FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1561/2001/SM κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 10 Δεκεμβρίου 2002

Αξιότιμε κ. J.,

Στις 29 Οκτωβρίου 2001, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με αίτηση πληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου στο πλαίσιο του χρηματοδοτούμενου από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης έργου αριθ. 7-NIR-53 «Projet de dévelopement en zone pastorale» (PROZOPAS), για το οποίο παρείχατε τεχνικές υπηρεσίες. Ζητήσατε επίσης τόκους υπερημερίας.

Στις 5 Δεκεμβρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 4 Απριλίου 2002. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 25 Μαΐου 2002. Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων, τεχνικός βοηθός, υπέγραψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την κυβέρνηση του Νίγηρα (Υπουργείο Οικονομικών) στις 15 Ιουνίου 1995 στο πλαίσιο της Σύμβασης Λομέ IVα για ένα σχέδιο με τίτλο "Programme de developpement integré en zone pastorale" (PROZOPAS) που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ). Ο καταγγέλλων επρόκειτο να παράσχει τεχνική βοήθεια στον υδραυλικό τομέα του Νίγηρα. Η αρχική σύμβαση παρατάθηκε τρεις φορές μέσω προσθηκών, στις 18 Φεβρουαρίου 1997, στις 30 Μαρτίου 1998 και στις 10 Μαρτίου 2000, καλύπτοντας συνολική περίοδο σχεδόν έξι ετών. Η σύμβαση έληξε στις 19 Απριλίου 2001, μετά την οποία ο καταγγέλλων υπέβαλε το τελευταίο του τιμολόγιο με το οποίο ζητούσε την πληρωμή του εναπομένοντος οφειλόμενου υπολοίπου βάσει της σύμβασης (Fcfa 3.528.668.- δηλαδή 69.743 FF.-).

Ωστόσο, μετά από συζητήσεις μεταξύ της αντιπροσωπείας της ΕΚ στο Νίγηρα και του καταγγέλλοντος από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2001, δεν του καταβλήθηκε το εικαζόμενο οφειλόμενο ποσό. Ένα επίμαχο ζήτημα αφορούσε την εξαμηνιαία έκθεση για την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 2000 και Απριλίου 2001 και την ετήσια έκθεση, την οποία ο καταγγέλλων, σύμφωνα με τους όρους εντολής, έπρεπε να είχε υποβάλει στον εθνικό διατάκτη.

Στην αλληλογραφία του με την αντιπροσωπεία της ΕΚ, ο καταγγέλλων θεώρησε καταρχάς ότι η εξαμηνιαία έκθεση εγκρίθηκε από τον εθνικό διατάκτη, ο οποίος δεν αποφάσισε εάν επιθυμεί να την αμφισβητήσει εντός 30 ημερών, όπως ορίζεται στο άρθρο XXXII των ειδικών όρων της σύμβασης. Στις 4 Μαΐου 2001, ο εθνικός διατάκτης υπέγραψε έγγραφο με τίτλο «βεβαίωση παύσης των υπηρεσιών», στο οποίο ο τελευταίος εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις υπηρεσίες που παρείχε ο καταγγέλλων.

Δεύτερον, όσον αφορά την ετήσια έκθεση, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι όροι εντολής όριζαν ότι ανά έτος δραστηριότητας θα πρέπει να υποβάλλονται δύο εξαμηνιαίες εκθέσεις και μία ετήσια έκθεση. Ωστόσο, ο καταγγέλλων είχε συμφωνήσει με τον σύμβουλο της αντιπροσωπείας της ΕΚ ότι θα πρέπει να υποβάλλει μόνο δύο εξαμηνιαίες εκθέσεις ετησίως, παραλείποντας έτσι την ετήσια έκθεση. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ουδέποτε ενημερώθηκε ότι θα έπρεπε να υποβάλει ετήσια έκθεση μετά την ολοκλήρωση της σύμβασής του.

