Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 799/2011/(ELB)TN κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 799/2011/TN - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 27 Μαΐου 2011 - Απόφαση στις Δευτέρα | 23 Απριλίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων, υπάλληλος που εργάζεται για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατήγγειλε ότι το Κοινοβούλιο δεν αποδέχθηκε το πιστοποιητικό που υπέβαλε το 2009 το οποίο πιστοποιούσε ότι γνώριζε μια τρίτη γλώσσα. Δεδομένου ότι η γνώση μιας τρίτης γλώσσας αποτελεί προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται για την πρώτη προαγωγή των υπαλλήλων, δεν προήχθη κατά τη σχετική περίοδο προαγωγών [1].
2. Τον Φεβρουάριο του 2009, ο καταγγέλλων πέρασε μια εξέταση από την οποία προέκυψε ότι είχε το απαιτούμενο επίπεδο γνώσης μιας τρίτης γλώσσας (στην περίπτωσή του, της αγγλικής) για να εξεταστεί για προαγωγή. Έστειλε αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, τον Μάιο του 2009, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν επιλέξιμος για προαγωγή επειδή δεν είχε αποδείξει ότι είχε τις απαιτούμενες γνώσεις μιας τρίτης γλώσσας.
3. Ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με την απόφαση του Κοινοβουλίου περί μη επιλεξιμότητας. Το Κοινοβούλιο απέρριψε την καταγγελία, υποστηρίζοντας ότι την τελευταία ημέρα για την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη γνώση μιας τρίτης γλώσσας για την περίοδο προαγωγών 2009, δηλαδή στις 31 Μαρτίου 2009, η ομάδα εργασίας που συστάθηκε για την αξιολόγηση της ικανότητας του προσωπικού του Κοινοβουλίου στην τρίτη γλώσσα δεν είχε λάβει αντίγραφο του πιστοποιητικού γλωσσομάθειας του καταγγέλλοντος. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι, ενώ το πιστοποιητικό γλώσσας του καταγγέλλοντος είχε συμπεριληφθεί στον ατομικό του φάκελο έως τη σχετική ημερομηνία, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε το πιστοποιητικό στην ομάδα εργασίας.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
4. Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, όταν διαπίστωσε κατά πόσον πληρούσε τα κριτήρια προαγωγής το 2009, το Κοινοβούλιο παρέλειψε να εξετάσει αποδεικτικά στοιχεία που να πιστοποιούν ότι γνώριζε μια τρίτη γλώσσα.
5. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναδρομικής προαγωγής του από το 2009.
Η έρευνα
6. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με την καταγγελία έως τις 31 Αυγούστου 2011. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με αίτημα να υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις του έως τις 31 Οκτωβρίου 2011. Ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.
7. Στην επιστολή του για την έναρξη της έρευνας σχετικά με την καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του Κοινοβουλίου στο άρθρο III.A.2 του οδηγού του Κοινοβουλίου σχετικά με τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού (κώδικας δεοντολογίας που εγκρίθηκε από το Προεδρείο στις 7 Ιουλίου 2008), το οποίο ορίζει τα εξής: «Όταν οι αιτήσεις αποστέλλονται σε λάθος διοικητική υπηρεσία, οι υπάλληλοι ή το λοιπό προσωπικό που τις παραλαμβάνουν τις διαβιβάζουν αμέσως στην αρμόδια υπηρεσία.» Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το άρθρο 12 παράγραφος 2 και το άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς [2] αφορούν επίσης την ίδια αρχή της χρηστής διοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε επίσης στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και ζήτησε από το Κοινοβούλιο να εξετάσει εκ νέου την παρούσα υπόθεση, προκειμένου να εξετάσει κατά πόσον είναι δίκαιο να στερηθεί ο καταγγέλλων την ευκαιρία προαγωγής. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του Κοινοβουλίου στην καταγγελία 1963/2009/ELB, ζητώντας του να εξετάσει κατά πόσον υπάρχουν αναλογίες μεταξύ των ζητημάτων που ανέκυψαν στην εν λόγω υπόθεση και εκείνων που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Εικαζόμενη παράλειψη εξέτασης αποδεικτικών στοιχείων που πιστοποιούν τη γνώση τρίτης γλώσσας και σχετικός ισχυρισμός
