FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 232/2001/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 27 Ιουνίου 2002

Αγαπητέ Δρ Α.,

Στις 16 Φεβρουαρίου 2001, υποβάλατε, εξ ονόματος κοινοπραξίας αποτελούμενης από τις εταιρείες Agrostudio S.r.l., Vakakis Int. S.A. και Chambre d'Agriculture de Charente Maritime, καταγγελία σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της πρόσκλησης υποβολής προσφορών για το έργο N.SCR-E/110582/C/SV/TM (Ολοκληρωμένη στήριξη για τη γεωργία και τη βιομηχανία τροφίμων - Τουρκμενιστάν).

Στις 26 Φεβρουαρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή για τις παρατηρήσεις της.

Στις 21 Φεβρουαρίου 2001 υποβάλατε συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία, τις οποίες διαβίβασα στην Επιτροπή στις 28 Φεβρουαρίου 2001.

Στις 25 Μαΐου 2001, μου διαβιβάσατε αντίγραφο επιστολής της 11ης Μαΐου 2001, την οποία είχατε λάβει από την Επιτροπή.

Η Επιτροπή απέστειλε εκ των προτέρων αντίγραφο της γνώμης της σχετικά με την καταγγελία σας στις 28 Μαΐου 2001. Το πλήρες κείμενο, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, έφθασε στις 5 Ιουνίου 2001.

Στις 25 Ιουνίου 2001, απηύθυνα επιστολή στην Επιτροπή προκειμένου να ζητήσω αντίγραφα ορισμένων εγγράφων και περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία. Σας ενημέρωσα σχετικά με επιστολή που εστάλη την ίδια ημέρα και σας διαβίβασα αντίγραφο της γνώμης της Επιτροπής.

Στις 7 Αυγούστου 2001, η Επιτροπή μου διαβίβασε τα έγγραφα που είχα ζητήσει. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης ότι οι ελλείψεις προσωπικού είχαν οδηγήσει σε καθυστέρηση όσον αφορά την απάντηση στις ερωτήσεις που είχα υποβάλει, αλλά ανέφερε ότι η απάντηση αυτή βρίσκεται πλέον στο στάδιο της οριστικοποίησης και θα μου αποσταλεί το συντομότερο δυνατόν.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2001, απηύθυνα επιστολή στην Επιτροπή προκειμένου να ζητήσω την άμεση αποστολή της απαντήσεως. Το αγγλικό κείμενο της απάντησης της Επιτροπής στο αίτημά μου για περαιτέρω πληροφορίες ελήφθη τελικά στις 8 Οκτωβρίου 2001.

Στις 12 Οκτωβρίου 2001, σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής και την απάντησή της στο αίτημά μου για περαιτέρω πληροφορίες, καλώντας σας να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 21 Δεκεμβρίου 2001, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.

Στις 13 Φεβρουαρίου 2002, απηύθυνα σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή, αντίγραφο του οποίου σας εστάλη την ίδια ημέρα.

Στις 5 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή απέστειλε την προσωρινή απάντησή της στο σχέδιο σύστασής μου, το οποίο σας διαβίβασα για τις παρατηρήσεις σας την επόμενη ημέρα. Στις 17 Ιουνίου 2002, έλαβα τις παρατηρήσεις σας σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Η καταγγέλλουσα, κοινοπραξία αποτελούμενη από τρεις εταιρείες και φορείς (Agristudio S.r.l., Vakakis Inr. S.A. και το Chambre d'agriculture de Charente Maritime), υπέβαλαν προσφορά σε απάντηση πρόσκλησης υποβολής προσφορών που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το έργο SCR-E/110582/C/SV/TM (Ολοκληρωμένη στήριξη για τη γεωργία και τη βιομηχανία τροφίμων - Τουρκμενιστάν) τον Μάιο του 2000 στο πλαίσιο του προγράμματος Tacis. Ο καταγγέλλων συμπεριλήφθηκε σε κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων, μαζί με επτά άλλους προσφέροντες, συμπεριλαμβανομένων των TDI Natural Resources Division («TDI NRD») και Landell Mills Limited («LM»).

Σύμφωνα με την αιτίαση, οι ακόλουθες διατάξεις ήταν κρίσιμες για την υπό κρίση υπόθεση:

- Το σημείο 9 της προκήρυξης της σύμβασης προβλέπει ότι οι υποψήφιοι θα πρέπει να υποβάλουν μόνο μία αίτηση για την τρέχουσα σύμβαση «ανεξάρτητα από τη μορφή συμμετοχής (ως μεμονωμένος υποψήφιος ή ως επικεφαλής ή εταίρος υποψηφίου κοινοπραξίας)» και ότι, όταν ένα πρόσωπο υπέβαλε περισσότερες από μία αιτήσεις, «όλες οι αιτήσεις στις οποίες συμμετείχε το εν λόγω πρόσωπο θα αποκλείονται αυτομάτως»

- Το άρθρο 2 παράγραφος 3 του εγχειριδίου οδηγιών της Κοινής Υπηρεσίας Εξωτερικών Σχέσεων (SCR) προβλέπει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα «δεν δικαιούνται να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς ή να τους ανατίθενται συμβάσεις όταν (.) βρίσκονται σε μία από τις καταστάσεις που επιτρέπουν τον αποκλεισμό που αναφέρονται στις ρήτρες δεοντολογίας (τμήμα 7) σε σχέση με την προσφορά ή τη σύμβαση»

- Το άρθρο 7 παράγραφος 3 του εγχειριδίου οδηγιών SCR υποχρεώνει έναν υποψήφιο ή προσφέροντα να δηλώσει «ότι δεν επηρεάζεται από πιθανή σύγκρουση συμφερόντων και ότι δεν έχει ιδιαίτερο δεσμό με άλλους προσφέροντες ή μέρη που συμμετέχουν στο έργο»

Σε επιστολή που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 5 Δεκεμβρίου 2000, ο καταγγέλλων έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές είχαν παραβιαστεί και ότι, ως εκ τούτου, η TDI και η LM έπρεπε να αποκλειστούν από τον διαγωνισμό. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η TDI NRD ήταν υποκατάστημα της TDI στην οποία ανήκε η LM και ότι η TDI κατείχε επίσης το 50 % της υπηρεσίας τεχνικής διαχείρισης («TMS»), η οποία, μαζί με δύο άλλες εταιρείες, ήταν υπεύθυνη για τη διαχείριση της συντονιστικής μονάδας Tacis στο Τουρκμενιστάν. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν σύγκρουση συμφερόντων και αθέμιτο ανταγωνισμό.

Στην απάντησή της της 11ης Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε εξετάσει τις πληροφορίες που παρείχε ο καταγγέλλων, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων ή αθέμιτος ανταγωνισμός που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη συμπερίληψη των δύο αυτών εταιρειών στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων.

Σε επιστολή που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 22 Δεκεμβρίου 2000, ο καταγγέλλων επανέλαβε τους ισχυρισμούς του και προσκόμισε αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή αποσπάσματα από τα σχετικά μητρώα εταιρειών στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία. Από τα έγγραφα αυτά προέκυψε ότι το 100 % των μετοχών της LM ανήκαν σε ιρλανδική εταιρεία με την επωνυμία Development Consultants International Ltd. («DCI»). Όλες οι μετοχές εκτός από μία (δηλαδή 99,9995 %) του ομίλου TDI κατείχε επίσης η DCI. Το υπόλοιπο μερίδιο του ομίλου TDI ανήκε στον κ. B., ο οποίος ήταν διευθυντής και των τριών αυτών εταιρειών. Ο B. ήταν επίσης διευθυντής στο TMS. Στην επιστολή του, ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι είχε ενημερωθεί ότι ο κ. M., ο οποίος είχε πραγματοποιήσει τη διερευνητική αποστολή και είχε προετοιμάσει τους όρους αναφοράς για το εν λόγω έργο, ήταν ο διευθυντής ενός έργου που υλοποιήθηκε από την TDI στην Τσεχική Δημοκρατία για τα έτη 1998 και 1999 και πιθανώς και για το 2000.

Ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στην Επιτροπή στις 9 Ιανουαρίου 2001, στην οποία εξέθεσε εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά και τα συμπεράσματα που αναφέρονται στην προηγούμενη επιστολή του. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρχαν περαιτέρω δεσμοί μεταξύ της TDI NRD και της LM, δεδομένου ότι δύο ακόμη πρόσωπα ήταν και οι δύο διευθυντές του ομίλου TDI και της DCI. Ο καταγγέλλων έθεσε επίσης ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με τους ρόλους που διαδραμάτισαν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και εταιρείες.

Στην επιστολή της, η καταγγέλλουσα εξέφρασε επίσης την άποψη ότι πρωταρχικός στόχος ενός διαγωνισμού ήταν η διασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ όλων των συμμετεχόντων, δηλαδή ότι κάθε συμμετέχων έπρεπε να καθορίσει τη συμπεριφορά του ανεξάρτητα από όλους τους άλλους συμμετέχοντες. Αυτό δεν συνέβη όταν δύο εταιρείες με τους ίδιους μετόχους και τα ίδια διοικητικά στελέχη υπέβαλαν προσφορές για την ίδια προσφορά. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι υπήρχε επίσης σύγκρουση συμφερόντων. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι προσφορές της TDI και της LM ήταν σαφώς πλήρως ελεγχόμενες, κατευθυνόμενες και συντονισμένες από μία ενιαία οντότητα, δηλαδή την DCI, η οποία έλεγχε και συντόνιζε πλήρως τη συμπεριφορά των δύο αυτών εταιρειών μέσω της κοινής διαχείρισης και του δημοσιονομικού ελέγχου τους. Τέλος, ο καταγγέλλων έκρινε ότι οι προσφέροντες δεν είχαν τύχει ίσης μεταχείρισης, δεδομένου ότι ένας προσφέρων είχε τη δυνατότητα να υποβάλει δύο προσφορές.

