Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 227/2001/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 227/2001/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 26 Φεβρουαρίου 2001 - Απόφαση στις Δευτέρα | 25 Ιουνίου 2001
Αξιότιμε κ. B.,
Στις 14 Φεβρουαρίου 2001, υποβάλατε, εξ ονόματος της B. GmbH, καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της καταγγελίας που υποβάλατε στις 15 Σεπτεμβρίου 1999 σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 17/62.
Στις 26 Φεβρουαρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
Στις 2 Μαΐου 2001, έλαβα τη γνώμη της Επιτροπής και σας τη διαβίβασα στις 8 Μαΐου 2001 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 18 Μαΐου 2001, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Η καταγγέλλουσα είναι γερμανική εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο τούβλων.
Το 1994, η Επιτροπή χορήγησε, υπό διάφορες προϋποθέσεις και για περίοδο πέντε ετών (1992-1997), απαλλαγή βάσει των κανόνων ανταγωνισμού σε συμφωνία μεταξύ Ολλανδών παραγωγών τούβλων που αποσκοπούσε στη μείωση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας προκειμένου να εξισορροπηθεί η αγορά (1).
Τον Σεπτέμβριο του 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε, βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού 17 παράγραφος 2, καταγγελία στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής, στην οποία ισχυριζόταν ότι οι σχετικές ολλανδικές εταιρείες και η ένωσή τους είχαν διαπράξει αρκετές σοβαρές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είχε απολέσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία λόγω των εν λόγω παραβάσεων. Στις 9 Μαρτίου 2000, και απαντώντας σε υπενθύμιση που απέστειλε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αρχίσει να εξετάζει την καταγγελία του. Απαντώντας σε νέο έγγραφο, η Επιτροπή διευκρίνισε, με έγγραφο της 20ής Σεπτεμβρίου 2000, ότι η εξέταση των καταγγελιών στον τομέα του ανταγωνισμού απαιτεί ορισμένο χρόνο. Στις 15 Ιανουαρίου 2001, ο καταγγέλλων ζήτησε εκ νέου να μάθει σε ποιο βαθμό είχε προχωρήσει η εξέταση της Επιτροπής και πότε ήταν πιθανό να ολοκληρωθεί. Με σύντομο έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να δηλώσει πότε θα περατωθεί η εξέτασή της, δεδομένου ότι δεν διέθετε ακόμη όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της καταγγελίας.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο καταγγέλλων πρότεινε επίσης να τροποποιηθεί ο κανονισμός 17 ώστε να προβλέπει υψηλότερες κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν αρμόδιος να εξετάσει την πρότασή του για τροποποίηση του κανονισμού 17 και ότι μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Μετά την υποβολή της καταγγελίας στις 15 Σεπτεμβρίου 1999, η Επιτροπή είχε άτυπες επαφές τόσο με τον B. όσο και με τις ολλανδικές αρχές ανταγωνισμού προκειμένου να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση. Στις 6 Μαρτίου 2000 απεστάλη επίσημο αίτημα παροχής πληροφοριών στη Βασιλική Ομοσπονδία Ολλανδών Κατασκευαστών Τούβλων (KNB). Η απάντηση της KNB, η οποία περιελάμβανε αρκετές εκατοντάδες σελίδες στα ολλανδικά, ελήφθη στις 11 Απριλίου 2000.
Αφού μελέτησαν τα έγγραφα που υπέβαλε η KNB, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προετοίμασαν και απέστειλαν αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε 25 ολλανδούς κατασκευαστές πλίνθων στις 11 Νοεμβρίου 2000. Οι απαντήσεις στα αιτήματα αυτά ελήφθησαν το Δεκέμβριο του 2000 και τον Ιανουάριο του 2001. Μετά την ανάλυση των απαντήσεων αυτών, απεστάλησαν περαιτέρω αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε 16 Βέλγους και 16 Γερμανούς κατασκευαστές πλίνθων στις 26 Ιανουαρίου και στις 30 Ιανουαρίου αντίστοιχα. Οι απαντήσεις άρχισαν να φτάνουν τον Φεβρουάριο του 2001. Η Επιτροπή σκόπευε τώρα να αποστείλει περίπου 40 αιτήσεις παροχής πληροφοριών στους Γερμανούς εμπόρους τούβλων τις επόμενες εβδομάδες.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας, όταν ο καταγγέλλων είχε ζητήσει πληροφορίες, λάμβανε πάντοτε απάντηση σε εύθετο χρόνο. Δυστυχώς, κατά καιρούς δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθούν οι προσδοκίες των τελευταίων λόγω νομικών περιορισμών, π.χ. όταν ζητήθηκε πρόσβαση σε έγγραφα που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια προηγούμενης διαδικασίας.
Οι ακόλουθοι λόγοι εξηγούν τον χρόνο που καταναλώθηκε για τη διεξαγωγή των προαναφερόμενων σταδίων της έρευνας:
* μετά από μια πρώτη έρευνα, δεν υπήρχαν ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία για παράβαση και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε δώσει προτεραιότητα στην εξέταση πιο τεκμηριωμένων υποθέσεων
* η μονάδα που ήταν αρμόδια για την εξέταση της υπόθεσης ήταν μικρή και υπεύθυνη για διάφορα θέματα· Επιπλέον, υπήρξαν αρκετές αλλαγές προσωπικού από τότε που ξεκίνησε η έρευνα.
