Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1004/2001/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1004/2001/IP - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 17 Ιουλίου 2001 - Απόφαση στις Δευτέρα | 30 Σεπτεμβρίου 2002
Αξιότιμε κ. B.,
Στις 6 Ιουλίου 2001, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τον χειρισμό από την Επιτροπή καταγγελίας που υποβλήθηκε από ομάδα 15 ιταλών πολιτών στις 29 Φεβρουαρίου 2000.
Στις 17 Ιουλίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 8 Νοεμβρίου 2001. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 21 Δεκεμβρίου 2001.
Στις 6 Μαρτίου 2002, αποφάσισα ότι ήταν αναγκαίο να διεξάγω περαιτέρω έρευνες και ζήτησα από την Επιτροπή μια δεύτερη γνώμη. Η Επιτροπή απέστειλε τη δεύτερη γνώμη της στις 3 Ιουνίου 2002 και σας τη διαβίβασα για παρατηρήσεις. Στις 29 Ιουλίου 2002, υποβάλατε τις παρατηρήσεις σας.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:
Στις 29 Φεβρουαρίου 2000, ο καταγγέλλων, Ιταλός δικηγόρος, υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξ ονόματος ομάδας 15 Ιταλών πολιτών, κατά του νόμου αριθ. 28 της 20ής Δεκεμβρίου 2000 που εγκρίθηκε από την περιφέρεια της Λομβαρδίας (Ιταλία) σχετικά με τη μείωση της τιμής της βενζίνης στους σταθμούς στα σύνορα μεταξύ Ιταλίας και Ελβετίας. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο νόμος αυτός δεν τηρούσε την οδηγία 92/81/ΕΟΚ για την εναρμόνιση της διάρθρωσης των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα πετρελαιοειδή (1), δεδομένου ότι εισήγαγε αδικαιολόγητα εμπόδια για την εσωτερική αγορά και παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων.
Στις 27 Απριλίου 2000, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να ασχοληθεί με το θέμα έως ότου τεθεί σε εφαρμογή ο περιφερειακός νόμος. Αυτό συνέβη στις 31 Μαΐου 2001, όταν το Περιφερειακό Συμβούλιο της Λομβαρδίας ενέκρινε τη σύσκεψη αριθ. 7/26, η οποία τροποποιήθηκε στις 28 Ιουλίου 2000 με τη σύσκεψη αριθ. 7/603. Η Επιτροπή ενημερώθηκε σχετικά από τον καταγγέλλοντα, ο οποίος της απέστειλε αντίγραφο.
Στις 10 Απριλίου 2001, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Επιτροπή για να ενημερωθεί σχετικά με την πρόοδο της έρευνας και ζήτησε από το θεσμικό όργανο να κλείσει αμέσως την υπόθεση. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τον Ιούλιο του 2001 η υπόθεση εξακολουθούσε να εκκρεμεί και ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει απάντηση όπως είχε ζητηθεί.
Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι:
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια κατά την εξέταση καταγγελιών που υποβλήθηκαν από ιδιώτες βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης. Η Επιτροπή δεν είχε ακόμη παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην καταγγελία της που υποβλήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2000.
Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή για γνωμοδότηση. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η πρώτη επιστολή που έλαβε ο καταγγέλλων φέρει ημερομηνία 21 Φεβρουαρίου 2000. Αφορά τον νόμο αριθ. 28 που εγκρίθηκε από την περιφέρεια της Λομβαρδίας, Ιταλία, στις 20 Δεκεμβρίου 1999, για τη θέσπιση συστήματος μείωσης της τιμής της βενζίνης στους σταθμούς στα σύνορα μεταξύ Ιταλίας και Ελβετίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του νόμου, οι κάτοικοι της οικείας παραμεθόριας περιοχής που διαθέτουν ταξινομημένο αυτοκίνητο επωφελούνται από μείωση της τιμής της βενζίνης. Οι κάτοχοι πρατηρίων καυσίμων αποζημιώνονται για τις οικονομικές τους απώλειες από την Περιφέρεια, η οποία θα διαθέσει μέρος των ειδικών φόρων κατανάλωσης για το σκοπό αυτό.