Στις 22 Ιανουαρίου 2001, το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid της Επιτροπής επιβεβαίωσε την παραλαβή των επιστολών της 22ας Δεκεμβρίου 2000 και της 9ης Ιανουαρίου 2001. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι ερευνούσε εκ νέου το θέμα και θα επανέλθει στον καταγγέλλοντα μόλις γίνει αυτό.

Με επιστολή της 31ης Ιανουαρίου 2001, η SCR της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προσφορά του είχε απορριφθεί και ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί στην TDI NRD.

Ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στην Επιτροπή στις 7 Φεβρουαρίου 2001. Στην επιστολή αυτή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι μια άλλη εταιρεία είχε ήδη επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στα σχετικά πραγματικά περιστατικά τον Οκτώβριο του 2000. Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης την άποψη ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την προθεσμία των 15 ημερών που ορίζεται στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής για το προσωπικό της. Τέλος, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι, υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών που επισημάνθηκαν στις επιστολές του προς την Επιτροπή, η ανάθεση της σύμβασης στην TDI NRD φαινόταν να συνιστά κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής.

Στην καταγγελία που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή τον Φεβρουάριο του 2001, ο καταγγέλλων διατύπωσε, κατ’ ουσίαν, τους ακόλουθους τρεις ισχυρισμούς:

(1) Η Επιτροπή κακώς δεν απέκλεισε την TDI NRD και την LM από τον διαγωνισμό

(2) Η Επιτροπή δεν αντέδρασε στις επιστολές του καταγγέλλοντος της 22ας Δεκεμβρίου 2000 και της 9ης Ιανουαρίου 2001 εντός κατάλληλης προθεσμίας

(3) Η ανάθεση της συμβάσεως στην TDI NRD συνιστούσε κατάχρηση εξουσίας

Ο καταγγέλλων ζήτησε από τη Διαμεσολαβήτρια να συστήσει στην Επιτροπή να αναστείλει αμέσως τη σύμβαση και να την ακυρώσει εγκαίρως.

Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων προσκόμισε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, από τον Σεπτέμβριο του 1998 έως τον Σεπτέμβριο του 2000, ο M. ήταν διευθυντής έργου που υλοποιούσε η DEVCO - DCI στην Τσεχική Δημοκρατία και ότι είχε προετοιμάσει τους όρους εντολής για τα έργα Tacis στο Τουρκμενιστάν για λογαριασμό της Επιτροπής.

Η ΕΡΕΥΝΑ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο καταγγέλλων είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων της σχετικής πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Στις 5 Δεκεμβρίου 2000, υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή, ισχυριζόμενη ότι η TDI NRD και η LM δεν έπρεπε να περιληφθούν στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, τόσο λόγω συγκρούσεως συμφερόντων όσο και λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού. Στις 11 Δεκεμβρίου 2000 εστάλη απάντηση με την οποία απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί. Η απόφαση να μην αποκλειστούν οι δύο εταιρείες βασίστηκε σε πληροφορίες που ελήφθησαν από την TDI τον Οκτώβριο του 2000, μετά από παρόμοια καταγγελία άλλου ανταγωνιστή.

Η διαδικασία του διαγωνισμού είχε εν τω μεταξύ διεξαχθεί και έξι προσφορές είχαν παραληφθεί και γίνει δεκτές για περαιτέρω αξιολόγηση. Δύο απορρίφθηκαν (η κοινοπραξία GTZ και η κοινοπραξία ACE Agrar, συμπεριλαμβανομένης της LM), δεδομένου ότι είχαν προτείνει τον ίδιο βασικό εμπειρογνώμονα για την ίδια θέση. Μόνο μία προσφορά, η κοινοπραξία συμπεριλαμβανομένων των μέσων εμπορικής άμυνας, είχε φθάσει το ελάχιστο απαιτούμενο τεχνικό όριο και είχε γίνει δεκτή για οικονομική αξιολόγηση. Στις 19 Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή ανέθεσε τη σύμβαση στην κοινοπραξία, συμπεριλαμβανομένης της TDI.

Πρώτος ισχυρισμός

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η TDI και η LM θα έπρεπε να είχαν αποκλειστεί λόγω σύγκρουσης συμφερόντων και αθέμιτου ανταγωνισμού, η TDI είχε ήδη παράσχει διευκρινίσεις τον Οκτώβριο του 2000 μετά από παρόμοια καταγγελία άλλου ανταγωνιστή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν, η TDI (καταχωρισμένη στην Ιρλανδία), η LM (καταχωρισμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο) και η TMS (καταχωρισμένη στην Ιρλανδία) ήταν χωριστές νομικές οντότητες, των οποίων τα διοικητικά συμβούλια, τα διευθυντικά στελέχη και το προσωπικό λειτουργούσαν εντελώς χωριστά μεταξύ τους, παρόλο που ήταν θυγατρικές της ίδιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών, της DCI. Η TDI είχε τονίσει ότι η DCI δεν συμμετείχε στις καθημερινές δραστηριότητες καμίας από τις θυγατρικές της και ότι η TDI ανταγωνιζόταν επιθετικά την LM και την TMS. Η εταιρεία είχε επίσης επισημάνει ότι δεν είχε λάβει καμία οδηγία από την DCI σχετικά με τη συνεργασία ή τη συνεργασία με άλλες εταιρείες και είχε καταλήξει προτείνοντας να δώσει γραπτώς «αμετάκλητη και άνευ όρων δέσμευση» να συνεχίσει τον διαγωνισμό με πλήρη ανεξαρτησία των άλλων εταιρειών και μελών κοινοπραξιών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, όπως είχε πράξει στο παρελθόν κατόπιν σχετικών αιτημάτων της Επιτροπής (1).

Έχοντας ήδη λάβει τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή ήταν σε θέση να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 5ης Δεκεμβρίου 2000 στις 11 Δεκεμβρίου 2000, ενημερώνοντάς τον ότι δεν ήταν σε θέση να βρει καμία απόδειξη σύγκρουσης συμφερόντων ή αθέμιτου ανταγωνισμού που θα οδηγούσε σε αποκλεισμό της TDI και της LM από τη διαδικασία του διαγωνισμού.

Δεύτερος ισχυρισμός

Όσον αφορά τον χρόνο που χρειάστηκε η Επιτροπή για να απαντήσει στις επιστολές του καταγγέλλοντος, η τηλεομοιοτυπία του καταγγέλλοντος της 22ας Δεκεμβρίου 2000 εστάλη μετά το πέρας των εργασιών της Επιτροπής. Η Επιτροπή έκλεισε μεταξύ της 23ης Δεκεμβρίου 2000 και της 2ας Ιανουαρίου 2001. Μια ενδιάμεση απάντηση εστάλη στις 22 Ιανουαρίου 2001. Αυτό ήταν σύμφωνο με τον Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς για το Προσωπικό στις Σχέσεις του με το Κοινό (σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να σταλεί ενδιάμεση απάντηση εάν η απάντηση δεν μπορούσε να σταλεί εντός 15 εργάσιμων ημερών) και το τμήμα 8 του Εγχειριδίου Οδηγιών (2) (σύμφωνα με το οποίο η αναθέτουσα αρχή έπρεπε να απαντήσει εντός 90 ημερών από την παραλαβή της καταγγελίας).

Τρίτος ισχυρισμός

Η απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως στην κοινοπραξία TDI ελήφθη πριν από την παραλαβή των καταγγελιών της 22ας Δεκεμβρίου 2000 και της 9ης Ιανουαρίου 2001. Έκτοτε, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει και να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων προκειμένου να διαπιστώσει αν υπήρχαν σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που θα υποχρέωναν την Επιτροπή να σταματήσει το έργο ακυρώνοντας τη σύμβαση. Η εξέταση διήρκεσε περισσότερο από ό,τι προβλεπόταν, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε προσθέσει νέα στοιχεία στις επιστολές του της 22ας Δεκεμβρίου 2000 και της 9ης Ιανουαρίου 2001, καθώς και στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, την οποία έλαβε η Επιτροπή στις 7 Μαρτίου 2001.

Μετά τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επικοινώνησαν εκ νέου με την TDI. Με την από 11 Ιανουαρίου 2001 απάντησή της, η TDI επιβεβαίωσε ότι ο B. ήταν μέλος των διοικητικών συμβουλίων των TDI Group, LM και TMS. Δέχθηκε επίσης ότι, μέσω της παρουσίας του στα διοικητικά συμβούλια, ο B. θα μπορούσε να λάβει γνώση του διαγωνισμού στον οποίο συμμετείχε κάθε εταιρεία, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν συμμετείχε στις επιχειρησιακές πτυχές των δραστηριοτήτων υποβολής προσφορών ή διαχείρισης έργων κάθε εταιρείας. Η επιστολή της TDI της 11ης Ιανουαρίου 2001 ισχυρίστηκε επίσης ότι τα ίδια επιχειρήματα επιχειρησιακής ανεξαρτησίας εφαρμόζονταν στην TMS και ότι, επιπλέον, η TMS συμμετείχε μόνο στην παροχή εμπειρογνωμοσύνης στην Εθνική Μονάδα Συντονισμού της Μόσχας, ενώ η εξωτερική βοήθεια στο Τουρκμενιστάν παρασχέθηκε από μια εταιρεία με την επωνυμία «Proman» υπό την εποπτεία μιας τρίτης εταιρείας με την επωνυμία «Planet», καμία από τις οποίες δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την TDI.

