FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1003/2000/ADB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 29 Μαρτίου 2001

Αξιότιμη κυρία S.,

Στις 10 Αυγούστου 2000, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να απαντήσει στις επιστολές σας και να σας βοηθήσει σε διαφορά με το Πανεπιστήμιο Πατρών.

Στις 31 Αυγούστου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 4 Δεκεμβρίου 2000 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Έλαβα τις παρατηρήσεις σας στις 17 Ιανουαρίου 2001.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Κατά το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998, ο καταγγέλλων δίδαξε Ευρωπαϊκό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Πατρών (εφεξής «Πανεπιστήμιο»). Τα δίδακτρα αυτά δόθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου Jean Monnet, το οποίο προέβλεπε κοινοτική χρηματοδότηση. Ο καταγγέλλων είχε προσληφθεί από το Πανεπιστήμιο ως εμπειρογνώμονας.

Στο τέλος της σύμβασής της, η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε ότι το πανεπιστήμιο δεν ήταν σε θέση να της καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές (περίπου 2.325 €). Το πανεπιστήμιο υποστήριξε ότι η καταβολή της επιδοτήσεως από την Επιτροπή διακόπηκε απότομα. Μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε ότι η εικαζόμενη διακοπή των πληρωμών οφειλόταν στη μη συμμόρφωση του πανεπιστημίου με τη σύμβαση χρηματοδότησης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε χορηγήσει κονδύλια για τη δημιουργία έδρας Jean Monnet στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο προτεινόμενος κάτοχος της έδρας δεν πληρούσε τις απαιτήσεις της σύμβασης.

Τον Μάρτιο του 2000, θεωρώντας ότι η Επιτροπή, διακόπτοντας τις πληρωμές και ακυρώνοντας τη σύμβαση, έφερε κάποια ευθύνη για την κατάστασή της, η καταγγέλλουσα ζήτησε από το θεσμικό όργανο να την βοηθήσει στη διαφορά της με το Πανεπιστήμιο.

Ο καταγγέλλων δεν έλαβε καμία απάντηση. Ως εκ τούτου, στις 10 Αυγούστου 2000 υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

  • Η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στα έγγραφά της.
  • Όταν κατήγγειλε τη σύμβαση με το Πανεπιστήμιο, η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει τις έμμεσες συνέπειες της ενέργειάς της έναντι τρίτων.
  • Για να διευθετηθεί η κατάσταση, η Επιτροπή θα πρέπει να ζητήσει οικονομική ανάλυση για τη χρήση των χορηγηθέντων κονδυλίων από το Πανεπιστήμιο.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία ήταν συνοπτικά η ακόλουθη:

Η επιστολή του καταγγέλλοντος απαντήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2000, λίγο πριν ενημερωθεί η Επιτροπή για την παρούσα καταγγελία. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην απάντηση, αλλά εξήγησε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος είχε καταστήσει αναγκαία την αναζήτηση περαιτέρω πληροφοριών από το Πανεπιστήμιο. Μολονότι η απάντηση του Πανεπιστημίου στην Επιτροπή δεν ήταν ικανοποιητική, ο καταγγέλλων έλαβε απάντηση.

Η δημιουργία έδρας Jean Monnet στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο προέβλεψε την καταβολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετήσιας επιχορήγησης ύψους 15.000 €. Στο τέλος του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο κάτοχος της έδρας Jean Monnet στο ευρωπαϊκό δίκαιο ήταν στην πραγματικότητα καθηγητής οικονομικών. Έτσι, δεν μπορούσε, όπως απαιτούσε η σύμβαση, να δώσει ο ίδιος τα μαθήματα. Τρεις εξωτερικοί εμπειρογνώμονες, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, είχαν προσληφθεί για να το πράξουν.

Η αθέτηση της συμβάσεως οδήγησε την Επιτροπή να επανεξετάσει τη χορήγηση της επιδοτήσεως. Μετά από διαπραγματεύσεις με το Πανεπιστήμιο, η έδρα Jean Monnet μετατράπηκε σε τρεις ενότητες για τις οποίες η Επιτροπή έπρεπε να καταβάλλει ετήσια επιχορήγηση 4.000 € ανά ενότητα. Η νέα ετήσια επιχορήγηση είχε ήδη καταβληθεί για το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998, δεδομένου ότι αντιστοιχούσε στην πρώτη πληρωμή που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρώην έδρας Jean Monnet. Η καταβολή των υποτροφιών για τα επόμενα ακαδημαϊκά έτη καθυστέρησε λόγω της αδυναμίας του Πανεπιστημίου να παράσχει εγκαίρως τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία.

