FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Περιεχόμενα

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 856/2008/BEH κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

Η καταγγελία υποβλήθηκε από δημοσιογράφο. Το 2002, επικοινώνησε με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προειδοποιώντας τον για ορισμένες παρατυπίες που θεωρεί ότι σημειώθηκαν σε σχέση με την αγορά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του αποκαλούμενου κτιρίου D3 στις Βρυξέλλες. Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) κίνησε έρευνα. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας, η OLAF θεώρησε τον καταγγέλλοντα ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» κατά την έννοια του κανονισμού για την OLAF και τον κάλεσε να εξεταστεί ως μάρτυρας στην έδρα της OLAF στις Βρυξέλλες, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του εν λόγω κανονισμού. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η OLAF μπορεί «να ζητήσει από κάθε ενδιαφερόμενο να παράσχει τις πληροφορίες που θεωρεί χρήσιμες για τις έρευνές της».

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε διάφορες ελλείψεις στην έρευνα της OLAF. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η OLAF, ζητώντας του να καταθέσει βάσει της εν λόγω διατάξεως, υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων της.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η OLAF υποστήριξε ότι ενήργησε εντός των ορίων των εξουσιών της όταν κάλεσε τον καταγγέλλοντα να παραστεί σε επίσημη συνέντευξη.

Κατόπιν ανάλυσης των εξουσιών που διαθέτει η OLAF κατά τις έρευνές της, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η OLAF, καλώντας τον καταγγέλλοντα σε συνέντευξη βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού για την OLAF, υπερέβη τα όρια των εξουσιών της. Ως εκ τούτου, σε σχέδιο σύστασης, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF να αναγνωρίσει ότι δεν είχε την εξουσία να καλέσει «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» να εξεταστεί ως μάρτυρας σε αυτή τη βάση και να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την πρόσκλησή του σε μια τέτοια συνέντευξη.

Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η OLAF αναγνώρισε ότι η πρακτική της στην περίπτωση του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρανόηση. Τόνισε ότι τα πρόσωπα που βρίσκονται στην κατάσταση του καταγγέλλοντος μπορούν να κληθούν να παράσχουν πληροφορίες κατά τη διάρκεια συνέντευξης μόνον εφόσον το επιθυμούν. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η OLAF είχε ουσιαστικά αναγνωρίσει ότι είχε ενεργήσει εσφαλμένα, αλλά σημείωσε επίσης ότι δεν είχε ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, η OLAF είχε αποδεχθεί σημαντικά τμήματα του σχεδίου σύστασής του, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος που παρέπεμπε σε άλλα σημεία που έθιξε ο καταγγέλλων. Δεδομένου ότι η OLAF επέδειξε προθυμία να συνεργαστεί μαζί του, ο Διαμεσολαβητής δεν έκρινε αναγκαίο να διατυπώσει επικριτική παρατήρηση.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η παρούσα καταγγελία προέρχεται από εσωτερική έρευνα της OLAF σχετικά με τη χρηματοδότηση της αγοράς του κτιρίου D3 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες. Το κτίριο αυτό αποτέλεσε αντικείμενο σύμβασης μακροχρόνιας μίσθωσης μεταξύ του Κοινοβουλίου και του ιδιοκτήτη του κτιρίου, η οποία υπεγράφη το 1992 και παρείχε στο Κοινοβούλιο δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά του κτιρίου. Το Κοινοβούλιο άσκησε αυτό το δικαίωμα αγοράς το 1998.

2. Το 2002, ο καταγγέλλων, δημοσιογράφος, επικοινώνησε με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον προειδοποίησε για ορισμένες εικαζόμενες παρατυπίες σχετικά με την αγορά του κτιρίου D3 από το Κοινοβούλιο, οι οποίες ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο ποινικό δίκαιο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το 1998, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου ανέθεσε σε μια εταιρεία τη χρηματοδότηση της αγοράς του κτιρίου, χωρίς να δημοσιεύσει πρόσκληση υποβολής προσφορών. Το έκανε, παρά τα μεγάλα χρηματικά ποσά που εμπλέκονται. Βάσει των πληροφοριών που παρέσχε ο καταγγέλλων, η OLAF κίνησε εσωτερική έρευνα (OF/2003/0026), κατά τη διάρκεια της οποίας εξέτασε μάρτυρες και συμβουλεύτηκε εμπειρογνώμονες. Στις 11 Αυγούστου 2006, η OLAF περάτωσε την υπόθεση και συνέστησε να μην δοθεί περαιτέρω συνέχεια εκτός από i) την παροχή στο Κοινοβούλιο αντιγράφου της τελικής έκθεσης για την υπόθεση και ii) την ενημέρωση του καταγγέλλοντος σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας.

3. Στις 21 Μαΐου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία 1450/2007/(WP)BEH στην οποία ισχυριζόταν διάφορες ελλείψεις στη διεξαγωγή της εσωτερικής έρευνας της OLAF. Ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την εν λόγω υπόθεση στις 13 Σεπτεμβρίου 2010, θεωρώντας κατ’ ουσίαν ότι η OLAF είχε αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του στην εν λόγω υπόθεση.

4. Η παρούσα καταγγελία αφορά τρία ζητήματα, δύο εκ των οποίων συνδέονται με την έρευνα της OLAF στην υπόθεση OF/2003/0026, αλλά δεν τέθηκαν στην καταγγελία 1450/2007/(WP)BEH. Το τρίτο ζήτημα αφορά την εξουσία κίνησης και περάτωσης ερευνών της OLAF εν γένει. Τα τρία αυτά ζητήματα είναι τα ακόλουθα:

θ) τον χαρακτηρισμό του καταγγέλλοντος από την OLAF, κατά τη διάρκεια της εσωτερικής της έρευνας, ως «ενδιαφερόμενου προσώπου», κατά την έννοια του κανονισμού 1073/1999 («ο κανονισμός»)[1]·

ii) την αλληλογραφία της OLAF με τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη συμπεριφορά προϊσταμένου μονάδας στη Γενική Διεύθυνση («ΓΔ») Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών της Επιτροπής· και

iii) τις εσωτερικές ρυθμίσεις της OLAF για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την έναρξη και την περάτωση των ερευνών.

5. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, η OLAF κάλεσε τον καταγγέλλοντα να εξεταστεί ως μάρτυρας στην έδρα της στις Βρυξέλλες, επικαλούμενη ως νομική βάση το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού [2]. Ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην κλήτευσή του. Ως εκ τούτου, η OLAF κάλεσε τον καταγγέλλοντα σε συνέντευξη, αυτή τη φορά βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού [3]. Ζήτησε επίσης συγγνώμη για την εσφαλμένη επίκληση του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού ως νομικής βάσης στην προηγούμενη επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα. Στην απάντησή του της 19ης Μαρτίου 2006, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί «ενδιαφερόμενος», ακόμη και βάσει διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού, δεδομένου ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 αναφέρεται στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς, στους οποίους δεν ανήκει. Επιπλέον, ζήτησε από την OLAF να επιβεβαιώσει ότι δεν τον θεωρούσε «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού. Σε επιστολή της 19ης Απριλίου 2006, η OLAF δήλωσε ότι, κατά την άποψή της, η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 3 («im weiteren Sinne») παρείχε τη νομική βάση για την πρόσκληση του καταγγέλλοντος σε συνέντευξη.

6. Ο καταγγέλλων ζήτησε ανωνυμοποιημένη έκδοση της τελικής έκθεσης της OLAF για την υπόθεση OF/2003/0026, η οποία του εστάλη με επιστολή της 1ης Σεπτεμβρίου 2006. Με επιστολή της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον γενικό διευθυντή της OLAF να επιβεβαιώσει ότι η OLAF δεν επρόκειτο να προβεί σε περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτόν. Με επιστολή της 23ης Μαρτίου 2007, η OLAF ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα «ότι η OLAF δεν προτίθεται επί του παρόντος να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες σχετικά με εσάς». Με επιστολή της 26ης Απριλίου 2007, η OLAF προέβη στην ακόλουθη δήλωση: "Ich bestätige Ihnen, dass OLAF gegenwärtig nicht die Absicht hat, Erkundigungen über Sie einzuholen."[4] Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι δηλώσεις αυτές υποδήλωναν ότι η OLAF είχε επιφυλαχθεί του δικαιώματος να προβεί σε έρευνες σχετικά με αυτόν σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ο καταγγέλλων έκρινε ότι, δεδομένης της απουσίας εφαρμοστέας νομικής βάσης, η OLAF δεν είχε κανένα δικαίωμα να διεξαγάγει έρευνες σχετικά με αυτόν στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας.

7. Το δεύτερο ζήτημα προκύπτει από την αλληλογραφία της OLAF με τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η OLAF, με επιστολή που του απηύθυνε στις 19 Οκτωβρίου 2006, ανακοίνωσε ότι θα του διαβιβάσει τη γνώμη της σχετικά με το κατά πόσον ένας προϊστάμενος μονάδας στη ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών ενήργησε ορθά στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.

8. Το τρίτο ζήτημα αφορά την εξουσία της OLAF να κινεί και να περατώνει εσωτερικές έρευνες. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο άρθρο 5 του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο οι εσωτερικές έρευνες κινούνται με απόφαση του διευθυντή της Υπηρεσίας. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό σήμαινε τον γενικό διευθυντή της OLAF. Ωστόσο, ούτε η απόφαση κίνησης της διαδικασίας ούτε η απόφαση περάτωσης της έρευνας OF/2003/0026 λήφθηκαν από τον γενικό διευθυντή.

9. Στις 18 Μαρτίου 2008, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

10. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

1) Η OLAF υπερέβη τα όρια των εξουσιών της (i) αντιμετωπίζοντάς τον ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού και αρνούμενη να ανακαλέσει τον χαρακτηρισμό αυτό· και ii) διεξάγοντας έρευνες που τον αφορούν στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας.

2) Σε αντίθεση με την ανακοίνωση στην επιστολή της με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2006, η OLAF δεν έδωσε στον καταγγέλλοντα τη γνώμη της σχετικά με τη συμπεριφορά του κ. X., προϊσταμένου μονάδας στη ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών της Επιτροπής.

3) Αναθέτοντας εξουσίες για την έναρξη και το κλείσιμο ερευνών στον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις, ο οποίος δεν είναι ο «διευθυντής της Υπηρεσίας» κατά την έννοια του κανονισμού, η OLAF δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 5 του κανονισμού.

Ισχυρίστηκε ότι η OLAF θα πρέπει i) να ζητήσει συγγνώμη για τη συμπεριφορά που εκτίθεται στον πρώτο ισχυρισμό· ii) να αποσαφηνίσει ότι δεν υπάρχει νομική βάση για να καταστούν οι πολίτες που παρακολουθούν το έργο των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, και να επιστήσει την προσοχή σε πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, αντικείμενο των ερευνών της· και iii) να ασκεί ορθά τις εξουσίες της στο μέλλον και να μην υπεραμύνεται εξουσιών που δεν της είχαν ανατεθεί.

11. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, πριν από την υποβολή καταγγελιών στον Διαμεσολαβητή πρέπει να έχουν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς τα οικεία θεσμικά όργανα και οργανισμούς. Στην επιστολή έναρξης της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να επέστησε ρητά την προσοχή της OLAF στον τρίτο ισχυρισμό του. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός συνδέεται στενά με το συνολικό ζήτημα των αρμοδιοτήτων της OLAF, το οποίο ο καταγγέλλων έθεσε επανειλημμένα στις επαφές του με την OLAF, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην έρευνά του. Επιπλέον, επισήμανε ότι ήταν επίσης προς το συμφέρον μιας αποτελεσματικής διαδικασίας να γίνει δεκτός ο τρίτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

Η έρευνα

12. Η καταγγελία διαβιβάστηκε στον γενικό διευθυντή της OLAF για γνωμοδότηση. Η γνώμη της OLAF διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλε στις 29 Σεπτεμβρίου 2008. Υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων αυτών, αποδείχθηκαν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες από τον Διαμεσολαβητή. Έτσι, με επιστολή της 26ης Μαΐου 2009, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF να του παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

13. Η απάντηση της OLAF διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του.

14. Αφού εξέτασε την απάντηση της OLAF στο πλαίσιο των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι υπήρχε ανάγκη για περαιτέρω διευκρινίσεις. Ως εκ τούτου, με επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 2009, ζήτησε από την OLAF να του παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία.

15. Η απάντηση της OLAF διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Στις 23 Μαρτίου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του. Ο καταγγέλλων υπέβαλε συμπληρωματικές παρατηρήσεις στις 15 Μαΐου 2010.

16. Στις 9 Δεκεμβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής εξέδωσε σχέδιο σύστασης προς την OLAF και της ζήτησε να αποστείλει εμπεριστατωμένη γνώμη. Η εμπεριστατωμένη γνώμη της OLAF διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 28 Απριλίου 2011.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

17. Στη γνώμη της, η OLAF επικαλέστηκε το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, το οποίο προβλέπει ότι η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή υποβάλλεται εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία περιήλθαν σε γνώση του καταγγέλλοντος τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται. Η OLAF ισχυρίστηκε ότι οι ισχυρισμοί που βασίζονται σε γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση του καταγγέλλοντος πριν από τις 18 Μαρτίου 2006 ήταν απαράδεκτοι, δεδομένου ότι η καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή είχε ημερομηνία 18 Μαρτίου 2008. Είναι αληθές ότι η OLAF κάλεσε τον καταγγέλλοντα να εξεταστεί ως μάρτυρας με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2006. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων αμφισβήτησε αμέσως την επιστολή της 7ης Φεβρουαρίου 2006 και ότι οι μεταγενέστερες ανακοινώσεις σχετικά με το θέμα αυτό ολοκληρώθηκαν μόνο με την επιστολή της OLAF της 19ης Απριλίου 2006. Προκειμένου να αποφευχθεί η πρόωρη υποβολή καταγγελιών σε αυτόν, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, όσον αφορά τις εν εξελίξει ανακοινώσεις, η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του θα πρέπει να θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία γνωστοποιείται η τελική θέση του θεσμικού οργάνου. Δεδομένου ότι η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε λιγότερο από δύο έτη μετά την αποστολή της επιστολής της 19ης Απριλίου 2006, η ένσταση της OLAF είναι αβάσιμη.

18. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η OLAF είχε ερμηνεύσει ορθά τον κανονισμό όταν δήλωσε ότι δεν μπορούσε να υποβληθεί σε εσωτερική έρευνα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι οι ελεγκτές της OLAF δεν συμμορφώνονταν πάντα με αυτόν τον περιορισμό και ότι διερεύνησαν πρόσωπα εκτός των θεσμικών οργάνων, όπως προκύπτει από την ειδική έκθεση του Διαμεσολαβητή προς το Κοινοβούλιο στην υπόθεση 2485/2004/GG. Ο Διαμεσολαβητής δεν ερμηνεύει τη δήλωση του καταγγέλλοντος υπό την έννοια ότι επιθυμεί να υποβάλει νέο ισχυρισμό σχετικά με το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν χρειάζεται να εξετάσει την πτυχή αυτή στην παρούσα απόφαση.

Α. Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον ισχυρισμό του

Νομικό πλαίσιο

19. Το άρθρο 2 του κανονισμού έχει ως εξής:

«Διοικητικές έρευνες

Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, ως «διοικητικές έρευνες» (εφεξής «έρευνες») νοούνται όλες οι επιθεωρήσεις, έλεγχοι και άλλα μέτρα που λαμβάνουν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4, με σκοπό την επίτευξη των στόχων του άρθρου 1 και τη διαπίστωση, εφόσον απαιτείται, του παράτυπου χαρακτήρα των υπό έρευνα δραστηριοτήτων. Οι έρευνες αυτές δεν θίγουν τις εξουσίες των κρατών μελών να κινούν ποινικές διαδικασίες.»

20. Το άρθρο 3 του κανονισμού έχει ως εξής:

«Εξωτερικές έρευνες

Η Υπηρεσία ασκεί την εξουσία που αναθέτει στην Επιτροπή ο κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 για τη διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων και ελέγχων στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας, σε τρίτες χώρες.

Στο πλαίσιο των ερευνητικών της καθηκόντων, η Υπηρεσία διενεργεί τις επιθεωρήσεις και τους ελέγχους που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 και στους τομεακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας, σε τρίτες χώρες.»

21. Το άρθρο 4 του κανονισμού έχει ως εξής:

«Εσωτερικές έρευνες

1. Στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, η Υπηρεσία διενεργεί διοικητικές έρευνες εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών (εφεξής «εσωτερικές έρευνες»).

Οι εν λόγω εσωτερικές έρευνες διεξάγονται με την επιφύλαξη των κανόνων των συνθηκών, ιδίως του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και τηρουμένων των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και στις αποφάσεις που εκδίδει κάθε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός. Τα θεσμικά όργανα διαβουλεύονται μεταξύ τους σχετικά με τους κανόνες που πρέπει να θεσπιστούν με τις αποφάσεις αυτές.

2. Υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

- η Υπηρεσία έχει δικαίωμα άμεσης και απροειδοποίητης πρόσβασης σε κάθε πληροφορία που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί, καθώς και στις εγκαταστάσεις τους. Η Υπηρεσία έχει την εξουσία να ελέγχει τους λογαριασμούς των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Η Υπηρεσία μπορεί να λαμβάνει αντίγραφο και αποσπάσματα οποιουδήποτε εγγράφου ή του περιεχομένου οποιουδήποτε υποθέματος δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών και, εάν είναι αναγκαίο, να αναλαμβάνει τη φύλαξη των εν λόγω εγγράφων ή δεδομένων, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος εξαφάνισής τους,

- η Υπηρεσία μπορεί να ζητεί προφορικές πληροφορίες από τα μέλη των θεσμικών και λοιπών οργάνων, από τα διευθυντικά στελέχη των οργάνων και οργανισμών, καθώς και από το προσωπικό των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών.

3. Υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, η Υπηρεσία μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με πιθανές παρατυπίες που ενδέχεται να διαπιστώνουν οι εν λόγω οικονομικοί φορείς.

Επιπλέον, η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει από κάθε ενδιαφερόμενο να παράσχει τις πληροφορίες που θεωρεί χρήσιμες για τις έρευνές της. ...»

22. Το άρθρο 9 του κανονισμού 2988/95 [5], στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 3 του κανονισμού, έχει ως εξής:

"1. Με την επιφύλαξη των ελέγχων που διενεργούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις τους και με την επιφύλαξη των ελέγχων που διενεργούνται από τα κοινοτικά όργανα σύμφωνα με τη συνθήκη ΕΚ, και ιδίως το άρθρο 188 Γ, η Επιτροπή προβαίνει, με δική της ευθύνη, σε ελέγχους:

α) τη συμμόρφωση των διοικητικών πρακτικών με τους κοινοτικούς κανόνες·

β) την ύπαρξη των αναγκαίων δικαιολογητικών εγγράφων και τη συμφωνία τους με τα έσοδα και τις δαπάνες των Κοινοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1·

γ) τις συνθήκες υπό τις οποίες διενεργούνται και ελέγχονται οι εν λόγω χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

2. Επιπλέον, μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις υπό τους όρους που προβλέπονται στους τομεακούς κανόνες.

Πριν από τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προκειμένου να λάβει την αναγκαία συνδρομή.»

23. Το άρθρο 5 του κανονισμού 2185/96 [6] ορίζει τα εξής:

«Οι επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις διενεργούνται από την Επιτροπή στους οικονομικούς φορείς στους οποίους μπορούν να επιβληθούν κοινοτικά διοικητικά μέτρα και κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι έχουν διαπραχθεί παρατυπίες.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η διενέργεια των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων από την Επιτροπή, οι οικονομικοί φορείς υποχρεούνται να παρέχουν πρόσβαση σε χώρους, γήπεδα, μεταφορικά μέσα ή άλλους χώρους που χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς.

Όταν είναι απολύτως αναγκαίο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη παρατυπίας, η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις σε άλλους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς, προκειμένου να έχει πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που κατέχουν οι εν λόγω οικονομικοί φορείς σχετικά με γεγονότα που υπόκεινται σε επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις.»

24. Η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 2185/96 έχει ως εξής:

«ότι, για να είναι αποτελεσματική η καταπολέμηση της απάτης και των παρατυπιών, η Επιτροπή πρέπει να διενεργεί ελέγχους στις εγκαταστάσεις των οικονομικών φορέων που ενδέχεται να έχουν εμπλακεί, άμεσα ή έμμεσα, στην εν λόγω παρατυπία, καθώς και στις εγκαταστάσεις άλλων οικονομικών φορέων τους οποίους ενδέχεται να αφορά η εν λόγω παρατυπία· ...»

25. Η σύντομη έκδοση της ισχύουσας επί του παρόντος έκδοσης του εγχειριδίου της OLAF, η οποία χρονολογείται από το 2009, δίνει τον ακόλουθο ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου»:

«Ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι το πρόσωπο ή η οντότητα στο οποίο μπορούν να αποδοθούν άμεσα τα γεγονότα στο πλαίσιο έρευνας ή επιχείρησης της OLAF. Είναι φυσικό πρόσωπο ή οικονομικός φορέας για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει διαπράξει παρατυπία ή απάτη.»[7]

26. Η πλήρης έκδοση της έκδοσης 2009 του εγχειριδίου της OLAF παρέχει τους ακόλουθους ορισμούς:

«• Ενδιαφερόμενο πρόσωπο (εσωτερική έρευνα)

Πρόσωπο που ανήκει στο προσωπικό του οργανισμού της Ένωσης και για το οποίο υπάρχουν ειδικές υπόνοιες για σοβαρές παρατυπίες, απάτη, διαφθορά ή άλλες σοβαρές παραβιάσεις επαγγελματικών καθηκόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396, η OLAF ενημερώνει ταχέως τον ενδιαφερόμενο ως ενδιαφερόμενο, εφόσον αυτό δεν θα ήταν επιζήμιο για την έρευνα.

• Ενδιαφερόμενο πρόσωπο (εξωτερική έρευνα)

Πρόσωπο το οποίο αφορά εξωτερική έρευνα είναι οικονομικός φορέας στον οποίο μπορούν να επιβληθούν μέτρα και κυρώσεις της Ένωσης, όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι έχουν διαπραχθεί παρατυπίες.»[8]

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

27. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις παραγράφους 5 και 6 ανωτέρω, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF υπερέβη τα όρια των εξουσιών της, i) αντιμετωπίζοντάς τον ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού και αρνούμενος να ανακαλέσει τον εν λόγω χαρακτηρισμό· και ii) διενέργεια ερευνών σχετικά με αυτόν στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας. Ισχυρίστηκε ότι η OLAF θα πρέπει i) να ζητήσει συγγνώμη για τη συμπεριφορά που εκτίθεται στον πρώτο ισχυρισμό του· ii) να αποσαφηνίσει ότι δεν υπάρχει νομική βάση για να καταστούν οι πολίτες που παρακολουθούν το έργο των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, και να επιστήσει την προσοχή σε πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, αντικείμενο των ερευνών της· και iii) να ασκεί ορθά τις εξουσίες της στο μέλλον και να μην υπεραμύνεται εξουσιών που δεν της είχαν ανατεθεί.

28. Στη γνωμοδότησή της , η OLAF ανέφερε ότι οι έννοιες του «ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα» και του «ενδιαφερόμενου προσώπου» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού αναφέρονται αμφότερες σε πηγές εκτός των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν απασχολούνταν από θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορούσε να υποβληθεί σε εσωτερική έρευνα. Ωστόσο, σύμφωνα με την OLAF, ήταν πληροφοριοδότης ο οποίος ήταν πιθανό να κατέχει πληροφορίες σχετικές με την έρευνά της. Για τον λόγο αυτό, χαρακτηρίστηκε ως «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού. Με την πρόσκληση του καταγγέλλοντος σε επίσημη συνέντευξη στις 9 Μαρτίου 2006, η OLAF ενήργησε εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της. Η OLAF δεν σχολίασε συγκεκριμένα τη δεύτερη πτυχή του πρώτου ισχυρισμού του καταγγέλλοντος.

29. Στις παρατηρήσεις του , ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο ισχυρισμός της OLAF ότι δεν τον ερεύνησε ποτέ ήταν ασυμβίβαστος με το περιεχόμενο των επιστολών της που αναφέρονται στην παράγραφο 6 ανωτέρω. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι δηλώσεις της OLAF και στις δύο επιστολές κατέδειξαν σαφώς ότι επιφυλάχθηκε ακόμη και του δικαιώματος να τον ερευνήσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Η OLAF δεν σχολίασε τη συνάφεια των εν λόγω επιστολών. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η OLAF είχε συλλέξει πληροφορίες σχετικά με αυτόν, όπως πληροφορίες σχετικά με τις τρέχουσες και τις προηγούμενες επαγγελματικές του δραστηριότητες, και συμπεριέλαβε τις πληροφορίες αυτές στην τελική της έκθεση για την υπόθεση.

30. Υποστήριξε επίσης ότι η OLAF δεν σχολίασε τον ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στο εγχειρίδιο της OLAF, στο οποίο είχε αναφερθεί στην αλληλογραφία του με την OLAF. Έκρινε ότι ακόμη και μια πολύ ευρεία ερμηνεία δεν θα καθιστούσε τον επίμαχο όρο εφαρμοστέο στην περίπτωσή του. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ο κανονισμός δεν ορίζει το «ενδιαφερόμενο πρόσωπο». Ωστόσο, επισήμανε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 2185/96, και ιδίως το άρθρο 5, ως «ενδιαφερόμενος» νοείται ο οικονομικός φορέας. Επιπλέον, το εγχειρίδιο της OLAF ορίζει ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο μπορούν να αποδοθούν άμεσα γεγονότα στο πλαίσιο έρευνας ή επιχείρησης της OLAF. Είναι φυσικό πρόσωπο ή οικονομικός φορέας για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι διέπραξε παρατυπία ή απάτη." Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί οικονομικός φορέας ή ότι υπάρχουν υπόνοιες ότι διέπραξε παρατυπία ή απάτη, δεδομένου ότι ουδέποτε συμμετείχε, με οποιονδήποτε τρόπο, στη χρηματοδότηση του κτιρίου D3 του Κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, η OLAF δεν μπορούσε νομίμως να επικαλεστεί το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού. Ως εκ τούτου, επανέλαβε τον ισχυρισμό του και τόνισε τη σημασία του ζητήματος αυτού ως ζήτημα αρχής.

31. Στο πρώτο του αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους χαρακτηρίζει τον καταγγέλλοντα ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού, στο πλαίσιο του άρθρου 5 του κανονισμού 2185/1996, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού, και τον ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στο εγχειρίδιο της OLAF.

32. Στην απάντησή της, η OLAF δήλωσε ότι «[ο] λόγος για τον οποίο χαρακτήρισε τον καταγγέλλοντα ως «κάθε ενδιαφερόμενο» ήταν να τον καλέσει σε επίσημη εξέταση ως μάρτυρα προκειμένου να λάβει περαιτέρω πληροφορίες από αυτόν». Επιπλέον, υποστήριξε κατ' ουσίαν ότι η έννοια του «ενδιαφερόμενου προσώπου» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού είναι ευρύτερη από την έννοια του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στο εγχειρίδιο της OLAF. Κατά την άποψή της, η πρώτη έννοια καλύπτει τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες, καθώς και τα πρόσωπα για τα οποία δεν υπάρχουν υπόνοιες, αλλά τα οποία ενδέχεται να κατέχουν σχετικές πληροφορίες. Αντιθέτως, το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού αφορά αποκλειστικά την κατηγορία του «ενδιαφερόμενου προσώπου» κατά την έννοια του ορισμού που δίνεται στο εγχειρίδιο της OLAF [9]. Επομένως, η επίκληση της έννοιας του «ενδιαφερόμενου προσώπου» υπό τις δεδομένες περιστάσεις δεν σήμαινε ότι ο καταγγέλλων ήταν ύποπτος.

33. Η OLAF έκρινε επίσης ότι η έκδοση του εγχειριδίου του 2005, η οποία ήταν σε χρήση κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, χρησιμοποιούσε τον όρο «ενδιαφερόμενο μέρος» για τον ορισμό του υπό έρευνα προσώπου. Ο όρος «ενδιαφερόμενος» εισήχθη μετά την αποστολή της επιστολής πρόσκλησης (με ημερομηνία 9 Μαρτίου 2006) στον καταγγέλλοντα. Στο πλαίσιο αυτό, η OLAF υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων επιδίωξε αναδρομικά να εφαρμόσει νέο ορισμό σε παρελθόντα γεγονότα. Δήλωσε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν θεωρήθηκε ποτέ «ενδιαφερόμενο μέρος» και δεν είχε ποτέ διερευνηθεί από την OLAF.

