FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 938/2001/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 8 Ιανουαρίου 2002

Αξιότιμη κυρία Κ.,

Στις 25 Ιουνίου 2001, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον γενικό διαγωνισμό COM/R/A/01/1999 που διοργάνωσε η ΓΔ Έρευνας (ΓΔ RTD).

Στις 12 Ιουλίου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 30 Νοεμβρίου 2001 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 10 Δεκεμβρίου 2001, αποστείλατε επιστολή με την οποία με ενημερώνατε ότι ήσασταν ικανοποιημένος με την αντίδραση της Επιτροπής και ότι θεωρούσατε ότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:

Ο καταγγέλλων συμμετείχε στον γενικό διαγωνισμό COM/R/A/01/1999 που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι κοινοτικές γλώσσες που είχε επιλέξει για το διαγωνισμό ήταν τα ελληνικά ως κύρια γλώσσα της και τα αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα της. Αφού πέρασε επιτυχώς τα δύο πρώτα στάδια του διαγωνισμού, κλήθηκε να συμμετάσχει στην προφορική δοκιμασία στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής στις Βρυξέλλες στις 17 Μαΐου 2001.

Αφού ολοκλήρωσε τα δύο πρώτα στάδια της προφορικής δοκιμασίας, μεταφέρθηκε σε χωριστό χώρο για το τρίτο και τελευταίο στάδιο της προφορικής δοκιμασίας. Εκεί έπρεπε να συντάξει, εντός 30 λεπτών, γραπτή περίληψη της προηγούμενης συζήτησής της με την εξεταστική επιτροπή. Σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, η περίληψη αυτή θα μπορούσε να είναι είτε χειρόγραφη είτε δακτυλογραφημένη. Για τον σκοπό αυτό τέθηκε στη διάθεση των υποψηφίων ηλεκτρονικός υπολογιστής. Ο καταγγέλλων επέλεξε μια δακτυλογραφημένη περίληψη στον υπολογιστή. Ωστόσο, όταν απέκτησε πρόσβαση στον υπολογιστή και άνοιξε το λογισμικό MS Word, παρατήρησε ότι δεν είχαν εγκατασταθεί ελληνικές γραμματοσειρές σε αυτόν. Στη συνέχεια, ρώτησε ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής αν θα μπορούσε να συντάξει την περίληψη στη δεύτερη γλώσσα της, δηλαδή στα αγγλικά. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε. Ο καταγγέλλων δεν είχε τελικά άλλη επιλογή από τη σύνταξη χειρόγραφης περίληψης στα ελληνικά.

Η καταγγέλλουσα έχασε πολύτιμο χρόνο επειδή προσπάθησε να βρει τις ελληνικές γραμματοσειρές και ζήτησε την άδεια να δακτυλογραφήσει την περίληψη στα αγγλικά. Αυτή η ενόχληση την δυσκόλεψε να συγκεντρωθεί. Επιπλέον, ο καταγγέλλων έχασε σημαντικό χρόνο αντιγράφοντας τη χειρόγραφη περίληψη από τη μία σελίδα στην άλλη προκειμένου να υποβάλει ένα ευπαρουσίαστο κείμενο. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει υπολογιστή της στέρησε προφανή πλεονεκτήματα πληκτρολόγησης, όπως "αντίγραφο", "επικόλληση" και "ορθογραφία λέξεων", τα οποία θα της επέτρεπαν να προετοιμάσει μια καλύτερη περίληψη όσον αφορά τη σύνθεση και τη σύνταξη. Ως εκ τούτου, οι συνολικές επιδόσεις της καταγγέλλουσας επηρεάστηκαν και τελικά παρήγαγε κείμενο χαμηλότερης ποιότητας από εκείνο που θα είχε συντάξει εάν ήταν διαθέσιμος υπολογιστής με ελληνικές γραμματοσειρές.

Στις 17 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή πληροφόρησε την καταγγέλλουσα ότι έλαβε συνολική βαθμολογία 137,6/200. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό ήταν χαμηλότερο από την ελάχιστη βαθμολογία 138,8/200, η οποία ήταν απαραίτητη για την εγγραφή στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων των 30 καλύτερων υποψηφίων.

