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει ως εξής: «Κατά την επιβολή του φόρου εισοδήματος, του φόρου περιουσίας και του φόρου θανάτου, καθώς και κατά την εφαρμογή των συμβάσεων για την αποφυγή της διπλής φορολογίας που έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών των Κοινοτήτων, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων οι οποίοι, απλώς και μόνο λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, εγκαθίστανται στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος της φορολογικής κατοικίας τους κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους στις Κοινότητες, θεωρούνται, τόσο στο κράτος της πραγματικής τους διαμονής όσο και στο κράτος της φορολογικής κατοικίας τους, ότι έχουν διατηρήσει την κατοικία τους στο τελευταίο αυτό κράτος, υπό την προϋπόθεση ότι είναι μέλη των Κοινοτήτων.
Η διάταξη αυτή ισχύει επίσης για τον/τη σύζυγο, εφόσον ο/η τελευταίος/-η δεν ασκεί αυτοτελώς επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και για τα συντηρούμενα τέκνα και τα τέκνα που τελούν υπό τη φροντίδα των προσώπων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.»