Ο καταγγέλλων κατήγγειλε επίσης διαφορές μεταξύ του αναλυτικού λογαριασμού του σχετικά με τα τέλη, του «δελτίου 85», και του αντίστοιχου αναλυτικού λογαριασμού της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στην ΕΚ. Με επιστολές της 20ής Μαΐου, της 10ης Αυγούστου και της 10ης Οκτωβρίου 2001, ζήτησε από την Επιτροπή να επαληθεύσει τη συμβατική κατανομή του προϋπολογισμού και να διορθώσει τα σφάλματα που είχε επισημάνει εις βάρος τόσο του ιδίου όσο και της αντιπροσωπείας της ΕΚ. Στην επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 2001, ο καταγγέλλων πληροφόρησε τον επικεφαλής της αντιπροσωπείας ότι δεν αποδεχόταν τον αναλυτικό λογαριασμό του τελευταίου χωρίς την αναγκαία διόρθωση.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή δεν επέστρεψε ένα εισιτήριο απλής μετάβασης από τον Νίγηρα στο Παρίσι. Δεν αγόρασε το συμβατικά προβλεπόμενο εισιτήριο μετ’ επιστροφής, αλλά μόνο εισιτήριο απλής μετάβασης όταν ταξίδεψε στον Νίγηρα κατά την έναρξη της σύμβασης. Ωστόσο, μετά την καταγγελία της σύμβασης, ο καταγγέλλων αγόρασε το εισιτήριο απλής μετάβασης στο Παρίσι και ζήτησε την πληρωμή του εν λόγω εισιτηρίου στο πλαίσιο της αρχικής σύμβασης. Θεωρεί ότι η προσέγγιση της αντιπροσωπείας της ΕΚ μόνο για την καταμέτρηση του αριθμού των εισιτηρίων μετ’ επιστροφής και όχι για κάθε εισιτήριο απλής μετάβασης χωριστά είναι εσφαλμένη.

Με επιστολή της 29ης Οκτωβρίου 2001, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ζητώντας βοήθεια.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται τα εξής:

(1) Στην εν λόγω συγγραφή υποχρεώσεων δεν ζητήθηκε ρητά ένα "έτος αναφοράς" που να καλύπτει τις επιδόσεις από τον Μάιο του 1998 έως τον Απρίλιο του 2001· συμφωνήθηκε ότι ο καταγγέλλων συνέταξε "rapport semestriel détaillé" αντί ετήσιας έκθεσης μεταξύ του συμβούλου της αντιπροσωπείας της ΕΚ στον Νίγηρα και του καταγγέλλοντος· και τέλος, η αντιπροσωπεία της ΕΚ δεν ενέκρινε την τελευταία υποβληθείσα έκθεση.

(2) Ο εθνικός διατάκτης έχει αποδεχθεί τις εν λόγω εκθέσεις και είναι ικανοποιημένος με τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος.

(3) Η Επιτροπή διέπραξε σφάλματα στο «Δελτίο 85», τα οποία δεν διορθώθηκαν.

(4) Η Επιτροπή δεν επέστρεψε στον καταγγέλλοντα το εισιτήριο επιστροφής Niamey-Paris.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή πρέπει να εξοφλήσει το τελικό του τιμολόγιο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας για το τελευταίο και δύο άλλων τιμολογίων που συνδέονται με τις εντολές πληρωμής αριθ. 138 και 168.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις: Μετά τη λήξη της σύμβασης, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στις 20 Μαΐου 2001 στην αντιπροσωπεία της ΕΚ στο Νίγηρα ζητώντας την πληρωμή του 46ου και τελικού τιμολογίου του. Με τηλεομοιοτυπία της 2ας Ιουλίου 2001, η αντιπροσωπεία της ΕΚ επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιστολής του καταγγέλλοντος και τον ενημέρωσε ότι θα εξέταζε την επιλεξιμότητα της αίτησής του πριν από την πληρωμή του τιμολογίου. Με τηλεομοιοτυπία της 11ης Ιουλίου 2001, η αντιπροσωπεία της ΕΚ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι ορισμένες δαπάνες θεωρήθηκαν μη επιλέξιμες και, ως εκ τούτου, δεν θα επιστραφούν. Τα έξοδα αυτά αφορούσαν ορισμένα τιμολόγια και το εισιτήριο από το Niamey στο Παρίσι. Δεν ήταν επιλέξιμες επειδή ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά και επειδή είχε παραλείψει να ενημερώσει ότι ένα τιμολόγιο είχε εξοφληθεί δύο φορές. Προκειμένου να κλείσει η σύμβαση χωρίς καθυστέρηση, η αντιπροσωπεία της ΕΚ πρότεινε επιπλέον στην τελευταία τηλεομοιοτυπία να τακτοποιηθούν τα σχετικά τιμολόγια, να περιοριστεί ο αριθμός των αεροπορικών εισιτηρίων και να ανακτηθεί η διπλή πληρωμή. Έκρινε επίσης ότι η εξαμηνιαία έκθεση που υποβλήθηκε για την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 2000 και Απριλίου 2001 ήταν ανεπαρκής και πρότεινε να βελτιωθεί και να υποβληθεί εκ νέου. Τέλος, πρότεινε να υποβληθεί η ετήσια έκθεση που αναφέρεται στη συγγραφή υποχρεώσεων της δεύτερης προσθήκης για την περίοδο από τον Μάιο του 1998 έως τον Απρίλιο του 2001. Εν τω μεταξύ, η αντιπροσωπεία της ΕΚ κατέβαλε τις επιλέξιμες δαπάνες στον καταγγέλλοντα στις 24 Ιουλίου 2001 και στις 6 Αυγούστου 2001. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την προσέγγιση της αντιπροσωπείας της ΕΚ με επιστολή της 10ης Αυγούστου 2001 και ενέμεινε στους ισχυρισμούς του.

