FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1564/99/(XD)ADB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 12 Νοεμβρίου 2001

Αξιότιμε κ. X

Στις 22 Δεκεμβρίου 1999, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών για το έτος 1998.

Στις 28 Ιανουαρίου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 25 Απριλίου 2000 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Έλαβα τις παρατηρήσεις σας στις 5 Ιουλίου 2000. Υποβάλατε περαιτέρω παρατηρήσεις στις 13 και 14 Ιουλίου, στις 14 Σεπτεμβρίου, στις 23 Οκτωβρίου, στις 6 και 29 Δεκεμβρίου 2000, καθώς και στις 4 Φεβρουαρίου και στις 15 Μαΐου 2001. Χρειάστηκαν περαιτέρω έρευνες. Η Επιτροπή μου απέστειλε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 6 Ιουλίου 2001 και έλαβα τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις σας στις 2 Οκτωβρίου 2001.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο καταγγέλλων ήταν υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Θεώρησε τον εαυτό του θύμα παρενόχλησης και, ως εκ τούτου, ζήτησε να μεταφερθεί σε γενική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όταν έφυγε από τη ΓΔ, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ιεραρχία του προσπάθησε να του επιβάλει αισθητά χειρότερη έκθεση βαθμολογίας από τις προηγούμενες. Αποφάσισε να ασκήσει έφεση εναντίον της. Κατά τους ισχυρισμούς του, η ιεραρχία του τον συμβούλευσε ανεπίσημα να αποδεχθεί την έκθεση προκειμένου να μην θέσει σε κίνδυνο τη σταδιοδρομία του. Ωστόσο, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην προσφυγή του και η έκθεση βαθμολογίας του τροποποιήθηκε.

Κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας, σημειώθηκαν σημαντικές καθυστερήσεις στην κατάρτιση της έκθεσης βαθμολογίας 1995-1997 του καταγγέλλοντος και δυσκολίες στην προαγωγή του. Πιστεύει ότι αυτά μπορεί να είναι τα επακόλουθα των προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά την αποχώρησή του από τη ΓΔ.

Στις 9 Μαρτίου 1998, ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσημη καταγγελία στη Μικτή Επιτροπή Εκθέσεων Προσωπικού (εφεξής «ΜΕΚΒ») σχετικά με την καθυστέρηση στην κατάρτιση της έκθεσής του. Στις 10 Ιουλίου 1998, δεδομένου ότι η μεικτή επιτροπή δεν είχε απαντήσει, υπέβαλε διοικητική ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»).

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ο πίνακας των προαγώγιμων υπαλλήλων του 1998 δεν θα μπορούσε να είχε καταρτιστεί κανονικά ελλείψει της προαναφερθείσας έκθεσης βαθμολογίας. Κατά συνέπεια, στις 5 Ιουνίου 1998, άσκησε προσφυγή ενώπιον της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την προαγωγή κατά της αποφάσεώς της να τον περιλάβει μόνο στην όγδοη θέση του πίνακα προτάσεων. Ο πρόεδρος της επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προσφυγή του ήταν απαράδεκτη χωρίς αιτιολόγηση. Μετά τη δημοσίευση, τον Αύγουστο του 1998, του πίνακα των υπαλλήλων που κρίθηκαν ως οι πλέον άξιοι προαγωγής και την απουσία του ονόματος του καταγγέλλοντος στον εν λόγω πίνακα, υπέβαλε διοικητική ένσταση στις 10 Νοεμβρίου 1998, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, προκειμένου να προαχθεί. Η ΑΔΑ απέρριψε την ένστασή του στις 2 Μαρτίου 1999.

Εν τω μεταξύ, στις 29 Ιανουαρίου 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε εκ νέου ένσταση κατά της ελλείψεως της εκθέσεως βαθμολογίας για την περίοδο 1995-1997 και του πίνακα των προαχθέντων υπαλλήλων, σύμφωνα με το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Τον Μάιο του 1999, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή - ΓΔ IX - παραδέχθηκε την καθυστέρηση της διαδικασίας και αποφάσισε να χορηγήσει αποζημίωση 250 € για την ηθική βλάβη του καταγγέλλοντος. Ενημερώθηκε επίσης ότι θα δοθεί προτεραιότητα στον χειρισμό του φακέλου του.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1999, λόγω των συνεχιζόμενων δυσκολιών όσον αφορά την κατάρτιση της έκθεσης βαθμολογίας και τη διαδικασία προαγωγής, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

1. Η έκθεση προσωπικού που καλύπτει την υπηρεσία του καταγγέλλοντος για την περίοδο 1995-1997 δεν έχει οριστικοποιηθεί, κατά παράβαση του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του άρθρου 7 των γενικών διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 43.