Το περιφερειακό συμβούλιο ενέκρινε τα εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή του νόμου την 1η Ιουλίου 2000.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου θα είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή διαφορετικού ειδικού φόρου κατανάλωσης για την αγορά βενζίνης από τους κατοίκους της παραμεθόριας περιοχής της Λομβαρδίας. Τα μέτρα αυτά έρχονται σε αντίθεση με την οδηγία 92/81/ΕΟΚ, δεδομένου ότι φαίνεται ότι δεν έχει επιτραπεί στις ιταλικές αρχές να παρεκκλίνουν από τους γενικούς κανόνες για τη φορολόγηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 8: «Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίζει περαιτέρω απαλλαγές ή μειώσεις για λόγους ειδικής πολιτικής. Το κράτος μέλος που επιθυμεί να θεσπίσει ένα τέτοιο μέτρο ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και παρέχει επίσης στην Επιτροπή όλες τις σχετικές ή αναγκαίες πληροφορίες (...)».
Βάσει των πληροφοριών που παρέσχε η καταγγέλλουσα στην επιστολή της της 21ης Φεβρουαρίου 2000, φαίνεται ότι δεν υπήρξε εκ πρώτης όψεως παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τις ιταλικές αρχές. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα για το προκαταρκτικό αυτό συμπέρασμα και επισήμαναν ότι ήταν αδύνατο να συνεχιστεί η έρευνα πριν από τη θέσπιση των μέτρων εφαρμογής του εν λόγω περιφερειακού νόμου.
Κατά τα έτη 2000 και 2001 πραγματοποιήθηκαν διάφορες τηλεφωνικές και ταχυδρομικές επαφές μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος.
Αφού έλαβε τα εκτελεστικά μέτρα που θέσπισε το περιφερειακό συμβούλιο της Λομβαρδίας (Giunta) με απόφαση της 31ης Μαΐου 2001, η Επιτροπή επισήμανε ότι επρόκειτο για πειραματικό στάδιο και ότι οι περιφερειακές αρχές ήταν υπεύθυνες για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα ήταν προτιμότερο να αναμείνει τη λήψη πιθανών περαιτέρω μέτρων, προτού λάβει απόφαση σχετικά με την υπόθεση. Οι περιφερειακές αρχές ενέκριναν περαιτέρω εκτελεστικά μέτρα την 1η Δεκεμβρίου 2000 και στις 8 Αυγούστου 2001. Η Επιτροπή τις μελέτησε και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχαν εισαχθεί νέα σχετικά στοιχεία που να καθιστούν δυνατή την αλλαγή της αρχικής της θέσης. Έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Ιταλίας και ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα με επιστολή της 6ης Αυγούστου 2001.
Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να διαβιβάσει το σύνολο του φακέλου στις αρμόδιες υπηρεσίες για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των δημόσιων μεταφορών. Το θεσμικό όργανο υπογράμμισε ότι το σημείο αυτό δεν έχει τεθεί από τον καταγγέλλοντα.
Όσον αφορά τη διοικητική διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εξέταση της υπόθεσης του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι υπηρεσίες της δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε το θεσμικό όργανο με τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στην απάντησή του στην αυτεπάγγελτη έρευνά του σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες της Επιτροπής όσον αφορά τους καταγγέλλοντες πολίτες σχετικά με τις εθνικές αρχές (2). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν έτοιμη να καταχωρίσει την επιστολή της καταγγέλλουσας της 21ης Φεβρουαρίου 2000 ως καταγγελία, να επανεξετάσει τους λόγους της καταγγελίας και να ενημερώσει την καταγγέλλουσα σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνας και τη νομική εκτίμηση της Επιτροπής για την υπόθεσή της.