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
8. Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι απέστειλε το πιστοποιητικό γλωσσομάθειας στον προϊστάμενο της Μονάδας Προσωπικού του Κοινοβουλίου εντός της προθεσμίας που ορίστηκε για την περίοδο προαγωγών 2009. Το πιστοποιητικό προστέθηκε στον ατομικό του φάκελο στις 2 Μαρτίου 2009. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι θεωρούσε ότι με τον τρόπο αυτό είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για να αποδείξει ότι πληρούσε τις γλωσσικές απαιτήσεις για τους σκοπούς της περιόδου προαγωγής. Ωστόσο, το ίδιο πρόσωπο που είχε βεβαιώσει την παραλαβή του πιστοποιητικού τον ενημέρωσε αργότερα ότι δεν πληρούσε τα κριτήρια προαγωγής το 2009. Υποστήριξε ότι το πρόσωπο αυτό θα έπρεπε να έχει συμβουλευτεί τον ατομικό φάκελο του καταγγέλλοντος πριν συμμετάσχει στην ομάδα εργασίας που δημιουργήθηκε για την αξιολόγηση της ικανότητας του προσωπικού του Κοινοβουλίου να χρησιμοποιεί την τρίτη γλώσσα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το ίδιο πρόσωπο τον ενημέρωσε στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2009, ότι πληρούσε τα κριτήρια προαγωγής το 2010, παρόλο που ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει κανένα νέο έγγραφο στην ομάδα εργασίας.
9. Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι η καταγγέλλουσα κλήθηκε τρεις φορές, με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης Μαΐου 2007, της 7ης Απριλίου 2008 και της 5ης Ιουνίου 2008, να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία για τη γνώση μιας τρίτης γλώσσας στην ομάδα εργασίας που είχε συσταθεί για να εξακριβώσει αν οι προαγώγιμοι υπάλληλοι πληρούσαν την απαίτηση να είναι σε θέση να εργαστούν σε μια τρίτη γλώσσα. Και τα τρία μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συντάχθηκαν τόσο στην αγγλική όσο και στη γαλλική γλώσσα, εκ των οποίων η δεύτερη είναι η μητρική γλώσσα του καταγγέλλοντος. Το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης Μαΐου 2007 ανέφερε «παρακαλώ να μου αποστείλετε το συντομότερο δυνατόν ... επικυρωμένο αντίγραφο εγγράφων ... που αποδεικνύουν τις γλωσσικές σας γνώσεις για την τρίτη γλώσσα σας» και το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Απριλίου 2008 είχε παρόμοια διατύπωση. Ως εκ τούτου, οι παραλήπτες ενημερώθηκαν ρητά ότι τα ζητούμενα αποδεικτικά στοιχεία έπρεπε να αποσταλούν απευθείας στον εν λόγω διαχειριστή αρχείων. Η αγγλική έκδοση του ηλεκτρονικού μηνύματος της 5ης Ιουνίου 2008 δεν αναφέρει σαφώς ότι τα ζητούμενα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να αποσταλούν στον διεκπεραιωτή της υπόθεσης. Ωστόσο, η γαλλική απόδοση δεν άφησε καμία αμφιβολία ως προς αυτό, αναφέροντας ότι «[s] i cette preuve ne nous parvient pas, vous NE SEREZ PAS RECEVABLE POUR CONSIDERATION POUR UNE PROMOTION en 2009».
10. Το Κοινοβούλιο δήλωσε επίσης ότι, με ανακοίνωση προς το προσωπικό της 25ης Φεβρουαρίου 2009, ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού ενημέρωσε το προσωπικό για τη διαδικασία που θα εφαρμοζόταν κατά την εξέταση του κατά πόσον οι υπάλληλοι πληρούσαν την απαίτηση να είναι σε θέση να εργαστούν σε τρίτη γλώσσα. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, από την ανακοίνωση αυτή προκύπτει ότι η ομάδα εργασίας θα εξετάσει τα διπλώματα που υποβάλλει ο μόνιμος ή ο συμβασιούχος υπάλληλος.
11. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων «διαβίβασε το πιστοποιητικό [που πιστοποιεί τη γνώση τρίτης γλώσσας] στον προσωπικό του φάκελο, αλλά όχι στα μέλη της ομάδας εργασίας». Ως εκ τούτου, κηρύχθηκε μη επιλέξιμος για προαγωγή. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, ούτε η ομάδα εργασίας ούτε κανένα άλλο μέλος της διοίκησης ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε συγκεκριμένες έρευνες στον ατομικό φάκελο του καταγγέλλοντος. Πράγματι, εάν οι χειριστές της υπόθεσης είχαν συμβουλευτεί τον προσωπικό φάκελο του καταγγέλλοντος, θα είχαν υπερβεί τα όρια που είχε εγκρίνει ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ). Η διαδικασία που κοινοποιήθηκε στον ΕΕΠΔ και στη συνέχεια εγκρίθηκε από αυτόν ήταν η ακόλουθη: «Όταν η αξιολόγηση πραγματοποιείται βάσει προσόντων, η ομάδα εργασίας της ΓΔ PERSONNEL αξιολογεί τα διπλώματα και τα πιστοποιητικά που λαμβάνει από το οικείο προσωπικό προκειμένου να διαπιστώσει αν είναι κατάλληλα για την απόδειξη του απαιτούμενου επιπέδου επάρκειας στην επιλεγμένη γλώσσα».
12. Βάσει των ανωτέρω, το Κοινοβούλιο απέρριψε το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η προσθήκη του πιστοποιητικού στον ατομικό του φάκελο θα έπρεπε να είναι επαρκής για να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της περιόδου προαγωγών.
13. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι οι αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο III.A.2 του οδηγού του Κοινοβουλίου σχετικά με τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού πρέπει να νοούνται κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και ιδίως του άρθρου 90 παράγραφος 1. Εν προκειμένω, ο καταγγέλλων ουδόλως ανέφερε ότι διαβίβαζε το δίπλωμά του στην υπηρεσία που ασχολείται με τους ατομικούς φακέλους για τους σκοπούς της περιόδου προαγωγών. Ως εκ τούτου, ο παραλήπτης του εγγράφου δεν ήταν σε θέση να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να έχει σημασία για άλλη επίδοση ή κοινοποίηση.
14. Τέλος, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της παρούσας υπόθεσης και της υπόθεσης 1963/2009/ELB, στην οποία ο καταγγέλλων είχε διεξαγάγει έρευνα σχετικά με το κατά πόσον θα μπορούσε να του χορηγηθεί επίδομα σοβαρής ασθένειας, στην οποία η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει. Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο εξέδωσε σειρά ανακοινώσεων, τόσο προς το προσωπικό εν γένει όσο και απευθείας προς τον καταγγέλλοντα, εξηγώντας τις συνέπειες της μη υποβολής των σχετικών εγγράφων στην ομάδα εργασίας.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
15. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλησαν στον καταγγέλλοντα σχετικά με το θέμα το 2007 και το 2008, καθώς και η ανακοίνωση προς το προσωπικό της 25ης Φεβρουαρίου 2009, του κατέστησαν επαρκώς σαφές ότι το πιστοποιητικό θα έπρεπε να είχε αποσταλεί στο εν λόγω μέλος της ομάδας εργασίας ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση της ομάδας εργασίας [3]. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο δεν είχε γενική υποχρέωση να συμβουλεύεται τους ατομικούς φακέλους των μελών του προσωπικού προκειμένου να καθορίζει την επιλεξιμότητά τους για προαγωγή βάσει της γνώσης μιας τρίτης γλώσσας. Δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο παραλαβής των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ο καταγγέλλων δεν πληρούσε ακόμη την απαίτηση να είναι σε θέση να εργάζεται σε τρεις γλώσσες, ενδέχεται να μην είχε δώσει προσοχή στις ακριβείς λεπτομέρειες των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που του είχαν αποσταλεί σχετικά με το θέμα. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπήρξε έλλειψη πληροφοριών από την πλευρά του Κοινοβουλίου.
