Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1194/2000/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1194/2000/JMA - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 17 Οκτωβρίου 2000 - Απόφαση στις Πέμπτη | 07 Ιουνίου 2001
Αξιότιμε κύριε/Αξιότιμη κυρία,
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2000, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία σας αφορούσε τον χειρισμό από το θεσμικό όργανο επίσημης καταγγελίας που είχατε αποστείλει στο θεσμικό όργανο στις 22 Δεκεμβρίου 1999 και η οποία αφορούσε εικαζόμενη μη τήρηση του κοινοτικού δικαίου από τη γαλλική νομοθεσία που διέπει τα κριτήρια επιλογής των πλοιάρχων και των υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για τα αλιευτικά σκάφη.
Στις 17 Οκτωβρίου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έλαβα τη γνώμη της Επιτροπής στις 31 Ιανουαρίου 2001, την οποία σας διαβίβασα στις 15 Φεβρουαρίου 2001, με πρόσκληση να διατυπώσω παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμούσατε. Έλαβα τις παρατηρήσεις σας στις 7 Μαρτίου 2001.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Οι καταγγέλλοντες, αμφότεροι δικηγόροι του δικηγορικού γραφείου SJ Berwin & Co, ενεργώντας εξ ονόματος ομίλου γάλλων πλοιοκτητών με πλειοψηφία ισπανικού κεφαλαίου, υπέβαλαν επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή στις 22 Δεκεμβρίου 1999. Η καταγγελία τους, η οποία αναφερόταν στον ρόλο της Επιτροπής βάσει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ, υποστήριζε ότι η γαλλική νομοθεσία που απαιτεί τη γαλλική ιθαγένεια ως προϋπόθεση για τους δυνητικούς υποψηφίους για τις θέσεις πλοιάρχου ή υπαλλήλου σε γαλλικό αλιευτικό σκάφος ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής (ΓΔ Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων) απάντησαν στις 28 Φεβρουαρίου 2000 αναφέροντας ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην επιστολή των καταγγελλόντων δεν συνιστούν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και προτείνοντας να υποβάλουν το ερώτημά τους απευθείας στα γαλλικά δικαστήρια. Οι καταγγέλλοντες θεωρούσαν ότι η Επιτροπή δεν είχε δώσει τη δέουσα προσοχή στους ισχυρισμούς τους και ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε τηρήσει τη διαδικασία που είχε θεσπιστεί για τη διεκπεραίωση των επίσημων καταγγελιών. Επικοινώνησαν εκ νέου με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής με επιστολή της 9ης Μαΐου 2000. Στην απάντησή της της 26ης Ιουνίου 2000, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα προηγούμενα επιχειρήματά της.
Στην επιστολή τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι ο χειρισμός της καταγγελίας τους από την Επιτροπή ήταν ανάρμοστος, τόσο όσον αφορά i) τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και ii) τη συλλογιστική που χρησιμοποιήθηκε.
Όσον αφορά τη διαδικασία, οι καταγγέλλοντες επεσήμαναν ότι η επιστολή τους προς την Επιτροπή της 22ας Δεκεμβρίου 1999 είχε υποβληθεί στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής ως επίσημη καταγγελία βάσει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ. Ανέμεναν ότι η επιστολή τους θα καταχωριζόταν ως καταγγελία από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, θα ακολουθούσε τη διαδικασία που επιφυλάσσεται στις καταγγελίες που υποβάλλονται από πολίτες. Επισήμαναν ότι η Επιτροπή, στην απάντησή της στην πρωτοβουλία του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες για την εξέταση καταγγελιών (OII 303/97/PD), αναγνώρισε ότι όλες οι καταγγελίες που περιέρχονται στην Επιτροπή καταχωρίζονται, χωρίς εξαίρεση από τον κανόνα αυτό. Ισχυρίστηκαν ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν είχαν τηρηθεί στην περίπτωσή τους. Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, εκτός από τη διαβίβαση της επιστολής τους στη ΓΔ Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, θα έπρεπε επίσης να είχε συμβουλευτεί άλλες σχετικές υπηρεσίες, όπως η ΓΔ Ενέργειας & Μεταφορών ή η ΓΔ Αλιείας.