34. Η OLAF υποστήριξε ότι επικαλέστηκε το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού 2185/96, ως νομική βάση για την πρόσκληση του καταγγέλλοντος σε συνέντευξη. Με τον τρόπο αυτό, αντιμετώπισε τον καταγγέλλοντα ως πρόσωπο εκτός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, το οποίο μπορεί να κατέχει πληροφορίες σχετικές με την έρευνά του. Η OLAF αναγνώρισε ότι αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει μια διφορούμενη κατάσταση, η οποία δεν ήταν η πρόθεσή της. Ως εκ τούτου, η OLAF τόνισε ότι επιθυμεί να επιβεβαιώσει εκ νέου ότι ουδέποτε υποπτεύθηκε ότι ο καταγγέλλων διέπραξε απάτη ή παρατυπία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να διερευνήσει τον καταγγέλλοντα.

35. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η OLAF δεν εξήγησε γιατί οι όροι που χρησιμοποιούνται στο εγχειρίδιο της OLAF δεν έχουν την ίδια έννοια με τους αντίστοιχους όρους στους σχετικούς κανονισμούς. Σύμφωνα με τον πρόλογό του, το εγχειρίδιο της OLAF περιέχει σημαντικές οδηγίες για τους ελεγκτές. Επομένως, η αποδοχή των ισχυρισμών της OLAF θα σήμαινε ότι οι ορισμοί των βασικών εννοιών που δίδονται στο εγχειρίδιο της OLAF ήταν εσφαλμένοι. Υποστήριξε επίσης ότι η έκδοση του 2005 του εγχειριδίου της OLAF, η οποία ήταν διαθέσιμη στον ιστότοπο της OLAF, χρησιμοποιεί τόσο την έννοια του «ενδιαφερόμενου μέρους» όσο και την έννοια του «ενδιαφερόμενου προσώπου», το οποίο ορίζει αποκλειστικά πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι ευθύνονται για παραβάσεις του νόμου. Η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού από την OLAF δεν αναφέρθηκε πουθενά. Όσον αφορά τη δήλωση της OLAF ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να τον ερευνήσει, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η OLAF δεν εξέτασε το ζήτημα της σημασίας των επιστολών της που αναφέρονται στη σκέψη 6 ανωτέρω. Επανέλαβε την άποψή του ότι δεν υπάρχει νομική βάση για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με αυτόν από την OLAF ή για τη διεξαγωγή ερευνών σχετικά με αυτόν.

36. Στο δεύτερο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF να διευκρινίσει κατά πόσον, κατά την άποψή της, το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού, το οποίο της παρέχει το δικαίωμα να ζητεί από τους ενδιαφερόμενους «να παρέχουν» ορισμένες πληροφορίες, παρέχει νομική βάση για να ζητείται από τους πολίτες να παρίστανται σε συνέντευξη στις εγκαταστάσεις της OLAF. Ο Διαμεσολαβητής κάλεσε επίσης την OLAF να διατυπώσει την άποψή της σχετικά με τη δεύτερη πτυχή του πρώτου ισχυρισμού του καταγγέλλοντος και τη δεύτερη πτυχή του ισχυρισμού του. Επιπλέον, της ζήτησε να εξηγήσει τη σημασία των επιστολών της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 23 Μαρτίου και 26 Απριλίου 2007, στις οποίες ανέφερε ότι δεν είχε την πρόθεση «να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες»[10] σχετικά με αυτόν.

37. Στην απάντησή της, η OLAF επισήμανε ότι η συγκεκριμένη χρήση του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού εξαρτάται από το πλαίσιο και τις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Σκοπός της διάταξης αυτής ήταν να δοθεί η δυνατότητα στο προσωπικό της OLAF να επαληθεύει τις διαθέσιμες πληροφορίες και να συλλέγει περαιτέρω σχετικές πληροφορίες. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της OLAF να επιλέγει τις καταλληλότερες μεθόδους και τεχνικές έρευνας σε κάθε περίπτωση. Η OLAF υποστήριξε επίσης ότι, εάν χρειαστεί, το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού «μπορεί πράγματι να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για την πρόσκληση μαρτύρων από χώρες εκτός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ για να παρουσιαστούν σε συνέντευξη, όπως συνέβη στην περίπτωση του καταγγέλλοντος». Στη συνέχεια, επισήμανε ότι δεν υπήρχε, ωστόσο, καμία υποχρέωση αποδοχής μιας τέτοιας πρόσκλησης για συνέντευξη.

38. Η OLAF πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων απέρριψε δύο προσφορές που είχε κάνει για να τον συναντήσει ανεπίσημα στο Λουξεμβούργο. Μόνο τότε οι ελεγκτές της κάλεσαν επισήμως τον καταγγέλλοντα σε συνέντευξη. Η OLAF εξήγησε ότι οι μάρτυρες που ταξιδεύουν στις εγκαταστάσεις της δικαιούνται επιστροφή των εξόδων ταξιδίου και ημερήσια αποζημίωση και ότι είχε ενημερώσει σχετικά τον καταγγέλλοντα με την επιστολή της 9ης Μαρτίου 2006.

39. Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η OLAF τόνισε ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να διερευνήσει τον καταγγέλλοντα. Στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας, η OLAF δεν ήταν σε θέση να διερευνήσει άτομο που δεν είναι μέλος του προσωπικού της ΕΕ. Η OLAF υποστήριξε ότι αποτελεί συνήθη πρακτική η αξιολόγηση της αξιοπιστίας μιας πηγής και της ακρίβειας των πληροφοριών που παρέχονται κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι «[ένα] μέρος αυτού του τυποποιημένου ελέγχου της OLAF δεν αναζήτησε συγκεκριμένα πληροφορίες σχετικά με τον καταγγέλλοντα».

40. Σχολιάζοντας τη δεύτερη πτυχή του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος, η OLAF επιβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει νομική βάση για τη διερεύνηση πολιτών που παρακολουθούν το έργο των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και εφιστούν την προσοχή σε πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, και ότι η OLAF δεν είχε δηλώσει ποτέ το αντίθετο. Η OLAF υποστήριξε επίσης ότι ο καταγγέλλων ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας της OLAF και ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να τον ερευνήσει.

41. Η OLAF δήλωσε ότι οι επιστολές της 23ης Μαρτίου και της 26ης Απριλίου 2007 απεστάλησαν ως απάντηση στις ανακοινώσεις του καταγγέλλοντος και ότι περιείχαν απαντήσεις σε ερωτήσεις που είχε θέσει ο καταγγέλλων σχετικά με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Η OLAF αναγνώρισε ότι η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε ενδέχεται να οδήγησε σε παρανόηση, για την οποία ζήτησε συγγνώμη. Υποστήριξε ότι είχε απλώς επιδιώξει να επιβεβαιώσει ότι δεν είχε την πρόθεση να αναζητήσει και να συλλέξει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά την αξιοπιστία της πηγής. Η OLAF δήλωσε επίσης ότι, σε μελλοντική αλληλογραφία, θα φρόντιζε περισσότερο να αποφύγει τη χρήση διατύπωσης που θα μπορούσε να παρερμηνευθεί.

42. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η OLAF δεν τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να παραστεί στη συνέντευξη. Επιβεβαιώνει ότι η OLAF προσφέρθηκε να τον συναντήσει ανεπίσημα στο Λουξεμβούργο. Πρόσθεσε ότι συμφώνησε σε μια άτυπη συνάντηση στην αρχή, αλλά την ακύρωσε όταν έμαθε ότι και οι δύο ερευνητές της OLAF που ήταν υπεύθυνοι για την υπόθεση είχαν εμπλακεί στην έρευνα ενός δημοσιογράφου που εργαζόταν για ένα γερμανικό εβδομαδιαίο περιοδικό και ότι, ως εκ τούτου, ήταν ενδεχομένως προκατειλημμένοι.

43. Στο πλαίσιο αυτό, θεώρησε ότι η κλήτευσή του («Vorladung zu einer Zeugenvernehmung») ως «ενδιαφερόμενου προσώπου» αποτελούσε μπλόφα εκ μέρους της OLAF, με σκοπό τον εκφοβισμό του. Το γεγονός ότι επρόκειτο να εξεταστεί ως μάρτυρας στις εγκαταστάσεις της OLAF υποδήλωνε ότι η OLAF θεωρούσε ότι θα ήταν ευκολότερο να τον ανακρίνει εκεί προκειμένου να ενημερωθεί σχετικά με τις πηγές του. Θεώρησε ότι η OLAF δεν μπορούσε να έχει ερωτήσεις επί της ουσίας, δεδομένου ότι, χωρίς καμία αιτιολογία, ουδέποτε αποδέχθηκε την πρότασή του να απαντήσει γραπτώς στις ερωτήσεις της.

44. Απαντώντας στη δεύτερη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η OLAF δήλωσε ότι αποτελεί συνήθη πρακτική η αξιολόγηση της αξιοπιστίας μιας πηγής και της ακρίβειας των πληροφοριών που παρέχονται κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Ο καταγγέλλων δεν θεώρησε ότι η εξήγηση της OLAF ήταν εύλογη, δεδομένου ότι η OLAF επέκτεινε την πρόσκληση για συνέντευξη μόνο στο τελικό στάδιο της έρευνάς της και όχι στην αρχή. Αναφερόμενος στην τελική έκθεση για την υπόθεση, ο καταγγέλλων επέστησε ιδιαίτερα την προσοχή στο τμήμα που δείχνει ότι η OLAF προσπαθούσε να μάθει ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους απευθύνθηκε στην OLAF και να ανακαλύψει τις αρχικές πηγές πληροφοριών του. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή του, έπρεπε να θεωρηθεί ότι η OLAF προσπαθούσε να βρει αποδεικτικά στοιχεία ότι είχε κακόβουλα ως στόχο να «συκοφαντήσει» το Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, φαίνεται ότι αυτό ήταν πράγματι το επίκεντρο της έρευνας της OLAF, δεδομένου ότι στην τελική έκθεση για την υπόθεση αναφερόταν ότι η υπόθεση δεν αφορούσε τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, αλλά μάλλον τη φήμη των θεσμικών οργάνων της ΕΕ εν γένει και του Κοινοβουλίου ειδικότερα.

45. Όσον αφορά την απάντησή του σε σχέση με τις επιστολές του που αναφέρονται στην παράγραφο 6 ανωτέρω, ο καταγγέλλων αποδέχθηκε τη συγγνώμη της OLAF και θεώρησε ότι το ζήτημα αυτό έχει διευθετηθεί.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης

46. Όταν ισχυρίστηκε ότι η OLAF υπερέβη τα όρια των εξουσιών της, ο καταγγέλλων διέκρινε μεταξύ: i) το δικαίωμα της OLAF να τον ορίσει ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο»· και ii) τις έρευνες της OLAF σχετικά με αυτόν, στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε διαδοχικά και τις δύο πτυχές.

Κατά πόσον η OLAF είχε το δικαίωμα να θεωρήσει τον καταγγέλλοντα ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο»

47. Η OLAF επικαλέστηκε αρχικά το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού, όταν κάλεσε τον καταγγέλλοντα να καταθέσει. Μετά την ένσταση του καταγγέλλοντος, ζήτησε συγγνώμη για την επιλογή της εσφαλμένης νομικής βάσης και, επικαλούμενη το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, κάλεσε τον καταγγέλλοντα να παραστεί σε συνέντευξη. Ο καταγγέλλων διατύπωσε εκ νέου αντιρρήσεις. Στη συνέχεια, η OLAF τον ενημέρωσε ότι η νομική βάση για την προτεινόμενη συνέντευξη ήταν το άρθρο 4 παράγραφος 3, ερμηνευόμενο «υπό ευρύτερη έννοια». Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η OLAF υποστήριξε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού 2185/96, χρησίμευσε ως νομική βάση για την πρόσκληση του καταγγέλλοντος σε συνέντευξη.

48. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής ανέλυσε και αξιολόγησε κατά πόσον μόνο το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, ή ενδεχομένως το άρθρο αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού 2185/96, εξουσιοδότησε την OLAF να καλέσει τον καταγγέλλοντα να καταθέσει ως μάρτυρας.

49. Από το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού προκύπτει ότι η OLAF μπορεί να ζητήσει από ένα πρόσωπο «να παράσχει τις πληροφορίες που θεωρεί χρήσιμες για τις έρευνές της», υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί «ενδιαφερόμενο πρόσωπο». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έπρεπε να αξιολογήσει κατά πόσον η OLAF είχε το δικαίωμα να θεωρήσει τον καταγγέλλοντα ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού. Αρχικά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού δεν περιορίζει την αντίστοιχη εξουσία της OLAF σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο μιας έρευνας. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η OLAF δεν τον κάλεσε να παραστεί σε συνέντευξη μέχρι το τελικό στάδιο της έρευνάς της ήταν άνευ σημασίας κατά την ανάλυση του κατά πόσον η OLAF μπορούσε νομίμως να το πράξει βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού.

50. Τα μέρη συμφώνησαν ότι ο κανονισμός δεν ορίζει τον όρο «ενδιαφερόμενο πρόσωπο». Ως εκ τούτου, προκειμένου να αξιολογήσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής ήταν υποχρεωμένος να παρουσιάσει τη δική του ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Δικαστήριο μεριμνά για την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Δικαστήριο, και μόνον αυτό, είναι αρμόδιο να ερμηνεύει έγκυρα το δίκαιο της Ένωσης.

51. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, προκειμένου να επιτευχθεί ορθή ερμηνεία της έκφρασης «κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο», πρέπει να ληφθεί υπόψη το νομοθετικό πλαίσιο του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού.

52. Το άρθρο 3 του κανονισμού ορίζει τις εξουσίες της OLAF στον τομέα των εξωτερικών ερευνών. Οι εξωτερικές έρευνες είναι διοικητικές έρευνες εκτός των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, οι οποίες διενεργούνται με σκοπό τον εντοπισμό απάτης ή άλλης παράτυπης συμπεριφοράς από φυσικά ή νομικά πρόσωπα [11]. Το άρθρο 3 του κανονισμού ορίζει ότι η OLAF ασκεί τις εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή με τον κανονισμό 2185/96, για τη διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων και ελέγχων. Επιπλέον, διενεργεί επιθεωρήσεις και ελέγχους στα κράτη μέλη (και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε τρίτες χώρες), όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 2988/95, και στους τομεακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Ως εκ τούτου, το άρθρο 3 του κανονισμού, σε συνδυασμό με τους κανονισμούς 2185/96 και 2988/95, παρέχει στην OLAF ορισμένες εξουσίες έρευνας έναντι τρίτων [12]. Οι εξουσίες αυτές κυμαίνονται από επιτόπιους ελέγχους έως λιγότερο παρεμβατικές μεθόδους, όπως ο έλεγχος εγγράφων. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την άποψη ότι οι εξουσίες της OLAF στις εξωτερικές έρευνες φαίνεται να περιλαμβάνουν την αίτηση πληροφοριών από τρίτους που ενδέχεται να κατέχουν πληροφορίες σχετικές με εξωτερική έρευνα. Σημείωσε ότι, επιπλέον, από το άρθρο 9 του κανονισμού 2988/95 προκύπτει ότι η OLAF θα μπορούσε να εκτελεί τις σχετικές αιτήσεις και, για τον σκοπό αυτό, να βασίζεται στη συνδρομή των κρατών μελών.

