FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1473/99/GG κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας


Στρασβούργο, 14 Δεκεμβρίου 2000

Αγαπητέ
κ. P., Στις 29 Νοεμβρίου 1999, υποβάλατε καταγγελία, εξ ονόματος του κ. P., στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σχετικά με τον χειρισμό από την ΕΚΤ της αίτησης του κ. P. για τη θέση του «Κύριου Υποστηρικτή του Συστήματος» στην ΕΚΤ.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1999, διαβίβασα την καταγγελία στην ΕΚΤ προκειμένου αυτή να διατυπώσει τα σχόλιά της.
Η ΕΚΤ απέστειλε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας στις 28 Μαρτίου 2000 και σας τη διαβίβασα στις 4 Απριλίου 2000 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 10 Μαΐου 2000, έλαβα τις παρατηρήσεις σας επί της γνώμης της Επιτροπής.
Στις 8 Ιουνίου 2000, απηύθυνα επιστολή στην ΕΚΤ προκειμένου να ζητήσω περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία. Η ΕΚΤ απέστειλε την απάντησή της (στα αγγλικά) στις 18 Ιουλίου 2000. Δεδομένου ότι η ΕΚΤ είχε ζητήσει να θεωρηθεί εμπιστευτικό ένα από τα παραρτήματα του υπομνήματός της απαντήσεως, απηύθυνα επιστολή στην ΕΚΤ στις 25 Ιουλίου 2000 προκειμένου να ζητήσω μια μη εμπιστευτική εκδοχή του εν λόγω εγγράφου. Ενημερωθήκατε σχετικά τηλεφωνικώς στις 26 Ιουλίου 2000. Την 1η Αυγούστου 2000, σας απέστειλα αντίγραφο της γερμανικής μετάφρασης της απάντησης της ΕΚΤ στην αίτησή μου για παροχή πληροφοριών που είχα λάβει στις 28 Ιουλίου 2000 και η οποία δεν περιείχε το εν λόγω έγγραφο.
Στις 11 Αυγούστου 2000, η ΕΚΤ μου απέστειλε μη εμπιστευτική εκδοχή του επίμαχου εγγράφου. Στις 29 Αυγούστου 2000, σας διαβίβασα αντίγραφο της απάντησης της ΕΚΤ στο αίτημά μου για παροχή πληροφοριών, καθώς και των παραρτημάτων της, με την πρόσκληση να διατυπώσω παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμούσατε.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2000, μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με την απάντηση της ΕΚΤ στο αίτημά μου για παροχή πληροφοριών.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ


Ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα (ΕΝΙ) το 1995 ως ειδικός του UNIX. Το 1998 τον ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Η θέση του στην ΕΚΤ περιγράφηκε ως θέση συντονιστή συστημάτων UNIX εντός της Γενικής Διεύθυνσης Υπηρεσιών Πληροφοριών (DG-IS). Την άνοιξη του 1998, αποκαλύφθηκε ότι, στο πλαίσιο της μεταφοράς προς την ΕΚΤ, θα έπρεπε να καλυφθούν αρκετές κενές θέσεις. Στις 10 Ιουνίου 1998, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση για τη θέση του «κύριου συστήματος υποστήριξης». Η θέση αυτή παραχωρήθηκε στη συνέχεια από την ΕΚΤ σε άλλο πρόσωπο που εργαζόταν επίσης στη ΓΔ-ΠΥ. Η ΕΚΤ δεν δημοσίευσε καμία προκήρυξη κενής θέσης.
Μη έχοντας λάβει επίσημη απάντηση στην αίτησή του, ο καταγγέλλων απέστειλε υπενθύμιση στις 20 Ιανουαρίου 1999. Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε στη συνέχεια ανεπίσημα ότι η αίτησή του είχε απορριφθεί. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων επέμενε να μάθει τους λόγους που οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησής του, πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον γενικό διευθυντή της ΓΔ-IS στις 2 Μαρτίου 1999. Το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης δεν ικανοποίησε τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, στις 21 Απριλίου 1999, η καταγγέλλουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Προέδρου της ΕΚΤ. Ισχυρίστηκε ότι οι ηγετικές θέσεις στην ΕΚΤ είχαν πληρωθεί με βάση την εθνικότητα και την ιδιωτική φιλία και όχι για επαγγελματικούς λόγους. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την άποψη του γενικού διευθυντή της ΓΔ-IS σύμφωνα με την οποία ο επιτυχών υποψήφιος είχε διοριστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων πτυχών, την προηγούμενη εποπτική πείρα που είχε αποκτήσει ως επικεφαλής της ομάδας υποστήριξης και αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος και τις ευρείες τεχνικές γνώσεις του που ήταν κατάλληλες για τη θέση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο/η επιτυχών/-ούσα υποψήφιος/-α δεν είχε ούτε πανεπιστημιακό πτυχίο ούτε είχε ολοκληρώσει παρόμοια μορφή περαιτέρω εκπαίδευσης. Φαίνεται ότι ο εν λόγω υποψήφιος προερχόταν από μια συγκεκριμένη Εθνική Κεντρική Τράπεζα (ΕθνΚΤ), όπως και ορισμένα άλλα μέλη του προσωπικού της ΓΔ-IS, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του γενικού διευθυντή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο νεποτισμός ήταν ο κύριος παράγοντας που εξηγούσε τον διορισμό του επιτυχόντος υποψηφίου. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αίτησή του δεν είχε διεκπεραιωθεί αλλά αγνοήθηκε. Ολοκληρώνει ζητώντας αμερόληπτο έλεγχο της πολιτικής προσωπικού της διοίκησης της ΓΔ-ΠΣ.