Όσον αφορά τη συλλογιστική που ακολούθησε η Επιτροπή για να μην ξεκινήσει έρευνα σχετικά με το αντικείμενο που καταγγέλλεται στην επιστολή, οι καταγγέλλοντες δήλωσαν ότι το θεσμικό όργανο αγνόησε τη σχετική νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων. Προσθέτουν ότι η στάση της Επιτροπής έρχεται σε πλήρη αντίθεση με εκείνη που υιοθετήθηκε για τους πιλότους αεροπορικών πλοίων. Ωστόσο, οι καταγγέλλοντες υπογράμμισαν ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης δεν αποτελούσε αντικείμενο της καταγγελίας τους στον Διαμεσολαβητή.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ Επιτροπή εξήγησε κατ’ αρχάς το ιστορικό της υποθέσεως. Αναφέρθηκε στους δύο ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες, δηλαδή ότι οι υπηρεσίες της δεν είχαν διεκπεραιώσει σωστά την επιστολή τους, ούτε όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ούτε την αιτιολογία που δόθηκε.
Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η ΓΔ Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων στην παρούσα υπόθεση αντικατοπτρίζουν τη μακροχρόνια θέση του θεσμικού οργάνου επί του θέματος. Σε ορισμένες διαδικασίες επί παραβάσει κατά αρκετών κρατών μελών στις αρχές της δεκαετίας του '90, η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι οποιοσδήποτε περιορισμός με βάση την ιθαγένεια για την απασχόληση ναυτικών ήταν ασυμβίβαστος με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Ωστόσο, το θεσμικό όργανο προσέθεσε ότι, στις προσφυγές του ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε πάντοτε υπογραμμίσει ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν πρέπει να ισχύουν για τις θέσεις του πλοιάρχου και του πρώτου υπαλλήλου. Οι περισσότερες σχετικές δικαστικές διαδικασίες είχαν διευθετηθεί από τα αρμόδια κράτη μέλη, εκτός από την υπόθεση που κινήθηκε κατά της Γαλλίας. Η απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Μαρτίου 1996 επί του θέματος αυτού επέτρεψε να γίνουν δημοσίως γνωστά τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
Όσον αφορά τις εσωτερικές διαβουλεύσεις με άλλες υπηρεσίες, η Επιτροπή θεώρησε ότι το θέμα αυτό εμπίπτει στην αποκλειστική της αρμοδιότητα. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι ζητήθηκε η γνώμη άλλων υπηρεσιών, ιδίως εκείνων που είναι αρμόδιες για την ενέργεια και τις μεταφορές, σχετικά με τη γενική θέση του θεσμικού οργάνου, καθώς και στη συγκεκριμένη περίπτωση που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες.
Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε ότι οι υπηρεσίες της αποφάσισαν να μην καταχωρίσουν την επιστολή του καταγγέλλοντος ως επίσημη καταγγελία, δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο είχε λάβει σαφή και σταθερή θέση σχετικά με το θέμα που καταγγέλλεται στην επιστολή των καταγγελλόντων.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις τους επί της γνώμης της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες επεσήμαναν ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει τον ισχυρισμό τους, δηλαδή τη μη καταχώριση της επίσημης καταγγελίας τους. Εξήγησαν ότι η εν λόγω καταχώριση παρέχει διάφορες διαδικαστικές εγγυήσεις για τον πολίτη, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση δεν είχαν τηρηθεί.
Οι καταγγέλλοντες αμφισβήτησαν επίσης τα ουσιαστικά επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή για τη μη έναρξη έρευνας σχετικά με την καταγγελία τους. Εξήγησαν ότι το θεσμικό όργανο έχει εφαρμόσει ανόμοια κριτήρια σχετικά με τους παραδεκτούς περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, ανάλογα με το θιγόμενο επάγγελμα και την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής που εμπλέκεται. Κατά την άποψή τους, το θεσμικό όργανο δεν έχει αξιολογήσει πλήρως την εφαρμογή των εξαιρέσεων από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφοι 3 και 4 της συνθήκης ΕΚ στους πλοιάρχους πλοίων. Ανέφεραν, ωστόσο, ότι οι εκτιμήσεις τους σχετικά με τη συλλογιστική της Επιτροπής ήταν μόνο δευτερεύουσες και επικουρικές σε σχέση με το μοναδικό αίτημά τους προς τον Διαμεσολαβητή, δηλαδή τον εσφαλμένο χειρισμό της επίσημης καταγγελίας τους από την Επιτροπή.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για τη διεκπεραίωση των καταγγελιών1.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις καθιερωμένες διαδικασίες για τον χειρισμό της καταγγελίας τους. Το θεσμικό όργανο δεν την καταχώρισε ως καταγγελία, κατά παράβαση των δημόσιων δεσμεύσεών του κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας του Διαμεσολαβητή 303/97/PD, και δεν υπήρξε κατάλληλη διαβούλευση μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων υπηρεσιών της Επιτροπής.