Η TDI επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι ο κ. M. είχε στο παρελθόν προσληφθεί από την DEVCO (την οποία η DCI (3) είχε αποκτήσει το 1999) ως ανεξάρτητος σύμβουλος για την εκτέλεση βραχυπρόθεσμων εργασιών και ισχυρίστηκε ότι το έργο του για την TDI, μέσω της DEVCO, ήταν η παροχή ειδικής εμπειρογνωσίας σχετικά με το έργο «στον τομέα». Ωστόσο, η TDI είχε αρνηθεί ότι ο M. ήταν ποτέ υπάλληλος της TDI ή είχε κάποιου είδους ειδική σχέση με την TDI. Ο M., ο οποίος είχε επίσης κληθεί να εξηγήσει τη σχέση του με την TDI, επιβεβαίωσε ότι εργαζόταν ως αυτοαπασχολούμενος, ανεξάρτητος σύμβουλος. Εξήγησε ότι είχε παράσχει βραχυπρόθεσμες συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ένα σχέδιο Phare στην Τσεχική Δημοκρατία, το οποίο είχε ανατεθεί στη DEVCO μεταξύ 1998 και Σεπτεμβρίου 2000 και το οποίο είχε αναλάβει η TDI. Ωστόσο, ο M. είχε αρνηθεί οποιαδήποτε σχέση με την TDI. Με επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2001 που υπέβαλε η Επιτροπή, ο κ. M. επισήμανε ότι στα μεταγενέστερα στάδια της υλοποίησης του έργου στο οποίο είχε εργαστεί για την DEVCO, η DEVCO αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και η διαχείριση του έργου είχε αναληφθεί από την TDI. Σε άλλη επιστολή της 20ής Μαρτίου 2001, την οποία επίσης υπέβαλε η Επιτροπή, ο M. ισχυρίστηκε ότι ένα άρθρο (4) σχετικά με το έργο στην Τσεχική Δημοκρατία, το οποίο είχε συμπεριληφθεί σε πρόσφατη δημοσίευση των μέσων εμπορικής άμυνας, είχε χρησιμοποιηθεί εν αγνοία του ή χωρίς την έγκρισή του και ότι ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος του ομίλου TDI ή οποιασδήποτε από τις συνδεδεμένες με αυτόν εταιρείες.

Στη συνέχεια, η Επιτροπή αποφάσισε να επανεξετάσει την έκθεση αξιολογήσεως των προσφορών και να υπολογίσει εκ νέου τις βαθμολογίες των αξιολογητών, εξαιρουμένων των βαθμολογιών του M., προκειμένου να ελέγξει αν το αποτέλεσμα θα άλλαζε. Ως αποτέλεσμα, το TDI θα είχε λάβει ακόμη υψηλότερη βαθμολογία.

Στη συνέχεια, ο φάκελος διαβιβάστηκε στη νομική υπηρεσία της EuropeAid για εξέταση. Το συμπέρασμα ήταν ότι η εξέταση δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που θα δικαιολογούσε την ακύρωση της σύμβασης. Δεν υπήρξαν σοβαρές παρατυπίες στη διαδικασία που θα εμπόδιζαν τον κανονικό ανταγωνισμό. Δεν είχαν αποκαλυφθεί πρακτικές διαφθοράς ούτε παραβίαση δεοντολογικών ρητρών. Δεν υπήρξαν προσπάθειες σύναψης παράνομων συμφωνιών με ανταγωνιστές.

Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά στις 11 Μαΐου 2001.

Πρόσθετες έρευνες
Αίτημα για περισσότερες πληροφορίες

Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για να μπορέσει να εξετάσει την καταγγελία. Ως εκ τούτου, απηύθυνε επιστολή στην Επιτροπή τον Ιούνιο του 2001, ζητώντας από την τελευταία (1) να παράσχει αντίγραφο των όρων που ίσχυαν για τη διαδικασία του διαγωνισμού, δηλαδή το εγχειρίδιο οδηγιών και την προκήρυξη του διαγωνισμού στην οποία αναφέρθηκε ο καταγγέλλων, καθώς και αντίγραφα των ένορκων δηλώσεων που είχαν υποβάλει η TDI και η LM· (2) να διευκρινίσει εάν έκρινε, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος (συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι ο B. ήταν επίσης διευθυντής στην TMS και ότι δύο άλλα πρόσωπα ήταν και οι δύο διευθυντές του ομίλου TDI και της DCI), ότι η TDI φαινόταν να έχει «ιδιαίτερο δεσμό με άλλους προσφέροντες ή μέρη που συμμετείχαν στο έργο»· (3) να εξηγήσει σε ποια βάση θεωρεί ότι μια πρόταση για την ανάληψη «αμετάκλητης και άνευ όρων δέσμευσης» για τη συνέχιση της διαδικασίας υποβολής προσφορών με πλήρη ανεξαρτησία θα πρέπει να είναι σε θέση να άρει τις αμφιβολίες σχετικά με την επιλεξιμότητα ενός προσφέροντος, τόσο γενικά όσο και όσον αφορά την περίπτωση των μέσων εμπορικής άμυνας· και 4) να εξηγήσει, λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωση του σημείου 9 της προκήρυξης του διαγωνισμού, τους λόγους για τους οποίους η προσφορά που υπέβαλε η LM έγινε δεκτή για περαιτέρω αξιολόγηση, μολονότι η Επιτροπή είχε επισημάνει στη γνωμοδότησή της ότι η προσφορά κοινοπραξίας στην οποία ανήκε η LM είχε αποκλειστεί, δεδομένου ότι είχε προτείνει τον ίδιο εμπειρογνώμονα με άλλη προσφορά.

Η απάντηση της Επιτροπής

Στην απάντησή της, η Επιτροπή υπέβαλε τα έγγραφα που ζήτησε ο Διαμεσολαβητής. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, μολονότι το εγχειρίδιο οδηγιών είχε ήδη εκδοθεί κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού, τα τυποποιημένα έγγραφα που αντιστοιχούσαν στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών δεν είχαν ακόμη εναρμονιστεί και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Κατά την Επιτροπή, για τον λόγο αυτό οι ένορκες δηλώσεις των εταιριών δεν παρέπεμπαν στο εγχειρίδιο οδηγιών. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι οι φάκελοι των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών περιείχαν πλέον δήλωση σύμφωνα με την οποία οι προσφέροντες έπρεπε να επιβεβαιώσουν ότι δεν είχαν συγκεκριμένο δεσμό με κανέναν από τους άλλους προσφέροντες.

Η δήλωση του LM της 10ης Μαΐου 2000 περιέχει ρήτρα που πιστοποιεί ότι ο LM δεν ήταν «ένοχος σοβαρών ψευδών δηλώσεων όσον αφορά τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη συμμετοχή σε πρόσκληση υποβολής προσφορών». Ούτε η παρούσα δήλωση ούτε η δήλωση της TDI με ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 2000 περιλαμβάνουν ρήτρα που αναφέρεται στο ζήτημα ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων ή στο ζήτημα ιδιαίτερου δεσμού με άλλες εταιρείες ή πρόσωπα που συμμετέχουν στον διαγωνισμό.

Η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα

Το κανονιστικό πλαίσιο που ίσχυε για την παρούσα πρόσκληση υποβολής προσφορών συνίστατο στο παράρτημα III του κανονισμού αριθ. 1279/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, στους γενικούς κανονισμούς για τις προσφορές και την ανάθεση συμβάσεων υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία Tacis και στους γενικούς όρους για τις συμβάσεις υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία Tacis/Phare.

Το πρώτο επιχείρημα του καταγγέλλοντος βασίστηκε στη σχέση μεταξύ της TDI NRD, της LM και της TMS. Η LM ανήκε εξ ολοκλήρου στην DCI, η οποία κατείχε επίσης το 99,995 % του ομίλου TDI στον οποίο ανήκε η TDI NRD. Επιπλέον, ο όμιλος TDI, η DCI και η TMS είχαν κοινό διευθυντή, τον κ. B.

Το άρθρο 7 του εγχειριδίου οδηγιών απαιτούσε από κάθε υποψήφιο ή προσφέροντα να δηλώσει ότι δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με άλλους προσφέροντες. Στο σημείο 9.2 της πρόσκλησης υποβολής προσφορών αναφερόταν επίσης ότι ο διαγωνισμός ήταν ανοικτός σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και ότι κάθε υποψήφιος μπορούσε να υποβάλει μόνο μία αίτηση.

Συγκρίνοντας τα πραγματικά περιστατικά που είχαν στη διάθεσή τους με τους ισχύοντες κανόνες, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επισήμαναν καταρχάς ότι, μολονότι υπήρχε αποδεδειγμένη χρηματοοικονομική σχέση μεταξύ της TDI NRD και της LM, δεν είχαν σχέση μητρικής-θυγατρικής, αλλά ήταν αμφότερες μέλη του ίδιου επενδυτικού ομίλου, της DCI. Αν και εξαρτώνταν οικονομικά από τη μητρική τους εταιρεία, ήταν νομικά διαχωρισμένοι από αυτήν. Ως εκ τούτου, οι δύο αυτές εταιρείες θα μπορούσαν δικαιολογημένα να ισχυριστούν ότι είναι χωριστές νομικές οντότητες με εμπορική και διαχειριστική αυτονομία. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες ότι η TDI NRD και η LM παρέβησαν τους κανόνες του ανταγωνισμού απαντώντας χωριστά σε πρόσκληση υποβολής προσφορών. Το γεγονός ότι ανήκαν στον ίδιο επενδυτικό όμιλο δεν τους εμπόδισε να τηρήσουν τους κανόνες ανταγωνισμού μεταξύ τους.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν ότι ο οικονομικός δεσμός μεταξύ της TDI NRD και της LM δεν αποτελεί ειδική σχέση κατά την έννοια των εφαρμοστέων κανόνων. Πέραν του ορισμού υπό τη στενότερη έννοιά του, η Επιτροπή αντιλήφθηκε μια ιδιαίτερη σχέση ως μια κατάσταση κατά την οποία δύο προσφέροντες που είχαν υποβάλει προσφορές συνήψαν συμφωνία σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν τον ανταγωνισμό. Δεν προσκομίστηκε καμία απόδειξη τέτοιας συμφωνίας. Αντιθέτως, τόσο η LM όσο και η TDI NRD είχαν υποβάλει αιτήσεις υψηλής ποιότητας. Αυτή η αντικειμενική πτυχή έπεισε την Επιτροπή ότι και οι δύο εταιρείες είχαν ενεργήσει για την επιδίωξη των δικών τους εμπορικών συμφερόντων, χωρίς καμία συμφωνία, και σύμφωνα με τους κανόνες του ανταγωνισμού.