Η ΕΚΤ αποφάσισε ότι οι ισχυρισμοί ήταν τόσο σοβαροί ώστε ήταν σκόπιμο να διεξαχθεί ειδική έρευνα από εξωτερικό εμπειρογνώμονα, πρώην διευθυντή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας εξέτασε ποια θεωρούσε σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και άκουσε ορισμένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξαν ορισμένα προβλήματα, αλλά ότι τηρήθηκαν οι αρχές της χρηστής διοίκησης. Φαίνεται ότι ο εμπειρογνώμονας δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι ο επιτυχών υποψήφιος δεν πληρούσε τα κριτήρια που εικάζεται ότι σχετίζονται με την πλήρωση της θέσης.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις στον Πρόεδρο της ΕΚΤ. Ισχυρίστηκε ότι είχε αναπτυχθεί συστηματική μεροληψία υπέρ υποψηφίων από μία ΕθνΚΤ για προαγωγές εντός της ΓΔ-IS. Ο καταγγέλλων επέκρινε επίσης το γεγονός ότι η ΕΚΤ εξακολουθούσε να μην διαθέτει οδηγίες γενικής εφαρμογής για τη διαδικασία πρόσληψης. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ευρεία δυσαρέσκεια μεταξύ του προσωπικού που εργάζεται στη ΓΔ-IS και ότι σημαντικός αριθμός ατόμων είχε ήδη αποχωρήσει. Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης να του παρασχεθεί αντίγραφο της έκθεσης που συνέταξε ο ειδικός ερευνητής και των όρων εντολής βάσει των οποίων είχε εκτελέσει το έργο του.
Με επιστολή της 4ης Νοεμβρίου 1999, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ απέρριψε την προσφυγή του καταγγέλλοντος. Αντίγραφο της έκθεσης που συνέταξε ο ειδικός ελεγκτής και επιστολή του Προέδρου της ΕΚΤ προς τον ελεγκτή της 22ας Ιουνίου 1999 στην οποία εκτίθενται τα καθήκοντα του τελευταίου διαβιβάστηκαν στον καταγγέλλοντα.
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή. Στην καταγγελία του, διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
(1) Η ΕΚΤ δεν εκπλήρωσε τη σχετική θέση μέσω ομαλής και αντικειμενικής διαδικασίας. Δεν δημοσιεύθηκε προκήρυξη κενής θέσης. Ούτε το προφίλ της θέσης ούτε το εύρος του προβλεπόμενου μισθού είχαν γνωστοποιηθεί εκ των προτέρων.
(2) Η θέση έπρεπε να πληρωθεί με τη συμμετοχή της Διεύθυνσης Προσωπικού. Θα έπρεπε επίσης να είχε ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής προσωπικού.
(3) Η θέση καλύφθηκε με βάση την εθνικότητα και την ιδιωτική φιλία. Ο νεποτισμός ήταν ο κύριος παράγοντας για το διορισμό. Ο διορισθείς υποψήφιος δεν πληρούσε τα κριτήρια που καθορίζονται στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Γενικού Διευθυντή προς τον καταγγέλλοντα της 2ας Μαρτίου 1999.
(4) Η ΕΚΤ δεν απάντησε στην αίτηση εργασίας του καταγγέλλοντος και δεν αιτιολόγησε την απόφασή της.
(5) Η διαδικασία καταγγελίας δεν αντιμετωπίστηκε αντικειμενικά. Ο καταγγέλλων δεν έτυχε ακρόασης πριν από την απόρριψη της προσφυγής του.
Ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να ακούσει την κ. C., η οποία θα ήταν σε θέση να παράσχει στοιχεία σχετικά με το τι είχε συμβεί στη ΓΔ-IS με την ευκαιρία της μετάβασης από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα στην ΕΚΤ.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ


Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
Στη γνώμη της, η ΕΚΤ διατύπωσε τα ακόλουθα σχόλια:
Η ΕΚΤ ιδρύθηκε την 1η Ιουνίου 1998. Η οργανωτική δομή του νέου θεσμικού οργάνου αποφασίστηκε από την εκτελεστική επιτροπή στις 8 Ιουνίου 1998. Όλες οι Διευθύνσεις της ΕΚΤ υπέστησαν σημαντικές πιέσεις για να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες για την έναρξη του Τρίτου Σταδίου της Νομισματικής Ένωσης την 1η Ιανουαρίου 1999 και, ως εκ τούτου, η μετάβαση του προσωπικού από το ΕΝΙ στην ΕΚΤ έπρεπε να πραγματοποιηθεί επειγόντως. Δεν δημοσιεύθηκε προκήρυξη κενής θέσης για την εν λόγω θέση, ούτε μάλιστα δημοσιεύθηκαν προκηρύξεις για οποιαδήποτε από τις 30 και πλέον θέσεις ανωτέρων υπαλλήλων της ΕΚΤ που δημιουργήθηκαν όταν άρχισε να εργάζεται η ΕΚΤ. Η διαδικασία που υιοθετήθηκε σε ολόκληρη την ΕΚΤ ήταν ότι τα μέλη του προσωπικού θα μπορούσαν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για μια κύρια θέση μέσω του «έντυπου μεταβίβασης» που χρησιμοποιείται κατά τη μετάβαση από το ΕΝΙ στην ΕΚΤ. Ο καταγγέλλων γνώριζε την πλήρωση της κενής θέσης και μάλιστα υπέβαλε σχετική αίτηση σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία. Συνήθιζε στην ΕΚΤ -και ήταν στο ΕΝΙ- να μην δημοσιεύει την κατανομή των μισθολογικών κλιμακίων στις προκηρύξεις κενών θέσεων. Ωστόσο, η μισθολογική διάρθρωση ήταν διαθέσιμη στο προσωπικό της ΕΚΤ και ο καταγγέλλων θα μπορούσε να έχει λάβει πρόσθετες πληροφορίες χωρίς καμία προσπάθεια.
Δεδομένου ότι δεν είχαν υποβληθεί αιτήσεις για την εν λόγω θέση από υποψηφίους εκτός της ΓΔ-ΠΣ, η Διεύθυνση Προσωπικού είχε ενημερώσει τη διοίκηση της ΓΔ-ΠΣ ότι μπορούσε να αξιολογήσει όλες τις αιτήσεις, να καλέσει σε συνέντευξη όλους τους κατάλληλους υποψηφίους και, στη συνέχεια, να διατυπώσει σύσταση για διορισμό. Η σύσταση αυτή διαβιβάστηκε στη Διεύθυνση Προσωπικού σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες για τον διορισμό προσωπικού σε νέες θέσεις. Η ΕΚΤ δεν συμμερίζεται την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή Προσωπικού θα πρέπει να συμμετέχει σε ατομικές προσλήψεις.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η σχετική θέση είχε πληρωθεί λόγω μεροληψίας λόγω ιθαγένειας, ιδιωτικής φιλίας και νεποτισμού, η ΕΚΤ παρέπεμψε στα συμπεράσματα του ανεξάρτητου ερευνητή. Ο καταγγέλλων δεν προέβαλε επιχειρήματα για να στηρίξει το συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που διορίστηκε δεν πληρούσε τα σχετικά κριτήρια. Το πρόσωπο που διορίστηκε εκ των πραγμάτων ασκούσε τα καθήκοντα της θέσης αυτής ήδη στο ΕΝΙ.
Στις 16 Ιουνίου 1998 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα, ο οποίος είχε ενημερωθεί προφορικά ότι δεν είχε επιτύχει. Ως εκ τούτου, εξετάστηκε η αίτηση του καταγγέλλοντος. Στις 20 Ιανουαρίου 1999, ο καταγγέλλων ζήτησε για πρώτη φορά εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η αίτησή του απορρίφθηκε. Το αίτημα αυτό ελήφθη υπόψη κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαρτίου 1999.
Ο ειδικός ερευνητής είχε εκτελέσει το έργο του με πλήρη ανεξαρτησία και είχε μιλήσει στον καταγγέλλοντα τρεις φορές κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Οι όροι απασχόλησης και οι κανόνες για θέματα προσωπικού της ΕΚΤ δεν αποκλείουν ούτε ορίζουν ότι στο πλαίσιο διαδικασίας καταγγελιών παρέχεται η δυνατότητα προφορικής παρουσίασης της υπόθεσης στο όργανο λήψης αποφάσεων. Ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει αίτημα ακρόασης.
Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, η ΕΚΤ έκρινε ότι η απόφαση για τον διορισμό της κύριας υποστήριξης συστημάτων ελήφθη για βάσιμους και νόμιμους λόγους και ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος ήταν αβάσιμοι.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Οι κύριες θέσεις στην ΕΚΤ είχαν πληρωθεί χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης κενής θέσης. Το γεγονός ότι η ΕΚΤ είχε συμμορφωθεί με τη λεγόμενη «επίσημη διαδικασία» δεν μπορούσε να θεραπεύσει αυτό το ελάττωμα. Το ΕΝΙ προοριζόταν να προετοιμάσει τη σύσταση της ΕΚΤ. Επομένως, δεν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η τελευταία επικαλέστηκε την έλλειψη χρόνου για να δικαιολογήσει τις ενέργειές της.