Τέλος, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, παρά το γεγονός ότι η καταγγελία δεν καταχωρίστηκε ως έχει, αποτέλεσε αντικείμενο εμπεριστατωμένης μελέτης από τις υπηρεσίες της. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ενημερωνόταν τακτικά για την πρόοδο των ερευνών.
Στις 11 Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο δύο επιστολών που εστάλησαν στην καταγγέλλουσα στις 10 Δεκεμβρίου 2001 και στις 16 Ιανουαρίου 2002 ενημερώνοντάς την για τα ανωτέρω και παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα ευχαρίστησε καταρχάς τη Διαμεσολαβήτρια για την προσοχή που έδωσε στην καταγγελία της. Ως συνέπεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή αναγνώρισε ρητά ότι δεν ακολούθησε τις αρχές της χρηστής διοίκησης κατά την εξέταση της υπόθεσής της, η οποία θα καταχωριζόταν πλέον ως καταγγελία.
Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν είναι, ωστόσο, σε καμία περίπτωση συγγνωστή, δεδομένου ότι, όταν υπέβαλε την καταγγελία τον Φεβρουάριο του 2000, χρησιμοποίησε το τυποποιημένο έντυπο καταγγελίας που δημοσίευσε η Επιτροπή (3).
Εξέφρασε τις ανησυχίες της σχετικά με το πιθανό χρονικό διάστημα που μπορεί να χρειαστεί η νέα διαδικασία που προτείνει η Επιτροπή. Δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο γνωρίζει όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει οριστική απόφαση και να θέσει την υπόθεση στο αρχείο το συντομότερο δυνατόν, σχεδόν δύο έτη μετά την υποβολή της καταγγελίας.
Επιπλέον, επισήμανε ότι το ζήτημα που αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των δημόσιων μεταφορών δεν είναι συναφές στην παρούσα υπόθεση. Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής μελετούν τον φάκελο από αυτή την άποψη θα μπορούσε μόνο να προκαλέσει μια άσκοπη περαιτέρω καθυστέρηση στον χειρισμό της υπόθεσής της.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.
Με επιστολή της 6ης Μαρτίου 2002, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει i) τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος σχετικά με την πιθανή διάρκεια της νέας διαδικασίας· ii) η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι το θεσμικό όργανο θα πρέπει να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία που υπέβαλε σχεδόν δύο έτη πριν· iii) το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι το θέμα σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των δημόσιων μεταφορών δεν έχει σημασία για τη μελέτη της υπόθεσης και ότι μια ανάλυση από αυτή την άποψη θα μπορούσε να προκαλέσει μόνο μια άχρηστη περαιτέρω καθυστέρηση στον χειρισμό της υπόθεσης.
Η δεύτερη γνώμη της ΕπιτροπήςΌσον αφορά τον χειρισμό της καταγγελίας, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, στην πρώτη της γνώμη προς τον Διαμεσολαβητή, αναγνώρισε ότι οι υπηρεσίες της δεν τήρησαν τις δεσμεύσεις της σχετικά με τον χειρισμό των καταγγελιών για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Για να καλυφθεί αυτή η έλλειψη, η Επιτροπή δεσμεύτηκε i) να καταχωρίσει την επιστολή του καταγγέλλοντος του Φεβρουαρίου 2000 ως καταγγελία· ii) να επανεξετάσει την καταγγελία επί της ουσίας και να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα συμπεράσματα· iii) να συνεχίσει την έρευνα και από την άποψη των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των δημόσιων μεταφορών. Μετά από ενδελεχή εξέταση όλων των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή, οι υπηρεσίες της δεν διαπίστωσαν καμία παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Με επιστολή της 21ης Μαΐου 2002 (4), ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή τους να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο, καθώς και για τους λόγους της απόφασης αυτής.