Όσον αφορά την ευθύνη της, η Επιτροπή έκρινε ότι η σύμβαση χρηματοδότησης δεν είχε ακυρωθεί αλλά απλώς τροποποιηθεί. Υπογράμμισε επίσης ότι δεν υπήρχε σύμβαση μεταξύ των καθηγητών και της Επιτροπής. Η καταγγέλλουσα θα πρέπει να επιδιώξει επανόρθωση σε εθνικό επίπεδο βάσει της σύμβασης εργασίας της με το Πανεπιστήμιο. Η επιχορήγηση είχε καταβληθεί εξ ολοκλήρου για το ακαδημαϊκό έτος που ενδιαφέρει τον καταγγέλλοντα. Το Πανεπιστήμιο δεν ανέφερε οικονομικά προβλήματα που απορρέουν από τη μείωση της επιχορήγησης από 15.000 € σε 12.000 € μετά την τροποποίηση της σύμβασης.

Όσον αφορά την έκθεση και την οικονομική ανάλυση, η Επιτροπή εξήγησε ότι είχαν παρασχεθεί από το Πανεπιστήμιο για το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998. Ωστόσο, η Επιτροπή αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες όσον αφορά την κατάρτιση εκθέσεων και την οικονομική κατανομή για τα επόμενα έτη, καθώς και για τις τρεις ενότητες του 1997. Τέλος, όλα τα έγγραφα απεστάλησαν μόλις στις 24 Οκτωβρίου 2000 και εγκρίθηκαν από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν θα επιδιώξει την ανάκτηση των ήδη χορηγηθέντων κονδυλίων και ότι θα καταβάλει το ποσό των 24.000 € για τα έτη 1998-1999 και 1999-2000.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Στην απάντησή της της 15ης Ιανουαρίου 2001, η καταγγέλλουσα ανέφερε τα εξής:

Όσον αφορά την απάντηση που η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι απέστειλε στις 4 Σεπτεμβρίου 2000, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι έφθασε παραδόξως μόλις ένα μήνα αργότερα και ότι δεν εξέτασε όλες τις αξιώσεις της κατά του πανεπιστημίου.

Ολόκληρη η χρηματοδότηση μιας έδρας Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο είχε ξεκινήσει λανθασμένα. Το Πανεπιστήμιο διόρισε λάθος καθηγητή και η Επιτροπή δεν έλεγξε τα προσόντα του.

Το Πανεπιστήμιο δεν είχε παράσχει στην Επιτροπή οικονομική ανάλυση για την περίοδο 1997-1998. Η Επιτροπή ούτε διαμαρτυρήθηκε για την κατάσταση αυτή ούτε ζήτησε από το πανεπιστήμιο να της παράσχει την οικονομική ανάλυση. Η Επιτροπή αντιμετώπισε την όλη υπόθεση απερίσκεπτα. Δεν έλεγξε τη χρήση της πρώτης πληρωμής των 12.000 € που καταβλήθηκε για την έδρα Jean Monnet. Επιπλέον, δεν αντέδρασε στον ισχυρισμό του Πανεπιστημίου σύμφωνα με τον οποίο η μικρότερη επιχορήγηση δεν θα επέτρεπε την πληρωμή δαπανών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί για τη λειτουργία της έδρας Jean Monnet.

Συνοπτικά, η καταγγέλλουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή είναι συνυπεύθυνη για την παράλειψη του πανεπιστημίου να της καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι το Πανεπιστήμιο θα χρησιμοποιήσει τα 24.000 € που χορηγήθηκαν για τα έτη 1998-1999 και 1999-2000 για την πληρωμή της.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στις επιστολές του καταγγέλλοντος

1.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στις επιστολές της με τις οποίες ζήτησε βοήθεια στο πλαίσιο διαφοράς με το Πανεπιστήμιο Πατρών.