2. Η διαδικασία προαγωγών για το έτος 1998 πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να συμμετάσχει στη διαδικασία προαγωγών.

3. Το θεσμικό όργανο χρησιμοποίησε παρελκυστικές τακτικές στη διαδικασία προσφυγής που κίνησε ο καταγγέλλων.

4. Ο καταγγέλλων είναι θύμα παρενόχλησης.

Ο καταγγέλλων αναμένει από την Επιτροπή να αναγνωρίσει τα γεγονότα, να του χορηγήσει αποζημίωση και να επανεξετάσει την προαγωγή του για το έτος 1998.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία ήταν συνοπτικά η ακόλουθη:

1. Στην πράξη, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 7 των γενικών διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης μπορούν να εφαρμοστούν μόνο μετά τον ορισμό του εισηγητή. Στην περίπτωση της έκθεσης προσωπικού 1995-1997, οι προθεσμίες δεν μπόρεσαν να τηρηθούν λόγω δύο ιδιαίτερων προβλημάτων. Αφενός, ένας εξαιρετικός όγκος εκθέσεων που υποβάλλονται στην επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις βαθμολογίας. Από την άλλη πλευρά, μια κατάσταση αδιεξόδου των εργασιών της από τα τέλη του 1997 έως τις αρχές του 1998 λόγω της άρνησης των εκπροσώπων του προσωπικού να παραστούν στις συνεδριάσεις.

Επιπλέον, οι προθεσμίες δεν τηρούνται ποτέ στην πράξη, διότι η κοινή εταιρική κοινωνική ευθύνη δεν βρίσκεται σε μόνιμη σύνοδο και οι εκθέσεις εκκρεμούν μέχρι την ημέρα της συνόδου. Πολλοί άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με τον καταγγέλλοντα. Η καθυστέρηση στην εξέταση της έκθεσης του καταγγέλλοντος δεν ήταν σε καμία περίπτωση σκόπιμη. Εξάλλου, η καθυστέρηση αυτή έγινε δεκτή και χορηγήθηκε στον καταγγέλλοντα αποζημίωση ύψους 250 €.

2. Η διαδικασία προαγωγών για το έτος 1998 ήταν σύμφωνη με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Πράγματι, μολονότι η έκθεση βαθμολογίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο αξιολόγησης σε περίπτωση προαγωγής, η έλλειψή της δεν εμποδίζει τη διαδικασία προαγωγής. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να λάβει υπόψη άλλες πληροφορίες σχετικά με τα προσόντα των υπαλλήλων. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, λόγω των δυσκολιών που προέκυψαν από τις αλλαγές στο σύστημα της έκθεσης βαθμολογίας, συμφωνήθηκε με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τις επαγγελματικές οργανώσεις ότι τα μόρια που αποδίδονται στην έκθεση βαθμολογίας 1995-1997 θα είναι ουδέτερα κατά τη διαδικασία προαγωγών.

Η Γενική Διεύθυνση, η οποία πρότεινε να προωθήσει τον καταγγέλλοντα, έλαβε υπόψη τα προσόντα του, τις δεξιότητές του και το έργο του με βάση τις προηγούμενες εκθέσεις βαθμολογίας του καταγγέλλοντος, την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, το σχέδιο έκθεσης βαθμολογίας για την περίοδο 1995-1997 και τα σχόλιά του επ' αυτού. Η μεικτή επιτροπή προαγωγών έλαβε υπόψη σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998 που συνέταξε ο δευτεροβάθμιος αξιολογητής του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, παρά τα προσόντα του καταγγέλλοντος, η μεικτή επιτροπή προαγωγών αποφάσισε να μην συμπεριλάβει τον καταγγέλλοντα στον κατάλογο των υπαλλήλων που κρίθηκαν άξιοι προαγωγής για το έτος 1998, βάσει συγκριτικής εξέτασης των προσόντων των υπαλλήλων.

Το γεγονός ότι ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι υπήρξε «πλήρης διακοπή» στη βαθμολόγηση μεταξύ των προηγούμενων εκθέσεων βαθμολογίας και του σχεδίου για την περίοδο 1995-1997 είναι σύνηθες. Το νέο σύστημα της έκθεσης προσωπικού που θεσπίστηκε το 1997 είχε ακριβώς ως στόχο να θέσει τέλος στην πρακτική της πολύ υψηλής βαθμολογίας.