Όσον αφορά την εξέταση της καταγγελίας από την άποψη των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των δημόσιων μεταφορών, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά την εξέταση καταγγελίας που αφορά εικαζόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, έχει τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσει υπό ποιες νομικές πτυχές πρέπει να εξεταστεί η υπόθεση. Η λυσιτέλεια αυτής της οπτικής γωνίας μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από την Επιτροπή, η οποία δεν περιορίζεται στην εξέτασή της από τα επιχειρήματα που προβάλλει ο καταγγέλλων. Η Επιτροπή ήταν ενήμερη για το σημαντικό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αρχική καταγγελία του καταγγέλλοντος και, ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της προσπάθησαν να καταλήξουν σε οριστική απόφαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στην επιστολή της 21ης Μαΐου 2002, η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα της εξέτασης της υπόθεσής της και όσον αφορά την πτυχή της κρατικής ενίσχυσης στον τομέα των δημόσιων μεταφορών.
Στις 12 Αυγούστου 2002, ο Διαμεσολαβητής έλαβε αντίγραφο επιστολής που απέστειλε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα στις 19 Ιουλίου 2002. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της να κλείσει την υπόθεση σε μία από τις επόμενες συνεδριάσεις, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες της δεν είχαν βρει κανένα στοιχείο για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης.
Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα εξέφρασε τη διαφωνία της σχετικά με την προκαταρκτική απόφαση της Επιτροπής να περατώσει την εξέταση της υπόθεσής της. Διατήρησε ουσιαστικά τα σημεία που έθιξε στην αρχική της καταγγελία προς την Επιτροπή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, τα μέτρα που έλαβαν οι αρχές της Λομβαρδίας για τη θέσπιση συστήματος μείωσης της τιμής της βενζίνης στους σταθμούς στα σύνορα μεταξύ Ιταλίας και Ελβετίας θα έπρεπε να είχαν εγκριθεί από τις ιταλικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 8 της οδηγίας 92/81/ΕΟΚ. Ωστόσο, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως την πτυχή αυτή.
Όσον αφορά τις έρευνες που διεξήγαγε ο Διαμεσολαβητής, ο καταγγέλλων τον ευχαρίστησε για το έργο του και του ζήτησε να καλέσει την Επιτροπή να σεβαστεί το περιεχόμενο της ανακοίνωσής της, της 20ής Μαρτίου 2002, σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικές παρατηρήσειςΓια να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.
Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας αποσκοπούν στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
1. Ο χειρισμός της καταγγελίας από την Επιτροπή1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια κατά την εξέταση καταγγελιών που υποβλήθηκαν από ιδιώτες βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης. Η Επιτροπή δεν είχε ακόμη παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην καταγγελία της που υποβλήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2000.
1.2 Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι υπηρεσίες της δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε το θεσμικό όργανο έναντι του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην απάντησή του στην αυτεπάγγελτη έρευνά του σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες της Επιτροπής όσον αφορά τους καταγγέλλοντες πολίτες σχετικά με τις εθνικές αρχές. Η Επιτροπή είναι έτοιμη να καταχωρίσει την επιστολή της καταγγέλλουσας της 21ης Φεβρουαρίου 2000 ως καταγγελία, να επανεξετάσει τους λόγους της καταγγελίας και να κρατήσει την καταγγέλλουσα ενήμερη για το αποτέλεσμα της έρευνας και για τη νομική αξιολόγηση της υπόθεσης από την Επιτροπή. Η Επιτροπή υπογράμμισε επίσης ότι, παρά το γεγονός ότι η καταγγελία δεν καταχωρίστηκε ως έχει, αποτέλεσε αντικείμενο εμπεριστατωμένης μελέτης από τις υπηρεσίες της. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ενημερωνόταν τακτικά για την πρόοδο των ερευνών.
1.3 Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι το θεσμικό όργανο θα πρέπει να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία που υπέβαλε σχεδόν δύο χρόνια πριν.
