FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1197/2001/(BB)VK κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 27 Ιουνίου 2002

Αξιότιμε κ. C.,

Στις 17 Αυγούστου 2001, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη του αερομεταφορέα σε περίπτωση ατυχήματος.

Στις 11 Οκτωβρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 10 Ιανουαρίου 2002 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Στις 22 Μαρτίου, στις 2 Απριλίου 2002 και στις 17 Ιουνίου 2002, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η καταγγελία του είναι τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός 2027/97 του Συμβουλίου για την ευθύνη του αερομεταφορέα σε περίπτωση ατυχήματος εκδόθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1997 και δημοσιεύθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1997 (1). Σκοπός του κανονισμού είναι η επιβολή τροποποιημένης έκδοσης της σύμβασης της Βαρσοβίας στους κοινοτικούς αερομεταφορείς για όλες τις μεταφορές επιβατών και η προσθήκη διατάξεων για άμεσες προκαταβολές στα θύματα ατυχημάτων, καθώς και νέων απαιτήσεων πληροφόρησης.

Το άρθρο 7 του κανονισμού ορίζει ότι το αργότερο δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού, στην οποία λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στα διεθνή φόρουμ. Η έκθεση μπορεί να συνοδεύεται από προτάσεις αναθεώρησης του κανονισμού.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν συνέταξε τέτοια έκθεση.

Ο καταγγέλλων αναγνωρίζει ότι ο Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας (ΔΟΠΑ) διεξήγαγε επανεξέταση της σύμβασης της Βαρσοβίας για την ευθύνη των αερομεταφορέων και ότι ο εν λόγω κανονισμός αποτελούσε προσωρινό μέτρο έως ότου ολοκληρωθεί η επανεξέταση του ΔΟΠΑ. Η αναθεώρηση αυτή κορυφώθηκε με μια νέα σύμβαση: Σύμβαση του Μόντρεαλ της 28ης Μαΐου 1999.

Ο καταγγέλλων αναγνωρίζει επίσης ότι το Συμβούλιο υποχρεούται να επανεξετάσει τον κανονισμό 2027/97 και ότι η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει τροποποιήσεις του παρόντος κανονισμού με σκοπό την ευθυγράμμιση των κανόνων που ισχύουν για τους κοινοτικούς αερομεταφορείς με τη σύμβαση του Μόντρεαλ, όταν αυτή τεθεί σε ισχύ.

Ωστόσο, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την απαίτηση του άρθρου 7 του κανονισμού να υποβάλλει η Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του ισχύοντος κανονισμού. Ισχυρίζεται ότι οι προτάσεις της Επιτροπής για έναν τροποποιητικό κανονισμό είναι μοιραία εσφαλμένες, καθώς δεν λαμβάνουν υπόψη τις εξελίξεις στα κράτη μέλη, ιδίως την απόφαση του αγγλικού Ανώτατου Δικαστηρίου της 21ης Απριλίου 1999 σχετικά με τη συμβατότητα του εν λόγω κανονισμού με προηγούμενες υποχρεώσεις των κρατών μελών έναντι τρίτων κρατών που είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης της Βαρσοβίας.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Συνοπτικά, η Επιτροπή επισημαίνει τα εξής:

Η Σύμβαση της Βαρσοβίας του 1929 και τα επακόλουθα πρωτόκολλα περιόρισαν την ευθύνη των αερομεταφορέων σε πολύ περιορισμένα ποσά και παρείχαν στους αερομεταφορείς ισχυρά μέσα άμυνας έναντι αξιώσεων που υπερέβαιναν τα όρια αυτά. Ως εκ τούτου, δεν προστάτευσε επαρκώς τους επιβάτες. Χωρίς άμεση προοπτική ανανέωσης του συστήματος της Βαρσοβίας, η Επιτροπή πρότεινε και το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 2027/97 για τη θέσπιση σύγχρονου καθεστώτος ευθύνης σε περίπτωση θανάτου και τραυματισμού. Ασχολήθηκε επίσης με ασφαλιστικά θέματα και με την παροχή πληροφοριών στους επιβάτες σχετικά με τους όρους ευθύνης των κοινοτικών και μη κοινοτικών μεταφορέων. Ωστόσο, όπως διευκρινίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις, το Συμβούλιο έκρινε ότι μακροπρόθεσμα ήταν προτιμότερη η πλήρης αναθεώρηση του συστήματος της Βαρσοβίας, ώστε να υπάρχουν ενιαίοι κανόνες σε διεθνές επίπεδο. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός αποτελούσε προσωρινό μέτρο, το οποίο έπρεπε να επανεξεταστεί κατόπιν επανεξέτασης της Σύμβασης της Βαρσοβίας. Η θέση αυτή αποτυπώθηκε επίσης στο άρθρο 7, το οποίο καλούσε την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις εξελίξεις στα διεθνή φόρα κατά την εκπόνηση της έκθεσής της.