1.2 Η Επιτροπή εξήγησε ότι οι υπηρεσίες της αποφάσισαν να μην καταχωρίσουν την επιστολή του καταγγέλλοντος ως επίσημη καταγγελία, διότι έκριναν ότι το αντικείμενό της δεν συνιστούσε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Όσον αφορά την έλλειψη εσωτερικής διαβούλευσης, η Επιτροπή πιστεύει ότι το θέμα αυτό εμπίπτει στις αποκλειστικές της αρμοδιότητες. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι η διαβούλευση αυτή όντως πραγματοποιήθηκε.
1.3 Ένα από τα βασικά καθήκοντα της Επιτροπής στο πλαίσιο του ρόλου της ως «θεματοφύλακα της συνθήκης» σύμφωνα με το άρθρο 211 της συνθήκης ΕΚ, είναι να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Επιτροπή διερευνά πιθανές παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες περιέρχονται στην αντίληψή της σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα καταγγελιών πολιτών.
Εάν, ως αποτέλεσμα της έρευνάς της, η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, το άρθρο 226 της παρέχει την εξουσία να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά του υπεύθυνου κράτους μέλους και, εάν είναι αναγκαίο, να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι σοβαρές επιπτώσεις αυτού του τρόπου δράσης καθιστούν αναγκαία την πλήρη τήρηση των εφαρμοστέων ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων κατά την εφαρμογή του, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα όλων των ενδιαφερόμενων μερών.
1.4 Όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή κατά τον χειρισμό των επίσημων καταγγελιών των πολιτών, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τα σχετικά κριτήρια έχουν καθοριστεί από το θεσμικό όργανο στην απάντησή του στην πρωτοβουλία του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες για την εξέταση καταγγελιών που αφορούν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη (1), καθώς και στο παράρτημα που επισυνάπτεται στο τυποποιημένο έντυπο καταγγελίας (2).
Στην απάντησή της στην πρωτοβουλία του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ανέλαβε την ακόλουθη δέσμευση:
«[.] οι καταγγελίες ιδιωτών [.] απολαύουν διαδικαστικών εγγυήσεων τις οποίες η Επιτροπή αναπτύσσει και βελτιώνει συνεχώς [.].
[..A]όλες οι καταγγελίες που περιέρχονται στην Επιτροπή καταχωρίζονται και [ότι] δεν γίνονται εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό. Μόλις η Επιτροπή λάβει καταγγελία, επιβεβαίωσε την παραλαβή της με επιστολή προς τον καταγγέλλοντα με συνημμένο παράρτημα, στην οποία εξηγούνται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας επί παραβάσει».
Το παράρτημα που επισυνάπτεται στο έντυπο καταγγελίας της Επιτροπής εξηγεί λεπτομερώς τις διαδικαστικές εγγυήσεις που απορρέουν από την καταχώριση επιστολής ως καταγγελίας:
"α) Μετά την καταχώρισή της στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, κάθε καταγγελία [.] λαμβάνει επίσημο αριθμό αναφοράς. Αποδεικτικό παραλαβής που φέρει τον αριθμό αναφοράς, το οποίο πρέπει να αναφέρεται σε κάθε αλληλογραφία, αποστέλλεται αμέσως στον καταγγέλλοντα [.].
β) Όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής υποβάλλουν παρατηρήσεις στις αρχές των κρατών μελών κατά των οποίων στρέφεται η καταγγελία, συμμορφώνονται με την επιλογή του καταγγέλλοντος στο τμήμα 15 [εμπιστευτικό].
γ) Η Επιτροπή θα προσπαθήσει να λάβει απόφαση επί της ουσίας [.] εντός δώδεκα μηνών από την καταχώριση της καταγγελίας [.].
δ) Η αρμόδια υπηρεσία θα ειδοποιήσει εκ των προτέρων τον καταγγέλλοντα εάν προτίθεται να προτείνει στην Επιτροπή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.»
1.5 Οι διαδικαστικές αυτές εγγυήσεις, ωστόσο, δεν έχουν άμεση σχέση με τη φύση των ενεργειών στις οποίες πρέπει να προβεί το θεσμικό όργανο σε απάντηση των ισχυρισμών που διατυπώνονται στην καταγγελία.