1.4 Στη δεύτερη γνώμη της, η Επιτροπή δεσμεύτηκε i) να καταχωρίσει την επιστολή του καταγγέλλοντος του Φεβρουαρίου 2000 ως καταγγελία· ii) να επανεξετάσει την καταγγελία επί της ουσίας και να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα συμπεράσματα· iii) να συνεχίσει την έρευνα και από την άποψη των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των δημόσιων μεταφορών. Μετά από ενδελεχή εξέταση όλων των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή, οι υπηρεσίες της δεν διαπίστωσαν καμία παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Με επιστολή της 21ης Μαΐου 2002 (5), ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή τους να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο, καθώς και για τους λόγους της απόφασης αυτής.
Στις 12 Αυγούστου 2002, ο Διαμεσολαβητής έλαβε αντίγραφο επιστολής που απέστειλε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα στις 19 Ιουλίου 2002. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της να κλείσει την υπόθεση σε μία από τις επόμενες συνεδριάσεις, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες της δεν είχαν βρει κανένα στοιχείο για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης.
1.5 Ένα από τα βασικά καθήκοντα της Επιτροπής στο πλαίσιο του ρόλου της ως "θεματοφύλακα της συνθήκης" σύμφωνα με το άρθρο 211 της συνθήκης ΕΚ, είναι να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Επιτροπή διερευνά πιθανές παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες περιέρχονται στην αντίληψή της σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα καταγγελιών πολιτών.
1.6 Όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή κατά την εξέταση των επίσημων καταγγελιών των πολιτών, τα σχετικά κριτήρια καθορίστηκαν από το θεσμικό όργανο στην απάντησή του στην πρωτοβουλία του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες για την εξέταση καταγγελιών που αφορούν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, καθώς και στο παράρτημα που επισυνάπτεται στο τυποποιημένο έντυπο καταγγελίας (6).
Στην απάντησή της στην πρωτοβουλία του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ανέλαβε την ακόλουθη δέσμευση:
«[.] οι καταγγελίες ιδιωτών [.] απολαύουν διαδικαστικών εγγυήσεων τις οποίες η Επιτροπή αναπτύσσει και βελτιώνει συνεχώς [.].
[..]Όλες οι καταγγελίες που περιέρχονται στην Επιτροπή καταχωρίζονται και δεν γίνονται εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό. Μόλις η Επιτροπή λάβει καταγγελία, επιβεβαίωσε την παραλαβή της με επιστολή προς τον καταγγέλλοντα με συνημμένο παράρτημα, στο οποίο εξηγούνται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας επί παραβάσει».
Το παράρτημα που επισυνάπτεται στο έντυπο καταγγελίας της Επιτροπής εξηγεί λεπτομερώς τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προκύπτουν από την καταχώριση επιστολής ως καταγγελίας:
"α) Μετά την καταχώρισή της στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, κάθε καταγγελία [.] λαμβάνει επίσημο αριθμό αναφοράς. Αποδεικτικό παραλαβής που φέρει τον αριθμό αναφοράς, το οποίο πρέπει να αναφέρεται σε κάθε αλληλογραφία, αποστέλλεται αμέσως στον καταγγέλλοντα [.].
β) Όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής υποβάλλουν παρατηρήσεις στις αρχές των κρατών μελών κατά των οποίων στρέφεται η καταγγελία, συμμορφώνονται με την επιλογή του καταγγέλλοντος στο τμήμα 15 [εμπιστευτικό].
γ) Η Επιτροπή θα προσπαθήσει να λάβει απόφαση επί της ουσίας [.] εντός δώδεκα μηνών από την καταχώριση της καταγγελίας [.].
δ) Η αρμόδια υπηρεσία θα ειδοποιήσει εκ των προτέρων τον καταγγέλλοντα εάν προτίθεται να προτείνει στην Επιτροπή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.»