Εξάλλου, ο καταγγέλλων προήχθη το 1999, χωρίς την έκθεση βαθμολογίας του για την περίοδο 1995-1997, γεγονός που αποδεικνύει ότι η έλλειψή της δεν σταματά τη διαδικασία προαγωγής.

3. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η καθυστέρηση στη διαδικασία προσφυγής που κίνησε ο καταγγέλλων δεν είναι σκόπιμη. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΚΕΚΕ αρνήθηκε την αναθεώρηση της έκθεσης βαθμολογίας του προκειμένου να μην υπονομευθεί ολόκληρη η διαδικασία προαγωγών λόγω της υπερβολικά μεγάλης καθυστέρησης. Αυτή η προσωπική εξήγηση δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε προαχθεί, παρόλο που το ΚΕΚΕ δεν είχε δώσει τη γνώμη του σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας. Επιπλέον, η αναθεώρηση της έκθεσης βαθμολογίας εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου αξιολογητή, ακόμη και μετά τη γνωμοδότηση της ΚΕΚΕ, η οποία δεν είναι υποχρεωτική.

4. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι είναι θύμα παρενόχλησης αναφέρεται κυρίως στο χρονικό διάστημα πριν από τον διορισμό του στην παρούσα υπηρεσία.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων ανέφερε τα εξής:

1. Το άρθρο 7 των γενικών διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ο οδηγός για τις εκθέσεις βαθμολογίας δεν αφήνουν καμία αμφιβολία σχετικά με το χρονοδιάγραμμα για την κατάρτιση της έκθεσης βαθμολογίας. Η όλη διαδικασία έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 1997. Η έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος καταρτίστηκε τελικά στις 7 Απριλίου 2000, με καθυστέρηση 27 μηνών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνη για την καθυστέρηση. Στην πραγματικότητα, αποφάσισε η ίδια τη δημιουργία ενός νέου συστήματος εκθέσεων προσωπικού, το οποίο είναι η αιτία της υποτιθέμενης «ασυνήθιστης» κατάστασης.

Η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απορρέει επίσης από το γεγονός ότι δεν επικαλέστηκε εξαιρετικές περιστάσεις που θα την εμπόδιζαν να δώσει προτεραιότητα στον χειρισμό του φακέλου του καταγγέλλοντος.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν έλαβε ποτέ την αποζημίωση των 250 € που υποσχέθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σε επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 2000, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι σε παρόμοια υπόθεση που εκδικάστηκε από το Πρωτοδικείο (1) (T-202/99), χορηγήθηκε σε άλλον υπάλληλο περίπου διπλάσια αποζημίωση.

2. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η έκθεση προσωπικού αποτελεί ουσιώδες στοιχείο αξιολόγησης σε περίπτωση προαγωγής. Ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο θα έπρεπε να έχει συμμορφωθεί με τους κανόνες που έχει θεσπίσει και να έχει καταστήσει υποχρεωτικούς για τους υπαλλήλους του.

Η πρόταση της Γενικής Διευθύνσεως να καταταγεί ο καταγγέλλων μόνο στην όγδοη θέση του πίνακα προαγωγών στηρίζεται στο επιχείρημα της ελλείψεως διαχειριστικών αρμοδιοτήτων, ενώ το σχέδιο εκθέσεως βαθμολογίας της περιόδου 1995-1997 ορίζει το αντίθετο.

3. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η αλληλουχία των γεγονότων που περιβάλλουν την οριστικοποίηση της έκθεσης προσωπικού του δείχνει ότι η διοίκηση καθυστέρησε τις εργασίες. Ο καταγγέλλων ενημέρωσε τη διοίκηση σχετικά με τις συνέπειες της καθυστερημένης έγκρισης της έκθεσης βαθμολογίας για την προαγωγή του. Αν και η διοίκηση αναγνώρισε την καθυστέρηση και αποφάσισε να καταβάλει στον καταγγέλλοντα αποζημίωση, ο φάκελος του καταγγέλλοντος προφανώς δεν θεωρήθηκε προτεραιότητα.

4. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι είναι θύμα παρενόχλησης, είναι αλήθεια ότι αναφέρεται τόσο στην παρούσα υπηρεσία του όσο και στην πρώην ΓΔ. Ωστόσο, και οι δύο υπηρεσίες αποτελούν μέρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Σύμφωνα με την τελική έκθεση σχετικά με έρευνα γνώμης του προσωπικού, όσον αφορά την παρενόχληση, φαίνεται ότι υπάρχει πραγματικό ζήτημα διακρίσεων και «παρενόχλησης» στην υπηρεσία.

Περαιτέρω παρατηρήσεις που απέστειλε ο καταγγέλλων

Στις 29 Δεκεμβρίου 2000, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις βαθμολογίας παρέβη το άρθρο 26 του ΚΥΚ. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να εξετάσει τον νέο ισχυρισμό στο πλαίσιο της υφιστάμενης έρευνας, δεδομένου ότι συνδέεται στενά με τους προηγούμενους ισχυρισμούς.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998 που αναφέρεται στη γνώμη της Επιτροπής δεν του κοινοποιήθηκε ποτέ. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η απόφαση της μεικτής επιτροπής προαγωγών να μην τον προαγάγει ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι τα έγγραφα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή να αντιταχθούν από το θεσμικό όργανο κατά υπαλλήλου μόνον εφόσον του κοινοποιήθηκαν πριν από την κατάθεσή τους.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ

Στις 11 Μαΐου 2001, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν με τον καταγγέλλοντα για να ελέγξουν αν είχε καταβληθεί η αποζημίωση που είχε υποσχεθεί για την καθυστέρηση στην κατάρτιση της έκθεσης βαθμολογίας του. Στις 15 Μαΐου 2001, ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσε να βρει κανένα ίχνος τέτοιας πληρωμής.

Στις 23 Μαΐου 2001, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώσει σχετικά με το σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα, καθώς και σχετικά με την καθυστέρηση στην καταβολή της υποσχεθείσας αποζημίωσης.

Στις 6 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην καταβολή της αντιστάθμισης και την απέδωσε σε εσωτερική παρανόηση. Το ποσό θα καταβληθεί γρήγορα. Όσον αφορά το σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998, η Επιτροπή τόνισε ότι σκοπός του ήταν να εξηγήσει τις επιλογές που έγιναν στο πλαίσιο της διαδικασίας προώθησης. Το σημείωμα, το οποίο συνέκρινε τα προσόντα των προαγώγιμων υπαλλήλων, δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της εκθέσεως βαθμολογίας του καταγγέλλοντος. Το σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998 διαβιβάστηκε στον Διαμεσολαβητή προς έλεγχο. Κατόπιν ρητού αιτήματος της Επιτροπής, δεν επρόκειτο να διαβιβαστεί στον καταγγέλλοντα ή σε οποιονδήποτε τρίτο.

Στις παρατηρήσεις του της 1ης Οκτωβρίου 2001, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι η αντιστάθμιση των 250 ευρώ είχε καταβληθεί στις 19 Ιουλίου 2001. Ωστόσο, εκφράζει τη λύπη του για την υπερβολική καθυστέρηση και, βάσει της νομολογίας, τονίζει ότι σε παρόμοιες καταστάσεις έχουν καταβληθεί πολύ υψηλότερα ποσά σε άλλους υπαλλήλους. Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η ευθύνη της Επιτροπής για την κατάρτιση της έκθεσης βαθμολογίας του υπερβαίνει κατά πολύ την αποζημίωση των 250 €. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η νομολογία που ανέφερε δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωσή του, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι κατά τον χρόνο της διαδικασίας προαγωγής δεν διέθετε οριστική έκθεση βαθμολογίας. Τέλος, όσον αφορά το εμπιστευτικό σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998, ο καταγγέλλων κάλεσε τον Διαμεσολαβητή να επιθεωρήσει το έγγραφο και να ελέγξει κατά πόσον παραβιάζει τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Ο καταγγέλλων παρείχε επίσης στον Διαμεσολαβητή πληροφορίες που δεν αποτελούν μέρος της παρούσας έρευνας, αλλά αφορούν άλλες καταγγελίες ή πιθανές νέες καταγγελίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Ως εκ τούτου, η παρούσα απόφαση δεν θα ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Καθυστέρηση στην κατάρτιση της έκθεσης προσωπικού για την περίοδο 1995-1997

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η έκθεση προσωπικού που καλύπτει την υπηρεσία του για την περίοδο 1995-1997 δεν έχει οριστικοποιηθεί, κατά παράβαση του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του άρθρου 7 των γενικών διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 43.