Επιπλέον, το γεγονός ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, υπάρχει κοινός διευθυντής δεν αποτελεί αποφασιστική πτυχή. Συναφώς, η Επιτροπή συντάχθηκε με τη λογική άποψη της διαχειρίσεως των ΜΕΑ ότι ο B. δεν μπορούσε να συμμετέχει στην καθημερινή λειτουργία αμφοτέρων των εταιριών.

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του ομίλου TDI, της LM και της TMS, οι τρεις αυτές εταιρείες ανήκαν στην ίδια εταιρεία επενδύσεων, την DCI, και είχαν κοινό διευθυντή, τον κ. B. Η ρήτρα αποκλεισμού (5) που περιλαμβάνεται στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταξύ της TMS και της Επιτροπής και το τμήμα 7.3 του εγχειριδίου οδηγιών βασίστηκαν στο παράρτημα III του κανονισμού αριθ. 1279/96, παράγραφος 5, το οποίο ανέφερε ότι «τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που συνεργάστηκαν για την προετοιμασία των όρων αναφοράς ενός έργου που αποτέλεσε αντικείμενο διαγωνισμού ή συνέβαλαν με άλλο τρόπο στον καθορισμό των δραστηριοτήτων που θα υλοποιηθούν στο πλαίσιο της σύμβασης, δεν μπορούν να συμμετάσχουν στην προσφορά είτε ως προσφέροντες είτε ως κοινοπραξία είτε ως υπεργολάβοι ή ως μέλη του προσωπικού του προσφέροντος».

Κατά την άποψη των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για τη διοργάνωση προσκλήσεων υποβολής προσφορών, το σημείο 7.3 του εγχειριδίου οδηγιών, το προαναφερθέν άρθρο και η ρήτρα αποκλεισμού πρέπει να ερμηνεύονται στενά υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε ανάδοχο και/ή στις θυγατρικές του και/ή σε εταιρεία που ανήκει στην κοινοπραξία στην οποία ανατίθεται η σύμβαση να συμμετέχουν σε πρόσκληση υποβολής προσφορών για το ίδιο έργο. Εάν ερμηνευθεί ευρύτερα, έτσι ώστε να αποκλείονται όλες οι εταιρείες που έχουν οικονομικούς δεσμούς με εταιρείες που έχουν συμβάλει στην προετοιμασία του έργου, η ρήτρα αποκλεισμού θα έθετε σε κίνδυνο την υλοποίηση των σχετικών έργων, δεδομένου του περιορισμένου αριθμού εταιρειών που μπορούν να πληρούν τα κριτήρια για την υλοποίηση των έργων Tacis.

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η ευρεία συμμετοχή, η αρχή των υπηρεσιών της Επιτροπής ήταν να εφαρμόζουν την παράγραφο 5 του κανονισμού σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, διενεργώντας αντικειμενική ανάλυση του ρόλου του αντισυμβαλλομένου στην προετοιμασία του έργου, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον θα πρέπει να του επιτραπεί να συμμετάσχει στην υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της TDI, ο ρόλος της TMS στην προετοιμασία των όρων της πρόσκλησης υποβολής προσφορών περιοριζόταν στην «παροχή εμπειρογνωμοσύνης στην εθνική μονάδα συντονισμού της Μόσχας». Δεδομένου ότι η σύνδεση μεταξύ της TMS και της TDI δεν αποτελούσε ειδική σχέση κατά την έννοια των σχετικών κανόνων και, ακόμη και αν ήταν, ο ρόλος της TMS στην προετοιμασία του έργου δεν θα επέτρεπε στην Επιτροπή να αποκλείσει την TDI από τη συμμετοχή στην υλοποίηση του έργου, η Επιτροπή είχε απορρίψει τον ισχυρισμό περί σύγκρουσης συμφερόντων.

Όσον αφορά την παρουσία του κ. M. στην επιτροπή αξιολόγησης, η Επιτροπή έκρινε ότι ο σχετικά μεγάλος αριθμός μελών των επιτροπών αξιολόγησης Tacis (πέντε) καθιστούσε πολύ δύσκολο για ένα μόνο μέλος να επηρεάσει αδικαιολόγητα μια αξιολόγηση. Μετά την καταγγελία, η Επιτροπή επανεξέτασε τα πρακτικά της αξιολόγησης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ψήφος του Μ. δεν είχε καμία επιρροή στην τελική επιλογή.

Τρίτο ερώτημα

Οι δηλώσεις των εταιρειών είχαν τόσο ηθική όσο και νομική αξία. Η ηθική αξία έγκειται στη δέσμευση της εταιρείας, μέσω μιας τέτοιας δήλωσης, να συμμορφωθεί με τα κριτήρια της ρήτρας, χωρίς να χρειάζεται να υποβάλει αποδεικτικά έγγραφα. Η νομική αξία έγκειται στη δυνατότητα της Επιτροπής, σε περίπτωση παράβασης, να τις επικαλεστεί για να ακυρώσει μια διαδικασία ή να ακυρώσει μια σύμβαση.

Επί του τετάρτου ερωτήματος

Η διαδικασία κλειστού διαγωνισμού συνίστατο σε διάφορα στάδια. Καταρχάς, η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Οι εταιρείες που ανταποκρίθηκαν και πληρούσαν ορισμένα κριτήρια συμπεριλήφθηκαν σε κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων. Στο παρόν στάδιο δεν απαιτείται κατάλογος εμπειρογνωμόνων. Οι εταιρείες ACE και GTZ πληρούσαν τα σχετικά κριτήρια και, ως εκ τούτου, είχαν συμπεριληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων. Μόνο μετά την εξέταση των προσφορών που υποβλήθηκαν στη συνέχεια η επιτροπή επιλογής διαπίστωσε ότι ο ίδιος εμπειρογνώμονας είχε προταθεί και από τις δύο εταιρείες. Ως εκ τούτου, οι προσφορές και των δύο εταιρειών απορρίφθηκαν.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις 21 Δεκεμβρίου 2001, ο καταγγέλλων υπέβαλε λεπτομερείς (6) παρατηρήσεις σχετικά με τη θέση της Επιτροπής, με την οποία ενέμεινε στην καταγγελία του.

Από τις πολυάριθμες παρατηρήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων, οι σημαντικότερες φαίνεται να είναι οι ακόλουθες:

Κατά την αξιολόγηση των προσφορών, ο συντελεστής στάθμισης που αποδίδεται στην τεχνική πρόταση (80 %) ήταν εξαιρετικά υψηλός. Αυτό αντιπροσώπευε υψηλό εμπόδιο για όλους εκείνους τους ανταγωνιστές οι οποίοι, σε αντίθεση με την TDI NRD, δεν είχαν λάβει ανεπίσημες διευκρινίσεις και συγκεκριμένες πληροφορίες μέσω των ισχυρών δεσμών τους με τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο έργο από την αρχή (TMS απευθείας ή μέσω του διευθυντή της, του κ. B., ο οποίος ήταν επίσης διευθυντής της TDI, και του κ. M.). Ήταν αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, με εξαίρεση την κοινοπραξία, συμπεριλαμβανομένης της TDI NRD, καμία από τις έξι κοινοπραξίες των οποίων οι προσφορές αξιολογήθηκαν δεν μπόρεσε να ξεπεράσει αυτό το τεχνικό εμπόδιο.

Ο B., ο οποίος ήταν διευθυντής της DCI, της TDI NRD, της LM και της TMS και μέτοχος της TDI, ενήργησε εξ ονόματος της DCI ως κύριος ενορχηστρωτής της επιχειρηματικής στρατηγικής στον διαγωνισμό. Παρενέβη στην επεξεργασία των προσφορών τους από την TDI NRD και την LM, διαβιβάζοντάς τους, άμεσα ή έμμεσα, ειδικές, μυστικές εσωτερικές πληροφορίες που αποκτήθηκαν από την TMS μέσω της συμμετοχής της στη διαχείριση της Συντονιστικής Μονάδας Tacis στο Τουρκμενιστάν. Υπήρξε πλήρης, αμοιβαία συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της DCI, του επικεφαλής του ομίλου, και των τριών θυγατρικών της όσον αφορά τη στρατηγική. Το γεγονός ότι η DCI δεν ασκούσε εμπορικές δραστηριότητες δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι έλεγχε τις συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις.

Οι διαγωνισμοί Tacis απαιτούσαν δύσκολες, τεχνικές γνώσεις των τοπικών περιβαλλόντων. Τυχόν πρόσθετοι διαρθρωτικοί ή συμβατικοί δεσμοί με νομικά ή φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στενά σε ένα έργο και διαθέτουν προνομιακές, απόρρητες πληροφορίες και είναι διατεθειμένα να αποκαλύψουν τα τεχνικά, εσωτερικά χαρακτηριστικά ενός έργου, καθώς και τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της τοπικής κατάστασης, παρείχαν στον ενδιαφερόμενο προσφέροντα ανυπέρβλητο πλεονέκτημα.