Με επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 2001, η αντιπροσωπεία της ΕΚ ζήτησε εκ νέου από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει διορθωμένο τελικό τιμολόγιο και τελική έκθεση για την περίοδο από τον Μάιο του 1998 έως τον Απρίλιο του 2001, την οποία ο καταγγέλλων αμφισβήτησε εκ νέου με επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 2001. Η αντιπροσωπεία της ΕΚ επανέλαβε τα αιτήματά της με επιστολή της 30ής Οκτωβρίου 2001, δηλώνοντας σχετικά με την ετήσια έκθεση ότι είχε ζητηθεί ρητά από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει την εν λόγω ετήσια έκθεση για την περίοδο μεταξύ Μαΐου 1998 και Απριλίου 2001. Επισύναψε επίσης προς ενημέρωση του καταγγέλλοντος κατάλογο τιμολογίων για τα οποία δεν είχαν υποβληθεί δικαιολογητικά έγγραφα.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Πρώτον, όσον αφορά τη ζητούμενη ετήσια έκθεση, η Επιτροπή επισήμανε ότι η σύμβαση που χρηματοδοτείται από το ΕΤΑ, δηλαδή η εντολή, και επιπλέον οι γενικοί όροι του ΕΤΑ εφαρμόζονται ταυτόχρονα. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η ζητούμενη έκθεση δεν ήταν ετήσια έκθεση, αλλά τελική έκθεση υλοποίησης σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της συμβατικής περιόδου. Η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες γενικούς όρους, ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε υποβάλει μια τέτοια έκθεση κατά την ολοκλήρωση της σύμβασής του. Τόνισε ότι, ακόμη και αν η σύμβαση, οι Ειδικοί Όροι, σιωπούσαν επί του θέματος, εφαρμοζόταν το άρθρο 31 παράγραφος 1 των Γενικών Όρων, το οποίο όριζε ότι «αμέσως πριν από την ολοκλήρωση των υπηρεσιών, ο σύμβουλος συντάσσει εμπιστευτική γενική έκθεση (.)».

Όσον αφορά την εικαζόμενη συμφωνία σχετικά με τις αλλαγές των όρων εντολής, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι συνήφθη τέτοια συμφωνία και ότι ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε υποβάλει έκθεση, όπως ζητήθηκε βάσει της σύμβασης, εντός εξήντα ημερών από την ολοκλήρωση της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι τυχόν αλλαγές στους όρους εντολής έπρεπε να συμφωνηθούν με το Υπουργείο Οικονομικών του Νίγηρα, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση.

Όσον αφορά την έγκριση της τελευταίας εξαμηνιαίας έκθεσης που διαβιβάστηκε στις 20 Μαΐου 2001, η αντιπροσωπεία της ΕΚ την παρέλαβε στις 11 Ιουνίου 2001 και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ένα μήνα αργότερα, στις 11 Ιουλίου 2001, ότι ήταν ανεπαρκής.

Δεύτερον, όσον αφορά την έγκριση από τον εθνικό διατάκτη των προβλεπομένων στη σύμβαση εκθέσεων, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι τον είχε ρωτήσει αν είχε λάβει την ζητηθείσα τελική έκθεση και πληροφορήθηκε, με τηλεομοιοτυπία της 3ης Αυγούστου 2001, ότι δεν είχε υποβληθεί τελική έκθεση.

Τρίτον, όσον αφορά τα σφάλματα που φέρεται ότι διέπραξε η Επιτροπή σε σχέση με το «δελτίο 85», η Επιτροπή δεν έδωσε καμία εξήγηση.