1.2 Η Επιτροπή ενημέρωσε το Διαμεσολαβητή ότι είχε απαντήσει στις 4 Σεπτεμβρίου 2000, λίγο πριν λάβει γνώση της παρούσας καταγγελίας. Ωστόσο, εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην απάντηση στον καταγγέλλοντα, εξηγώντας ότι οφειλόταν σε ενέργειες στις οποίες είχε προβεί με το Πανεπιστήμιο.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στην απάντησή της η Επιτροπή δεν εξετάζει όλους τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας που διατυπώνονται στην επιστολή της προς την Επιτροπή της 20ής Μαρτίου 2000. Ωστόσο, οι πληροφορίες που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα φαίνεται ότι κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή από το πανεπιστήμιο μόλις στις 24 Οκτωβρίου 2000 και, ως εκ τούτου, δεν ήταν διαθέσιμες όταν απεστάλη η απάντηση της Επιτροπής. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος εξετάστηκαν στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

1.4 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν εντόπισε στοιχεία κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2 Επί της παραλείψεως της Επιτροπής να λάβει υπόψη τις συνέπειες της καταγγελίας της συμβάσεως χρηματοδοτήσεως

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, όταν κατήγγειλε τη σύμβαση χρηματοδότησης με το Πανεπιστήμιο, η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει τις έμμεσες συνέπειες της δράσης της σε τρίτους.

2.2 Η Επιτροπή εξήγησε ότι η σύμβαση χρηματοδότησης είχε απλώς τροποποιηθεί και δεν είχε καταγγελθεί. Στο Πανεπιστήμιο Πατρών είχε καταβληθεί το 80% της αρχικά προβλεπόμενης επιχορήγησης. Η καταγγέλλουσα θα πρέπει να αναζητήσει εθνικούς τρόπους προσφυγής προκειμένου να πληρωθεί σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας που συνήψε με το Πανεπιστήμιο.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με τους γενικούς όρους για τη δημιουργία έδρας Jean Monnet, ο κάτοχος της έδρας θα πρέπει να πραγματοποιεί ο ίδιος όλα τα δίδακτρα. Οι αιτήσεις που προβλέπουν την κατανομή των διδάκτρων μεταξύ καθηγητών ή την πρόσκληση για εξωτερικούς καθηγητές πρέπει να θεωρούνται απαράδεκτες. Ως εκ τούτου, η σύμβαση εργασίας που συνήψε το Πανεπιστήμιο με τον καταγγέλλοντα δεν έπρεπε να υφίσταται και συνήφθη κατά παράβαση της σύμβασης χρηματοδότησης.

2.4 Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το σύνολο της επιχορήγησης θα έπρεπε να είχε καταβληθεί στο Πανεπιστήμιο, ανεξάρτητα από τις παρατυπίες, προκειμένου να μπορέσει το Πανεπιστήμιο να τηρήσει τις συμβάσεις που συνήψε με τρίτους.

2.5 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή σχετικά με την αναθεώρηση και τη μείωση της επιχορήγησης φαίνεται να συνάδουν με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των κοινοτικών κονδυλίων. Δεν υπάρχουν προφανείς λόγοι να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τις δεσμεύσεις που ανέλαβε το Πανεπιστήμιο έναντι τρίτων κατά παράβαση της σύμβασης χρηματοδότησης. Όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης.

3 Το αίτημα για χρηματοοικονομικές κατανομές για τον έλεγχο της χρήσης των χορηγηθέντων κονδυλίων

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε ελέγξει τη χρήση των χορηγηθέντων κονδυλίων ζητώντας τις οικονομικές κατανομές από το Πανεπιστήμιο.

3.2 Η Επιτροπή εξήγησε ότι, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις, το πανεπιστήμιο υπέβαλε τις σχετικές οικονομικές αναλύσεις μόλις στις 24 Οκτωβρίου 2000. Τα έγγραφα αυτά θεωρήθηκαν ικανοποιητικά και, ως εκ τούτου, τα κεφάλαια που είχαν παρακρατηθεί έπρεπε να καταβληθούν στο Πανεπιστήμιο.

3.3 Οι έλεγχοι που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα φαίνεται ότι διενεργήθηκαν στο πλαίσιο των ελέγχων σχετικά με τη χρήση των επιχορηγήσεων. Οι καθυστερήσεις στη διαδικασία δεν μπορούν να αποδοθούν στην Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής δεν εντόπισε στοιχεία κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

4 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!