Στις 7 Αυγούστου 2000, η καταγγέλλουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής ζητώντας επανεξέταση της υπόθεσής της προκειμένου να περιληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, μόνο οι 60 καλύτεροι υποψήφιοι θα γίνονταν δεκτοί στις προφορικές δοκιμασίες. Ωστόσο, η Επιτροπή δέχθηκε στην πραγματικότητα 61 υποψηφίους και, ως εκ τούτου, ο εφεδρικός πίνακας προσλήψεων θα έπρεπε να είχε διευρυνθεί σε 31 επιτυχόντες. Επιπλέον, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι υπήρξε θύμα άδικης και διακριτικής μεταχείρισης και ότι η εξεταστική επιτροπή δεν τήρησε την προκήρυξη του διαγωνισμού διότι, σε αντίθεση με τους άλλους υποψηφίους, δεν της είχε δοθεί η δυνατότητα να δακτυλογραφήσει την περίληψή της.

Την 1η Μαρτίου 2001, ο προϊστάμενος της Μονάδας Πολιτικής Προσωπικού και Ίσων Ευκαιριών απέστειλε επιστολή στην καταγγέλλουσα επιβεβαιώνοντας εκ νέου τους βαθμούς που της είχαν απονεμηθεί. Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή ανέφερε ότι 61 άτομα έγιναν δεκτά στις προφορικές δοκιμασίες, επειδή υπήρχαν δύο υποψήφιοι με την ίδια βαθμολογία. Επομένως, ο εφεδρικός πίνακας προσλήψεων θα μπορούσε να αυξηθεί μόνον αν οι 30οί και 31οι υποψήφιοι είχαν την ίδια βαθμολογία. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ χειρόγραφης περιλήψεως και περιλήψεως στον υπολογιστή και ότι δεν παρασχέθηκε κανένα πλεονέκτημα παραθέσεως αποσπασμάτων σε κάποια από τις επιλογές αυτές. Ως εκ τούτου, επιβεβαιώθηκε η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να αποκλείσει τον καταγγέλλοντα από τον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.

Με βάση τα προαναφερθέντα γεγονότα, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 25 Ιουλίου 2001. Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:

1. Η εξεταστική επιτροπή δεν τήρησε την προκήρυξη του διαγωνισμού, διότι, λόγω της έλλειψης ελληνικών γραμματοσειρών, δεν έδωσε στην καταγγέλλουσα τη δυνατότητα να δακτυλογραφήσει την περίληψή της στον υπολογιστή, επιλογή που προσδιορίζεται στο σημείο V.Γ.3.γ) της προκήρυξης του διαγωνισμού.

2. Η εξεταστική επιτροπή προέβη σε διακρίσεις και ήταν άδικη για την καταγγέλλουσα, διότι, σε αντίθεση με τους άλλους υποψηφίους, δεν της δόθηκε η δυνατότητα να δακτυλογραφήσει τη σύνοψή της στη μητρική της γλώσσα.

3. Η Επιτροπή δεν απάντησε στην προσφυγή του καταγγέλλοντος της 7ης Αυγούστου 2000 εντός εύλογης προθεσμίας.

4. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει το θέμα και να αποδεχθεί ότι θα ήταν δίκαιο να συμπεριληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων ως η 31η νικήτρια των 61 υποψηφίων που έλαβαν μέρος στις προφορικές εξετάσεις.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη που εξέδωσε στις 30 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή υπενθύμισε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και περιέγραψε λεπτομερώς τη διαδικασία επιλογής.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι, όσον αφορά τη διοργάνωση της προφορικής δοκιμασίας, και ειδικότερα το τρίτο σκέλος (που περιγράφεται στον τίτλο V.C.3 της προκηρύξεως του διαγωνισμού), οι υποψήφιοι έπρεπε να συντάξουν τις περιλήψεις τους είτε σε τρεις χειρόγραφες είτε σε δύο δακτυλογραφημένες σελίδες. Ζήτησε συγγνώμη για την απουσία ελληνικών χαρακτήρων στον υπολογιστή που τέθηκε στη διάθεση των υποψηφίων.