Λιγότερο από δύο έτη μετά την έκδοση του εν λόγω κανονισμού, διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις για μια νέα διεθνή συμφωνία, τη Σύμβαση του Μόντρεαλ. Τα κράτη μέλη και η Κοινότητα την υπέγραψαν τον Μάιο του 1999 και αναμένεται να ολοκληρώσουν την κύρωσή της έως το τέλος του 2002. Ως εκ τούτου, έλαβαν σαφή και συνειδητή πολιτική απόφαση να εφαρμόσουν τους κανόνες της σύμβασης του Μόντρεαλ, στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητάς τους, στις διεθνείς μεταφορές από κοινοτικούς μεταφορείς.

Στη συνέχεια, η Κοινότητα πρέπει να τροποποιήσει τον κανονισμό 2027/97 προκειμένου να τον ευθυγραμμίσει με τους κανόνες του Μόντρεαλ, αντί να τον αναθεωρήσει με βάση την εφαρμογή του σε διάστημα δύο ετών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή πρότεινε έναν τροποποιητικό κανονισμό, πρωταρχικός στόχος του οποίου ήταν η θέσπιση κανόνων του Μόντρεαλ για την ευθύνη των κοινοτικών μεταφορέων, τόσο για τις διεθνείς όσο και για τις εσωτερικές μεταφορές. Οι νέοι αυτοί κανόνες θα καλύπτουν όχι μόνο την ευθύνη για θάνατο και τραυματισμό, αλλά και για καθυστερήσεις και για κακοδιαχείριση αποσκευών. Θα ενισχύσει περαιτέρω τις απαιτήσεις σχετικά με την ενημέρωση των επιβατών. Η έκδοση του εν λόγω τροποποιητικού κανονισμού έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, καθώς το Κοινοβούλιο έχει περατώσει την πρώτη του ανάγνωση και το Συμβούλιο έχει καταλήξει σε πολιτική συμφωνία επί κοινής θέσης, η οποία θα εγκριθεί σύντομα.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι δεν συντάχθηκε έκθεση. Υποστηρίζει ότι δεν είναι ένοχη κακοδιοίκησης επειδή δεν συνέταξε την εν λόγω έκθεση, δεδομένου ότι οι διεθνείς εξελίξεις είχαν εξαλείψει τον κύριο λόγο υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού. Ισχυρίζεται ότι στην πρότασή της για τροποποιητικό κανονισμό η Επιτροπή περιγράφει πλήρως τις εξελίξεις αυτές. Επιπλέον, η Επιτροπή δηλώνει ότι δεν πίστευε ότι η θέση της ήταν «τελικά εσφαλμένη», όπως περιγράφεται από τον καταγγέλλοντα, ή καθόλου εσφαλμένη, λόγω μη υποβολής έκθεσης σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 2027/97. Ισχυρίζεται ότι ο καταγγέλλων δεν έθεσε σημαντικά ερωτήματα στα οποία η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε απαντήσει σε έκθεση που προηγήθηκε της πρότασής της. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η απόφαση του αγγλικού High Court αποτελεί εξέλιξη που αξίζει να αναφερθεί. Αντίθετα, θα ήταν κακοδιοίκηση να καθυστερήσει η εφαρμογή των κανόνων της Σύμβασης του Μόντρεαλ, η οποία θα αποφέρει πραγματικά οφέλη στους επιβάτες αεροπορικών μεταφορών, παρουσιάζοντας και συμβουλεύοντας μια έκθεση που είχε σε μεγάλο βαθμό χάσει τον σκοπό της.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισημαίνει συνοπτικά τα εξής:

Η ανάγκη υποβολής έκθεσης σχετικά με την εφαρμογή του ισχύοντος κανονισμού στα κράτη μέλη δεν μετατοπίζεται από προτάσεις για την ευθυγράμμιση της μελλοντικής νομοθεσίας εκτός σύμβασης με τη σύμβαση του Μόντρεαλ.