Οι ένορκες δηλώσεις των TDI NRD και LM δεν είχαν απολύτως καμία σχέση με τη ρήτρα δεοντολογίας (άρθρο 7 του εγχειριδίου οδηγιών SCR), δεδομένου ότι αφορούσαν τη συμμόρφωση με το άρθρο 4.4 του γενικού κανονισμού για τους προσφέροντες (επαγγελματική κατάσταση των υποψηφίων).

Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τις πληροφορίες που της διαβίβασε η TDI NRD και δεν ζήτησε από την τελευταία να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό έγγραφο. Η Επιτροπή παρέλειψε επίσης να εξετάσει το γεγονός ότι ο B. ήταν επίσης διευθυντής του DCI και ότι δύο άλλα πρόσωπα ήταν επίσης διευθυντές τόσο του DCI όσο και του TDI.

Ο καταγγέλλων είχε υποστηρίξει ότι ο κ. M. απασχολούνταν ή τουλάχιστον συνδέονταν με τον όμιλο TDI. Ως εκ τούτου, δεν αντιλήφθηκε τους λόγους για τους οποίους τόσο η Επιτροπή όσο και η TDI υποστήριξαν ότι ο κ. M. δεν ήταν «υπάλληλος» της TDI. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν σημαντικό να σημειωθεί ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμά της προς την Επιτροπή της 13ης Οκτωβρίου 2000, η TDI NRD είχε επισημάνει: "Η RDI και η EDC, μαζί με την DEVCO (την οποία ανέλαβε η TDI το 1999), αποτελούν το τμήμα φυσικών πόρων της TDI." Το γεγονός ότι ο Μ. συνεργάστηκε με την TDI NRD αποδείχθηκε περαιτέρω από τη δημοσίευση της TDI στην οποία παρέπεμπε η τηλεομοιοτυπία του Μ. της 20ής Μαρτίου 2001. Ήταν σημαντικό το γεγονός ότι, παρά τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει εκ νέου από την TDI πληροφορίες σχετικά με τη DEVCO και ότι η TDI είχε στη συνέχεια παράσχει πληροφορίες που διέφεραν από εκείνες που είχε δώσει προηγουμένως. Ο δεσμός μεταξύ του TDI NRD (μέσω της DEVCO) και του κ. M. αντιστοιχούσε σε «ιδιαίτερο δεσμό».

Η έκφραση «ειδική σχέση» που χρησιμοποίησε η Επιτροπή δεν αντιστοιχούσε καθόλου στην έκφραση «ιδιαίτερη σχέση» του άρθρου 7 παράγραφος 3 του εγχειριδίου οδηγιών SCR.

Η σχέση μεταξύ της TDI και της LM δεν ήταν απλώς οικονομική, αλλά και διαχειριστική. Μια γραπτή συμφωνία δεν ήταν η μόνη περίπτωση όπου υπήρχε ένας τέτοιος «ιδιαίτερος σύνδεσμος».

Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι μια «ευρύτερη» ερμηνεία των σχετικών διατάξεων θα έθετε σε κίνδυνο, λόγω του περιορισμένου αριθμού εταιρειών που πληρούν τα κριτήρια για τα έργα Tacis, την υλοποίηση των σχετικών έργων ήταν εκπληκτικό. Η Επιτροπή αξιολόγησε πέντε άλλες προσφορές, εκτός από εκείνη στην οποία συμμετείχαν τα μέσα εμπορικής άμυνας.

Όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για την απόρριψη της TDI NRD και της LM ήταν ήδη γνωστά στην Επιτροπή πριν από την επιστολή του καταγγέλλοντος της 5ης Δεκεμβρίου 2000.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση είχαν παραβιαστεί διάφοροι άλλοι κανόνες σχετικά με την πρόσκληση υποβολής προσφορών. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει, ως εκ τούτου, να συστήσει στην Επιτροπή να καταγγείλει αμέσως τις συμβάσεις της με την TDI NRD και με την TMS, να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι εν λόγω αθέμιτες πρακτικές θα σταματήσουν και ότι η SCR δεν θα αναθέτει πλέον συμβάσεις στους εν λόγω ανταγωνιστές που ενεργούν αθέμιτα.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ

Επιστολή του Διαμεσολαβητή της 13ης Φεβρουαρίου 2002

Κατόπιν προσεκτικής εξέτασης των παρατηρήσεων και των δύο μερών, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν είχε προβεί σε ολοκληρωμένη εξέταση όλων των σχετικών πραγματικών περιστατικών και επιχειρημάτων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή στις 13 Φεβρουαρίου 2002, το οποίο είχε ως εξής:

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε συνολική εξέταση όλων των σχετικών ζητημάτων στην παρούσα υπόθεση. Η εξέταση αυτή θα πρέπει επίσης να καλύπτει τους πρόσθετους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς που διατύπωσε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να επανεξετάσει την απόφασή της να μην αποκλείσει την TDI και την LM από την προσφορά και την επακόλουθη απόφασή της να μην ακυρώσει τη σύμβαση με την TDI υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων της εν λόγω εξέτασης.

Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη έως τις 31 Μαΐου 2002. Αντίγραφο των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος που είχαν παραληφθεί στις 21 Δεκεμβρίου 2001 διαβιβάστηκε επίσης στην Επιτροπή.

Η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής

Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της της 29ης Μαΐου 2002, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Αφού έλαβαν υπόψη τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Συνεργασίας, EuropeAid, ξεκίνησαν ευρύτερη έρευνα προκειμένου να συγκεντρώσουν τις απαιτούμενες πληροφορίες.

Παράλληλα με την προσέγγισή του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων είχε επίσης θέσει τις καταγγελίες του υπόψη του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος είχε παραπέμψει το θέμα στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), ζητώντας της να διεξαγάγει εσωτερική και εξωτερική έρευνα. Για να ολοκληρώσει την έρευνά της, η OLAF είχε ζητήσει από την EuropeAid να της παράσχει ορισμένες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που ζητούσε ο Διαμεσολαβητής.

Προκειμένου να συμμορφωθεί με τις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας και να ικανοποιήσει το αίτημα της OLAF, ο γενικός διευθυντής της EuropeAid είχε ζητήσει από την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της EuropeAid να διεξαγάγει τις έρευνες αυτές, με τη βοήθεια εξωτερικού προσωπικού, εάν χρειαζόταν.

Δεδομένου ότι η εν λόγω έρευνα βρισκόταν επί του παρόντος σε εξέλιξη, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να συμμορφωθεί με τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Η Επιτροπή θα κοινοποιήσει στον Διαμεσολαβητή τα αποτελέσματα της έρευνας μετά την ολοκλήρωσή της.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την απογοήτευσή του για την απάντηση της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε ενημερωθεί για την υπόθεση ήδη τον Δεκέμβριο του 2000, αλλά είχε επιλέξει μια πολιτική καθυστέρησης των απαντήσεων προκειμένου να διατηρηθεί το «status quo». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το γεγονός ότι η OLAF είχε ζητήσει έρευνα ήταν ευπρόσδεκτο, αλλά αυτό δεν ήταν ένας καλός λόγος για να ζητήσει η Επιτροπή επιπλέον χρόνο και να απαντήσει λέγοντας ότι τα αποτελέσματα της έρευνας θα κοινοποιηθούν μετά την ολοκλήρωσή της, χωρίς να δώσει καμία ένδειξη για το πότε θα συμβεί αυτό. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή μπορεί κάλλιστα να χρειαστεί αρκετά έτη.

Ο καταγγέλλων εξέφρασε την ελπίδα ότι ο Διαμεσολαβητής θα είναι σε θέση να κλείσει την υπόθεση χωρίς να χρειάζεται να περιμένει απαντήσεις από την Επιτροπή που υποσχέθηκαν να έρθουν σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.1 Ο καταγγέλλων, μια κοινοπραξία αποτελούμενη από τρεις εταιρείες και οργανισμούς, είχε υποβάλει προσφορά ως απάντηση σε πρόσκληση υποβολής προσφορών που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το έργο SCR-E/110582/C/SV/TM (Ολοκληρωμένη στήριξη για τη γεωργία και τη βιομηχανία τροφίμων - Τουρκμενιστάν) τον Μάιο του 2000 στο πλαίσιο του προγράμματος Tacis. Συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, μαζί με επτά άλλους προσφέροντες, μεταξύ των οποίων η TDI Natural Resources Division («TDI NRD») και η Landell Mills Limited («LM»). Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να απορρίψει τις αιτήσεις της TDI NRD και της LM βάσει του σημείου 9 της προκήρυξης της σύμβασης και του άρθρου 2 παράγραφος 3 του εγχειριδίου οδηγιών της SCR (Κοινή Υπηρεσία Εξωτερικών Σχέσεων), σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του εν λόγω εγχειριδίου. Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αυτή και ανέθεσε τη σύμβαση στην κοινοπραξία στην οποία ανήκε η TDI NRD. Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε (1) ότι η Επιτροπή κακώς δεν απέκλεισε την TDI NRD και την LM από τον διαγωνισμό, (2) ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει σε δύο επιστολές που της είχε απευθύνει η καταγγέλλουσα και (3) ότι η ανάθεση της σύμβασης στην TDI NRD συνιστούσε κατάχρηση εξουσίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί βασίστηκαν σε εικαζόμενη παράβαση των προαναφερθέντων κανόνων.