53. Το άρθρο 4 του κανονισμού προβλέπει ειδικούς κανόνες για τις εσωτερικές έρευνες· δηλαδή διοικητικές έρευνες εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού προβλέπει εξουσίες έρευνας έναντι των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Ως εκ τούτου, η OLAF μπορεί, για παράδειγμα, να ζητήσει πρόσβαση τόσο στις πληροφορίες που έχει στην κατοχή της όσο και στις εγκαταστάσεις της· να επιθεωρούν τους λογαριασμούς τους· και να ζητούν προφορικές πληροφορίες από τα μέλη του προσωπικού τους. Το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού περιγράφει λεπτομερώς τις εξουσίες της OLAF έναντι των «ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων» και των «ενδιαφερόμενων προσώπων» εκτός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Όσον αφορά τους «ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς», η OLAF μπορεί, υπό τους όρους και σύμφωνα με τον κανονισμό 2185/96, να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις τους, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με πιθανές παρατυπίες που ενδέχεται να διαπιστώνουν οι εν λόγω οικονομικοί φορείς. Όσον αφορά «κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο», η OLAF μπορεί να του ζητήσει να παράσχει ορισμένες πληροφορίες.

54. Τόσο σε σχέση με «οποιοδήποτε πρόσωπο» όσο και με «οικονομικούς φορείς», το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού προσδιορίζει τις εξουσίες της OLAF με αναφορά στο «ανησυχούν». Ως εκ τούτου, το ερώτημα ήταν αν το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού περιορίζει τις εξουσίες της OLAF σε πρόσωπα ή οικονομικούς φορείς για τους οποίους υπάρχουν υπόνοιες.

55. Όσον αφορά τους «οικονομικούς φορείς», το άρθρο 5 του κανονισμού 2185/96 αναθέτει στην OLAF τις ακόλουθες αρμοδιότητες: Η OLAF μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις i) στους «οικονομικούς φορείς στους οποίους μπορούν να επιβληθούν κοινοτικά διοικητικά μέτρα και κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι έχουν διαπραχθεί παρατυπίες» και ii) στους «άλλους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς που είναι απολύτως αναγκαίοι για να διαπιστωθεί αν υπάρχει παρατυπία», προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που κατέχουν οι εν λόγω οικονομικοί φορείς σχετικά με πραγματικά περιστατικά που υπόκεινται σε επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις». Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι από το άρθρο 5 του κανονισμού 2185/96, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 13 του εν λόγω κανονισμού, προκύπτει ότι οι σχετικές εξουσίες της OLAF εκτείνονται στους οικονομικούς φορείς για τους οποίους υπάρχουν υπόνοιες και, υπό ορισμένες συνθήκες, και στους οικονομικούς φορείς για τους οποίους δεν υπάρχουν υπόνοιες.

56. Η έννοια των «ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 5 του κανονισμού 2185/96, η οποία περιλαμβάνει τους υπόπτους οικονομικούς φορείς και τους οικονομικούς φορείς για τους οποίους δεν υπάρχουν υπόνοιες, η αναφορά στην «ανησυχία» τους δεν περιορίζει τις εξουσίες της OLAF στους υπόπτους οικονομικούς φορείς. Τούτου λεχθέντος, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί η αναφορά στο «ανησυχούν» στο πλαίσιο του «οποιουδήποτε προσώπου», με διαφορετικό και/ή πιο περιοριστικό τρόπο. Κατά συνέπεια, μια ερμηνεία που λαμβάνει υπόψη το άρθρο 5 του κανονισμού 2185/96 ενισχύει την άποψη ότι οι εξουσίες της OLAF σε σχέση με «κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο» εκτείνονται σε πρόσωπα που είναι ύποπτα και σε πρόσωπα που δεν είναι ύποπτα. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι ο σκοπός του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού φαίνεται να είναι να δοθεί στην OLAF η εξουσία να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες που σχετίζονται με την έρευνά της (βλ. επίσης άρθρο 5 του κανονισμού 2185/96). Αυτό υποδηλώνει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην OLAF την εξουσία να ζητεί πληροφορίες από τα τρίτα μέρη που ενδέχεται να κατέχουν σχετικές πληροφορίες, ανεξάρτητα από το αν είναι ύποπτα ή όχι. Ταυτόχρονα, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 αναφέρεται μόνο στη δυνατότητα να ζητηθεί από «κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο» πληροφορίες που ενδέχεται να είναι σχετικές. Δεν αναφέρει σαφώς ότι οι αποδέκτες τέτοιων αιτημάτων είναι υποχρεωμένοι να απαντήσουν σε αυτά. Εκ πρώτης όψεως, και βάσει γραμματικής ερμηνείας, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, σε αντίθεση με τις εξωτερικές έρευνες, η OLAF δεν έχει την εξουσία να εκτελεί αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Επισήμανε ότι θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων δήλωσε, χωρίς να αντικρουστεί από την OLAF, ότι προσφέρθηκε να απαντήσει γραπτώς σε τυχόν ερωτήσεις της OLAF. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν πρέπει να ικανοποιούνται οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού.

57. Ως εκ τούτου, το προσωρινό συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή ήταν ότι από τη συστημική ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού προκύπτει ότι η OLAF μπορεί να ζητήσει πληροφορίες από φυσικά πρόσωπα τις οποίες μπορεί να θεωρήσει συναφείς με τις έρευνές της, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα είναι ύποπτα ή όχι. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν είναι απαραιτήτως ύποπτο εάν η OLAF του ζητήσει πληροφορίες.

58. Ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι το συμπέρασμά του θα ήταν διαφορετικό εάν η OLAF είχε εκδώσει εσωτερικές οδηγίες για διαφορετική ερμηνεία του όρου «κάθε ενδιαφερόμενος». Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στον ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στην έκδοση 2007 του εγχειριδίου της OLAF. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» νοείται το πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει διαπράξει πράξεις που διερευνώνται από την OLAF. Εάν ο ορισμός αυτός εφαρμοζόταν στην ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως νομική βάση για την αίτηση παροχής πληροφοριών από τον καταγγέλλοντα, δεδομένου ότι η OLAF υποστήριξε ότι ο τελευταίος ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας της OLAF και ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να τον ερευνήσει. Ωστόσο, πέραν του ότι υποστήριξε ότι η έννοια του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στο άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού διέφερε από τον ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στην έκδοση του εγχειριδίου του 2007, η OLAF επισήμανε επίσης ότι ο τελευταίος αυτός ορισμός δεν περιλαμβανόταν στην έκδοση του 2005 του εγχειριδίου, η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο της πρόσκλησης του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε με την OLAF ότι η έκδοση 2005 του εγχειριδίου της OLAF έπρεπε να θεωρηθεί ως η σχετική έκδοση σε σχέση με την πρόσκληση του καταγγέλλοντος, η οποία έγινε το 2006, δεδομένου ότι η έκδοση 2007 του εγχειριδίου δημοσιεύθηκε πολύ μετά την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, σημείωσε ότι, σε ορισμένα σημεία, η έκδοση του 2005 του εγχειριδίου της OLAF αναφέρεται σε «ενδιαφερόμενο πρόσωπο», ιδίως σε σχέση με τις εσωτερικές έρευνες της OLAF [13]. Ωστόσο, δεν ορίζει αυτή την έκφραση. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι οι λίγες αναφορές στην έκφραση αυτή στην έκδοση 2005 του εγχειριδίου της OLAF επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αναφέρεται σε πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες. Ομοίως, ο όρος «ενδιαφερόμενο μέρος», όπως χρησιμοποιείται στην έκδοση 2005 του εγχειριδίου της OLAF, δεν αποσαφήνισε την ερμηνεία του όρου «κάθε ενδιαφερόμενος». Ως εκ τούτου, η έκδοση του 2005 του εγχειριδίου της OLAF δεν παρείχε καμία καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο ερμηνείας της έκφρασης «κάθε ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού.

59. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η τρέχουσα έκδοση του εγχειριδίου της OLAF (με ημερομηνία 1η Δεκεμβρίου 2009) παρέχει ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου». Από τον ορισμό αυτόν, ο οποίος παρατίθεται στις σκέψεις 25 και 26 ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» νοείται πρόσωπο ή οικονομικός φορέας για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει διαπράξει παρατυπία ή απάτη. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η OLAF εξήγησε ότι άρχισε να συμπεριλαμβάνει αυτόν τον ορισμό στο εγχειρίδιο της από το 2007 και μετά. Συγχρόνως, από τους ισχυρισμούς της OLAF προκύπτει ότι ο «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού δεν είναι απαραιτήτως ύποπτος. Είναι αληθές ότι η OLAF επισήμανε ότι ο ορισμός που περιέχεται στο εγχειρίδιο της OLAF από το 2007 και μετά διαφέρει από την έννοια του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στο άρθρο 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού. Ανεξαρτήτως του αν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο, γεγονός παραμένει ότι οποιοσδήποτε κληθεί από την OLAF να παράσχει πληροφορίες σε αυτή τη βάση, και στον οποίο εφαρμόζεται το εγχειρίδιο του 2007 ή μεταγενέστερη έκδοσή του, θα μπορούσε εύκολα να έχει την εντύπωση ότι πράγματι είναι ύποπτος. Λαμβανομένης υπόψη της απουσίας ορισμού του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στον κανονισμό, θα ήταν λογικό να υποτεθεί ότι ο αποδέκτης αίτησης παροχής πληροφοριών θα ήταν πιθανό να συμβουλευθεί το εγχειρίδιο της OLAF προκειμένου να μάθει περισσότερα σχετικά με τη νομική του κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τον πρόλογό του, το εγχειρίδιο της OLAF περιέχει σημαντικές οδηγίες για τους ελεγκτές. Εάν κάποιος που λαμβάνει αίτηση παροχής πληροφοριών συμβουλευτεί τον σχετικό ορισμό στο εγχειρίδιο της OLAF, θα καταλήξει αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι είναι ύποπτος, δεδομένου ότι ο ορισμός στο εγχειρίδιο της OLAF δεν διευκρινίζει ότι διαφέρει από την ομόλογη έκφραση στο άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού. Ο Διαμεσολαβητής γνώριζε ότι η πτυχή αυτή δεν καλύπτεται από τον παρόντα ισχυρισμό, ο οποίος αφορά γεγονότα προγενέστερα του εγχειριδίου της OLAF του 2007. Ωστόσο, θέλησε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία του σχεδίου σύστασής του για να επιστήσει την προσοχή της OLAF στο γεγονός ότι ο ορισμός του «ενδιαφερόμενου προσώπου» που περιέχεται στην τρέχουσα έκδοση του εγχειριδίου της είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει παρανοήσεις. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι η ίδια η OLAF αναγνώρισε ότι, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, ο ορισμός θα μπορούσε να δημιουργήσει μια διφορούμενη κατάσταση (βλ. παράγραφο 34 ανωτέρω). Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, οι εν λόγω παρανοήσεις θα μπορούσαν εύκολα να αποφευχθούν εάν γίνονταν οι κατάλληλες αλλαγές στο εγχειρίδιο. Εναλλακτικά, όταν η OLAF απευθύνει επιστολή σε ιδιώτες ζητώντας τους να παράσχουν πληροφορίες βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, θα μπορούσε τουλάχιστον να ενημερώσει τον αποδέκτη ή τους αποδέκτες ότι το να αντιμετωπίζονται ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» δεν σημαίνει ότι είναι ύποπτοι. Δεδομένου ότι η πτυχή αυτή δεν αποτελεί μέρος της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα επί του θέματος.

60. Αφού διαπιστώθηκε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού εξουσιοδοτεί την OLAF να ζητήσει από πρόσωπο ευρισκόμενο στην κατάσταση του καταγγέλλοντος να παράσχει πληροφορίες τις οποίες θεωρεί συναφείς με έρευνα, παραμένει το ερώτημα κατά πόσον εξουσιοδοτεί επίσης νομίμως την OLAF να καλέσει το εν λόγω πρόσωπο να καταθέσει ως μάρτυρας. Στο πλαίσιο αυτό, η OLAF υποστήριξε ότι η χρήση του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού εξαρτάται από το πλαίσιο και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Επικαλέστηκε τον σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στο να παράσχει στο προσωπικό της τη δυνατότητα να επαληθεύσει και να συλλέξει περαιτέρω πληροφορίες. Επισήμανε επίσης ότι, «εάν χρειαστεί», θα μπορούσε πράγματι να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για την πρόσκληση μαρτύρων από χώρες εκτός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ για να παραστούν σε συνέντευξη. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι η OLAF απέσυρε την αρχική κλήτευσή της όταν ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην κλήτευσή του ως μάρτυρα. Αντιθέτως, τον κάλεσε σε συνέντευξη βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού. Ωστόσο, από τις παρατηρήσεις της προκύπτει ότι η OLAF θεωρεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού μπορεί να χρησιμεύσει ως νομική βάση για την εξέταση «ενδιαφερόμενου προσώπου» ως μάρτυρα. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε, ως εκ τούτου, κατά πόσον η OLAF έχει την εξουσία i) να καλέσει «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σε συνέντευξη και/ή ii) να εξετάσει ένα τέτοιο πρόσωπο ως μάρτυρα.

61. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού εξουσιοδοτεί την OLAF να ζητεί από «κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο» «να παρέχει τις πληροφορίες που θεωρεί χρήσιμες για τις έρευνές της». Ως εκ τούτου, το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού εξουσιοδοτεί σαφώς την OLAF να ζητήσει από «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» να παράσχει ορισμένες πληροφορίες. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως νομική βάση για την πρόσκληση ενός «ενδιαφερόμενου προσώπου» να παραστεί σε συνέντευξη στην έδρα της OLAF στις Βρυξέλλες. Κατά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού, έπρεπε να ληφθούν υπόψη δύο ενδεχομένως αντικρουόμενα συμφέροντα. Πρώτον, το συμφέρον της OLAF να διαθέτει όλες τις εξουσίες που χρειάζεται για την εκτέλεση της εντολής της και, δεύτερον, το συμφέρον των προσώπων στα οποία η OLAF απευθύνει τα αιτήματά της για παροχή πληροφοριών. Όπως καταδείχθηκε ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στην OLAF να ζητεί δυνητικά συναφείς πληροφορίες για τους σκοπούς εσωτερικών ερευνών από πρόσωπα για τα οποία δεν υπάρχουν υπόνοιες ότι διέπραξαν τα ίδια κάποιο αδίκημα. Ωστόσο, αν το άρθρο 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι η OLAF έχει δικαιώματα που βαίνουν πέραν της αποστολής αιτήσεων παροχής πληροφοριών, τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του «ενδιαφερομένου» δεν θα διασφαλίζονταν επαρκώς. Όπως προαναφέρθηκε, ένα τέτοιο πρόσωπο θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε κατέχει πληροφορίες τις οποίες η OLAF θεωρεί συναφείς με μια έρευνα. Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το άρθρο αυτό δεν παρέχει έρεισμα για να προσκληθούν ή ακόμη και να υποχρεωθούν πρόσωπα που ενδέχεται να διαθέτουν χρήσιμες πληροφορίες να παραστούν σε συνέντευξη στα γραφεία της OLAF στις Βρυξέλλες. Ο Διαμεσολαβητής πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει ότι η ερμηνεία αυτή δεν ήταν ικανοποιητική ή ανεπαρκής και υπενθύμισε ότι η ίδια η OLAF αναγνώρισε ότι ο καταγγέλλων είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να καταθέσει.

62. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε χρήσιμο να προσθέσει ότι η ανωτέρω διαπίστωση δεν θα εμπόδιζε απαραιτήτως την OLAF να καλέσει «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σε συνέντευξη, υπό την προϋπόθεση ότι καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει νομική υποχρέωση του αποδέκτη να συμμορφωθεί με ένα τέτοιο αίτημα. Ωστόσο, οι επιστολές της OLAF προς τον καταγγέλλοντα δεν περιείχαν τέτοιες πληροφορίες.

63. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, δεδομένου ότι δεν υπάρχει νομική βάση για την πρόσκληση «ενδιαφερόμενου προσώπου» σε συνέντευξη χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει το εν λόγω πρόσωπο ότι είναι ελεύθερο να αποδεχθεί ή να απορρίψει την πρόσκληση αυτή, εξ αυτού συνάγεται ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως νομική βάση για την πρόσκληση «ενδιαφερόμενου προσώπου» σε επίσημη εξέταση ως μάρτυρα.

64. Για τους ανωτέρω λόγους, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 και μόνο, ή σε συνδυασμό με άλλες εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού, δεν παρείχε νομική βάση για την πρόσκληση του καταγγέλλοντος σε συνέντευξη. Ως εκ τούτου, στη βάση αυτή, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ούτε η OLAF είχε το δικαίωμα να καλέσει τον καταγγέλλοντα να εξεταστεί ως μάρτυρας.

Κατά πόσον η OLAF προέβη ή είχε την πρόθεση να προβεί σε παράνομες έρευνες σχετικά με τον καταγγέλλοντα

65. Στις επιστολές της προς τον καταγγέλλοντα της 23ης Μαρτίου και της 26ης Απριλίου 2007, η OLAF δήλωσε ότι δεν είχε την πρόθεση «αυτή τη στιγμή να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες» σχετικά με τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι δηλώσεις αυτές υποδήλωναν ότι η OLAF επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να προβεί σε έρευνες σχετικά με αυτόν σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα, ανά πάσα στιγμή ή με οποιονδήποτε τρόπο, να προβεί σε έρευνες σχετικά με αυτόν στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας. Δήλωσε επίσης ότι η OLAF είχε συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τον ίδιο. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, η OLAF διευκρίνισε τις δηλώσεις της, καθώς και το γεγονός ότι, εκτός από έναν τυποποιημένο έλεγχο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της πηγής, δεν προέβη σε έρευνες σχετικά με τον καταγγέλλοντα. Δήλωσε επίσης ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να διερευνήσει τον καταγγέλλοντα. Η OLAF αναγνώρισε ότι η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε ενδέχεται να οδήγησε σε παρανόηση, για την οποία ζήτησε συγγνώμη. Η OLAF δήλωσε επίσης ότι, σε μελλοντική αλληλογραφία, θα φρόντιζε περισσότερο να αποφύγει τη χρήση διατύπωσης που θα μπορούσε να παρερμηνευθεί.

66. Ο καταγγέλλων αποδέχθηκε τη συγγνώμη της OLAF και θεώρησε ότι το ζήτημα αυτό είχε διευθετηθεί.

67. Λαμβάνοντας υπόψη τη συγγνώμη της OLAF, την οποία αποδέχθηκε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω δράση εκ μέρους του σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Συμπεράσματα σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό και ισχυρισμό του καταγγέλλοντος

68. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ορίζοντας τον καταγγέλλοντα ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» και, στη βάση αυτή, καλώντας τον σε συνέντευξη, η OLAF υπερέβη τα όρια των εξουσιών της. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής, λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, υπέβαλε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή:

«Η OLAF θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού δεν της παρέχει την εξουσία να καλεί «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» να καταθέσει ως μάρτυρας. Επιπλέον, η OLAF θα πρέπει να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα επειδή τον κάλεσε σε συνέντευξη σε αυτή τη βάση.»

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

69. Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η OLAF δήλωσε ότι αποφάσισε να αποδεχθεί το ανωτέρω σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή.

70. Η OLAF αναγνώρισε ότι η χρήση του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού σε επιστολή πρόσκλησης σε μάρτυρα στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις. Ως εκ τούτου, επιθυμεί να ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή ότι δεν χρησιμοποιεί και δεν θα χρησιμοποιήσει τη διάταξη αυτή ως νομική βάση για την πρόσκληση μαρτύρων προς εξέταση.

71. Εξάλλου, η OLAF υποστήριξε ότι η τυποποιημένη επιστολή προσκλήσεως που επισυνάπτεται στο εγχειρίδιο της OLAF δεν περιέχει καμία αναφορά στη διάταξη αυτή. Η OLAF παρέπεμψε επίσης στο Εγχειρίδιό της, το οποίο, στο τμήμα που αφορά τις ακροάσεις μαρτύρων στο πλαίσιο εσωτερικών ερευνών, προβλέπει τα εξής:

«(2) Εσωτερικές έρευνες

Η κατάσταση διαφέρει όσον αφορά τις συνεντεύξεις που διεξάγονται στο πλαίσιο εσωτερικών ερευνών. Η OLAF μπορεί να ζητήσει προφορικές πληροφορίες από τους βουλευτές, τα διευθυντικά στελέχη και το προσωπικό των θεσμικών οργάνων και οργανισμών, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1073/99. Άλλα πρόσωπα μπορούν να συμφωνήσουν να παράσχουν πληροφορίες κατά τη διάρκεια συνέντευξης, σε εθελοντική βάση. ..."[14]

Στο πλαίσιο αυτό, η OLAF έκρινε ότι οι σχετικές οδηγίες που δόθηκαν στους ελεγκτές της OLAF ήταν σαφείς.

72. Εν κατακλείδι, η OLAF εξέφρασε την ελπίδα ότι η ανωτέρω διευκρίνιση της πρακτικής της, σε συνδυασμό με την αναγνώριση ότι η αναφορά στο άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού 1073/1999 στην επιστολή πρόσκλησης προς τον καταγγέλλοντα ενδέχεται να οδήγησε σε παρανοήσεις, ικανοποιεί τον καταγγέλλοντα.

73. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για την απόφαση της OLAF να αποδεχθεί το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Εκφράζει επίσης την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η OLAF αναφέρθηκε σε αυτό που θεωρεί πρόθεση να του ζητήσει συγγνώμη, αλλά επισημαίνει επίσης ότι δεν έχει λάβει ακόμη σχετική επιστολή από την OLAF.

74. Ο καταγγέλλων έλαβε υπό σημείωση την αναφορά της OLAF στο εγχειρίδιο της OLAF, σύμφωνα με το οποίο «άλλα πρόσωπα» μπορούν να συμφωνήσουν να παράσχουν πληροφορίες κατά τη διάρκεια συνέντευξης σε εθελοντική βάση. Προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές παρανοήσεις, συνέστησε στην OLAF να συμπεριλάβει σχετικές πληροφορίες στην τυποποιημένη επιστολή πρόσκλησης. Επισύναψε αντίγραφο υποδείγματος προσκλητηρίων επιστολών το οποίο, κατά την άποψή του, εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται από την OLAF και δεν ανέφερε ότι οι συνεντεύξεις πραγματοποιούνταν σε εθελοντική βάση.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

75. Το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος συνίστατο σε δύο πτυχές: Η OLAF θα πρέπει: i) να αναγνωρίσει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού δεν του παρέχει την εξουσία να καλέσει «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» να εξεταστεί ως μάρτυρας· και ii) να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την πρόσκλησή του σε συνέντευξη σε αυτή τη βάση. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής θα αναλύσει διαδοχικά την εμπεριστατωμένη γνώμη της OLAF σε σχέση και με τις δύο πτυχές.

76. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, η OLAF υποστήριξε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού 2185/96, χρησίμευσε ως νομική βάση για την πρόσκληση του καταγγέλλοντος σε συνέντευξη. Στο σχέδιο σύστασής του, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι μόνο το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, ή σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις, δεν παρείχε νομική βάση για την πρόσκληση του καταγγέλλοντος να παραστεί σε συνέντευξη ή να κληθεί σε ακρόαση ως μάρτυρας. Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι η διαπίστωση αυτή δεν θα εμπόδιζε απαραιτήτως την OLAF να καλέσει «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σε συνέντευξη· υπό την προϋπόθεση ότι καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει νομική υποχρέωση του αποδέκτη να συμμορφωθεί με το εν λόγω αίτημα.

77. Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η OLAF υποστήριξε ότι δεν χρησιμοποιεί και δεν θα χρησιμοποιήσει το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού ως νομική βάση για την πρόσκληση μαρτύρων σε εξέταση και αναφέρθηκε σε παρανοήσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την επίκληση της εν λόγω διάταξης. Επομένως, η OLAF δεν αναγνώρισε ρητώς ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού δεν της παρέχει την εξουσία να καλεί «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» να καταθέσει ως μάρτυρας. Ωστόσο, από την εμπεριστατωμένη γνώμη της προκύπτει σαφώς ότι η OLAF δεν θεωρεί πλέον το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού ως κατάλληλη νομική βάση για την πρόσκληση μαρτύρων σε εξέταση. Επιπλέον, η OLAF τόνισε τον εθελοντικό χαρακτήρα της παροχής, κατά τη διάρκεια συνέντευξης, πληροφοριών στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας σε πρόσωπα άλλα από τα μέλη, τα διευθυντικά στελέχη και το προσωπικό των θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή συνάδει με την άποψη που διατυπώνεται στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή ότι τα πορίσματά του σχετικά με το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 δεν θα εμπόδιζαν την OLAF να απευθύνει προσκλήσεις σε συνεντεύξεις σε εθελοντική βάση.

78. Με βάση τα ανωτέρω και το γεγονός ότι ο καταγγέλλων χαιρέτισε την απόφαση της OLAF να αποδεχθεί το σχέδιο σύστασης, ο Διαμεσολαβητής είναι πεπεισμένος ότι η OLAF, προσδιορίζοντας: i) την τρέχουσα πρακτική του, η οποία διαφέρει από την πρακτική που περιγράφεται ενδεικτικά στην πρόσκληση που εστάλη στον καταγγέλλοντα· και ii) ο εθελοντικός χαρακτήρας της παροχής πληροφοριών όσον αφορά τα πρόσωπα που βρίσκονται στην κατάσταση του καταγγέλλοντος έχει αποδεχθεί την πρώτη πτυχή του σχεδίου σύστασής του.

79. Στο σχέδιο σύστασής του, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε επίσης ότι μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με το κατά πόσον η OLAF, όταν ζητεί από τα «ενδιαφερόμενα πρόσωπα» να παράσχουν πληροφορίες βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού, τους κατέστησε επαρκώς σαφές ότι το να αντιμετωπίζονται ως «ενδιαφερόμενα πρόσωπα» δεν σημαίνει ότι είναι ύποπτα. Δεδομένου ότι η OLAF υποστήριξε ότι δεν χρησιμοποιεί και δεν θα χρησιμοποιήσει το άρθρο 4 παράγραφος 3 σημείο 2 του κανονισμού ως νομική βάση για την πρόσκληση μαρτύρων προς εξέταση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα για το θέμα αυτό.

80. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του σχεδίου σύστασής του, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η OLAF δεν ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα. Επιπλέον, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, από την εμπεριστατωμένη γνώμη του δεν προκύπτει ότι η OLAF προτίθεται να ζητήσει συγγνώμη. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για ένα θεσμικό όργανο να απολογείται εάν διέπραξε σφάλμα που επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ενός πολίτη. Το γεγονός ότι η OLAF δεν ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα είναι σαφώς μη ικανοποιητικό και οδηγεί τον Διαμεσολαβητή στο συμπέρασμα ότι η OLAF δεν αποδέχθηκε τη δεύτερη πτυχή του σχεδίου σύστασής του. Ως εκ τούτου, η περίπτωση κακοδιοίκησης που εντοπίστηκε στο σχέδιο σύστασής του εξακολουθεί εν μέρει να υφίσταται. Ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να επικρίνει αυτή την περίπτωση κακοδιοίκησης σε μια επικριτική παρατήρηση. Ωστόσο, ο καταγγέλλων, στις παρατηρήσεις του, εντόπισε μια συγγνώμη που δυσκολευόταν να προκύψει από τη γνώμη της OLAF. Επιπλέον, αποδεχόμενη σημαντικά τμήματα του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή και τροποποιώντας και αποσαφηνίζοντας την πρακτική της προς τον σκοπό αυτό (βλ. επίσης σημεία 119 και 121 κατωτέρω), η OLAF επέδειξε προθυμία να συνεργαστεί με τον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής σκοπεύει να αξιοποιήσει αυτή τη συνεργασία και θα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, σε μελλοντικές συναντήσεις με τον νέο διευθυντή της OLAF και το ανώτερο προσωπικό του, να εξηγήσει ότι η προθυμία ρητής αναγνώρισης και συγγνώμης για σφάλματα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο μιας διοικητικής νοοτροπίας παροχής υπηρεσιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να διατυπώσει επικριτική παρατήρηση. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν απαιτείται περαιτέρω δράση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του σχεδίου σύστασής του.

81. Ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει αν το υπόδειγμα επιστολής που χρησιμοποιεί επί του παρόντος η OLAF για τη σύνταξη προσκλήσεων σε συνεντεύξεις παρέχει στους αποδέκτες επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον εθελοντικό χαρακτήρα των συνεντεύξεων, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται στο εγχειρίδιο της OLAF. Αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για μια νέα πτυχή που έθεσε ο καταγγέλλων, χωρίς προφανώς να επιθυμεί να υποβάλει νέα καταγγελία. Δεδομένου ότι θα ήταν σαφώς χρήσιμο να αποσαφηνιστεί το ζήτημα αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ζητήσει από την OLAF να τον ενημερώσει για την πρακτική της σε σχέση με το θέμα αυτό έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011.