Ο διορισθείς δεν κατείχε ανάλογη θέση στο ΕΝΙ. Είχε διατελέσει μόνο επόπτης στο γραφείο υποστήριξης. Η νέα θέση στην ΕΚΤ ονομαζόταν πλέον Principal Operations and Help Desk και το πρόσωπο που κατείχε αυτή τη θέση είχε προσληφθεί από μια ΕθνΚΤ ως τεχνικός τεκμηριωτής μόλις λίγες εβδομάδες πριν.
Ο καταγγέλλων δεν είχε κληθεί σε συνέντευξη στις 16 Ιουνίου 1998 ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή.
Οι κανόνες της ΕΚΤ για θέματα προσωπικού τους οποίους επικαλέστηκε η ΕΚΤ ήταν παράνομοι, δεδομένου ότι θα έπρεπε να είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και όχι από την Εκτελεστική Επιτροπή της, και δεδομένου ότι δεν είχαν ακόμη συζητηθεί με την Επιτροπή Προσωπικού.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ


Με
βάση τα
ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για την εξέταση της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ζητεί από την ΕΚΤ να παράσχει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα σημεία:
1) τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία ή δυνατή η δημοσίευση προκήρυξης κενής θέσης για τη συγκεκριμένη θέση·
2) αν η οικεία θέση καλύφθηκε βάσει συμβάσεως αορίστου χρόνου και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, για ποιον λόγο η ΕΚΤ έκρινε ότι, παρά τις ειδικές περιστάσεις που υφίσταντο κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν ήταν σκόπιμη η πλήρωση της θέσεως αυτής σε προσωρινή βάση· και
3) τη συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα σχετικά με την εν λόγω θέση, η οποία, σύμφωνα με την ΕΚΤ, πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 1998.
Στην απάντησή
της, η ΕΚΤ τόνισε ότι κατά τη μετάβαση από το ΕΝΙ στην ΕΚΤ, δημιουργήθηκε σημαντικός αριθμός νέων θέσεων. Προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση, αποφασίστηκε ότι σε όλα τα μέλη του προσωπικού του ΕΝΙ θα προσφερόταν μια θέση από την ΕΚΤ, η οποία στη συνέχεια θα προοριζόταν αποκλειστικά για αυτά. Ταυτόχρονα, το προσωπικό ενημερώθηκε για όλες τις «ελεύθερες» θέσεις (δηλαδή θέσεις που δεν προσφέρονται σε μέλος του προσωπικού) και κλήθηκε να γνωστοποιήσει το ενδιαφέρον του. Σε αυτή τη διαδικασία, όλες οι διευθυντικές και κύριες θέσεις δεν δημοσιεύτηκαν ως «ελεύθερες» θέσεις και πολλές από αυτές τις θέσεις είχαν αρχικά προκαθοριστεί από τα σχετικά ανώτερα διοικητικά στελέχη της EMI. Ωστόσο, δόθηκε σε όλα τα μέλη του προσωπικού η ευκαιρία να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους να ληφθούν υπόψη για τις κύριες θέσεις, μετά την οποία θα διεξαγόταν αξιολόγηση από τη διοίκηση για να διαπιστωθεί αν το μέλος του προσωπικού είχε τα προσόντα για τη θέση. Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για την εν λόγω θέση και κλήθηκε σε συνέντευξη, αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν διέθετε τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση. Η ΕΚΤ ενημέρωσε επίσης τον Διαμεσολαβητή ότι η σχετική θέση είχε πληρωθεί βάσει σύμβασης αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι αποτελούσε γενική πρακτική ο περιορισμός της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε εργασίες σχετικές με έργα ή σε περίπτωση αβεβαιότητας σχετικά με τον μελλοντικό φόρτο εργασίας, καμία από τις οποίες δεν εφαρμόστηκε στην παρούσα υπόθεση. Τέλος, η ΕΚΤ υπέβαλε υπόμνημα της 16ης Ιουνίου 1998 σχετικά με συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον καταγγέλλοντα.
Η ΕΚΤ σχολίασε επίσης τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος. Ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία πλήρωσης της σχετικής θέσης ήταν διαφανής και δίκαιη. Η ΕΚΤ επισήμανε επίσης ότι βρισκόταν στη διαδικασία επανεξέτασης της κατανομής των θέσεων στις μισθολογικές κλίμακες και είχε την πρόθεση να συμπεριλάβει τη μισθολογική βαθμίδα στις εσωτερικές προκηρύξεις κενών θέσεων. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος σχετικά με τα προηγούμενα του υποψηφίου που προτιμούσε ήταν προδήλως εσφαλμένοι.