16. Ωστόσο, όπως επισήμανε ο Διαμεσολαβητής στην επιστολή του προς το Κοινοβούλιο για την έναρξη της έρευνάς του σχετικά με την παρούσα υπόθεση, υπάρχει γενική υποχρέωση, βάσει των αρχών της χρηστής διοίκησης, να ανακατευθύνει ή να διαβιβάσει στην αρμόδια υπηρεσία ζήτημα που έχει απευθυνθεί σε εσφαλμένη υπηρεσία [4]. Μολονότι η υποχρέωση αυτή προβλέπεται πρωτίστως για την καθοδήγηση των σχέσεων με τους πολίτες, ο Διαμεσολαβητής δεν βρίσκει κανένα λόγο για τον οποίο η υποχρέωση αυτή δεν θα πρέπει να ισχύει και στο πλαίσιο των σχέσεων με το προσωπικό [5]. Ως εκ τούτου, το ερώτημα είναι αν το Κοινοβούλιο είχε λόγους να πιστεύει ότι ο καταγγέλλων είχε διαπράξει σφάλμα και αν θα έπρεπε να είχε λάβει μέτρα για τη διόρθωση του ζητήματος.
17. Στον Διαμεσολαβητή δεν έχει παρασχεθεί αντίγραφο της επιστολής ή του ηλεκτρονικού μηνύματος με το οποίο ο καταγγέλλων διαβίβασε το σχετικό πιστοποιητικό για να προστεθεί στον προσωπικό του φάκελο. Κατά το Κοινοβούλιο, η διαβίβαση του πιστοποιητικού δεν συνοδευόταν από αίτημα από το οποίο να προκύπτει ότι ο καταγγέλλων είχε την πρόθεση να αποδείξει ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις προαγωγής. Η εν λόγω δήλωση πραγματικών περιστατικών δεν αμφισβητήθηκε από τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε απλώς αίτηση για την προσθήκη του πιστοποιητικού στον ατομικό του φάκελο.
18. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την προσθήκη του πιστοποιητικού στον ατομικό του φάκελο υπέπεσε σε σφάλμα επειδή δεν το διαβίβασε στην ομάδα εργασίας. Πρώτον, η εν λόγω υπηρεσία πρέπει να γνώριζε ότι το σύνολο του προσωπικού είχε προηγουμένως ενημερωθεί για την ανάγκη να αποστέλλει το προσωπικό πιστοποιητικά γλωσσομάθειας απευθείας στην ομάδα εργασίας. Ως εκ τούτου, είναι πιθανό η υπηρεσία να θεώρησε ότι ο καταγγέλλων είχε αποστείλει το πιστοποιητικό στην ομάδα εργασίας χωριστά. Δεύτερον, τα μέλη του προσωπικού μπορούν να επικαιροποιούν τα προσωπικά τους αρχεία ανά πάσα στιγμή χωρίς να συνδέουν τις επικαιροποιήσεις αυτές με οποιαδήποτε συγκεκριμένη διαδικασία που τα αφορά τη δεδομένη χρονική στιγμή. Τρίτον, δεν ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα να διαβιβάσει το πιστοποιητικό γλώσσας στην ομάδα εργασίας εξ ονόματός του. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η υπηρεσία που έλαβε την αίτηση για την προσθήκη του πιστοποιητικού στον ατομικό φάκελο του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να υποπτευθεί ότι η πραγματική πρόθεση του καταγγέλλοντος ήταν να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις προαγωγής.
19. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το ίδιο πρόσωπο που επιβεβαίωσε την παραλαβή του πιστοποιητικού που απεστάλη για διαβίβαση στον ατομικό του φάκελο συμμετείχε επίσης στην ομάδα εργασίας. Ο καταγγέλλων άφησε να εννοηθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο θα έπρεπε να είχε επιστήσει την προσοχή της ομάδας εργασίας στο πιστοποιητικό γλώσσας που βρίσκεται στον προσωπικό του φάκελο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρχε γενική υποχρέωση των μελών της ομάδας εργασίας να συμβουλεύονται τους προσωπικούς φακέλους των μελών του προσωπικού. Επιπλέον, δεν είναι εύλογο να απαιτείται από ένα πρόσωπο που συμμετέχει σε μια διοικητική διαδικασία (δηλαδή, στη διαδικασία προαγωγής) να θυμάται τα στοιχεία όλων των εγγράφων που υποβάλλονται από το προσωπικό για τους σκοπούς άλλης διαδικασίας (δηλαδή, τη διαδικασία συμπερίληψης εγγράφων σε ατομικό φάκελο). Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν το εν λόγω πρόσωπο γνώριζε ότι όλο το προσωπικό είχε ενημερωθεί ότι θα έπρεπε να αποστείλει όλα τα σχετικά έγγραφα απευθείας στην ομάδα εργασίας.
20. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, μόλις το Κοινοβούλιο πληροφορήθηκε το λάθος του καταγγέλλοντος να μην διαβιβάσει το πιστοποιητικό του στην ομάδα εργασίας (το οποίο έλαβε γνώση μόνο αφού ο καταγγέλλων είχε προσβάλει την απόφαση να μην τον εξετάσει για προαγωγή), ανέλαβε την πρωτοβουλία να ενημερώσει την ομάδα εργασίας για το σχετικό πιστοποιητικό. Η πρωτοβουλία αυτή για τη διόρθωση του σφάλματος του καταγγέλλοντος, μόλις το σφάλμα αυτό περιέλθει στην αντίληψη του Κοινοβουλίου, καταδεικνύει την προσήλωσή του στη χρηστή διοίκηση.
21. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους του Κοινοβουλίου σε σχέση με την παρούσα καταγγελία. Επομένως, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος πρέπει να απορριφθεί.
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με την παρούσα καταγγελία.
Ο καταγγέλλων και το Κοινοβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 23 Απριλίου 2012
[1] Για να προσληφθούν, όλα τα νέα μέλη του προσωπικού πρέπει να γνωρίζουν τουλάχιστον δύο από τις 23 επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι υπάλληλοι οφείλουν να αποδεικνύουν, πριν από την πρώτη προαγωγή τους μετά την πρόσληψή τους, την ικανότητά τους να εργάζονται σε τρίτη γλώσσα.
[2] Διατίθεται στη διεύθυνση: www.ombudsman.europa.eu/resources/code.faces
[3] Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που εστάλη το 2007 εστάλη από την ηλεκτρονική διεύθυνση του μέλους της ομάδας εργασίας. Τα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλησαν το 2008 εστάλησαν από διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που φαίνεται να έχει δημιουργηθεί για τους σκοπούς της ομάδας εργασίας: troisiemelangue@europarl.europa.eu
[4] Το άρθρο 12 παράγραφος 2 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς προβλέπει ότι «[α]ν ο υπάλληλος δεν είναι υπεύθυνος για το σχετικό θέμα, κατευθύνει τον πολίτη στον αρμόδιο υπάλληλο» και το άρθρο 15 προβλέπει ότι «[α]ν επιστολή ή καταγγελία προς το θεσμικό όργανο απευθύνεται ή διαβιβάζεται σε Γενική Διεύθυνση, Διεύθυνση ή Μονάδα που δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί του θέματος, οι υπηρεσίες του μεριμνούν ώστε ο φάκελος να διαβιβάζεται αμελλητί στην αρμόδια υπηρεσία του θεσμικού οργάνου».
[5] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, εν προκειμένω, ότι το άρθρο III.A.2 του οδηγού του Κοινοβουλίου σχετικά με τις υποχρεώσεις των μονίμων υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού περιλαμβάνεται στο τμήμα με τίτλο «Σχέσεις με τους πολίτες». Ως εκ τούτου, όσον αφορά τις αιτήσεις του προσωπικού του Κοινοβουλίου, ο Διαμεσολαβητής δεν βρίσκει λόγο να περιορίσει το άρθρο αυτό στις αιτήσεις που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, όπως υποστηρίζει το Κοινοβούλιο.