Β. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

82. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σε αντίθεση με το περιεχόμενο της επιστολής της με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2006, η OLAF δεν διατύπωσε γνώμη σχετικά με τη συμπεριφορά του κ. X., προϊσταμένου μονάδας στη ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο κ. X. διαβίβασε τις επικοινωνίες του καταγγέλλοντος με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο Κοινοβούλιο, παρόλο που ήταν σαφές ότι δεν ήταν αυτό που σκόπευε ο καταγγέλλων.

83. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF υποστήριξε ότι δεν είχε υποσχεθεί, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 19ης Οκτωβρίου 2006, να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη συμπεριφορά του Χ. Επισήμανε επίσης ότι καθήκον της ήταν να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά κατά τη διάρκεια μιας έρευνας και όχι να «διατυπώνει τη γνώμη της». Στον βαθμό που ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να εκληφθεί ως αίτημα προς την OLAF να κινήσει έρευνα σχετικά με την εικαζόμενη αδικοπραξία του κ. X., η OLAF υπενθύμισε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε «δικαίωμα να κινηθεί έρευνα της OLAF κατά οποιουδήποτε». Η OLAF υπογράμμισε το γεγονός ότι διαθέτει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όταν αποφασίζει να κινήσει έρευνα.

84. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η OLAF έδωσε την υπόσχεση που αναφέρεται στο σημείο 82. Δήλωσε ότι το αίτημά του περιλαμβανόταν ως σημείο 4 στην επιστολή της OLAF της 19ης Οκτωβρίου 2006. Η OLAF ανακοίνωσε ότι θα απαντήσει σε όλα τα σημεία που απαριθμούνται στην εν λόγω επιστολή εντός έξι εβδομάδων. Επέμεινε ότι δεν πρότεινε στην OLAF να κινήσει έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά του Χ., η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν θα ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν ήδη γνωστά στην OLAF.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

85. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, στο σχέδιο σύστασής του στην καταγγελία 1450/2007/(WP)BEH, ζήτησε από την OLAF να απαντήσει, στο βαθμό που δεν το είχε ήδη πράξει, στα ερωτήματα που τέθηκαν στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 27ης Σεπτεμβρίου 2006. Στην επιστολή της με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2006, η OLAF συνόψισε τις ερωτήσεις και τα αιτήματα του καταγγέλλοντος σε 10 σημεία και υποσχέθηκε να αποστείλει στον καταγγέλλοντα χωριστές απαντήσεις σχετικά με τα διάφορα ζητήματα που τέθηκαν εντός έξι εβδομάδων [15]. Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία 1450/2007/(WP)BEH, η OLAF υποστήριξε ότι είχε ήδη παράσχει πλήρεις απαντήσεις στα σημεία 1-3 και 8-9 που απαριθμούνται στην επιστολή της με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2006. Όσον αφορά τα σημεία 4-7 (ορισμένα ζητήματα σχετικά με την έρευνα της OLAF), η OLAF έδωσε απαντήσεις στην εμπεριστατωμένη γνώμη της. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της OLAF, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι η OLAF είχε απαντήσει στις ερωτήσεις που τέθηκαν στην επιστολή του της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, αλλά θεώρησε ότι οι απαντήσεις της OLAF δεν ήταν ικανοποιητικές. Επέκρινε επίσης το γεγονός ότι οι απαντήσεις της καθυστέρησαν περισσότερο από τρία έτη. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η OLAF έχει εφαρμόσει το σχετικό τμήμα του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή και ότι, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται περαιτέρω δράση εκ μέρους του Διαμεσολαβητή.

86. Δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1450/2007/(WP)BEH, η OLAF παρέσχε στον καταγγέλλοντα απάντηση στο τέταρτο σημείο που αναφέρεται στην επιστολή της με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2006, σχετικά με τις απόψεις της OLAF για τη συμπεριφορά του κ. X., ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαία την ανάληψη περαιτέρω δράσης εκ μέρους του σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Γ. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

87. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι δεν ήταν ο γενικός διευθυντής της OLAF («ο γενικός διευθυντής») που έλαβε την απόφαση να κινήσει ή να περατώσει την έρευνα OF/2003/0026, αλλά ο διευθυντής που είναι υπεύθυνος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις στην OLAF. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, μια τέτοια εξουσιοδότηση αντιβαίνει στο άρθρο 5 του κανονισμού, το οποίο επιφυλάσσει ορισμένες εξουσίες στον διευθυντή της Υπηρεσίας και, ως εκ τούτου, στον γενικό διευθυντή. Ο καταγγέλλων υποστήριξε περαιτέρω την άποψή του από το άρθρο 12 παράγραφος 6 της πρότασης της Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού [16]. Η τροπολογία προβλέπει τη δυνατότητα τέτοιας εξουσιοδότησης. Ωστόσο, η πρόταση της Επιτροπής δεν είχε ακόμη εγκριθεί από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό, ισχυρίστηκε ότι, αναθέτοντας τις εξουσίες έναρξης και περάτωσης ερευνών στον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις, ο οποίος δεν είναι ο «διευθυντής της Υπηρεσίας» κατά την έννοια του κανονισμού, η OLAF δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 5 του κανονισμού.

88. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF επέστησε την προσοχή στον υβριδικό χαρακτήρα της, ο οποίος απορρέει από το γεγονός ότι είναι διοικητικό όργανο, ανεξάρτητο ως προς τα ερευνητικά του καθήκοντα και, ταυτόχρονα, Γενική Διεύθυνση της Επιτροπής. Εξήγησε επίσης ότι ο επικεφαλής της OLAF κατέχει τον βαθμό του γενικού διευθυντή, σύμφωνα με την ιεραρχική δομή της Επιτροπής. Η Γενική Διεύθυνση OLAF διαιρείται σε Διευθύνσεις με επικεφαλής διευθυντές. Η OLAF δήλωσε ότι, δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 4 της απόφασης 1999/352 της Επιτροπής [17], οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την εσωτερική οργάνωση της Επιτροπής ισχύουν και για την OLAF.

89. Η OLAF υποστήριξε επίσης ότι η εκτελεστική επιτροπή ερευνών και επιχειρήσεων («η επιτροπή») διατυπώνει συστάσεις προς τον γενικό διευθυντή σχετικά με τις αποφάσεις χειρισμού υποθέσεων. Ο γενικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με θέματα που υποβάλλονται στο συμβούλιο, ιδίως σε σχέση με την έναρξη και την περάτωση των ερευνών. Ωστόσο, για πρακτικούς λόγους, η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί σε διευθυντή επιφορτισμένο με τις έρευνες και τις επιχειρήσεις, υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή, «μολονότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο ίδιος ο γενικός διευθυντής λαμβάνει την απόφαση». Τέλος, η OLAF επισήμανε ότι η ανάθεση καθηκόντων στο πλαίσιο διοικητικής δομής αποτελεί μέρος των καθημερινών δραστηριοτήτων της και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

90. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η καταγγελία του αφορούσε την ανάθεση ορισμένων εξουσιών οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού, επιφυλάσσονταν ρητά στον γενικό διευθυντή. Ως εκ τούτου, η καταγγελία του δεν αφορούσε απλή «ανάθεση καθηκόντων», όπως αναφέρεται στη γνώμη της OLAF. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού, η εξουσία λήψης απόφασης για την έναρξη έρευνας ανήκει στον διευθυντή της Υπηρεσίας, ελλείψει ειδικής διάταξης για την περάτωση έρευνας, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εξουσία αυτή ανήκει επίσης στον διευθυντή της Υπηρεσίας. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό δεν αντικρούστηκε από την OLAF.

91. Επομένως, το ζήτημα ήταν αν, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιο βαθμό, ο γενικός διευθυντής μπορούσε να μεταβιβάσει τις αντίστοιχες αρμοδιότητές του.

92. Σημειώνοντας την αναφορά της OLAF στο άρθρο 6 της απόφασης 1999/352 της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, ενώ η διάταξη αυτή επιτρέπει την ανάθεση εξουσιών σε θέματα προσωπικού και προϋπολογισμού, δεν το πράττει σε σχέση με τις έρευνες. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επέστησε την προσοχή στην απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση E-3208/07 της 22ας Ιουνίου 2007 σχετικά με τη «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στα μέλη του προσωπικού της OLAF». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, στην απάντησή της, η Επιτροπή εξήγησε ότι ο εσωτερικός κανονισμός της εφαρμόζεται πλήρως και προβλέπει ότι ο διευθυντής της OLAF μπορεί να αναπληρώσει τον γενικό διευθυντή σε περίπτωση απουσίας του, απουσίας του κατά τη διάρκεια αποστολής, άδειας ή ασθένειας.

93. Ωστόσο, από τη γνώμη της OLAF προκύπτει ότι ο γενικός διευθυντής μεταβίβασε τις αντίστοιχες αρμοδιότητές του σε διευθυντή σε μόνιμη βάση. Ο Γενικός Διευθυντής φαίνεται να λαμβάνει ο ίδιος αποφάσεις μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις. Αυτό εγείρει το ερώτημα γιατί η κατάσταση αυτή προφανώς δεν αναφέρθηκε στην απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση. Επιπλέον, έθεσε το ερώτημα γιατί η OLAF φαινόταν να επιμένει ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να τηρεί τους εφαρμοστέους κανόνες. Οι συνέπειες μιας τέτοιας συμπεριφοράς αποσαφηνίστηκαν στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-48/05 [18], στην οποία η Επιτροπή καταδικάστηκε να καταβάλει αποζημίωση για τη μη τήρηση των νομικών διαδικασιών από την OLAF.

94. Στο πρώτο του αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής έθεσε στην OLAF ορισμένα ερωτήματα που αποσκοπούσαν στην αποσαφήνιση της νομικής βάσης και του βαθμού στον οποίο η OLAF αναθέτει σε διευθυντή την εξουσία του γενικού διευθυντή να κινεί και να περατώνει έρευνες.

95. Στην απάντησή της, η OLAF υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι η εν λόγω ανάθεση αρμοδιοτήτων εμπίπτει στην εσωτερική διοικητική οργάνωσή της, η οποία βασίζεται στην εσωτερική οργανωτική εξουσία του γενικού διευθυντή [19]. Σύμφωνα με την OLAF, ο γενικός διευθυντής μπορεί να μεταβιβάζει ορισμένες εξουσίες στα μέλη του προσωπικού προκειμένου να διασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας, αλλά οι εν λόγω εξουσίες μπορούν να ανακαλούνται ανά πάσα στιγμή.

96. Η OLAF εξήγησε περαιτέρω ότι η εξουσία διεξαγωγής ερευνών συνδέεται με τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή, αλλά όχι με το ίδιο το πρόσωπό του. Ως εκ τούτου, οι αντίστοιχες εξουσίες του θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού, οι έρευνες κινούνται με απόφαση του διευθυντή της Υπηρεσίας. Κατά την άποψη της OLAF, μια απόφαση που λαμβάνεται από εξουσιοδοτημένο μέλος του προσωπικού, υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή, διατηρεί τον χαρακτήρα απόφασης του διευθυντή της Υπηρεσίας. Εάν η εν λόγω αντιπροσωπεία τηρεί την προϋπόθεση ότι ο Γενικός Διευθυντής διατηρεί τον έλεγχο και είναι σε θέση να υποκαταστήσει ανά πάσα στιγμή την ανατεθείσα απόφαση με δική του απόφαση, η πρακτική αυτή δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Διαφορετικά, η ταχεία και ομαλή λειτουργία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων δεν θα μπορούσε να οργανωθεί αποτελεσματικά. Η OLAF πρόσθεσε ότι, από το 2003 έως το 2008, κινήθηκαν κατά μέσο όρο 225 υποθέσεις και περατώθηκαν 283 υποθέσεις ετησίως.

97. Η OLAF υποστήριξε επίσης ότι η απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση E-3208/07 αφορούσε τη θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της OLAF, δηλαδή ενός από τους διευθυντές της OLAF που ορίστηκε για να αναπληρώσει τον γενικό διευθυντή κατά την απουσία του, σύμφωνα με την αρχή της συνέχειας της υπηρεσίας. Η OLAF εξήγησε ότι ο αναπληρωτής προϊστάμενος της OLAF δεν διαθέτει ειδικές εξουσίες για την έναρξη ή το κλείσιμο ερευνών. Ωστόσο, κατά την απουσία του, ο Γενικός Διευθυντής μπορεί να ενεργεί εξ ονόματος του τελευταίου και υπό την εποπτεία του. Επομένως, η απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση E-3208/07 δεν αφορούσε την ανάθεση ορισμένων εξουσιών του γενικού διευθυντή σε ένα ή περισσότερα μέλη του προσωπικού της Υπηρεσίας.

98. Η OLAF υποστήριξε επίσης ότι η αναπλήρωση του γενικού διευθυντή της όταν αυτός κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του βασίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 της απόφασης 1999/352 της Επιτροπής σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής «που ίσχυε τότε»[20]. Η OLAF δήλωσε επίσης ότι το άρθρο 24 τροποποιήθηκε στη συνέχεια και έχει πλέον ως εξής: «Συνέχεια της υπηρεσίας - Τα μέλη της Επιτροπής και οι υπηρεσίες μεριμνούν ώστε να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της συνέχειας της υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται για τον σκοπό αυτό από την Επιτροπή ή τον Πρόεδρο.»

99. Όσον αφορά τον σκοπό του άρθρου 12 παράγραφος 6 της πρότασης της Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού, η OLAF υπέβαλε τα ακόλουθα: «Προκειμένου να καταστούν οι ρυθμίσεις για την αναπλήρωση του γενικού διευθυντή πιο ορατές και διαφανείς, αφενός, λαμβάνοντας υπόψη το νέο άρθρο 24 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής και, αφετέρου, με βάση την πείρα που έχει αποκτηθεί από την επιχειρησιακή πρακτική, η οποία έχει καταδείξει ότι είναι χρήσιμο να επιτραπεί στον γενικό διευθυντή να αναθέτει την άσκηση ορισμένων καθηκόντων του σε ένα ή περισσότερα μέλη του προσωπικού της Υπηρεσίας, αποφασίστηκε να προστεθεί νέα διάταξη (άρθρο 12 παράγραφος 6) για τον σκοπό αυτό...».