1.2 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η διοίκηση έπρεπε να αντιμετωπίσει σοβαρές καθυστερήσεις που προέρχονταν κυρίως από την εφαρμογή μιας νέας διαδικασίας. Πολλοί άλλοι αξιωματούχοι βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση, η οποία δεν είχε εκ προθέσεως χαρακτήρα. Κατόπιν καταγγελίας βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στη διαδικασία. Ως εκ τούτου, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ IX (Προσωπικό και Διοίκηση) της Επιτροπής χορήγησε αποζημίωση 250 € στον καταγγέλλοντα και τον ενημέρωσε ότι θα ζητούσε από τον πρόεδρο της ΚΕΚΕ να δώσει προτεραιότητα στον φάκελο του καταγγέλλοντος.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η μη έγκαιρη κατάρτιση έκθεσης βαθμολογίας αποτελεί υπηρεσιακό σφάλμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει στην καταβολή αποζημίωσης (2).

1.4 Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, η έκθεση προσωπικού καταρτίστηκε τελικά κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή στις 7 Απριλίου 2000. Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα του άρθρου 7 των γενικών διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η καθυστέρηση ανήλθε σε 27 μήνες.

1.5 Η παράλειψη της Επιτροπής να οριστικοποιήσει την έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που ορίζουν οι γενικές διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αποτέλεσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη και κατέβαλε αποζημίωση για την καθυστέρηση.

2 Εικαζόμενη παρατυπία στη διαδικασία προώθησης για το έτος 1998.

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία προαγωγών για το 1998 διεξήχθη κατά παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να συμμετάσχει στη διαδικασία προαγωγών, δεδομένου ότι η έκθεση βαθμολογίας του δεν είχε οριστικοποιηθεί. Το άρθρο 45 προβλέπει ότι οι προαγωγές αποφασίζονται «μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων και των σχετικών εκθέσεων».

2.2 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η έλλειψη της εκθέσεως βαθμολογίας δεν διακόπτει απαραιτήτως τη διαδικασία προαγωγών, δεδομένου ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία. Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστήριξε ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις λόγω του εξαιρετικού όγκου των εκθέσεων που υποβλήθηκαν στην επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις βαθμολογίας και του αδιεξόδου των εργασιών της. Κατά την Επιτροπή, τα ακόλουθα στοιχεία σχετικά με τον καταγγέλλοντα ελήφθησαν υπόψη κατά τη διαδικασία προαγωγών για το 1998: τις προηγούμενες εκθέσεις βαθμολογίας του καταγγέλλοντος, την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, το σχέδιο έκθεσης βαθμολογίας για την περίοδο 1995-1997, τις παρατηρήσεις του επ' αυτού, καθώς και σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998 που συνέταξε ο δευτεροβάθμιος αξιολογητής του καταγγέλλοντος.

2.3 Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, μια διαδικασία προαγωγών χαρακτηρίζεται από παρατυπία όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν ήταν σε θέση να συγκρίνει τα προσόντα των υποψηφίων λόγω σημαντικών διοικητικών καθυστερήσεων στην κατάρτιση μίας ή περισσότερων εκθέσεων βαθμολογίας (3). Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η απουσία περιοδικών εκθέσεων μπορεί να αντισταθμιστεί από την ύπαρξη άλλων πληροφοριών σχετικά με τα προσόντα του υπαλλήλου (4).

2.4 Εν προκειμένω, η έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος για την περίοδο 1995-1997 δεν οριστικοποιήθηκε εγκαίρως ώστε να ληφθεί υπόψη για τη διαδικασία προαγωγών του 1998. Η Επιτροπή απέδωσε την καθυστέρηση σε εξαιρετικές περιστάσεις και, ως εκ τούτου, αιτιολόγησε ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία για την προώθηση. Αυτή η εξήγηση φαίνεται λογική.

2.5 Με τις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διερωτήθηκε αν η εκ μέρους της Επιτροπής συνεκτίμηση σημειώματος της 15ης Ιουνίου 1998, το οποίο συνέταξε ο δευτεροβάθμιος βαθμολογητής, ήταν σύμφωνη με τον ΚΥΚ.