Επιπλέον, η ΕΚΤ διαβίβασε στους υπαλλήλους σημείωμα της 24ης Απριλίου 1998 μαζί με κατευθυντήριες γραμμές για τη μεταβίβαση από το ΕΝΙ στην ΕΚΤ με περαιτέρω πληροφορίες.
Τέλος, η ΕΚΤ επισήμανε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι οι κανόνες της για θέματα προσωπικού ήταν παράνομοι είχε προβληθεί στην υπόθεση T-333/99 και, ως εκ τούτου, ήταν αβάσιμος. Ωστόσο, η ΕΚΤ υποστήριξε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν εν πάση περιπτώσει αβάσιμος.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία συνέντευξη μαζί του σχετικά με τη σχετική θέση στις 16 Ιουνίου 1998 ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ


1 Πεδίο της έρευνας
Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα («ΕΚΤ»), ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι κανόνες της ΕΚΤ για θέματα προσωπικού ήταν παράνομοι. Η ΕΚΤ έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε επίσης υποβληθεί στο Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-333/99 και, ως εκ τούτου, ήταν υπό κρίση. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί στην αρχική καταγγελία και ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε υποβληθεί στο Πρωτοδικείο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν έπρεπε να εξεταστεί στην παρούσα απόφαση. Ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να ακούσει την κ. C. η οποία θα ήταν σε θέση να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το τι είχε συμβεί στη ΓΔ-IS κατά τη μετάβαση από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα στην ΕΚΤ. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πληροφορίες που υπέβαλαν ο καταγγέλλων και η ΕΚΤ επαρκούν για την ορθή αξιολόγηση της υπόθεσης και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί ο μάρτυρας που κατονομάζει ο καταγγέλλων.
Ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να ακούσει την κ. C., η οποία θα ήταν σε θέση να παράσχει στοιχεία σχετικά με το τι είχε συμβεί στη ΓΔ-IS με την ευκαιρία της μετάβασης από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα στην ΕΚΤ. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πληροφορίες που υπέβαλαν ο καταγγέλλων και η ΕΚΤ επαρκούν για την ορθή αξιολόγηση της υπόθεσης και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί ο μάρτυρας που κατονομάζει ο καταγγέλλων.
2 Μη πλήρωση της σχετικής θέσης μέσω ομαλής, αντικειμενικής διαδικασίας
2.1 Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση για θέση «Κύριου Υποστηρικτή του Συστήματος» στη Γενική Διεύθυνση Υπηρεσιών Πληροφόρησης («DG-IS») της ΕΚΤ. Ωστόσο, η ΕΚΤ διόρισε άλλον υποψήφιο. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ΕΚΤ δεν εκπλήρωσε τη σχετική θέση μέσω ομαλής και αντικειμενικής διαδικασίας. Τονίζει ιδίως το γεγονός ότι δεν δημοσιεύθηκε προκήρυξη κενής θέσης. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται επίσης ότι ούτε το προφίλ της θέσης ούτε το εύρος του προβλεπόμενου μισθού είχαν γνωστοποιηθεί εκ των προτέρων.
2.2 Η ΕΚΤ υπενθυμίζει ότι ιδρύθηκε την 1η Ιουνίου 1998 και ότι στις 8 Ιουνίου 1998 ελήφθη απόφαση σχετικά με την οργανωτική της δομή. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, όλες οι Διευθύνσεις της υφίσταντο σημαντικές πιέσεις για να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες για την έναρξη του Τρίτου Σταδίου της Νομισματικής Ένωσης την 1η Ιανουαρίου 1999 και, ως εκ τούτου, η μετάβαση του προσωπικού από το ΕΝΙ στην ΕΚΤ έπρεπε να πραγματοποιηθεί επειγόντως. Δεν δημοσιεύθηκε προκήρυξη κενής θέσης για την εν λόγω θέση, ούτε μάλιστα δημοσιεύθηκαν προκηρύξεις για οποιαδήποτε από τις 30 και πλέον θέσεις ανωτέρων υπαλλήλων της ΕΚΤ που δημιουργήθηκαν κατά την έναρξη λειτουργίας της ΕΚΤ. Η διαδικασία που υιοθετήθηκε σε ολόκληρη την ΕΚΤ ήταν ότι τα μέλη του προσωπικού θα μπορούσαν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για μια κύρια θέση μέσω του «έντυπου μεταβίβασης» που χρησιμοποιείται κατά τη μετάβαση από το ΕΝΙ στην ΕΚΤ. Η ΕΚΤ ισχυρίζεται ότι ο καταγγέλλων γνώριζε την κενή θέση και μάλιστα υπέβαλε σχετική αίτηση σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία. Συνήθιζε στην ΕΚΤ -και ήταν στο ΕΝΙ- να μην δημοσιεύει την κατανομή των μισθολογικών κλιμακίων στις προκηρύξεις κενών θέσεων. Ωστόσο, η μισθολογική διάρθρωση ήταν διαθέσιμη στο προσωπικό της ΕΚΤ και ο καταγγέλλων θα μπορούσε να έχει λάβει πρόσθετες πληροφορίες χωρίς καμία προσπάθεια.