Η Επιτροπή δεν ανέφερε ποιες πληροφορίες θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην έκθεση που έλειπε και δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι οποιοδήποτε από τα προτεινόμενα θέματα του καταγγέλλοντος είναι άνευ σημασίας.

Η έκθεση που έλειπε θα αποκάλυπτε τις απόψεις της Επιτροπής σχετικά με τη συμμόρφωση με τη Σύμβαση της Βιέννης και τη σημασία μιας απόφασης του αγγλικού Ανώτατου Δικαστηρίου, οι οποίες θα έπρεπε να εξεταστούν τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο. Ο καταγγέλλων καταλήγει δηλώνοντας ότι η έκθεση που λείπει παραμένει ουσιαστικής σημασίας για τη νομοθετική διαδικασία.

Με επιστολή της 16ης Ιουνίου 2002, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι ο τροποποιητικός κανονισμός εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα (2). Λόγω της σημασίας της έκθεσης που έλειπε, ο καταγγέλλων ζήτησε από τη Διαμεσολαβήτρια να ξεκινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα επί του θέματος.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να καταρτίσει έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 2027/97 του Συμβουλίου

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν συνέταξε έκθεση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 2027/97 του Συμβουλίου.

1.2 Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι διεθνείς εξελίξεις είχαν εξαλείψει τον λόγο υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού.

1.3 Ο κανονισμός 2027/97 του Συμβουλίου τέθηκε σε ισχύ στις 18 Οκτωβρίου 1998. Η Επιτροπή έπρεπε να είχε συντάξει έκθεση πριν από τις 18 Οκτωβρίου 2000. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τη γνώμη της Επιτροπής ότι οι διεθνείς εξελίξεις έχουν αλλάξει την άποψή της σχετικά με την ανάγκη εκπόνησης έκθεσης. Ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης οποιασδήποτε νομικής διάταξης που να απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να συντάξει την έκθεση, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 2027/97. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, θα διατυπωθεί επικριτική παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, κρίνεται αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Ο κανονισμός 2027/97 του Συμβουλίου τέθηκε σε ισχύ στις 18 Οκτωβρίου 1998. Η Επιτροπή έπρεπε να είχε συντάξει έκθεση πριν από τις 18 Οκτωβρίου 2000. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τη γνώμη της Επιτροπής ότι οι διεθνείς εξελίξεις έχουν αλλάξει την άποψή της σχετικά με την ανάγκη εκπόνησης έκθεσης. Ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης οποιασδήποτε νομικής διάταξης που να απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να συντάξει την έκθεση, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 2027/97. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις τροποποιητικού κανονισμού για τη θέσπιση των κανόνων της σύμβασης του Μόντρεαλ που θα βελτιώσουν τους όρους ευθύνης των αερομεταφορέων για τους επιβάτες και, δεδομένου ότι η έκδοση αυτού του νέου κανονισμού έχει πλέον ολοκληρωθεί, ο οποίος θα καταργήσει την υποχρέωση υποβολής της εν λόγω έκθεσης, δεν φαίνεται δυνατό να επιδιωχθεί φιλική λύση ή σχέδιο σύστασης επί του θέματος. Πράγματι, το νέο άρθρο 7 θα απαιτεί από την Επιτροπή να συντάξει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του τροποποιητικού κανονισμού εντός τριών ετών από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Όσον αφορά την πρόταση του καταγγέλλοντος για αυτεπάγγελτη έρευνα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια επικριτική παρατήρηση είναι κατάλληλη για την αντιμετώπιση της κακοδιοίκησης που έχει εντοπιστεί. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι θα ζητεί περιοδικά πληροφορίες σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε σε όλες τις επικριτικές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από τις αρχές του 2002 και μετά, ώστε να αποφεύγονται παρόμοιες περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο μέλλον.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την παρούσα υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) 1997 ΕΕ L 285, σ. 1.

(2) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 889/2002, της 13ης Μαΐου 2002, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2027/97, ΕΕ L 140 της 30/05/2002, σ. 2.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!