Όσον αφορά τους δύο πρώτους ισχυρισμούς, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η εξεταστική επιτροπή γνώριζε την κατάσταση του καταγγέλλοντος. Κατά την επανεξέταση της υπόθεσης, η εξεταστική επιτροπή έλαβε πλήρως υπόψη το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε τη δυνατότητα να πληκτρολογήσει την περίληψή της. Ωστόσο, της δόθηκε η επιλογή να το γράψει με το χέρι, κάτι που έκανε. Ως εκ τούτου, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι η μη διαθεσιμότητα ηλεκτρονικού υπολογιστή με ελληνικές γραμματοσειρές δεν μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι συνιστά ουσιαστική προκατάληψη, δεδομένου ότι έγιναν δεκτά τόσο χειρόγραφα όσο και δακτυλογραφημένα κείμενα και δεν παρασχέθηκε κανένα πλεονέκτημα όσον αφορά τα σήματα σε καμία από τις δύο αυτές επιλογές. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι κατανοεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο καταγγέλλων και θα προσπαθήσει να αποφύγει οποιαδήποτε επανάληψη του προβλήματος αυτού στο μέλλον.

Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την πολύ μεγάλη καθυστέρηση απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 7ης Αυγούστου 2000, στην οποία απάντησε μόλις την 1η Μαρτίου 2001.

Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι, μολονότι ο αριθμός των υποψηφίων που αναγραφόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού ήταν 60, 61 υποψήφιοι έγιναν τελικά δεκτοί στην προφορική δοκιμασία λόγω του ότι δύο υποψήφιοι έλαβαν την ίδια βαθμολογία.

Ανεξάρτητα από τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, μετά τη διαπίστωση πραγματικού σφάλματος, το οποίο δεν συνδεόταν με τις ανωτέρω περιστάσεις, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να συμπεριλάβει στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων τους δύο επόμενους υποψηφίους όσον αφορά την επιτευχθείσα βαθμολογία, οι οποίοι δεν είχαν συμπεριληφθεί στον αρχικό πίνακα επιτυχόντων. Ο καταγγέλλων ήταν μεταξύ των δύο αυτών υποψηφίων.

Τέλος, η Επιτροπή σημείωσε ότι ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με αυτό το θετικό αποτέλεσμα στις 9 Νοεμβρίου 2001.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις 10 Δεκεμβρίου 2001, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στον Διαμεσολαβητή ενημερώνοντάς τον ότι είχε λάβει επιστολή της Επιτροπής με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 2001, σύμφωνα με την οποία είχε εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.

Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, δεδομένου ότι το βασικό αίτημά της επρόκειτο να περιληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων, ήταν ικανοποιημένη με την αντίδραση της Επιτροπής, αν και ήταν απογοητευμένη από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε πραγματικά στους ισχυρισμούς της και δεν αναγνώρισε την άδικη μεταχείριση που της επιφυλάχθηκε. Ωστόσο, θεώρησε ότι το ζήτημα έπρεπε να διευθετηθεί. Δεδομένου ότι το ζήτημα δεν είχε πλέον πρακτική σημασία στο παρόν στάδιο, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν ήταν πλέον αναγκαίο ο Διαμεσολαβητής να αφιερώσει αδικαιολόγητο χρόνο στην υπόθεση.

Ο καταγγέλλων ευχαρίστησε επίσης τον Διαμεσολαβητή για την τεράστια συμβολή του στην υπόθεση αυτή, καθώς η συμμετοχή του είχε ως αποτέλεσμα την επανεξέταση της υπόθεσης από την Επιτροπή και, τελικά, για αυτό που πίστευε ότι ήταν μια δίκαιη διευθέτηση του ζητήματος.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Επί της προβαλλόμενης δυσμενούς διακρίσεως και της μη τηρήσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού

1.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η εξεταστική επιτροπή δεν τήρησε την προκήρυξη του διαγωνισμού, διότι, λόγω της έλλειψης ελληνικών γραμματοσειρών, δεν έδωσε στην καταγγέλλουσα τη δυνατότητα να δακτυλογραφήσει την περίληψή της στον υπολογιστή, επιλογή που προσδιορίζεται στο σημείο V.Γ.3.γ) της προκήρυξης του διαγωνισμού. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, ως εκ τούτου, η εξεταστική επιτροπή προέβη σε διακρίσεις εις βάρος της και ότι ήταν άδικη σε βάρος της. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι η μη διαθεσιμότητα ηλεκτρονικού υπολογιστή με ελληνικές γραμματοσειρές δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι συνιστά σημαντική προκατάληψη, δεδομένου ότι έγιναν δεκτά τόσο χειρόγραφα όσο και δακτυλογραφημένα κείμενα, και ότι κανένα από τα δύο αυτά σημεία δεν έτυχε πλεονεκτήματος από πλευράς σημάτων. Ωστόσο, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την απουσία ελληνικών χαρακτήρων στον υπολογιστή.