Τέταρτον, όσον αφορά την επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου Niamey-Paris, η Επιτροπή εξήγησε ότι η αντιπροσωπεία της στην ΕΚ ορθώς επέστρεψε μόνο τα εισιτήρια επιστροφής βάσει της τρίτης προσθήκης που αντιστοιχεί σε τρία εισιτήρια επιστροφής, δύο για την οικογένεια του καταγγέλλοντος και ένα για τον εαυτό του, αλλά όχι το εισιτήριο απλής μετάβασης που προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση. Η Επιτροπή επισύναψε πίνακα με τα εισιτήρια που επιστράφηκαν στον καταγγέλλοντα και ενέμεινε στην άποψή της ότι ο καταγγέλλων δεν είχε δικαίωμα επιστροφής του εν λόγω εισιτηρίου απλής μετάβασης.

Τέλος, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της ότι η πληρωμή του τελικού τιμολογίου εξαρτάται από την υποβολή τελικής εκθέσεως σύμφωνα με τα άρθρα 31 και 35 των γενικών όρων του ΕΤΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 35, η τελική πληρωμή πραγματοποιείται μόνο μετά την υποβολή από τον σύμβουλο τελικής έκθεσης και τελικής κατάστασης. Όσον αφορά την απαίτηση για τόκους υπερημερίας για τις εντολές πληρωμής αριθ. 138 και 168, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση λόγω της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της και ενημέρωσε ότι, ως εκ τούτου, είναι έτοιμη να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα εν προκειμένω και να καταβάλει τόκους υπερημερίας.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στους ισχυρισμούς του. Θεωρούσε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να υποβάλει τελική έκθεση, καθώς αυτό δεν προβλεπόταν ρητά στον τίτλο «Εκθέσεις» των όρων εντολής, δεδομένου ότι οι τελευταίοι όροι αποτελούν μέρος των Ειδικών Όρων. Επισημαίνει επίσης εν προκειμένω ότι η αντιπροσωπεία της ΕΚ δεν ζήτησε ποτέ ρητά τελική έκθεση κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν πριν από την αναχώρησή του από τον Νίγηρα. Τόνισε ότι η ετήσια έκθεση που αναφέρεται στην εντολή δεν αντιστοιχεί σε καμία περίπτωση σε έκθεση που καλύπτει την περίοδο μεταξύ Μαΐου 1998 και Απριλίου 2001. Τέλος, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι ο πίνακας της Επιτροπής που επισυνάπτεται στη γνώμη της, στον οποίο παρατίθενται οι επιλέξιμες επιστροφές εξόδων ταξιδίου, περιείχε διάφορα σφάλματα.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη παράλειψη ρητής αίτησης ετήσιας έκθεσης σχετικά με τις επιδόσεις από τον Μάιο του 1998 έως τον Απρίλιο του 2001 στην εντολή· εικαζόμενη συμφωνία για την εκπόνηση εξαμηνιαίας έκθεσης μόνο· και εικαζόμενη παράλειψη της αντιπροσωπείας της ΕΚ να εγκρίνει την τελευταία υποβληθείσα έκθεση

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι στους εν λόγω όρους εντολής δεν ζητήθηκε ρητά ετήσια έκθεση σχετικά με τις επιδόσεις από τον Μάιο του 1998 έως τον Απρίλιο του 2001. Ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και του συμβούλου της αντιπροσωπείας της ΕΚ στον Νίγηρα να συντάσσει εξαμηνιαία έκθεση αντί για ετήσια έκθεση. Όσον αφορά την τελευταία εξαμηνιαία έκθεση που υποβλήθηκε, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται επιπλέον ότι η αντιπροσωπεία της ΕΚ δεν την ενέκρινε μετά από καθυστέρηση 2,5 μηνών.

1.2 Κατ' αρχάς, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο καταγγέλλων όφειλε να υποβάλει τελική έκθεση κατά την ολοκλήρωση της συμβάσεώς του σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, των γενικών όρων. Δεύτερον, όσον αφορά την υποτιθέμενη συμφωνία να μην υποβληθεί η ετήσια έκθεση που ζητήθηκε μετά την ολοκλήρωση της σύμβασης με την αντιπροσωπεία της στην ΕΚ, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία. Η συμφωνία αυτή δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να έχει συναφθεί με την αντιπροσωπεία της ΕΚ, δεδομένου ότι δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση. Ως εκ τούτου, εμμένει στην άποψή της ότι ο καταγγέλλων δεν εκπλήρωσε τη συμβατική υποχρέωσή του να υποβάλει έκθεση εντός εξήντα ημερών από την ολοκλήρωση της σύμβασης. Τέλος, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, όσον αφορά την έγκριση της τελευταίας εξαμηνιαίας έκθεσης που διαβιβάστηκε στις 20 Μαΐου 2001, η αντιπροσωπεία της ΕΚ την παρέλαβε στις 11 Ιουνίου 2001 και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα, ένα μήνα αργότερα, στις 11 Ιουλίου 2001, ότι δεν την ενέκρινε.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τα ζητήματα αυτά αφορούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση τεχνικής βοήθειας που συνήφθη μεταξύ του καταγγέλλοντος και του Υπουργείου Οικονομικών του Νίγηρα και χρηματοδοτήθηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο του έβδομου ΕΤΑ.

