FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1049/2001/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 6 Ιουνίου 2002

Αξιότιμε κ. F.,

Στις 18 Ιουλίου 2001, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπό την ιδιότητά σας ως διαχειριστή της ιταλικής εταιρείας Military Explosive Manufacturing s.r.l.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 15 Νοεμβρίου 2001 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Έλαβα παρατηρήσεις από εσάς στις 7 Ιανουαρίου 2002.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:

Τον Δεκέμβριο του 1996, ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κέντρο Επιχειρηματικής Καινοτομίας (BIC) της Caserta (Ιταλία) τεχνική βοήθεια για να συντάξει αίτηση με σκοπό να λάβει χρηματοδοτική συνεισφορά βάσει του ιταλικού νόμου 488/92. Με έγγραφο της 30ής Μαΐου 2001, το οποίο απηύθυνε στην Επιτροπή, κατήγγειλε τις παρατυπίες, την αμέλεια και την κατάχρηση εξουσίας στο πλαίσιο της δραστηριότητας της BIC Caserta και κάλεσε την Επιτροπή να λάβει μέτρα. Η Επιτροπή απέρριψε όλες τις κατηγορίες του καταγγέλλοντος με επιστολή της 21ης Ιουνίου 2001, επισημαίνοντας ότι τα BIC είναι εντελώς ανεξάρτητα από δικαστική, διοικητική και οικονομική άποψη. Ως εκ τούτου, το ίδρυμα δεν είναι υπεύθυνο για τη δράση των μελών των BIC και δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των πελατών των BIC.

Με επιστολή της 3ης Ιουνίου 2001, ο καταγγέλλων, ο οποίος εν τω μεταξύ κίνησε δικαστική διαδικασία κατά της BIC Caserta, η οποία εξετάζεται επί του παρόντος από ιταλικό δικαστήριο, ζήτησε από την Επιτροπή να έχει πρόσβαση σε αντίγραφο της σύμβασης για τη δημιουργία της BIC Caserta και της υφιστάμενης αλληλογραφίας μεταξύ της τελευταίας και της Επιτροπής. Επανέλαβε το αίτημά του στις 7 Ιουλίου 2001. Φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν έδωσε καμία απάντηση.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:

- Η Επιτροπή δεν παρακολούθησε τη δραστηριότητα της BIC Caserta

- Η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει το αίτημά του για πρόσβαση στη σύμβαση με την οποία η Επιτροπή χορήγησε στην BIC Caserta τη συνεισφορά εκκίνησης και σε όλα τα σχετικά μεταγενέστερα έγγραφα.

Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στα έγγραφα.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή προέβαλε συνοπτικά τα ακόλουθα σημεία:

Εικαζόμενη παράλειψη παρακολούθησης της δραστηριότητας της BIC Caserta

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εικαζόμενη αποτυχία της BIC να συμβουλευτεί την εταιρεία του, το θεσμικό όργανο επισήμανε ότι, παρόλο που χορηγεί χρηματοδοτική συνεισφορά για τη φάση έναρξης λειτουργίας αυτού του είδους των κέντρων, δεν έχει καμία ευθύνη για τη σχέση μεταξύ των κέντρων και των πελατών τους, ούτε συμμετέχει σε αυτές τις σχέσεις. Οι BIC είναι νομικά, διοικητικά και οικονομικά ανεξάρτητοι από την Επιτροπή. Επομένως, δεν υφίσταται έννομη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των πελατών των BIC.

Η θέση της Επιτροπής όσον αφορά τα BIC ισχύει και για άλλα είδη κέντρων υποστήριξης επιχειρήσεων που λαμβάνουν χρηματοδότηση εκκίνησης από την Επιτροπή. Σύμφωνα με την πάγια αυτή θέση, δεν προέβη σε καμία έρευνα με σκοπό να εξακριβώσει αν οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος είναι βάσιμοι ή όχι.

Εικαζόμενη μη παροχή πρόσβασης σε έγγραφα

Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο καταγγέλλων απηύθυνε μη χρονολογημένη επιστολή στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 29 Ιουνίου 2001. Με βάση την απόφαση 94/90 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (1), ζήτησε από την Επιτροπή να έχει πρόσβαση στα ακόλουθα έγγραφα:

- τη σύμβαση που υπογράφηκε το 1993 με την οποία η Επιτροπή χορήγησε στην BIC Caserta την εισφορά εκκίνησης·

- Όλες οι προσθήκες στη σύμβαση

- Απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιτρέπεται στο Κέντρο να λειτουργεί ως "centro europeo d'innovazione e d'impresa".

Η ΓΔ REGIO εξέτασε το αίτημα σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίστηκε με την απόφαση 94/90 της Επιτροπής.