1.2 Τον Δεκέμβριο του 2001, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής και την απάντηση της Επιτροπής σε αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. Στις παρατηρήσεις αυτές, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα υπόθεση είχαν επίσης παραβιαστεί διάφοροι άλλοι κανόνες σχετικά με την πρόσκληση υποβολής προσφορών. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει, ως εκ τούτου, να συστήσει στην Επιτροπή να καταγγείλει αμέσως τις συμβάσεις της με την TDI NRD και με τις υπηρεσίες τεχνικής διαχείρισης («TMS»), να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι εν λόγω αθέμιτες πρακτικές σταμάτησαν και ότι η SCR δεν θα πρέπει πλέον να αναθέτει συμβάσεις στους εν λόγω ανταγωνιστές που ενεργούν αθέμιτα.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα της εκτίμησής του για τα ζητήματα που εγείρονται με την αρχική καταγγελία που παρατίθεται κατωτέρω, δεν φαίνεται ούτε αναγκαίο ούτε σκόπιμο να εξεταστούν αυτοί οι πρόσθετοι ισχυρισμοί και ισχυρισμοί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

2 Μη αποκλεισμός της TDI NRD και της LM από την προσφορά

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι οι προσφορές που υπέβαλαν η TDI NRD και η LM έπρεπε να αποκλειστούν από τον διαγωνισμό βάσει δύο βασικών εκτιμήσεων. Πρώτον, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι το σημείο 9 της προκήρυξης της σύμβασης προέβλεπε ότι οι υποψήφιοι θα πρέπει να υποβάλουν μόνο μία αίτηση για την τρέχουσα σύμβαση «ανεξάρτητα από τη μορφή συμμετοχής (ως μεμονωμένος υποψήφιος ή ως επικεφαλής ή εταίρος υποψηφίου κοινοπραξίας)» και ότι, όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει περισσότερες από μία αιτήσεις, «όλες οι αιτήσεις στις οποίες συμμετείχε το εν λόγω πρόσωπο θα αποκλείονται αυτομάτως». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι αιτήσεις της TDI NRD και της LM θα πρέπει να θεωρηθούν ως δύο αιτήσεις που υποβλήθηκαν από το ίδιο πρόσωπο. Δεύτερον, ο καταγγέλλων επικαλείται το άρθρο 2 παράγραφος 3 του εγχειριδίου οδηγιών για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, το οποίο προβλέπει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα «δεν δικαιούνται να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς ή να τους ανατίθενται συμβάσεις όταν (.) εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στις ρήτρες δεοντολογίας (τμήμα 7) σε σχέση με την προσφορά ή τη σύμβαση». Το άρθρο 7 παράγραφος 3 του εγχειριδίου οδηγιών SCR υποχρεώνει έναν υποψήφιο ή προσφέροντα να δηλώσει «ότι δεν επηρεάζεται από πιθανή σύγκρουση συμφερόντων και ότι δεν έχει ιδιαίτερο δεσμό με άλλους προσφέροντες ή μέρη που συμμετέχουν στο έργο».

2.2 Πριν από την εξέταση των λεπτομερών ισχυρισμών του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η καταγγελία. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ορισμένα από τα γεγονότα αυτά έχουν επιβεβαιωθεί, ρητά ή σιωπηρά, από την Επιτροπή. Αυτά είναι τα ακόλουθα: Η LM είναι εταιρία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, το 100 % των μετοχών της ανήκε σε ιρλανδική εταιρεία με την επωνυμία Development Consultants International Ltd. («DCI»). Η TDI NRD ανήκει στον όμιλο TDI Group, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ιρλανδία. Όλες οι μετοχές εκτός από μία (δηλαδή 99,9995 %) του ομίλου TDI κατείχε επίσης η DCI. Το υπόλοιπο μερίδιο του ομίλου TDI ανήκε στον B., διευθυντή τόσο της TDI όσο και της LM. Η TMS, εταιρία εγγεγραμμένη στην Ιρλανδία, ήταν μέλος της κοινοπραξίας που διαχειριζόταν τη μονάδα συντονισμού Tacis στο Τουρκμενιστάν. Η TMS είναι επίσης θυγατρική της DCI (7). Ο B. είναι επίσης διευθυντής της TMS. Η TMS διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην προετοιμασία της πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Ο M. ήταν ένας από τους πέντε αξιολογητές που εξέτασαν τις προσφορές που υποβλήθηκαν ως απάντηση στην πρόσκληση υποβολής προσφορών. Ο M. εργάστηκε για μια εταιρία με την επωνυμία DEVCO (ιρλανδική εταιρία) ως ανεξάρτητος σύμβουλος από το 1998 έως τον Σεπτέμβριο του 2000. Η DEVCO αναλήφθηκε από τον DCI το 1999.

2.3 Όσον αφορά τους λεπτομερείς ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι οι προσφορές που υπέβαλαν η TDI NRD και η LM θα πρέπει να θεωρηθούν ως δύο αιτήσεις που υποβλήθηκαν από το ίδιο πρόσωπο, κατά την έννοια του σημείου 9 της προκήρυξης του διαγωνισμού. Η Επιτροπή απορρίπτει την άποψη αυτή. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι σχετικές προσφορές υποβλήθηκαν από δύο εταιρείες (8) οι οποίες, αν και ανήκουν στην ίδια μητρική εταιρεία, αποτελούν ωστόσο δύο χωριστές οντότητες. Ο καταγγέλλων προτείνει, στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ότι η DCI ήλεγχε πλήρως τις θυγατρικές της TDI και LM και ότι η υποβολή προσφορών από τις εν λόγω εταιρείες ήταν ενορχηστρωμένη από την DCI. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώνεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Το γεγονός και μόνον ότι η TDI και η LM είναι αμφότερες θυγατρικές της DCI δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι οι προσφορές που υπέβαλαν η TDI και η LM αντιστοίχως πρέπει να θεωρηθούν ως προσφορές που υπέβαλε η DCI. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι το σημείο 9 της προκήρυξης της σύμβασης δεν είχε παραβιαστεί στην παρούσα υπόθεση φαίνεται εύλογο.

2.4 Το κύριο επιχείρημα του καταγγέλλοντος βασίζεται στην παραδοχή ότι υπήρχε «ιδιαίτερη σχέση» μεταξύ της TDI και της LM, αφενός, και μεταξύ της TDI και «άλλων προσφερόντων ή μερών που συμμετέχουν στο έργο», αφετέρου. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν και διατυπώνει τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις: Εκτός από τους χρηματοοικονομικούς δεσμούς μεταξύ DCI, TDI, LM και TMS (οι οποίες είναι όλες θυγατρικές της DCI), υπήρχαν επίσης δεσμοί σχετικά με τη διαχείριση, δεδομένου ότι ο B. ήταν διευθυντής και στις τέσσερις εταιρείες και ότι δύο ακόμη πρόσωπα ήταν επίσης διευθυντές τόσο της DCI όσο και της TDI. Ο M., ένας από τους αξιολογητές των προσφορών, είχε τουλάχιστον συνδεθεί με την TDI Group.

2.5 Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπήρχε «ειδική σχέση» μεταξύ των TDI, LM και TMS. Κατά την άποψή της, η σχετική ρήτρα αποκλεισμού και παρόμοιες ρήτρες αποκλεισμού πρέπει να ερμηνεύονται στενά ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η υλοποίηση των έργων, δεδομένου του περιορισμένου αριθμού εταιρειών που μπορούν να πληρούν τα κριτήρια για την υλοποίηση των έργων Tacis. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι υπήρχε αποδεδειγμένη οικονομική σχέση μεταξύ της TDI και της LM, δεν υπήρχε σχέση μητρικής-θυγατρικής. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι εταιρείες αυτές ήταν νομικά χωριστές από τη μητρική τους εταιρεία και, ως εκ τούτου, μπορούσαν δικαιολογημένα να ισχυριστούν ότι είναι χωριστές νομικές οντότητες με εμπορική και διαχειριστική αυτονομία. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια «ειδική σχέση» θα μπορούσε επίσης να υπάρχει όταν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εταιρειών για τον περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η ύπαρξη κοινού διευθυντή δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως. Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη που εξέφρασε η TDI, σύμφωνα με την οποία ο B. δεν μπορεί να συμμετέχει στην καθημερινή λειτουργία και των δύο εταιρειών. Ακόμη και αν υπήρχε «ειδική σχέση» μεταξύ των μέσων εμπορικής άμυνας και των μέσων εμπορικής άμυνας, ο ρόλος των μέσων εμπορικής άμυνας κατά την προετοιμασία της πρόσκλησης υποβολής προσφορών περιοριζόταν στην «παροχή εμπειρογνωσίας στη μονάδα συντονισμού της Μόσχας» και, ως εκ τούτου, δεν θα επέτρεπε στην Επιτροπή να αποκλείσει τα μέσα εμπορικής άμυνας από τη συμμετοχή στην υλοποίηση του έργου. Όσον αφορά τον κ. M., ο σχετικά μεγάλος αριθμός μελών στις επιτροπές αξιολόγησης Tacis (πέντε) κατέστησε πολύ δύσκολο για ένα μόνο μέλος να επηρεάσει αδικαιολόγητα μια αξιολόγηση. Κατά την Επιτροπή, επαληθεύτηκε επίσης ότι η ψήφος του Μ. δεν επηρέασε την επιλογή του αναδόχου.