2.6 Το άρθρο 26 παράγραφος 5 και το άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν ότι οι αποφάσεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής δεν βασίζονται σε έγγραφα που δεν έχουν κοινοποιηθεί στον υπάλληλο. Ωστόσο, οι γνώμες των ανωτέρων που συγκρίνουν τα προσόντα των υπαλλήλων δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΥΚ. Καταρχήν, δεν κοινοποιούνται στον υπάλληλο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιέχουν εκτιμήσεις σχετικά με την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν ήδη στον ατομικό φάκελο (6). Εν προκειμένω, το σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998 ελέγχθηκε από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή. Είναι συγκριτικού χαρακτήρα και δεν περιέχει αξιολόγηση της ικανότητας, της αποτελεσματικότητας ή της συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος. Έτσι, το σημείωμα της 15ης Ιουνίου 1998 μπορούσε νομίμως να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας προώθησης χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στον καταγγέλλοντα.

2.7 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος δεν αποκάλυψε κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

3 Ο ισχυρισμός περί καθυστερημένης τακτικής

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι το θεσμικό όργανο χρησιμοποίησε παρελκυστικές τακτικές στη διαδικασία προσφυγής που κίνησε ο καταγγέλλων.

3.2 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι καθυστερήσεις στη διαδικασία προσφυγής δεν ήταν εσκεμμένες και ότι η προσωπική εξήγηση σχετικά με την καθυστέρηση που έδωσε ο καταγγέλλων δεν επιβεβαιώθηκε από τα πραγματικά περιστατικά.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η καθυστέρηση στις εκθέσεις βαθμολογίας επηρέασε πολλούς άλλους υπαλλήλους και, ως εκ τούτου, φαίνεται να αποτελεί γενικό πρόβλημα κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου.

3.4 Δεν υπάρχει καμία ένδειξη στον φάκελο ότι η Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει εσκεμμένα ελιγμούς καθυστέρησης για να βλάψει τον καταγγέλλοντα. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν σε σχέση με τις δυσκολίες εφαρμογής μιας νέας διαδικασίας φαίνονται εύλογες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης σε σχέση με την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.

4 Επί του ισχυρισμού περί παρενοχλήσεως

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι είναι θύμα παρενόχλησης.

4.2 Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξήγησε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορούσε το χρονικό διάστημα πριν από τον διορισμό του στην παρούσα υπηρεσία. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων αποδείχθηκε ότι ήταν ο δράστης της παρενόχλησης, μετά από ηλεκτρονική αλληλογραφία με 80 συναδέλφους.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ως παρενόχληση μπορεί να οριστεί κάθε κακόβουλη ενέργεια η οποία, μέσω της επανάληψής της ή της σοβαρότητάς της, θίγει την αξιοπρέπεια ή τη σωματική ή διανοητική κατάσταση υπαλλήλου (7).

4.4 Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχουν προσκομιστεί δεόντως αποδεικτικά στοιχεία κακόβουλης πρόθεσης από τους συναδέλφους ή τους ανωτέρους του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

5 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν οριστικοποίησε την έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που ορίζουν οι γενικές διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης αφορά διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος και ότι η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη και κατέβαλε αποζημίωση για την καθυστέρηση, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός του ζητήματος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Απόφαση του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 5ης Οκτωβρίου 2000. Léon Rappe κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Υπόθεση T-202/99

(2) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1992. Giovanni Barbi κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Υπόθεση T-68/91. Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα II-2127

(3) Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 17ης Δεκεμβρίου 1992. Moriz κατά Επιτροπής. C-68/91. Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-6849

(4) Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 1980. Pierre Gratreau κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 156/79 και 51/80. Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1980, σ. 3943. Σημείο 22

(5) Άρθρο 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης: «Ο ατομικός φάκελος υπαλλήλου περιλαμβάνει:

α) όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά του,

( ) τα έγγραφα που αναφέρονται στο στοιχείο α) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή να αντιταχθούν από το όργανο κατά υπαλλήλου μόνον εφόσον του κοινοποιήθηκαν πριν από την κατάθεσή τους. ( )"

(6) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 1993. Jean-Panayotis Tsirimokos κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Υπόθεση T-76/92. Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993, σ. II-1281. Σημεία 33-35.

Απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 1995. Alain-Pierre Allo κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Υπόθεση T-496/93. Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου - SC 1995 σελίδα IA-0127· II-0405. Σημεία 75-76.

(7) Βλ. διάλεξη της 20ής Σεπτεμβρίου 1999 προς το προσωπικό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από την κα Marie-France Hirigoyen (ψυχοθεραπεύτρια): "Comprendre le phénomène du harcèlement moral sur le lieu de travail"

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!