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης υποχρεώνουν τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς να προσφεύγουν σε κατάλληλη και διαφανή διαδικασία κατά την πλήρωση των θέσεων τους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να συντάσσεται και να δημοσιεύεται προκήρυξη κενής θέσης κάθε φορά που πρόκειται να πληρωθεί μια τέτοια θέση. Ωστόσο, η ΕΚΤ εξήγησε ότι ιδρύθηκε μόλις τον Ιούνιο του 1998 και ότι ασκήθηκαν σημαντικές πιέσεις για να ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες για το Τρίτο Στάδιο της Νομισματικής Ένωσης που επρόκειτο να αρχίσει την 1η Ιανουαρίου 1999. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι θα ήταν δυνατή η πλήρωση αυτών των θέσεων πριν από την ημερομηνία ίδρυσης της ΕΚΤ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρετικών περιστάσεων που επικρατούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, η απόφαση της ΕΚΤ να καλύψει τη σχετική θέση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης κενής θέσης δεν φαίνεται παράλογη αυτή καθαυτή, υπό την προϋπόθεση ότι η προσέγγιση που επέλεξε πράγματι η ΕΚΤ παρείχε στους ενδιαφερόμενους υποψηφίους τη δυνατότητα να λάβουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις προς κάλυψη θέσεις και να υποβάλουν αιτήσεις για τις θέσεις αυτές.
2.4 Στην απάντησή της στο αίτημα παροχής πληροφοριών του Διαμεσολαβητή, η ΕΚΤ παρέσχε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία που είχε χρησιμοποιήσει για την πλήρωση της θέσης που επιθυμούσε ο καταγγέλλων και τις άλλες θέσεις για τις οποίες δεν είχε δημοσιευθεί προκήρυξη κενής θέσης. Η ΕΚΤ εξήγησε ότι είχε αποφασιστεί ότι σε όλα τα μέλη του προσωπικού του ΕΝΙ θα προσφερόταν μια θέση από την ΕΚΤ, η οποία στη συνέχεια θα προοριζόταν αποκλειστικά για αυτά. Ταυτόχρονα, το προσωπικό είχε ενημερωθεί για όλες τις «ελεύθερες» θέσεις (δηλαδή θέσεις που δεν προσφέρθηκαν σε μέλος του προσωπικού) και είχε κληθεί να γνωστοποιήσει το ενδιαφέρον του. Κατά τη διαδικασία αυτή, όλες οι διευθυντικές και κύριες θέσεις δεν είχαν δημοσιευθεί ως «ελεύθερες» θέσεις και πολλές από αυτές τις θέσεις είχαν αρχικά προκαθοριστεί από τα σχετικά ανώτερα διοικητικά στελέχη της EMI. Ωστόσο, δόθηκε σε όλα τα μέλη του προσωπικού η ευκαιρία να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους να ληφθούν υπόψη για τις κύριες θέσεις, μετά την οποία θα πραγματοποιηθεί αξιολόγηση από τη διοίκηση για να διαπιστωθεί αν το μέλος του προσωπικού που κατείχε τα προσόντα για τη θέση. Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την εν λόγω θέση και είχε κληθεί σε συνέντευξη, αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν διέθετε τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση.
2.5 Από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι στις 28 Απριλίου 1998 ο καταγγέλλων εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη θέση "Κύριος - Υποστήριξη Συστημάτων". Στις 10 Ιουνίου 1998, ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσημη αίτηση για τη θέση αυτή. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων γνώριζε τη θέση που έπρεπε να πληρωθεί και ήταν σε θέση να υποβάλει σχετική αίτηση. Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν γνώριζε την κατανομή της σχετικής θέσης στο μισθολογικό κλιμάκιο. Ωστόσο, η ΕΚΤ εξήγησε ότι η μισθολογική διάρθρωση ήταν διαθέσιμη στο προσωπικό της ΕΚΤ και ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να έχει λάβει πρόσθετες πληροφορίες χωρίς καμία προσπάθεια. Η εικαζόμενη έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τον μισθό που πρέπει να προσφερθεί για τη σχετική θέση δεν εμπόδισε σε καμία περίπτωση τον καταγγέλλοντα να υποβάλει αίτηση για τη θέση αυτή.
2.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, δεδομένων των εξαιρετικών περιστάσεων που επικρατούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, το σύστημα που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ για την πλήρωση της εν λόγω θέσης και άλλων κύριων θέσεων φαίνεται να είναι εύλογο.