2.6 Οι ρήτρες αποκλεισμού που περιλαμβάνονται στις σχετικές συμβάσεις και διατάξεις έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των προσφερόντων που συμμετέχουν σε πρόσκληση υποβολής προσφορών δεν διακυβεύεται από σύγκρουση συμφερόντων ή από την ύπαρξη «ιδιαίτερων» δεσμών μεταξύ των συμμετεχόντων σε μια τέτοια προσφορά. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι εν λόγω ρήτρες και κανόνες δεν χρειάζεται να ερμηνεύονται ευρύτερα από ό,τι απαιτεί ο σκοπός αυτός. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται εύλογη. Θα ήταν επίσης ορθό να υποτεθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι ένας τέτοιος «ιδιαίτερος δεσμός»(9) υφίσταται όταν υπάρχει σχέση μητρικής-θυγατρικής μεταξύ των οικείων εταιρειών ή όταν οι εν λόγω εταιρείες έχουν συνάψει αντιανταγωνιστική συμφωνία με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν πληρούται στην παρούσα υπόθεση. Η TDI, η LM και η TMS είναι θυγατρικές της ίδιας μητρικής εταιρείας, αλλά καμία από αυτές δεν είναι μητρική ή θυγατρική μιας από τις άλλες εταιρείες. Ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη αντιανταγωνιστικής συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω εταιρειών (ή ορισμένων εξ αυτών).

2.7 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι το ζήτημα του κατά πόσον υφίσταται «ιδιαίτερος δεσμός» κατά την προαναφερθείσα έννοια πρέπει να αξιολογείται με βάση όλα τα πραγματικά περιστατικά μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, υπάρχουν διάφορες πτυχές που πρέπει να υπογραμμιστούν. Πρώτον, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο B. είναι διευθύνων σύμβουλος της TDI και επίσης διευθυντής της LM, της DCI και της TMS. Η παρουσία του διαχειριστικού εταίρου της TDI στο διοικητικό συμβούλιο της LM και της TMS είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με τον ισχυρισμό της TDI ότι ανταγωνίζεται σθεναρά τις εν λόγω εταιρείες. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο B. δεν εμπλέκεται στις επιχειρησιακές πτυχές των δραστηριοτήτων της LM και της TDS, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή των άλλων αυτών εταιριών, μπορεί να λάβει πληροφορίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος της TDI. Η Επιτροπή δέχεται ότι, μέσω της παρουσίας του στα διοικητικά συμβούλια, ο B. θα μπορούσε να λάβει γνώση του διαγωνισμού στον οποίο συμμετείχε κάθε επιχείρηση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι ο κ. Β. έχει πράγματι λάβει τέτοιες πληροφορίες και τις χρησιμοποίησε με τον εν λόγω τρόπο ή ότι έχει ακόμη «ενορχηστρώσει» τις δραστηριότητες όλων αυτών των εταιρειών σε σχέση με την πρόσκληση υποβολής προσφορών δεν έχει αποδειχθεί. Ωστόσο, κατά την άποψή του, ο κίνδυνος μιας τέτοιας ανταλλαγής πληροφοριών θα έπρεπε να είχε εξεταστεί από την Επιτροπή. Δεύτερον, ο καταγγέλλων υπέβαλε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, εκτός από τον κ. B., δύο ακόμη πρόσωπα ήταν διευθυντές τόσο της TDI όσο και της DCI. Αυτό ενισχύει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι οι δεσμοί μεταξύ αυτών των δύο εταιρειών (και έμμεσα μεταξύ της TDI, αφενός, και της LM και της TMS, αφετέρου) δεν ήταν απλώς οικονομικοί. Η Επιτροπή δεν διατύπωσε καμία παρατήρηση σχετικά με αυτή την πρόσθετη σύνδεση, παρά το γεγονός ότι της ζητήθηκε από τον Διαμεσολαβητή. Τρίτον, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι «μια αμετάκλητη και άνευ όρων δέσμευση» για τη συνέχιση του διαγωνισμού με πλήρη ανεξαρτησία θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν, τα ΜΕΑ πρότειναν να αναλάβουν μια τέτοια δέσμευση. Η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι η πρόταση αυτή έγινε πράγματι δεκτή από αυτήν και εφαρμόστηκε από τα ΜΕΑ. Τέταρτον, η Επιτροπή δέχεται ότι ο M., ένας από τους αξιολογητές, εκτελούσε ορισμένες εργασίες για την Devco, εταιρία την οποία στη συνέχεια ανέλαβε ο όμιλος εταιριών της DCI. Μολονότι είναι αληθές ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο M. ήταν υπάλληλος της TDI, η Επιτροπή δεν φαίνεται να εξέτασε λεπτομερώς τον ισχυρισμό ότι υπήρχε «ιδιαίτερη σχέση» μεταξύ αυτού του προσώπου και της TDI. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί η απόκλιση μεταξύ του ηλεκτρονικού μηνύματος της TDI της 13ης Οκτωβρίου 2000 και της επιστολής της TDI της 20ής Μαρτίου 2001 (που συντάχθηκε από το ίδιο πρόσωπο). Ενώ το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εξηγεί ότι η Devco είχε εξαγοραστεί από την TDI, το έγγραφο επισημαίνει ότι η Devco εξαγοράστηκε από την DCI. Η σχέση μεταξύ Devco, DCI και TDI αποκρύπτεται περαιτέρω από επιστολή του M. της 26ης Ιανουαρίου 2001, σύμφωνα με την οποία η διαχείριση του σχεδίου που διαχειρίζεται η Devco «αναλήφθηκε από την TDI». Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της TDI της 13ης Οκτωβρίου 2000 επισημαίνει ότι η Devco και δύο άλλες εταιρείες «αποτελούν το τμήμα φυσικών πόρων της TDI». Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το επιστολόχαρτο τηλεομοιοτυπίας που απέστειλε η TDI στις 15 Ιανουαρίου 2001. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η σχέση μεταξύ του κ. M. και της TDI θα έπρεπε να είχε εξεταστεί διεξοδικότερα από την Επιτροπή. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι ο M. προετοίμασε τους όρους αναφοράς για τη σχετική πρόσκληση υποβολής προσφορών για την οποία η Επιτροπή δεν διατύπωσε παρατηρήσεις. Πέμπτον, όσον αφορά την TMS, η Επιτροπή περιορίστηκε στην αποδοχή του επιχειρήματος της TDI σύμφωνα με το οποίο η TMS διαδραμάτισε ήσσονος σημασίας ρόλο στην προετοιμασία του διαγωνισμού. Είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό γιατί η Επιτροπή - η οποία είχε συνάψει συμφωνία με την TMS σχετικά με τις εργασίες που έπρεπε να εκτελεστούν - παρέλειψε να παράσχει τη δική της ανάλυση ως προς το αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν ορθός.

2.8 Με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν, υπάρχουν σοβαροί λόγοι που φαίνεται να στηρίζουν τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι υπήρχαν «ιδιαίτεροι δεσμοί» μεταξύ της TDI και άλλων εταιρειών ή προσώπων που συμμετείχαν στον διαγωνισμό και ότι, κατά συνέπεια, η TDI και η LM θα έπρεπε να είχαν αποκλειστεί από τον διαγωνισμό. Όπως προαναφέρθηκε, ο B., διευθύνων σύμβουλος της TDI, είναι επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου της LM, της DCI και της LMS. Η Επιτροπή δέχεται ότι, μέσω της παρουσίας του στα διοικητικά συμβούλια, ο B. μπορεί να λάβει πληροφορίες σχετικά με τις εμπορικές δραστηριότητες όλων αυτών των εταιρειών. Ως εκ τούτου, υπάρχει σαφής κίνδυνος οι πληροφορίες αυτές σχετικά με τις δραστηριότητες των LM και LMS ειδικότερα να μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος των μέσων εμπορικής άμυνας. Επιπλέον, ο M., ένα από τα πρόσωπα στα οποία ανατέθηκε η αξιολόγηση των προσφορών, εργάστηκε για την TDI ή για συνδεδεμένη με αυτήν εταιρία λίγο νωρίτερα. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι προετοίμασε επίσης τους όρους αναφοράς για τη σχετική πρόσκληση υποβολής προσφορών και η Επιτροπή δεν σχολίασε τον ισχυρισμό αυτό. Τέλος, μια άλλη εταιρία στενά συνδεδεμένη με την TDI και την LM, δηλαδή η LMS, φαίνεται να διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην πρόσκληση υποβολής προσφορών.

2.9 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αρχές της χρηστής διοίκησης θα υποχρέωναν την Επιτροπή να προβεί σε συνολική εξέταση των ζητημάτων που είχαν τεθεί. Η Επιτροπή δεν το έπραξε εν προκειμένω. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή δεν φαίνεται να εξέτασε καθόλου διάφορα πραγματικά περιστατικά που φαίνεται να ασκούν επιρροή. Όσον αφορά άλλες, η Επιτροπή φαίνεται ότι βασίστηκε απλώς σε δηλώσεις της ενοχοποιούμενης εταιρείας χωρίς να χρησιμοποιήσει τα μέσα που είχε στη διάθεσή της για να επαληθεύσει την ορθότητα των εν λόγω δηλώσεων. Θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ίδια η Επιτροπή επισημαίνει ότι έχει ήδη λάβει παρόμοια καταγγελία σχετικά με τη συμμετοχή των μέσων εμπορικής άμυνας στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, πολύ πριν από εκείνη που υπέβαλε ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση (10). Επομένως, η Επιτροπή φαίνεται ότι είχε στη διάθεσή της επαρκή χρόνο για να αποσαφηνίσει την κατάσταση, αποκτώντας όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

2.10 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη της Επιτροπής να προβεί σε συνολική εξέταση των ζητημάτων που τέθηκαν συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.

3 Παράλειψη απάντησης σε επιστολές εντός εύλογης προθεσμίας

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στις επιστολές της 22ας Δεκεμβρίου 2000 και της 9ης Ιανουαρίου 2001 εντός εύλογης προθεσμίας.