1.4 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες «που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει. Ως εκ τούτου, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις χρηματοδοτούμενες από πόρους των ταμείων των θεσμικών οργάνων ή οργανισμών των Κοινοτήτων.

1.5 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.

1.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.

1.7 Σημειώνεται ότι η αρχική σύμβαση μεταξύ του καταγγέλλοντος και του Υπουργείου Οικονομικών του Νίγηρα συνίστατο στους Γενικούς Όρους, τους Ειδικούς Όρους και τα Παραρτήματα Α (Όροι Αναφοράς), Β (Πίνακες) και Γ (Βιογραφικό Σημείωμα). Σύμφωνα με το προοίμιο της σύμβασης, σε περίπτωση σιωπής των ειδικών όρων, ισχύουν οι γενικοί όροι. Το άρθρο 31 παράγραφοι 1 και 2 των γενικών όρων ορίζει ότι «αμέσως πριν από την ολοκλήρωση των υπηρεσιών, ο σύμβουλος συντάσσει εμπιστευτική γενική έκθεση (.)», η οποία «διαβιβάζεται στον επιβλέποντα το αργότερο εξήντα ημέρες μετά την ολοκλήρωση των υπηρεσιών από τον σύμβουλο (.)». Σημειώνεται ότι μετά τη λήξη της σύμβασης, η αντιπροσωπεία της ΕΚ ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει τελική έκθεση, όχι για το σύνολο των έξι ετών, αλλά για τρία έτη. Από τα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να ζητήσει τελική έκθεση υλοποίησης βάσει της σύμβασης. Φαίνεται επίσης ότι η παρούσα τελική έκθεση υλοποίησης δεν αντιστοιχεί στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στους όρους εντολής.

1.8 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, βάσει των εγγράφων που έχει στη διάθεσή του, δεν αποδεικνύεται ότι η σύμβαση και τα παραρτήματά της τροποποιήθηκαν κατά τρόπο ώστε να εξαλειφθεί η ανάγκη υποβολής τελικής έκθεσης υλοποίησης. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι η Επιτροπή, βάσει της εφαρμοστέας συμβάσεως, εξέθεσε ευλόγως τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η θέση της είναι ορθή.

1.9 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

2 Αποδοχή των εκθέσεων από τον εθνικό διατάκτη

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ο εθνικός διατάκτης αποδέχθηκε τις εν λόγω εκθέσεις και, ως εκ τούτου, ήταν ικανοποιημένος με τη συμβατική εκτέλεση του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να ζητήσει βελτιωμένη έκδοση της τελευταίας εξαμηνιαίας έκθεσης που υποβλήθηκε.

2.2 Όσον αφορά την τελική έκθεση εκτελέσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι είχε ζητήσει από τον εθνικό διατάκτη να της γνωστοποιήσει αν την είχε παραλάβει και ότι πληροφορήθηκε με τηλεομοιοτυπία της 3ης Αυγούστου 2001 ότι δεν είχε υποβληθεί τελική έκθεση.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός αυτός αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση τεχνικής βοήθειας που συνήφθη μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών του Νίγηρα και του καταγγέλλοντος. Σημειώνεται ότι, με βάση τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν φαίνεται να αμφισβητεί την έγκριση από τον εθνικό διατάκτη των εξαμηνιαίων εκθέσεων που υποβάλλονται σε τακτική βάση από τον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο εθνικός διατάκτης φαίνεται να έχει εγκρίνει σιωπηρά την τελευταία εξαμηνιαία έκθεση που υποβλήθηκε, καθώς δεν αντέδρασε εντός της συμβατικά προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών σύμφωνα με το άρθρο XXXII των ειδικών όρων. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η τελική πληρωμή υπόκειται στην υποβολή τελικής έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 35 των γενικών όρων. Ως προς αυτό, σημειώνεται ότι ο εθνικός διατάκτης ενημέρωσε την αντιπροσωπεία της ΕΚ με επιστολή της 9ης Αυγούστου 2001 ότι δεν είχε λάβει την τελική έκθεση εφαρμογής από τον καταγγέλλοντα.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, όπως αναφέρθηκε στο σημείο 1, η τελική έκθεση δεν έχει υποβληθεί από τον καταγγέλλοντα και θεωρεί ότι το ζήτημα που αφορά την άλλη έκθεση δεν φαίνεται να είναι συναφές. Επιπλέον, ο καταγγέλλων έχει το δικαίωμα να εκδικάσει τη διαφορά κατά του αντισυμβαλλομένου του, του Υπουργείου Οικονομικών του Νίγηρα, ενώπιον δικαστηρίου με αρμόδια δικαιοδοσία. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό της καταγγελίας.