* δεδομένου του μεγέθους της μονάδας, ήταν μερικές φορές δύσκολο να καλυφθούν οι γλώσσες των κρατών μελών εκτός από εκείνες που χρησιμοποιούνται συχνότερα· επειδή τα έγγραφα της KNB καθώς και πολλές άλλες απαντήσεις σε αιτήματα παροχής πληροφοριών ήταν στα ολλανδικά, η μονάδα χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να αναλύσει σε βάθος το περιεχόμενό τους.
Η Επιτροπή έκρινε ότι η υπόθεση διεκπεραιωνόταν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και ότι εξακολουθούσε να διερευνά ενεργά την καταγγελία. Με την επιφύλαξη των αποτελεσμάτων της τελευταίας αίτησης παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή εκτίμησε ότι θα είναι σε θέση να ολοκληρώσει τη διερεύνηση εντός του 2001. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι σε αυτό το στάδιο το αποτέλεσμα της έρευνάς της δεν μπορούσε να προβλεφθεί.
Η Επιτροπή υπέβαλε λεπτομερή κατάλογο της αλληλογραφίας που είχε ανταλλαγεί και των επαφών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ήταν σε θέση να χορηγήσει απαλλαγή για τον σχετικό τομέα χωρίς να εξετάσει κατά πόσον τα προϊόντα που καλύπτονται από την απαλλαγή παρήχθησαν καθόλου. Ο καταγγέλλων ρώτησε επίσης με ποιον τρόπο οι εταιρείες που επωφελήθηκαν από την απαλλαγή ήταν σε θέση να αυξήσουν τις τιμές τους κατά σχεδόν 60 % κατά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής, ενώ ο γενικός συντελεστής αύξησης των τιμών των οικοδομικών υλικών ήταν μόλις 15 %. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι ερωτήσεις αυτές αφορούσαν διαρθρωτικό πρόβλημα και πρέπει να απαντηθούν ανεξάρτητα από την καταγγελία που υποβλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1999.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Πεδίο εφαρμογής της απόφασης1.1 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων πρότεινε την τροποποίηση των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ ώστε να προβλέπονται υψηλότερες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεων. Στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή έχει ανατεθεί το καθήκον να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Δεν έχει την εξουσία να τροποποιεί ή να τροποποιεί τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ. Ωστόσο, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον ενδιαφερόμενο ότι η πρότασή του θα μπορούσε να υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
1.2 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων έθεσε διάφορα ερωτήματα σχετικά με την απαλλαγή που χορήγησε η Επιτροπή το 1994 σε μια συμφωνία μεταξύ Ολλανδών παραγωγών τούβλων (3). Οι ερωτήσεις αυτές δεν σχετίζονται με τον χειρισμό από την Επιτροπή της καταγγελίας που υποβλήθηκε το 1999 και δεν φαίνεται να έχουν υποβληθεί ακόμη στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, δεν θα εξεταστούν περαιτέρω εν προκειμένω.
1.3 Ως εκ τούτου, η παρούσα απόφαση αφορά μόνο τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με τον χειρισμό της καταγγελίας του από την Επιτροπή.
2 Παράλειψη διεκπεραίωσης της καταγγελίας εντός εύλογης προθεσμίας2.1 Τον Σεπτέμβριο του 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε, βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού 17 παράγραφος 4, καταγγελία στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής, στην οποία ισχυριζόταν ότι οι σχετικές ολλανδικές εταιρείες και η ένωσή τους είχαν διαπράξει αρκετές σοβαρές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία του εντός εύλογης προθεσμίας.
2.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υπόθεση εξετάζεται εντός εύλογης προθεσμίας και ότι εξακολουθεί να διερευνά ενεργά την καταγγελία. Επισημαίνει ότι οι επίσημες αιτήσεις παροχής πληροφοριών απεστάλησαν σε διάφορα πρόσωπα τέσσερις φορές (6 Μαρτίου 2000, 11 Νοεμβρίου 2000, 26 και 30 Ιανουαρίου 2001) και ότι επρόκειτο να αποσταλούν περαιτέρω αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι ορισμένοι παράγοντες, όπως η έλλειψη πόρων και το γεγονός ότι η γλώσσα στην οποία συντάχθηκαν τα περισσότερα από τα σχετικά έγγραφα ήταν η ολλανδική, εξηγούσαν τον χρόνο που απαιτήθηκε για την έρευνα.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πληροφορίες που έχει στην κατοχή του δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Είναι σαφές ότι οι έρευνες σχετικά με καταγγελίες που αφορούν αντιανταγωνιστική συμπεριφορά μπορεί να είναι χρονοβόρες, ιδίως εάν πρέπει να συγκεντρωθούν πληροφορίες από διάφορες πηγές, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω. Λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της καταγγελίας, τα διάφορα διαδικαστικά μέτρα που έχει λάβει μέχρι στιγμής η Επιτροπή και τα προβλήματα που επισημάνθηκαν, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι υπήρξαν υπερβολικές καθυστερήσεις στην έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένος.
2.4 Υπό το φως των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κλείνει τον φάκελο.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Απόφαση της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/34.456 - Stichting Baksteen), ΕΕ 1994, L 131, σ. 15.
(2) Κανονισμός αριθ. 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης, ΕΕ αριθ. 13, 21. 2. 1962, σ. 204.
(3) Απόφαση της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/34.456 - Stichting Baksteen), ΕΕ 1994, L 131, σ. 15.
(4) Κανονισμός αριθ. 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης, ΕΕ αριθ. 13, 21. 2. 1962, σ. 204.