3.2 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η πρώτη από τις επιστολές αυτές απεστάλη μετά το πέρας των εργασιών της Επιτροπής το 2000 και ότι στις 22 Ιανουαρίου 2001 απεστάλη απάντηση αναμονής. Όσον αφορά τη δεύτερη επιστολή, η Επιτροπή φαίνεται να ισχυρίζεται ότι έπρεπε να απαντήσει στην καταγγελία εντός 90 ημερών.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα των λεπτομερών παρατηρήσεων που υπέβαλε η Επιτροπή στη γνώμη της και στην απάντησή της στο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες, δεν συντρέχουν λόγοι συνέχισης της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.

4 Κατάχρηση εξουσίας

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η ανάθεση της σύμβασης στην TDI NRD συνιστούσε κατάχρηση εξουσίας.

4.2 Η Επιτροπή δεν διατύπωσε συγκεκριμένες παρατηρήσεις επί του ισχυρισμού αυτού.

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, παρόλο που η Επιτροπή δεν διενήργησε ολοκληρωμένη εξέταση των ζητημάτων που τέθηκαν, δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής να αναθέσει τη σύμβαση στην TDI συνιστούσε κατάχρηση εξουσίας.

5 Συμπέρασμα

5.1 Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε σχέδιο σύστασης στο οποίο πρότεινε στην Επιτροπή να προβεί σε συνολική εξέταση όλων των σχετικών ζητημάτων στην παρούσα υπόθεση. Συνέστησε επίσης στην Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της να μην αποκλείσει την TDI και την LM από την προσφορά και την επακόλουθη απόφασή της να μην ακυρώσει τη σύμβαση με την TDI υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων της εν λόγω εξέτασης.

5.2 Από την προκαταρκτική απάντηση της Επιτροπής στο σχέδιο σύστασης προκύπτει ότι η ενδιαφερόμενη υπηρεσία της Επιτροπής (EuropeAid) έχει έκτοτε κινήσει έρευνα. Φαίνεται επίσης ότι ο πρόεδρος της Επιτροπής ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) να διεξαγάγει έρευνα και ότι η OLAF ζήτησε από την EuropeAid να παράσχει ορισμένες πληροφορίες. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η EuropeAid ανέθεσε στην υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της να διεξαγάγει τις έρευνες που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή και να παράσχει τις πληροφορίες που ζήτησε η OLAF.

5.3 Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την προθυμία της Επιτροπής να διεξαγάγει έρευνα. Εκφράζει επίσης την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η OLAF διεξάγει επίσης έρευνα. Ωστόσο, η απάντηση της Επιτροπής στο σχέδιο σύστασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Η Επιτροπή είναι ενήμερη για τα εν λόγω ζητήματα εδώ και σημαντικό χρονικό διάστημα. Τα περισσότερα από τα στοιχεία που εξέτασε ο Διαμεσολαβητής είχαν ήδη περιέλθει σε γνώση της Επιτροπής στα τέλη του 2000 και στις αρχές του 2001. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό γιατί η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να διεξαγάγει την αναγκαία έρευνα εντός της περιόδου άνω των τριών μηνών που έχει παρέλθει από την υποβολή του σχεδίου σύστασης. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια δεν μπορεί παρά να επισημάνει ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε καμία ένδειξη σχετικά με το πόσο περισσότερο χρόνο θα χρειαστεί η EuropeAid για να ολοκληρώσει την έρευνά της. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η έρευνα αυτή εξυπηρετεί επίσης τον σκοπό της παροχής των πληροφοριών που ζήτησε η OLAF, είναι σαφές ότι αυτή η καθυστέρηση στην έρευνα της EuropeAid καθυστερεί αναπόφευκτα και την έρευνα που διεξήγαγε η OLAF.

5.4 Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, είναι επομένως αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τη διοίκηση να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση όταν αντιμετωπίζει σοβαρούς ισχυρισμούς περί κακοδιοίκησης σχετικά με πρόσκληση υποβολής προσφορών. Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων υπέβαλε σοβαρά επιχειρήματα και ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι υπήρχαν «ιδιαίτεροι δεσμοί» μεταξύ του αναδόχου και άλλων εταιρειών ή προσώπων που συμμετείχαν στον διαγωνισμό και ότι, ως εκ τούτου, ο ανάδοχος θα έπρεπε να είχε αποκλειστεί από τον διαγωνισμό. Η Επιτροπή δεν προέβη σε διεξοδική εξέταση των ζητημάτων που έθεσε ο καταγγέλλων. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

6 Έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Το άρθρο 3 παράγραφος 7 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (11) προβλέπει ότι ο Διαμεσολαβητής, αφού διατυπώσει σχέδιο σύστασης και λάβει την εμπεριστατωμένη γνώμη του οικείου θεσμικού οργάνου ή οργανισμού, διαβιβάζει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό.

6.2 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι η υπηρεσία EuropeAid της Επιτροπής εξακολουθεί να διερευνά το θέμα. Το πιο σημαντικό, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης φαίνεται επίσης να έχει ξεκινήσει έρευνα που εξακολουθεί να εκκρεμεί. Ως εκ τούτου, δεν είναι προφανές ποια μέτρα θα μπορούσε να λάβει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή επί του παρόντος. Επιπλέον, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ελπίδα ότι ο Διαμεσολαβητής θα είναι σε θέση να θέσει γρήγορα την υπόθεση στο αρχείο. Δεδομένων των περιστάσεων αυτών, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σκόπιμο να υποβληθεί ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην παρούσα υπόθεση.

6.3 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αποστείλει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στην Επιτροπή και θα την συμπεριλάβει στην ετήσια έκθεση για το 2002, η οποία θα υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

6.4 Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Μαζί με τη γνώμη της, η Επιτροπή υπέβαλε αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε η TDI στην Επιτροπή στις 13 Οκτωβρίου 2000 και με το οποίο η TDI απάντησε σε ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 2000 ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το «καθεστώς/σχέση» της TDI με την LM και την TMS.

(2) «Εγχειρίδιο οδηγιών: Συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών που συνάπτονται στο πλαίσιο της κοινοτικής συνεργασίας με τρίτες χώρες», SEC (1999) 1801, που εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 10 Νοεμβρίου 1999.

(3) Η επιστολή της TDI της 11ης Ιανουαρίου 2001 αναφέρεται σε εξαγορά της DEVCO από την TDI. Η Επιτροπή παρέπεμψε σε νέα επιστολή της TDI της 20ής Μαρτίου 2001 για «διευκρινίσεις» σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ DEVCO, TDI και DCI. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, η DEVCO είχε εξαγοραστεί από την DCI και ήταν θυγατρική κατά 100 % της DCI.

(4) Αυτό το άρθρο από το ενημερωτικό δελτίο εάν η ομάδα TDI 2000/2001 υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα. Ονομάζει τον κ. M. ως συντάκτη του και αναφέρεται σε εργασίες που πραγματοποιήθηκαν από το «TDI Natural Resources, and formerly Devco».

(5) «38. Ο ανάδοχος και όλες οι συνδεδεμένες εταιρείες και όλα τα μέλη κοινοπραξίας υπό την ηγεσία του αναδόχου για την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της παρούσας σύμβασης αποκλείονται από όλες τις κλειστές και ανοικτές προσφορές που προκηρύσσει η αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο της υλοποίησης της παροχής βοήθειας της ΕΕ στα κράτη εταίρους της Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης και, πέραν αυτής της περιόδου, από την εκτέλεση έργων στην προετοιμασία των οποίων συμμετείχε ο ανάδοχος.»

(6) Οι παρατηρήσεις αυτές περιλαμβάνουν 35 σελίδες συν παραρτήματα.

(7) Δεν παρέχονται λεπτομέρειες σχετικά με τη σχέση μεταξύ DCI και TMS. Ωστόσο, δεδομένου ότι η TDI, η LM και η TMS αναφέρονται όλες ως θυγατρικές της DCI, είναι πιθανό η DCI να κατέχει όλες (ή σχεδόν όλες) τις μετοχές της TMS, όπως συμβαίνει όσον αφορά την LM και την TDI.

(8) Αυτή η έκφραση έχει χρησιμοποιηθεί για λόγους ευκολίας. Ωστόσο, δεν είναι απολύτως ακριβής από δύο απόψεις. Πρώτον, και όπως προαναφέρθηκε, μία από τις προσφορές υποβλήθηκε από την TDI NRD, η οποία δεν είναι η ίδια εταιρεία αλλά μέρος της TDI. Ωστόσο, δεδομένου ότι η διάκριση αυτή είναι άνευ σημασίας για τους παρόντες σκοπούς, η ΕΤΑΑ και η ΕΤΑΑ θα αναφέρονται στο κείμενο ως μία και η αυτή οντότητα. Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι σχετικές προσφορές υποβλήθηκαν όχι από τις προαναφερθείσες εταιρίες, αλλά από τις κοινοπραξίες στις οποίες ανήκαν.

(9) Ο Διαμεσολαβητής υποθέτει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρεται στον όρο «ειδική σχέση» στο πλαίσιο αυτό οφείλεται σε σφάλμα που διέπραξε ο μεταφραστής των γνωμοδοτήσεων της Επιτροπής (οι οποίες υποβλήθηκαν αρχικά στα γαλλικά).

(10) Βλέπε το ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής προς την TDI της 26ης Ιουλίου 2000, στο οποίο ζητείται από τον αποδέκτη, λόγω «ενδεχόμενης περίπτωσης αποκλεισμού», να παράσχει «όλες τις πληροφορίες» σχετικά με τη σχέση της TDI με την LM και την TMS.

(11) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!