1.2 Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, το σημείο ΙΙ της προκήρυξης του διαγωνισμού προέβλεπε ειδικότερα ότι «Η Επιτροπή μεριμνά ιδιαίτερα για την αποφυγή κάθε μορφής διάκρισης, τόσο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής όσο και κατά τους διορισμούς».

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το σημείο V.Γ.3.γ) της προκήρυξης του διαγωνισμού προέβλεπε ότι «ο υποψήφιος πρέπει να συντάξει γραπτή περίληψη της συζήτησής του με την επιτροπή επιλογής σε δύο δακτυλογραφημένες σελίδες ή τρεις χειρόγραφες σελίδες. Ένας υπολογιστής με λογισμικό MS Word (Windows 95 των Windows NT) θα είναι διαθέσιμος στους υποψηφίους». Επομένως, από την προκήρυξη του διαγωνισμού προκύπτει ότι οι υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ χειρόγραφης ή δακτυλογραφημένης περιλήψεως.

1.4 Στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός ότι ο υπολογιστής που είχε στη διάθεσή του ο καταγγέλλων δεν είχε ελληνικές γραμματοσειρές έθεσε σαφώς τον καταγγέλλοντα σε ασθενέστερη θέση από τους άλλους υποψηφίους που θα μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ της χρήσης του υπολογιστή ή της χειρόγραφης σύνταξης της περίληψης που ζητήθηκε. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της θετικής έκβασης της παρούσας υπόθεσης, όπως περιγράφεται κατωτέρω, δεν είναι αναγκαίο να διερευνηθεί περαιτέρω αυτή η πτυχή της καταγγελίας.

2 Επί της προβαλλόμενης καθυστερήσεως της απαντήσεως της Επιτροπής

2.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν απάντησε εντός εύλογης προθεσμίας στο από 7 Αυγούστου 2000 έγγραφο προσφυγής της. Η Επιτροπή, στη γνώμη της, εξέφρασε τη συγγνώμη της για την καθυστέρηση αυτή.

2.2 Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας να απαντούν στις επιστολές των πολιτών εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Στην παρούσα υπόθεση, η εξεταστική επιτροπή απάντησε μόλις την 1η Μαρτίου 2001 στην προσφυγή του καταγγέλλοντος της 7ης Αυγούστου 2000, δηλαδή σχεδόν επτά μήνες αργότερα. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέφρασε τη συγγνώμη της για την καθυστέρηση αυτή, δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.

3 Επί του αιτήματος εγγραφής στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων

3.1 Η καταγγέλλουσα ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει το θέμα και να δεχθεί ότι θα ήταν δίκαιο να συμπεριληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων ως η 31η νικήτρια των 61 υποψηφίων που έλαβαν μέρος στις προφορικές εξετάσεις. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, μετά τη διαπίστωση πραγματικού σφάλματος, το οποίο δεν συνδεόταν με τις εν λόγω περιστάσεις, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να συμπεριλάβει τον καταγγέλλοντα στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τις εξελίξεις αυτές με επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2001. Στην επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή της 10ης Δεκεμβρίου 2001, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι ήταν ικανοποιημένη με την αντίδραση της Επιτροπής και ότι θεωρούσε ότι το ζήτημα έπρεπε να διευθετηθεί.

3.2 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή φαίνεται να έχει λάβει μέτρα για τη διευθέτηση του ζητήματος και, ως εκ τούτου, έχει ικανοποιήσει τον καταγγέλλοντα.

4 Συμπέρασμα

Από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη διευθέτηση του ζητήματος και, ως εκ τούτου, ικανοποίησε τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!