Όσον αφορά το πρώτο έγγραφο, η Επιτροπή δήλωσε ότι ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι ήταν έτοιμη να του παράσχει αντίγραφο της σύμβασης. Ωστόσο, δεδομένου ότι τόσο η Επιτροπή όσο και η BIC Caserta θεωρούνται κύριοι της σύμβασης, απαιτείται επίσης η συγκατάθεση της BIC Caserta πριν από τη δημοσιοποίηση του εγγράφου. Ως εκ τούτου, στις 8 Αυγούστου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στην BIC Caserta ζητώντας τη συγκατάθεσή της. Με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 2001, η BIC Caserta πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν της επέτρεπε να κοινοποιήσει αντίγραφο της συμβάσεως που είχε υπογραφεί το 1993. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να του αποστείλει αντίγραφο της σύμβασης.

Όσον αφορά το δεύτερο έγγραφο που ζήτησε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν υπάρχουν προσθήκες στη σύμβαση, όπως υποστήριξε ο καταγγέλλων.

Όσον αφορά το τρίτο έγγραφο, η Επιτροπή τόνισε ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο δεν επέτρεψε στην BIC Caserta να λειτουργεί υπό τον τίτλο «centro europeo d'innovazione e d'impresa».

Τέλος, το θεσμικό όργανο δήλωσε ότι δεν παρέλειψε να παράσχει το ζητούμενο έγγραφο, αλλά αρνήθηκε την πρόσβαση σύμφωνα με τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων διαφωνεί πλήρως με τη δήλωση της Επιτροπής ότι δεν εμπλέκεται σε καμία σχέση με την BIC Caserta.

Όσον αφορά την απόρριψη από την Επιτροπή της αίτησής του για πρόσβαση σε έγγραφα, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι τα έγγραφα που ζήτησε αποτελούν μέρος μιας διοικητικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων για τη σύσταση ενός φορέα, συγκεκριμένα της BIC Caserta, που χρηματοδοτείται με κοινοτικά κονδύλια. Η άρνηση της BIC να δεχθεί το αίτημα της Επιτροπής να επιτρέψει τη δημοσιοποίηση των εγγράφων είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι πρόκειται για έγγραφα γενικού ενδιαφέροντος. Επιπλέον, ο καταγγέλλων τόνισε ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι σημαντικά για την προετοιμασία της γραμμής άμυνάς του στο πλαίσιο των εν εξελίξει δικαστικών διαδικασιών κατά της BIC Caserta ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων.

Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι το θεσμικό όργανο δεν επέτρεψε στην BIC Caserta να λειτουργεί υπό τον τίτλο «centro europeo d'innovazione e d'impresa», ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε έγγραφο που συνέταξε η Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 1993, σχετικά με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Επιχειρήσεων και Καινοτομίας. Δεδομένου ότι η Κοινότητα υποστηρίζει τη δημιουργία και την ανάπτυξη αυτών των κέντρων τόσο οικονομικά όσο και με τεχνική βοήθεια, είναι απαράδεκτο, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το γεγονός ότι η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι δεν επέτρεψε στο εν λόγω κέντρο να λειτουργεί υπό τον τίτλο «ευρωπαϊκό κέντρο».

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Επί της προβαλλόμενης παραλείψεως της Επιτροπής να ελέγξει τη δραστηριότητα της BIC Caserta

1.1 Με επιστολή της 3ης Ιουνίου 2001 προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων, ο οποίος επικοινώνησε με την BIC Caserta τον Δεκέμβριο του 1996, κατήγγειλε παρατυπίες, αμέλεια και κατάχρηση εξουσίας στη δραστηριότητα της τελευταίας. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν παρακολούθησε τη δραστηριότητα της BIC Caserta.

1.2 Η Επιτροπή επισήμανε ότι, μολονότι χορηγεί χρηματοδοτική συνεισφορά για τη φάση έναρξης λειτουργίας αυτού του είδους των κέντρων, δεν έχει καμία ευθύνη για τις σχέσεις μεταξύ των κέντρων και των πελατών τους, ούτε συμμετέχει σε αυτές τις σχέσεις. Οι BIC είναι νομικά, διοικητικά και οικονομικά ανεξάρτητοι από την Επιτροπή. Επομένως, δεν υφίσταται έννομη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των πελατών των BIC.

1.3 Η Κοινότητα υποστηρίζει τη δημιουργία και την ανάπτυξη δικτύων επιχειρηματικής καινοτομίας. Στόχος είναι η προώθηση της ιδέας της δημιουργίας BIC στα κράτη μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαπεριφερειακή συνεργασία μεταξύ των τοπικών αρχών και των καινοτόμων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει την ευθύνη να διασφαλίζει τη χρηστή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το θεσμικό όργανο δεν ενήργησε σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του.

1.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, με βάση τα ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2 Η άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα την πρόσβαση σε έγγραφα

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει το αίτημά του για πρόσβαση στη σύμβαση με την οποία η Επιτροπή χορήγησε στην BIC Caserta τη συνεισφορά εκκίνησης και όλα τα σχετικά μεταγενέστερα έγγραφα. Ως εκ τούτου, στην καταγγελία του, ζήτησε πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα.