2.7 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό που προέβαλε ο καταγγέλλων.
3 Έλλειψη συμμετοχής της Διεύθυνσης Προσωπικού και της Επιτροπής Προσωπικού
3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η σχετική θέση έπρεπε να πληρωθεί με τη συμμετοχή της Διεύθυνσης Προσωπικού και ότι έπρεπε επίσης να ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Προσωπικού.
3.2 Η ΕΚΤ εξηγεί ότι, δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκαν υποψηφιότητες για τη συγκεκριμένη θέση από υποψηφίους εκτός της ΓΔ-ΠΣ, η Διεύθυνση Προσωπικού ενημέρωσε τη διοίκηση της ΓΔ-ΠΣ ότι μπορούσε να αξιολογήσει όλες τις υποψηφιότητες, να καλέσει σε συνέντευξη όλους τους κατάλληλους υποψηφίους και, στη συνέχεια, να διατυπώσει σύσταση για διορισμό. Η σύσταση αυτή διαβιβάστηκε στη Διεύθυνση Προσωπικού σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες για τον διορισμό προσωπικού σε νέες θέσεις. Η ΕΚΤ τονίζει επίσης ότι δεν συμμερίζεται την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή Προσωπικού θα πρέπει να συμμετέχει σε ατομικές προσλήψεις.
3.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, ακόμη και αν ήταν χρήσιμη η συμμετοχή της Διεύθυνσης Προσωπικού της ΕΚΤ στη διαδικασία πλήρωσης της συγκεκριμένης θέσης, οι εξηγήσεις που παρέσχε η ΕΚΤ φαίνονται ικανοποιητικές. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άποψη της ΕΚΤ σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή Προσωπικού δεν θα πρέπει να συμμετέχει σε ατομικές προσλήψεις δεν φαίνεται παράλογη.
3.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό που προέβαλε ο καταγγέλλων.
4 Ακατάλληλοι λόγοι για την πλήρωση της θέσης
4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η σχετική θέση καλύφθηκε με βάση την ιθαγένεια και την ιδιωτική φιλία και ότι ο νεποτισμός ήταν ο κύριος παράγοντας για τον διορισμό. Υποστηρίζει επίσης ότι ο διορισθείς υποψήφιος δεν πληρούσε τα κριτήρια διορισμού στη θέση αυτή.
4.2 Η ΕΚΤ τονίζει ότι έλαβε το πρωτοφανές μέτρο του διορισμού εξωτερικού εμπειρογνώμονα, πρώην διευθυντή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, για να εξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Η ΕΚΤ παραπέμπει στα συμπεράσματα του εν λόγω εμπειρογνώμονα, σύμφωνα με τα οποία τηρήθηκαν οι αρχές της χρηστής διοίκησης.
4.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο εμπειρογνώμονας που διορίστηκε από την ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορούσε να θεωρηθεί αποδεδειγμένος. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων φαίνεται να βασίζεται σε δύο εκτιμήσεις προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι ο επιτυχών υποψήφιος είχε διοριστεί με βάση τον νεποτισμό, δηλαδή την ιθαγένεια και τα προσόντα του εν λόγω προσώπου. Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι ο επιτυχών υποψήφιος είχε την ίδια ιθαγένεια με τον γενικό διευθυντή της ΓΔ-IS δεν φαίνεται να είναι καθοριστικό ως προς το ζήτημα αυτό. Όσον αφορά τη δεύτερη εξέταση, η καταγγέλλουσα προβάλλει το επιχείρημα ότι ο επιτυχών υποψήφιος δεν είχε ούτε πανεπιστημιακό πτυχίο ούτε καμία συγκρίσιμη μορφή συμπληρωματικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι περιστάσεις αυτές δεν αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο που διορίστηκε δεν πληρούσε τα σχετικά κριτήρια.
4.4 Επομένως, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό που προέβαλε ο καταγγέλλων.
5 Μη ορθός χειρισμός της αίτησης εργασίας
5.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ΕΚΤ δεν χειρίστηκε ορθά την αίτησή του για τη συγκεκριμένη θέση. Υποστηρίζει ότι δεν κλήθηκε σε συνέντευξη για τη θέση αυτή, ότι δεν έλαβε απάντηση στην αίτησή του για θέση εργασίας και ότι η ΕΚΤ δεν αιτιολόγησε την απόφασή του να μην τον διορίσει.
5.2 Η ΕΚΤ ισχυρίζεται ότι πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα στις 16 Ιουνίου 1998 και ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε προφορικά για την αποτυχία του.