100. Όσον αφορά το ζήτημα των συγκεκριμένων περιπτώσεων στις οποίες ο ίδιος ο γενικός διευθυντής αποφασίζει να κινήσει ή να περατώσει έρευνες, η OLAF υποστήριξε ότι, κατ’ αρχήν, η απόφαση λαμβάνεται πάντοτε από τον γενικό διευθυντή, δεδομένου ότι αυτός φέρει την τελική ευθύνη. Στο πλαίσιο αυτό, η OLAF αναφέρθηκε στη διακριτική ευχέρεια της τελευταίας. Η OLAF εξήγησε περαιτέρω ότι, στην πράξη, ο ίδιος ο γενικός διευθυντής λαμβάνει απόφαση σε επείγουσες και ευαίσθητες υποθέσεις, καθώς και σε περιπτώσεις στις οποίες το συμβούλιο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με σύσταση. Ταυτόχρονα, η OLAF τόνισε ότι επρόκειτο απλώς για παραδείγματα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο γενικός διευθυντής μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να υποκαταστήσει με δική του απόφαση μια εξουσιοδοτημένη απόφαση.

101. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο βουλευτής του ΕΚ που υπέβαλε τη γραπτή ερώτηση E-3208/07 ρώτησε σχετικά με όλες τις μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων εντός της OLAF, και όχι μόνο σε σχέση με τον αναπληρωτή προϊστάμενο της OLAF, όπως επεδίωκε να υποστηρίξει η OLAF. Στην απάντησή της στην ερώτηση του βουλευτή του ΕΚ, η Επιτροπή έδωσε την εντύπωση ότι οι εξουσίες μπορούν να μεταβιβαστούν μόνο στην περίπτωση που ο γενικός διευθυντής εμποδίζεται να τις ασκήσει ο ίδιος. Ωστόσο, από την απάντηση της OLAF προέκυψε ότι ο γενικός διευθυντής είχε μεταβιβάσει σε μόνιμη βάση ορισμένες εξουσίες σε άλλα μέλη του προσωπικού της OLAF, και όχι μόνο για περιπτώσεις στις οποίες ο ίδιος εμποδίστηκε να ενεργήσει.

102. Αναφερόμενος στον μέσο αριθμό υποθέσεων που κινήθηκαν και περατώθηκαν από την OLAF, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο γενικός διευθυντής θα έπρεπε να διεκπεραιώνει δύο έως τρεις έρευνες ημερησίως. Διερωτάται αν αυτό θα ήταν υπερβολικό να αναμένεται από έναν υψηλόμισθο, ανώτερο δημόσιο υπάλληλο υπεύθυνο για ένα Γραφείο, κύριο καθήκον του οποίου είναι η διεξαγωγή ερευνών.

103. Επιπλέον, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι από την απάντηση της OLAF προέκυπτε ότι δεν υπήρχαν σαφή κριτήρια ή διαδικασίες που να διέπουν το πότε ο γενικός διευθυντής θα πρέπει να ασκεί τις εξουσίες του αυτοπροσώπως ή να τις αναθέτει σε άλλα μέλη του προσωπικού. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι θα ήταν ίσως χρήσιμο να ζητηθεί από την OLAF να υποβάλει αντίγραφα των αποφάσεων που έλαβε ο γενικός διευθυντής με τις οποίες μεταβίβασε τις αρμοδιότητές του.

104. Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ουσιαστικά ότι η έκδοση του εγχειριδίου της OLAF του 2009 επιβεβαίωσε ότι η πρακτική του γενικού διευθυντή όσον αφορά την ανάθεση εξουσιών είναι εκτεταμένη. Ωστόσο, έως ότου το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εγκρίνουν την πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού, η οποία καθιστά δυνατή την ανάθεση εξουσιών, η εν λόγω ανάθεση θα πρέπει να θεωρείται παράνομη. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι, εάν οι προσφυγές κατά των ερευνών της OLAF για διαδικαστικά σφάλματα ασκηθούν ενώπιον δικαστηρίου, θα έχουν μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στην υπόθεση F-80/08 [21].

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης

Προκαταρκτική παρατήρηση

105. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, εκ πρώτης όψεως, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της γραπτής ερώτησης E-3208/07 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απευθύνεται στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, δεν θα αποτελούσε μέρος της παρούσας έρευνας, η οποία αφορά την OLAF. Ταυτόχρονα, το ζήτημα εν προκειμένω ήταν αν και σε ποιο βαθμό ο γενικός διευθυντής μπορεί να μεταβιβάσει ορισμένες εξουσίες σε άλλα μέλη του προσωπικού της OLAF. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά το ζήτημα κατά πόσον η OLAF παρέσχε πειστικές εξηγήσεις σχετικά με τη νομική βάση για την ανάθεση εξουσιών από τον γενικό διευθυντή. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν έκρινε αναγκαίο να επεκτείνει το πεδίο της παρούσας έρευνάς του σε άλλο θεσμικό όργανο.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

106. Από τις παρατηρήσεις των διαδίκων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η παρούσα διαφορά σαφώς δεν αφορά την προσωρινή μεταβίβαση των εξουσιών του γενικού διευθυντή στον αναπληρωτή προϊστάμενο της Υπηρεσίας [22], ή σε οποιοδήποτε άλλο μέλος του προσωπικού της OLAF, σε περίπτωση που ο γενικός διευθυντής κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του. Αντιθέτως, πρόκειται για γενική ανάθεση ορισμένων εξουσιών από τον γενικό διευθυντή στα μέλη του προσωπικού της OLAF, ιδίως στον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, τα μέρη φαίνεται να συμφωνούν ότι ο παρών ισχυρισμός επεκτείνεται στη γενική πρακτική της OLAF στο θέμα αυτό, καθώς και στην πρακτική της όσον αφορά την έναρξη και την περάτωση της εσωτερικής της έρευνας στην υπόθεση OF/2003/0026.

107. Το ζήτημα που έπρεπε να εξετάσει ο Διαμεσολαβητής ήταν κατά πόσον και σε ποιο βαθμό ο γενικός διευθυντής μπορεί να εξουσιοδοτηθεί να αναθέτει την εξουσία έναρξης και περάτωσης ερευνών σε άλλα μέλη του προσωπικού της OLAF, ιδίως στον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν περιέχει ειδική διάταξη σχετικά με το ποιος έχει την εξουσία να περατώνει τις έρευνες της OLAF, δεδομένου ότι ο γενικός διευθυντής έχει την εξουσία να κινεί έρευνες, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει επίσης την εξουσία να τις περατώνει. Δεδομένου ότι η OLAF δεν είχε αντικρούσει την άποψη αυτή, ο Διαμεσολαβητής δεν έκανε διάκριση μεταξύ της εξουσίας κίνησης και περάτωσης ερευνών.

108. Προκειμένου να παρασχεθεί μια πραγματική βάση για την αξιολόγηση του υπό εξέταση ζητήματος, φάνηκε σκόπιμο να αναλυθεί λεπτομερέστερα η σχετική πρακτική της OLAF, όπως αυτή είχε προκύψει από τις παρατηρήσεις της OLAF. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF υποστήριξε ότι η ευθύνη για την έναρξη και την περάτωση των ερευνών ανατέθηκε, υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή. Ταυτόχρονα, επισήμανε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ίδιος ο γενικός διευθυντής λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις. Μολονότι αναφέρθηκε στην «ανάθεση αρμοδιότητας», φαίνεται ότι η OLAF, στην πραγματικότητα, αναγνώρισε ότι η εξουσία λήψης σχετικών αποφάσεων ανατέθηκε σε διευθυντή, δεδομένου ότι δήλωσε ότι ο γενικός διευθυντής λαμβάνει ο ίδιος την απόφαση μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις. Μολονότι η OLAF υποστήριξε ότι η απόφαση που λαμβάνει ο διευθυντής διατηρεί τον χαρακτήρα απόφασης του γενικού διευθυντή, ο οποίος θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να υποκαταστήσει με την απόφασή του μια κατ' εξουσιοδότηση απόφαση, από τους ισχυρισμούς της OLAF προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις που ο γενικός διευθυντής δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη λήψη αποφάσεων, ο διευθυντής λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες δεν έχουν προηγουμένως εγκριθεί από τον γενικό διευθυντή. Όπως επισήμανε ο καταγγέλλων, η πρακτική αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την τρέχουσα έκδοση του εγχειριδίου της OLAF, το οποίο περιέχει το ακόλουθο απόσπασμα: «Ο γενικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την αποδοχή των συστάσεων και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με θέματα που αφορούν υποθέσεις που παραπέμπονται στο συμβούλιο. Για πρακτικούς σκοπούς, η ευθύνη ανατίθεται στους διευθυντές Α ή Β, υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις ο γενικός διευθυντής μπορεί να επιλέξει να παρέμβει προσωπικά.»[23]

109. Προς στήριξη της ανωτέρω πρακτικής της, η OLAF επικαλέστηκε κατ’ ουσίαν δύο χωριστούς λόγους: i) τις εσωτερικές οργανωτικές εξουσίες του γενικού διευθυντή και την εσωτερική διοικητική οργάνωση της OLAF· και ii) ορισμένες διατάξεις που διέπουν την εσωτερική οργάνωση της Επιτροπής.

110. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο που επικαλέστηκε η OLAF, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε εξαρχής την παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι ο όγκος των εργασιών που προκλήθηκαν από τη διεκπεραίωση των ερευνών δεν αποτελούσε βάσιμο λόγο για τον Γενικό Διευθυντή της OLAF να μην λαμβάνει ο ίδιος σχετικές αποφάσεις. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το ζήτημα του κατά πόσον ο γενικός διευθυντής μπορεί να μεταβιβάσει ορισμένες εξουσίες σε άλλα μέλη του προσωπικού της OLAF ήταν πρωτίστως νομικό ζήτημα και, ως εκ τούτου, έπρεπε να αξιολογηθεί σε σχέση με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο. Μόνο στον βαθμό που το νομικό πλαίσιο αναφέρεται στον φόρτο εργασίας ή σε άλλα πραγματικά κριτήρια ως προϋπόθεση για την αιτιολόγηση της ανάθεσης εξουσιών, τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η OLAF υπέβαλε συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον μέσο αριθμό ερευνών που κινεί και περατώνει κάθε χρόνο. Ωστόσο, με βάση τα ανωτέρω, τα στοιχεία αυτά δεν έχουν άμεση σχέση με την αξιολόγηση της νομιμότητας των εσωτερικών ρυθμίσεων της OLAF για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την έναρξη και την περάτωση των ερευνών.

111. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο, στη νομολογία του, διακρίνει μεταξύ εξουσιοδότησης και εξουσιοδότησης υπογραφής. Η τελευταία περιλαμβάνει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος που είναι εξουσιοδοτημένος να λάβει απόφαση εγκρίνει μια απόφαση και, στη συνέχεια, επιτρέπει σε άλλον υπάλληλο να υπογράψει απλώς την απόφαση αυτή. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος που είναι εξουσιοδοτημένος να υπογράφει δεν ενεργεί βάσει εξουσιοδότησης, αλλά απλώς βάσει εξουσιοδότησης υπογραφής ή, με άλλα λόγια, βάσει εξουσιοδότησης υπογραφής.[24] Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εξουσιοδότηση υπογραφής «αποτελεί μέτρο που αφορά την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών της Επιτροπής»[25] και, ως εκ τούτου, δεν απαιτεί ειδική νομική βάση. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, ο διευθυντής που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις έλαβε αποφάσεις οι οποίες δεν είχαν εγκριθεί προηγουμένως από τον γενικό διευθυντή. Ένα τέτοιο μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με απλή αναφορά στην εσωτερική οργάνωση μιας υπηρεσίας. Αντιθέτως, ο Διαμεσολαβητής ήταν πεπεισμένος ότι, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, μια τέτοια ανάθεση εξουσιών απαιτεί νομική βάση, προκειμένου να είναι νόμιμη.

112. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ακόμη και αν υποτεθεί, όπως υπέβαλε η OLAF, ότι κάθε απόφαση που λαμβάνεται είναι τελικά ευθύνη του γενικού διευθυντή, αυτό δεν θα άλλαζε την ανωτέρω εκτίμηση, δεδομένου ότι η OLAF κατέστησε σαφές ότι ο διευθυντής που είναι υπεύθυνος για τις επιχειρήσεις και τις έρευνες είναι ο ίδιος που λαμβάνει την απόφαση. Αυτό προκύπτει επίσης σαφώς από τις αποφάσεις για την έναρξη και την περάτωση της εσωτερικής έρευνας της OLAF στην υπόθεση OF/2003/0026, οι οποίες υπογράφηκαν αμφότερες από τον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις επιχειρήσεις και τις έρευνες, χωρίς καμία ένδειξη ότι οι αποφάσεις είχαν λάβει την προηγούμενη έγκριση του γενικού διευθυντή. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλήφθηκε τον τρόπο με τον οποίο η συλλογιστική αυτή θα επηρεαζόταν από το επιχείρημα της OLAF ότι η εξουσία λήψης αποφάσεων αφορά τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή της OLAF και όχι το ίδιο το πρόσωπο.

113. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αναφορά της OLAF στην εσωτερική διοικητική οργάνωσή της δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την υπό εξέταση ανάθεση εξουσιών στην παρούσα υπόθεση.

114. Ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι ο δεύτερος λόγος που επικαλέστηκε η OLAF ως βάση για την πρακτική της όσον αφορά την ανάθεση αρμοδιοτήτων βασίζεται στο άρθρο 24 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε αληθές, όπως επισήμανε η OLAF, ότι το άρθρο 24 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής υποχρεώνει τις υπηρεσίες της Επιτροπής να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της συνέχειας της υπηρεσίας. Αντιθέτως, το άρθρο 24 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής που εγκρίθηκε το 2000 περιείχε διατάξεις σχετικά με την αναπλήρωση των γενικών διευθυντών, των προϊσταμένων μονάδας και των «λοιπών προϊσταμένων» σε περίπτωση κωλύματός τους να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι το γεγονός ότι το ισχύον άρθρο 24 (βλ. παράγραφο 98 ανωτέρω) δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο του παλαιού άρθρου 24, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο ισχύων εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής θα είχε απορρίψει τις διατάξεις σχετικά με την αναπλήρωση και, αντ’ αυτού, θα βασιζόταν στην αρχή της συνέχειας της υπηρεσίας. Πράγματι, τα άρθρα 25-27 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής διατηρούν και επεκτείνουν τις διατάξεις σχετικά με την αναπλήρωση, όπως προηγουμένως περιλαμβάνονταν στο άρθρο 24 του παλαιού εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, η άποψη της OLAF ότι το άρθρο 24 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως νομική βάση για την πρακτική της δεν ήταν βάσιμη. Επιπλέον, το άρθρο 27 παράγραφος 1 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής περιέχει διάταξη σχετικά με τις ρυθμίσεις αναπλήρωσης των γενικών διευθυντών. Ωστόσο, οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις όπου ένας γενικός διευθυντής κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του. Εάν το άρθρο 24 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής ερμηνευόταν πράγματι υπό την έννοια ότι επιτρέπει γενική εξουσιοδότηση του γενικού διευθυντή, οι ρυθμίσεις αναπλήρωσης που προβλέπονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας. Ως εκ τούτου, η OLAF δεν μπορούσε να επικαλεστεί τον ισχύοντα εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής για να δικαιολογήσει την ανάθεση αρμοδιοτήτων, εκτός εάν η εν λόγω ανάθεση περιοριζόταν σε περιπτώσεις στις οποίες ο γενικός διευθυντής εμποδίζεται να ασκήσει τα καθήκοντά του.

115. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 παράγραφος 4 της απόφασης 1999/352 της Επιτροπής προβλέπει ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την εσωτερική της οργάνωση εφαρμόζονται στην OLAF «εφόσον είναι συμβατές με τις διατάξεις που αφορούν την Υπηρεσία». Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι οι κανόνες σχετικά με την αναπλήρωση που ορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής βασίζονται στην ιδέα ότι i) είτε ο αναπληρωτής του υπαλλήλου κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του είτε ii) ένας άλλος ειδικά διορισμένος υπάλληλος αναπληρώνει. Σε περίπτωση που ο πρόεδρος της Επιτροπής κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, τα καθήκοντα αυτά ασκούνται από έναν από τους αντιπροέδρους ή τα μέλη της Επιτροπής (άρθρο 25 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής). Δεδομένου ότι τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται με τον ίδιο τρόπο, από άποψη νομιμότητας, δεν έχει σημασία ποιο μέλος της Επιτροπής λαμβάνει συγκεκριμένη απόφαση.

116. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η κατάσταση είναι διαφορετική για τον γενικό διευθυντή της OLAF. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού, η Επιτροπή διορίζει τον γενικό διευθυντή της OLAF κατόπιν διαβουλεύσεων με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Ως εκ τούτου, η νομιμότητα του γενικού διευθυντή είναι ιδιαίτερη σε σύγκριση με άλλα μέλη του προσωπικού της OLAF. Επιπλέον, ο κανονισμός ορίζει ρητά ότι ορισμένες αποφάσεις, όπως η απόφαση για την έναρξη έρευνας, πρέπει να λαμβάνονται από τον διευθυντή της OLAF. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα αναμενόταν από τον νομοθέτη να προβλέψει τη δυνατότητα γενικής μεταβίβασης των εξουσιών αυτών σε άλλα μέλη του προσωπικού της OLAF, εάν αυτή ήταν η πρόθεσή του. Ωστόσο, δεν προβλεπόταν κάτι τέτοιο. Ακόμη και αν θεωρηθεί πειστικό το επιχείρημα της OLAF, ότι δηλαδή η μεταβίβαση των εξουσιών της δικαιολογείται από το γεγονός ότι διασφαλίζει τη συνέχεια της υπηρεσίας (σύμφωνα με το άρθρο 24 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε), κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή η πρακτική που προκύπτει δεν θα είναι συμβατή με «τις διατάξεις που αφορούν την Υπηρεσία»(άρθρο 6 παράγραφος 4 της απόφασης 1999/352 της Επιτροπής).

117. Η OLAF υποστήριξε ότι το άρθρο 12 παράγραφος 6 της πρότασης της Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα εξουσιοδότησης, απλώς θα καταστήσει τις τρέχουσες ρυθμίσεις αναπλήρωσης πιο ορατές και διαφανείς. Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως μη πειστικό.

118. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η OLAF δεν απέδειξε ότι η πρακτική της να αναθέτει την εξουσία κίνησης και περάτωσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από τον γενικό διευθυντή στον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις είναι σύμφωνη με τον νόμο. Η άποψη αυτή ισχύει τόσο για τις αποφάσεις έναρξης όσο και για τις αποφάσεις περάτωσης της έρευνας OF/2003/0026, οι οποίες υπογράφηκαν από τον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις επιχειρήσεις και τις έρευνες [26]. Εφαρμόστηκε επίσης στη γενική πρακτική της OLAF, την οποία περιέγραψε κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή:

«Η OLAF θα πρέπει να επανεξετάσει την πρακτική της να αναθέτει την εξουσία έναρξης και περάτωσης ερευνών από τον γενικό διευθυντή στον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις επιχειρήσεις και τις έρευνες.»

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

119. Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η OLAF δήλωσε ότι επιθυμούσε να ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή ότι, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του τον Φεβρουάριο του 2011, ο νέος γενικός διευθυντής της υιοθέτησε την πρακτική της προσωπικής υπογραφής αποφάσεων για την κίνηση και την περάτωση υποθέσεων.

120. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για την απόφαση της OLAF να αλλάξει την πρακτική της όσον αφορά την έναρξη και την περάτωση ερευνών. Προσθέτει ότι θα ήταν χρήσιμο η OLAF να επικαιροποιήσει αναλόγως το Εγχειρίδιό της.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

121. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η OLAF, υιοθετώντας μια πρακτική σύμφωνα με την οποία ο γενικός διευθυντής υπογράφει προσωπικά τις αποφάσεις κίνησης και περάτωσης υποθέσεων, αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασής του. Επικροτεί την εποικοδομητική στάση που επέδειξε η OLAF.

122. Η OLAF θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο επικαιροποίησης του εγχειριδίου της ώστε να αντικατοπτρίζει τη νέα πρακτική της όσον αφορά την υπογραφή αποφάσεων για την κίνηση και την περάτωση υποθέσεων. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί στη σχετική περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.

Δ. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:

Η OLAF αποδέχθηκε την πρώτη πτυχή του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του σχεδίου σύστασής του σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω δράση εκ μέρους του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

Ο Διαμεσολαβητής θα ζητήσει από την OLAF να τον ενημερώσει, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, εάν, στις επιστολές πρόσκλησης, παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον εθελοντικό χαρακτήρα των συνεντεύξεων προσώπων εκτός των βουλευτών, των διευθυντικών στελεχών και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων και οργανισμών στις εσωτερικές έρευνες, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται στο Εγχειρίδιό της.

Δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω ενέργειες σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Η OLAF αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή σε σχέση με τον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Ο καταγγέλλων και η OLAF θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση

Η OLAF θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο επικαιροποίησης του εγχειριδίου της ώστε να αντικατοπτρίζει τη νέα πρακτική της όσον αφορά την υπογραφή αποφάσεων για την κίνηση και την περάτωση υποθέσεων από τον γενικό διευθυντή της.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 11 Νοεμβρίου 2011


[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136, σ. 1).

[2] Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999 έχει ως εξής:

«Εφόσον τηρούνται οι διατάξεις της παραγράφου 1:

- η Υπηρεσία έχει δικαίωμα άμεσης και απροειδοποίητης πρόσβασης σε κάθε πληροφορία που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί, καθώς και στις εγκαταστάσεις τους. Η Υπηρεσία έχει την εξουσία να ελέγχει τους λογαριασμούς των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Η Υπηρεσία μπορεί να λαμβάνει αντίγραφο και αποσπάσματα οποιουδήποτε εγγράφου ή του περιεχομένου οποιουδήποτε υποθέματος δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών και, εάν είναι αναγκαίο, να αναλαμβάνει τη φύλαξη των εν λόγω εγγράφων ή δεδομένων, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος εξαφάνισής τους,

- η Υπηρεσία μπορεί να ζητεί προφορικές πληροφορίες από τα μέλη των θεσμικών και λοιπών οργάνων, από τα διευθυντικά στελέχη των οργάνων και οργανισμών, καθώς και από το προσωπικό των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών.»

[3] Το άρθρο 4, παράγραφος 3, σημείο 2, του κανονισμού 1073/1999 έχει ως εξής: "Επιπλέον, η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει από κάθε ενδιαφερόμενο να παράσχει τις πληροφορίες που θεωρεί χρήσιμες για τις έρευνές της. ..."

[4] "Επιβεβαιώνω ότι η OLAF δεν προτίθεται επί του παρόντος να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες σχετικά με εσάς."(Μετάφραση από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή).

[5] Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1).

[6] Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292, σ. 2).

[7] Εγχειρίδιο OLAF, σ. 12-13 (http://ec.europa.eu/dgs/olaf/legal/manual/OLAF-Manual-Operational-Procedures.pdf).

[8] Εγχειρίδιο OLAF, σ. 12-13 (http://ec.europa.eu/dgs/olaf/legal/manual/OLAF-Manual-Operational-Procedures.pdf).

[9] Το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, του κανονισμού έχει ως εξής: «Όταν από τις έρευνες προκύπτει ότι ένα μέλος, διευθυντικό στέλεχος, μόνιμος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού μπορεί να εμπλέκεται προσωπικά, ενημερώνεται σχετικά το θεσμικό ή άλλο όργανο ή ο οργανισμός στον οποίο ανήκει.»

[10] Η έμφαση προστέθηκε από τον Συνήγορο του Πολίτη.

[11] Έβδομη έκθεση δραστηριοτήτων της OLAF, 2006, σ. 9.

[12] Στη συνέχεια, ο όρος «τρίτα μέρη» θα χρησιμοποιείται για να αναφέρεται συλλογικά σε οικονομικούς φορείς και πρόσωπα εκτός των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ.

[13] Εγχειρίδιο OLAF (έκδοση 2005, σ. 114 και 116). Μολονότι η έκδοση 2005 του εγχειριδίου της OLAF δεν φαίνεται πλέον να είναι διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο της OLAF, η έντυπη έκδοση της εν λόγω έκδοσης είναι δημόσια.

[14] Εγχειρίδιο OLAF - Επιχειρησιακές διαδικασίες, 1η Δεκεμβρίου 2009, σ. 69 (η έμφαση προστέθηκε από την OLAF).

[15] Βλέπε παράγραφο 113 της απόφασης του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1450/2007/(WP)BEH.

[16] COM(2006)244 τελικό. Το άρθρο 12, παράγραφος 6, έχει ως εξής: «Ο γενικός διευθυντής μπορεί να αναθέσει την άσκηση ορισμένων από τα καθήκοντά του σύμφωνα με το άρθρο 5, το άρθρο 6 παράγραφος 3, το άρθρο 7β και το άρθρο 10 παράγραφος 2 σε ένα ή περισσότερα μέλη του προσωπικού της Υπηρεσίας με έγγραφο στο οποίο διευκρινίζονται οι όροι και τα όρια που διέπουν την ανάθεση.» Στις 20 Νοεμβρίου 2008, το Κοινοβούλιο ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε σε πρώτη ανάγνωση (ΕΕ 2010, C 16 E, σ. 201). Φαίνεται ότι έκτοτε δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία για την τροποποίηση του κανονισμού.

[17] Απόφαση 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), ΕΕ L 136, σ. 20. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, έχει ως εξής: «Οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την εσωτερική της οργάνωση εφαρμόζονται στην Υπηρεσία, εφόσον συμβιβάζονται με τις σχετικές με την Υπηρεσία διατάξεις που θεσπίζει ο κοινοτικός νομοθέτης, με την παρούσα απόφαση και με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της.»

[18] Υπόθεση T-48/05 Franchet και Byk κατά Επιτροπής [2008] Συλλογή II-1585.

[19] Επιπλέον, η OLAF υποστήριξε ότι η ανάθεση εξουσιών αποτελεί «διοικητική πρακτική και αρχή του διοικητικού δικαίου». Σύμφωνα με την OLAF, «αποτελεί μέρος των οργανωτικών αρχών που είναι εγγενείς» σε έναν οργανισμό όπως η Επιτροπή και «μέρος των καθημερινών εργασιών».

[20] Εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής, C(2000) 3614, ΕΕ 2000, L 308, σ. 26. Το άρθρο 24 του Κανονισμού έχει ως εξής: «Όταν ένας γενικός διευθυντής κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, αυτά ασκούνται από τον αρχαιότερο παρόντα αναπληρωτή γενικό διευθυντή και, σε περίπτωση ίσης αρχαιότητας, από τον αρχαιότερο ή, εάν δεν υπάρχει τέτοια θέση, από υπάλληλο που ορίζεται από την Επιτροπή. Εάν δεν οριστεί τέτοιος αντικαταστάτης, ο ανώτερος υφιστάμενος που είναι παρών στην υψηλότερη κατηγορία και βαθμό αναπληρώνει, και σε περίπτωση ίσης αρχαιότητας, αυτόν που είναι μεγαλύτερος.

Ο αναπληρωτής προϊστάμενος μονάδας, εφόσον υπάρχει, αναπληρώνει τον προϊστάμενο μονάδας.

Σε περίπτωση που άλλος προϊστάμενος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο γενικός διευθυντής ορίζει υπάλληλο σε συμφωνία με το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής. Εάν δεν οριστεί αντικαταστάτης, ο ανώτερος υφισταμένος που είναι παρών στην υψηλότερη κατηγορία και βαθμό αναπληρώνει, και σε περίπτωση ίσης αρχαιότητας, αυτόν που είναι μεγαλύτερος.»

[21] Υπόθεση F-80/08 Wenig κατά Επιτροπής, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).

[22] Σύμφωνα με την απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση E-3208/07, ο αναπληρωτής προϊστάμενος της Υπηρεσίας είναι ένας από τους διευθυντές της OLAF που ορίζονται για να αναπληρώνουν τον γενικό διευθυντή κατά την απουσία του τελευταίου.

[23] Εγχειρίδιο OLAF, σ. 27 (http://ec.europa.eu/dgs/olaf/legal/manual/OLAF-Manual-Operational-Procedures.pdf).

[24] Υπόθεση 8-72 Vereeniging von Cementhandelaren κατά Επιτροπής [1972] Συλλογή 977, σκέψεις 11-12· Υπόθεση 55/69, Cassella Farbwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1972, σ. 887, σκέψη 5· Υπόθεση 52/69 Ciba-Geigy κατά Επιτροπής, Συλλογή 1972, σ. 787, σκέψη 5.

[25] Υπόθεση 8-72 Vereeniging von Cementhandelaren κατά Επιτροπής [1972] Συλλογή 977, σκέψη 13· Υπόθεση 55/69, Cassella Farbwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1972, σ. 887, σκέψη 5· Υπόθεση 52/69 Ciba-Geigy κατά Επιτροπής, Συλλογή 1972, σ. 787, σκέψη 5.

[26] Η απόφαση κίνησης της διαδικασίας έρευνας OF/2003/0026 περιείχε τη συμπληρωματική διευκρίνιση «Με εντολή της εκτελεστικής επιτροπής», χωρίς αυτό να έχει αντίκτυπο στην ανάθεση εξουσιών από τον γενικό διευθυντή στον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τη λειτουργία και τις έρευνες.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!