Όπως επισήμανε το ίδιο το θεσμικό όργανο στο παράρτημά του στο τυποποιημένο έντυπο της καταγγελίας:
«Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής μπορούν να αποφασίσουν εάν πρέπει ή όχι να δοθεί συνέχεια σε μια καταγγελία με βάση τους κανόνες και τις προτεραιότητες που καθορίζει η Επιτροπή.»
Ανεξάρτητα από τη φύση της δράσης που πρέπει να αναλάβει η Επιτροπή, η ύπαρξη ορισμένων διαδικαστικών εγγυήσεων εγγυάται την ορθή διεκπεραίωση των καταγγελιών.
1.6 Οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν στην Επιτροπή επίσημη καταγγελία βάσει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ. Στην απάντησή της στην πρωτοβουλία 303/97/PD του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες για την εξέταση καταγγελιών, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να καταχωρίζει όλες τις καταγγελίες που αποστέλλονται στο θεσμικό όργανο, χωρίς εξαίρεση. Παρά τη δημόσια αυτή επιχείρηση, οι αρμόδιες υπηρεσίες παρεξέκλιναν από τον κανόνα αυτόν στην υπό κρίση υπόθεση.
Μη καταχωρίζοντας την καταγγελία, η Επιτροπή αγνόησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που θέσπισε το ίδιο το θεσμικό όργανο για να εξασφαλίσει την ορθή διαδικασία.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εν λόγω παράλειψη της Επιτροπής συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
1.7 Όσον αφορά την εικαζόμενη έλλειψη διαβούλευσης μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θέματα όπως ο συντονισμός των διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής και ο βαθμός συμμετοχής τους σε μια συγκεκριμένη απόφαση, από τη φύση τους, εμπίπτουν στις αρμοδιότητες εσωτερικής οργάνωσης του θεσμικού οργάνου.
Έτσι, σε αυτό το είδος υποθέσεων, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι μια έρευνα θα ήταν δικαιολογημένη μόνο όταν τα θέματα αυτά αποτελούν την άμεση και άμεση αιτία της παράλειψης του θεσμικού οργάνου να ενεργήσει σύμφωνα με έναν δεσμευτικό κανόνα ή αρχή.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι η Επιτροπή είχε πράγματι προβεί σε εσωτερική διαβούλευση μεταξύ των υπηρεσιών της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
2. Εξέταση των ισχυρισμών των καταγγελλόντων2.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν είχε αξιολογήσει διεξοδικά τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν στην επίσημη καταγγελία τους, ιδίως μη λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την υφιστάμενη νομολογία. Ωστόσο, στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες ανέφεραν ότι η γνώμη τους σχετικά με την ορθότητα των επιχειρημάτων της Επιτροπής δεν ήταν το αντικείμενο της καταγγελίας τους στον Διαμεσολαβητή, αλλά απλώς δευτερεύουσα και επικουρική σε σχέση με τον ισχυρισμό τους.
2.2 Με βάση τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν υπάρχει λόγος να διεξαχθεί έρευνα όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3. ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, κρίνεται αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ. Στην απάντησή της στην πρωτοβουλία 303/97/PD του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες για την εξέταση καταγγελιών, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να καταχωρίζει όλες τις καταγγελίες που αποστέλλονται στο θεσμικό όργανο, χωρίς εξαίρεση. Παρά τη δημόσια αυτή επιχείρηση, οι αρμόδιες υπηρεσίες παρεξέκλιναν από τον κανόνα αυτόν στην υπό κρίση υπόθεση.
Μη καταχωρίζοντας την καταγγελία, η Επιτροπή αγνόησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που θέσπισε το ίδιο το θεσμικό όργανο για να εξασφαλίσει την ορθή διαδικασία.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εν λόγω παράλειψη της Επιτροπής συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεδομένου ότι αυτές οι πτυχές της υπόθεσης αφορούν διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός του θέματος, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να μην συνεχίσει την έρευνά του για το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Απόφαση στην αυτεπάγγελτη έρευνα 303/97/PD, Ετήσια έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για το 1997, σ. 271-272.
(2) Παράλειψη κράτους μέλους να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο: τυποποιημένο έντυπο για τις καταγγελίες που πρέπει να υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή· ΕΕ C 119 της 30.04.1999, σ. 5.