1.7 Μη καταχωρίζοντας την επιστολή που απέστειλε ο καταγγέλλων ως καταγγελία, η Επιτροπή αγνόησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που θέσπισε το ίδιο το θεσμικό όργανο για να εξασφαλίσει την ορθή διαδικασία. Η παράλειψη αυτή των υπηρεσιών της Επιτροπής συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η Επιτροπή αναγνώρισε την αποτυχία της και ζήτησε συγγνώμη για αυτήν. Ως εκ τούτου, καταχώρισε την επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Φεβρουαρίου 2000 ως καταγγελία και την εξέτασε αναλόγως. Επιπλέον, φαίνεται ότι η εξέταση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής στα τέλη Ιουνίου 2001, όπως ζήτησε ο καταγγέλλων. Στις 21 Μαΐου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε την καταγγέλλουσα για την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο διότι δεν διαπίστωσε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός 30 ημερών από την παραλαβή της επιστολής, εφόσον το επιθυμούσε. Σύμφωνα με το σημείο 10 του παραρτήματος της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, της 20ής Μαρτίου 2002, όπου οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ωθούν την οικεία υπηρεσία να επανεξετάσει τη θέση της, η εξέταση της καταγγελίας θα συνεχιστεί. Με επιστολή που απέστειλε στον καταγγέλλοντα στις 19 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες της δεν είχαν βρει κανένα στοιχείο για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
2 Απόφαση της Επιτροπής να εξετάσει την καταγγελία από την άποψη των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των δημόσιων μεταφορών.2.1 Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την πρώτη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το θέμα σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των δημόσιων μεταφορών δεν ήταν συναφές στην παρούσα υπόθεση. Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής μελετούσαν τον φάκελο από την άποψη αυτή δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει άσκοπη περαιτέρω καθυστέρηση στον χειρισμό της υπόθεσής της.
2.2 Η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά την εξέταση καταγγελίας που αφορά εικαζόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, έχει τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσει υπό ποιες νομικές πτυχές πρέπει να εξεταστεί η υπόθεση. Η λυσιτέλεια αυτής της οπτικής γωνίας μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από την Επιτροπή, η οποία δεν περιορίζεται στην εξέτασή της από τα επιχειρήματα που προβάλλει ο καταγγέλλων.
2.3 Η Επιτροπή φαίνεται ότι ενήργησε εντός των ορίων της νόμιμης εξουσίας της όταν αποφάσισε να αντιμετωπίσει πιθανή παράβαση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο της ίδιας διοικητικής διαδικασίας, ακόμη και όταν η καταγγέλλουσα δεν είχε θίξει την πτυχή αυτή στην καταγγελία της. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η εξέταση της καταγγελίας και από την άποψη των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των δημόσιων μεταφορών δεν φαίνεται να καθυστέρησε περαιτέρω την εξέταση της υπόθεσης από την Επιτροπή, όπως υποθέτει ο καταγγέλλων.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 316 της 31.10.1992, σ. 0012-0015.
(2) Απόφαση στην αυτεπάγγελτη έρευνα 303/97/PD, Ετήσια έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για το 1997, σ. 271-272.
(3) Παράλειψη κράτους μέλους να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο: τυποποιημένο έντυπο για τις καταγγελίες που πρέπει να υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή· ΕΕ C 119 της 30.04.1999, σ. 5.
(4) Στις 4 Ιουνίου 2002, αντίγραφο της επιστολής αυτής διαβιβάστηκε από τον καταγγέλλοντα στο Διαμεσολαβητή προς ενημέρωσή του.
(5) Στις 4 Ιουνίου 2002, αντίγραφο της επιστολής αυτής διαβιβάστηκε από τον καταγγέλλοντα στο Διαμεσολαβητή προς ενημέρωσή του.
(6) Παράλειψη κράτους μέλους να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο: τυποποιημένο έντυπο για τις καταγγελίες που πρέπει να υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή· ΕΕ C 119 της 30.04.1999, σ. 5.