2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν παρέλειψε να παράσχει το ζητηθέν έγγραφο, αλλά αρνήθηκε την πρόσβαση σύμφωνα με τους κανόνες που αφορούν την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Η Γενική Διεύθυνση REGIO εξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίστηκε με την απόφαση 94/90 της Επιτροπής. Δεδομένου ότι τόσο η Επιτροπή όσο και η BIC Caserta θεωρούνται κύριοι της σύμβασης, απαιτείται επίσης η συγκατάθεση της BIC Caserta πριν από τη δημοσιοποίηση του εγγράφου. Ως εκ τούτου, στις 8 Αυγούστου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στην BIC Caserta ζητώντας τη συγκατάθεσή της. Με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 2001, η BIC Caserta πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν της επέτρεπε να κοινοποιήσει αντίγραφο της συμβάσεως που είχε υπογραφεί το 1993. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να του αποστείλει αντίγραφο της σύμβασης.

Όσον αφορά το δεύτερο έγγραφο που ζητήθηκε, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει, διότι δεν υπάρχουν προσθήκες στη σύμβαση, όπως υποστήριξε ο καταγγέλλων.

Όσον αφορά το τρίτο έγγραφο, η Επιτροπή τόνισε ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο δεν επέτρεψε στην BIC Caserta να λειτουργεί υπό τον τίτλο «centro europeo d'innovazione e d'impresa».

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή εξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα και ότι το θεσμικό όργανο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν δέχθηκε το αίτημα του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, είναι απαραίτητες οι ακόλουθες παρατηρήσεις.

2.4 Το άρθρο 255 της Συνθήκης του Άμστερνταμ, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999 και προβλέπει τη γενική αρχή ότι κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, σύμφωνα με τις αρχές και τους όρους που θα καθοριστούν σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.

Επιπλέον, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διακηρύχθηκε πανηγυρικά στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000, ορίζει στο άρθρο 42 ότι το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα.

2.5 Δεδομένου ότι το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί από το οικείο θεσμικό όργανο, εφόσον έχει εφαρμογή μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις που προβλέπει η απόφαση 94/90. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων (2), όταν θεσπίζεται γενική αρχή και στη συνέχεια θεσπίζονται εξαιρέσεις από την αρχή αυτή, οι εξαιρέσεις θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυστηρά, κατά τρόπο που να μην αναιρεί την εφαρμογή του γενικού κανόνα.

2.6 Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα προαναφερθέντα έγγραφα με την αιτιολογία ότι τα έγγραφα αυτά καταρτίστηκαν από κοινού από την Επιτροπή και την BIC Caserta και ότι η τελευταία αρνήθηκε την πρόσβαση.

2.7 Ο κώδικας δεοντολογίας προβλέπει ρητά τις περιπτώσεις στις οποίες έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή θεσμικού οργάνου συντάχθηκε από τρίτο, δηλαδή φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κράτος μέλος, άλλο κοινοτικό θεσμικό όργανο ή οργανισμό οποιουδήποτε άλλου εθνικού ή διεθνούς οργανισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, η αίτηση πρέπει να αποστέλλεται απευθείας στον συντάκτη (ο λεγόμενος κανόνας περί πατρότητας).

2.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ούτε η ρητή διατύπωση του κώδικα συμπεριφοράς που προσαρτάται στην απόφαση 94/90, ο οποίος ήταν το εφαρμοστέο δίκαιο κατά την ημερομηνία της άρνησης της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα, ούτε η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων στηρίζουν τη θέση της Επιτροπής ότι ο κανόνας του συντάκτη πρέπει να εφαρμόζεται στα έγγραφα των οποίων είναι κοινός συντάκτης ή ότι τα έγγραφα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μιας από τις εξαιρέσεις. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι θα ήταν δυνατή η παροχή πρόσβασης στο ζητούμενο έγγραφο.

2.9 Ωστόσο, το νομικό πλαίσιο για την πρόσβαση στα έγγραφα της Επιτροπής διέπεται πλέον από τον κανονισμό 1049/2001 (3) και η απόφαση 94/90 καταργήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2001 (4). Ο καταγγέλλων μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να ανανεώσει την αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα σύμφωνα με τους παρόντες κανόνες. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της αίτησης, το θεσμικό όργανο είτε παρέχει πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο (...) είτε, με γραπτή απάντηση, αναφέρει τους λόγους της ολικής ή μερικής άρνησης και ενημερώνει τον αιτούντα για το δικαίωμά του να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχουν λόγοι, όπως απαιτείται από το άρθρο 195 ΕΚ, για να διερευνήσει περαιτέρω το θέμα.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά την πρώτη πτυχή της υπόθεσης. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, για τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο 2, δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) 94/90/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ: Απόφαση της Επιτροπής της 8ης Φεβρουαρίου 1994 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής.

(2) Βλ. υπόθεση T-174/95, Svenksa Journalistförbundet (Tidningen Journalistes) κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II - 2289· Υπόθεση T - 194/94, Jhon Carvel και Guardian Newspaper κατά Συμβουλίου [1995] Συλλογή II - 2765· Υπόθεση T-188/97 Rothmans International BV κατά Επιτροπής [1999] Συλλογή II - 2463.

(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ L 145/43.

(4) Απόφαση της Επιτροπής της 5ης Δεκεμβρίου 2001 για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της, ΕΕ L 345/94.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!