5.3 Η ΕΚΤ υπέβαλε εσωτερικό σημείωμα με ημερομηνία 17 Ιουνίου 1998, το οποίο αναφέρεται σε συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα στις 16 Ιουνίου 1998 και συνοψίζει τη συνέντευξη αυτή. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το έγγραφο αυτό φαίνεται να αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της ΕΚΤ ότι πράγματι πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 1998 συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα, η οποία αφορούσε την αίτησή του για τη σχετική θέση. Ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι δεν πραγματοποιήθηκε τέτοια συνέντευξη. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν προέβαλε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που θα μπορούσε να αντικρούσει τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε η ΕΚΤ.
5.4 Η ΕΚΤ δεν φαίνεται να αρνείται ότι δεν δόθηκε επίσημη απάντηση στον καταγγέλλοντα σχετικά με την αίτησή του για τη θέση εκείνη την εποχή. Θα ήταν ορθή διοικητική πρακτική για την ΕΚΤ να απαντήσει γραπτώς και εγκαίρως στην αίτηση του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να αμφισβητεί τον ισχυρισμό της ΕΚΤ ότι ενημερώθηκε προφορικά για την αποτυχία του. Επιπλέον, ο καταγγέλλων πρέπει να γνώριζε ότι στη θέση είχε διοριστεί άλλο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί αποδεκτή τη συμπεριφορά της ΕΚΤ στην παρούσα υπόθεση.
5.5 Τέλος, σε περίπτωση αποφάσεως περί απορρίψεως υποψηφιότητας, η ΑΔΑ υποχρεούται, κατά πάγια νομολογία, να αιτιολογήσει την απόφασή της, τουλάχιστον όταν απορρίπτει διοικητική ένσταση αφορώσα τέτοια απόφαση (1). Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στην παρούσα υπόθεση φαίνεται ότι δόθηκαν εξηγήσεις στον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια συνάντησης στις 2 Μαρτίου 1999. Περαιτέρω εξηγήσεις δόθηκαν στην απόφαση του Προέδρου της ΕΚΤ της 4ης Νοεμβρίου 1999 με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ φαίνεται ότι συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της να αιτιολογήσει την απόφασή της να απορρίψει την αίτηση του καταγγέλλοντος.
5.6 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό που προέβαλε ο καταγγέλλων.
6 Μη ορθή διεκπεραίωση της διαδικασίας καταγγελιών
6.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η διαδικασία καταγγελιών του δεν αντιμετωπίστηκε αντικειμενικά και ότι η ΕΚΤ δεν τον άκουσε προτού απορρίψει την προσφυγή του.
6.2 Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι ο ειδικός ερευνητής εκτέλεσε το έργο του με πλήρη ανεξαρτησία και μίλησε στον καταγγέλλοντα τρεις φορές κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Κατά την ΕΚΤ, οι όροι απασχολήσεως και οι κανόνες της για θέματα προσωπικού δεν αποκλείουν ούτε προβλέπουν ότι παρέχεται η δυνατότητα στο πλαίσιο διαδικασίας καταγγελιών να εκθέσει προφορικώς την υπόθεση ενώπιον του οργάνου λήψεως αποφάσεων. Η ΕΚΤ ισχυρίζεται ότι ο καταγγέλλων δεν ζήτησε ακρόαση.
6.3 Η ΕΚΤ ενημέρωσε το Διαμεσολαβητή ότι η εντολή που δόθηκε στον ειδικό ερευνητή καθορίστηκε σε επιστολή που απέστειλε ο Διευθυντής Προσωπικού της ΕΚΤ στον εν λόγω ερευνητή στις 22 Ιουνίου 1999. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, ο ερευνητής έπρεπε να εξετάσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος σε σχέση με τον διορισμό της Principal - Systems Support. Στην έκθεσή του της 22ας Αυγούστου 1999, ο ειδικός ανακριτής δήλωσε ότι η έκθεσή του είχε συνταχθεί «με πλήρη ανεξαρτησία», στο πλαίσιο της εντολής που του είχε δοθεί. Αντίγραφο και των δύο αυτών εγγράφων επισυνάφθηκε στην επιστολή του Προέδρου της ΕΚΤ που εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 4 Νοεμβρίου 1999. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του ότι η διαδικασία καταγγελιών δεν αντιμετωπίστηκε αντικειμενικά.
6.4 Όσον αφορά το δικαίωμα ακρόασης του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εξηγήσεις που παρέσχε η ΕΚΤ είναι εύλογες. Ο εμπειρογνώμονας που διορίστηκε από την ΕΚΤ μίλησε στον καταγγέλλοντα τρεις φορές κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβητεί ότι ουδέποτε ζήτησε να ακουστεί προφορικά προτού ο Πρόεδρος της ΕΚΤ αποφανθεί επί της προσφυγής του.
6.5 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τον πέμπτο ισχυρισμό που προέβαλε ο καταγγέλλων.
Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κλείνει τον φάκελο.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση
Jacob Söderman

(1) Βλ. υπόθεση T-52/90, Volger κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II-121, σκέψη 36, και υπόθεση T-158/94, Brunagel κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. II-1131, σκέψη 107.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!