3 Εικαζόμενα σφάλματα της Επιτροπής όσον αφορά το «δελτίο 85»

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή διέπραξε σφάλματα στο «Δελτίο 85», τα οποία δεν διορθώθηκαν.

3.2 Η Επιτροπή δεν παρέχει εξηγήσεις σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό στη γνώμη της.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το «δελτίο 85» αντιστοιχεί στον αναλυτικό λογαριασμό της αντιπροσωπείας της ΕΚ που περιέχει ανάλυση των συμβατικών δαπανών. Κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, θα ήταν χρήσιμο εάν η Επιτροπή είχε επιληφθεί του θέματος. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, βάσει των εγγράφων που του υποβλήθηκαν, ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην ΕΚ διέπραξε σφάλματα εις βάρος του καταγγέλλοντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό της καταγγελίας.

4 Εικαζόμενη μη επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου μετ’ επιστροφής Niamey-Paris

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν επέστρεψε το αεροπορικό εισιτήριο Niamey-Paris του καταγγέλλοντος.

4.2 Η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει επιστρέψει όλα τα εισιτήρια που δικαιούνταν ο καταγγέλλων βάσει της σύμβασης.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το ζήτημα αφορά διαφορετικές ερμηνείες των συμβατικών διατάξεων που ισχύουν στην παρούσα υπόθεση. Η Επιτροπή παρέχει πίνακα με τα εισιτήρια που επιστράφηκαν σύμφωνα με τη σύμβαση, ο οποίος, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, περιέχει διάφορα σφάλματα. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή όφειλε να καταβάλει το εν λόγω αεροπορικό εισιτήριο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

5 Αιτήσεις πληρωμής τελικού τιμολογίου και τόκοι υπερημερίας

5.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή πρέπει να εξοφλήσει το τελικό του τιμολόγιο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας για το τελευταίο και δύο άλλων τιμολογίων που συνδέονται με τις εντολές πληρωμής αριθ. 138 και 168.

5.2 Η Επιτροπή εμμένει στη θέση της ότι η πληρωμή του τελικού τιμολογίου εξαρτάται από την υποβολή τελικής έκθεσης σύμφωνα με τους γενικούς όρους του ΕΤΑ.

5.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός αυτός αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών του Νίγηρα και του καταγγέλλοντος, όπως αναφέρεται στο σημείο 1. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έχει εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι η Επιτροπή πρέπει να πληρώσει το τελικό τιμολόγιο που υποβλήθηκε. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε την τελική έκθεση σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και ότι, ως εκ τούτου, δεν θα πληρώσει.

5.4 Εν προκειμένω, από τα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει τελική έκθεση εφαρμογής σύμφωνα με τα άρθρα 31 και 36 των γενικών όρων. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο εθνικός διατάκτης ενημέρωσε την αντιπροσωπεία της ΕΚ ότι δεν είχε λάβει την εν λόγω τελική έκθεση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι όροι χρηματοδότησης στο πλαίσιο του ΕΤΑ.

5.5 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

5.6 Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να καταβάλει τόκους υπερημερίας για το τελικό τιμολόγιο και δύο άλλα τιμολόγια που συνδέονται με τις εντολές πληρωμής αριθ. 138 και 168.

5.7 Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την καθυστέρηση που σημειώθηκε λόγω της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων το 2000. Ως εκ τούτου, συμφωνεί να καταβάλει τόκους υπερημερίας στον καταγγέλλοντα για τις εντολές πληρωμής αριθ. 138 και 168.

5.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή είναι έτοιμη να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα και να καταβάλει τόκους υπερημερίας όσον αφορά τις εντολές πληρωμής αριθ. 138 και 168. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να συνεχιστεί η έρευνα σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

6 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!